Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009

ΑΠΟΕΝΟΧΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ (20 02 2009)

Πόσες φορές σε συζητήσεις που έτυχε να κάνουμε με παλαιοελλαδίτες δεν πέσαμε θύματα ειρωνείας, μειδιάματος ή χλευασμού για το χαρακτηριστικό βορειοελλαδίτικο «με» ή «σε» που χρησιμοποιούμε κατά κόρον στην καθημερινότητά μας. Στο στρατό, όπου δίνεται η δυνατότητα για συνεχή συναναστροφή με κάθε καρυδιάς – και ιδιώματος και γεωγραφικού διαμερίσματος – καρύδι, θυμάμαι το γέλιο των πρωτευουσιάνων στο άκουσμα φράσεων, όπως «τι με λες;», «θα σε κάνω κεφτεδάκια να φας», «να σε κάνω καφέ;». Και επειδή εμείς θεωρούσαμε δεδομένο το λάθος μας, προσπαθούσαμε να βρούμε κάτι αντίστοιχο στη δικιά τους ομιλία να τους πειράξουμε.
Πόσο δεδομένο σφάλμα ωστόσο, είναι το «με» και το «σε», αντί του «μου» και του «σου»; Καθόλου, σύμφωνα και με τον καθηγητή Μπαμπινιώτη. Ίσα ίσα, που το βόρειο ιδίωμα θεωρείται σωστότερο από το νοτιοελλαδικό. Εξηγεί ο καθηγητής ότι με την κατάργηση της δοτικής πτώσης ανέκυψε η ανάγκη αντικατάστασής της. Και οι πιθανές λύσεις ήταν η γενική ή η αιτιατική (π.χ. το «μοι λέγεις» θα μπορούσε να γίνει «με λέγεις» ή «μου λέγεις»). Στη βόρεια Ελλάδα επικράτησε η αιτιατική, ενώ στη νότια η γενική. Και επειδή η νότια Ελλάδα είχε (και έχει) τα πρωτεία σε όλα, ξεκινώντας και από την απελευθέρωση, επικράτησε επίσημα το ιδίωμα της «παλιάς» Ελλάδας: της Στερεάς και της Πελοποννήσου.
Η αιτιατική όμως, είναι πιο κοντά στη δοτική απ’ ότι η γενική. Και το ορθότερον της δικιάς μας επιλογής φαίνεται από το εξής σημαντικό: οι νοτιοελλαδίτες, που εκφράζουν τη δοτική μέσω γενικής λέγοντας "θα σου πω κάτι", "θα της δώσω κάτι", στον πληθυντικό διαπράττουν ακριβώς το "σφάλμα" που καταλογίζουν στα εκ Βορρά αδέλφια τους, και λένε: "θα σας πω κάτι", "θα τους δώσω κάτι". Χρησιμοποιούν δηλαδή αιτιατική! Επομένως, καθαρά από απόψεως ομοιογένειας, τα βόρεια ιδιώματα είναι πιο συνεπή διότι χρησιμοποιούν αιτιατική και στον ενικό και στον πληθυντικό.
Έτσι, ένας Αθηναίος γλωσσολόγος, κορυφαίος στο είδος του (έστω και με επιμέρους αστοχίες), απομυθοποιεί μια αίσθηση γλωσσικής ανωτερότητας και απενοχοποιεί ταυτοχρόνως τα εκατομμύρια Ελλήνων που συνηθίζουν να εκφράζονται με τον συγκεκριμένο τρόπο. Πριν από αυτόν βέβαια, θεμελίωσε τη συντακτική αυτή αποενοχοποίηση ένας άλλος κορυφαίος στο είδος του, λογοτέχνης αυτή τη φορά, ο μεγάλος Αλεξανδρινός, ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Βρίθουν τα ποιήματά του από τη χρήση του εν λόγω ιδιώματος: «Μάλιστα ετοίμασε να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα» (Περιμένοντας τους βαρβάρους), «μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη» (Ιθάκη), «με φάνηκε που εμπρός μου στάθηκες» (Καισαρίων). Οι μελετητές αιτιολογούν την επιλογή του αυτή, καθώς η μητέρα του καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη και ο ίδιος έζησε κάποια χρόνια εκεί. Θεωρείται, λοιπόν «πολίτικο ιδίωμα».
Μπορούμε έτσι να πιάσουμε το νήμα από την αρχή προσπαθώντας να εντοπίσουμε το γιατί σε αυτόν τον τόπο επικράτησε αυτή και όχι η άλλη επιλογή. Η Πόλη πάντοτε είχε τη λάμψη και τον πλούτο, τη θέση, τον κοσμοπολιτισμό και τη φήμη, ώστε να έλκει εμπόρους, επισκέπτες και περαστικούς προς άλλους προορισμούς. Και η απόσταση από τη Μακεδονία και τη Θράκη είναι σχετικά προσιτή και έδινε τη δυνατότητα στους κατοίκους αυτών των περιοχών να βρίσκονται σε συνεχή επαφή και επικοινωνία με την άλλοτε Βασιλεύουσα, όπως άλλωστε τεκμαίρεται και από ταξιδιωτικά κείμενα και από τη λογοτεχνία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (Βιζυηνός).
Η επιρροή είναι προφανής. Και αν θεωρήσουμε ότι κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, με τους Μικρασιάτες να βρίσκονται σε αδιάλειπτη αλληλεπίδραση με τους Κωνσταντινουπολίτες, τότε το πράγμα φωτίζεται καλύτερα. Γιατί μετά τους διωγμούς των Τούρκων, τη μικρασιατική καταστροφή, την ανταλλαγή πληθυσμών και τα συνεχή πογκρόμ των γειτόνων σε όλο τον εικοστό αιώνα, η πλειονότητα των προσφύγων εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία και τη Θράκη, μεταφέροντας σε αυτά τα χώματα τον πολιτισμό τους για να ριζώσει και εκ νέου να καρπίσει.
Θέμα λοιπόν, σωστού ή λάθους δεν τίθεται. Ενώ, όμως στον προφορικό λόγο είμαστε συνηθισμένοι να μιλάμε τοιουτοτρόπως, στον γραπτό διστάζουμε να εκφραστούμε ιδιωματικά, έχοντας στο υποσυνείδητό μας την ιδέα του λάθους, της απόκλισης από την κυρίαρχη, επίσημη ελληνική καθομιλουμένη. Και ίσως έτσι να είναι το πρέπον, για να διατηρηθεί μια γλωσσική ραχοκοκκαλιά που να στηρίζει την κρατική υπόσταση, πέρα από τα τοπικά επιμέρους ιδιώματα. Τώρα, γιατί να χριστεί επίσημο το άλλο και όχι το δικό μας, ο νοών νοείτω...

tezjorge@yahoo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου