Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 8ο)




    ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 8ο (Συνέχεια από το 7o μέρος)





  […] Ο χρόνος των ατόμων στις μεγαλουπόλεις, από αγαθό αδιάσπαστο κα πρακτικώς νοηματοδοτημένο από χίλιες μεριές στο χωριό, κατατμήθηκε και εσμικρύνθη. Ιδίως ο παροντικός χρόνο συνεστάλθη έως εξαφανίσεως. Σπανίως τα άτομα υπήρχαν εν ολότητι στο παρόν. Σαν να διέφευγε πάντα η στιγμή. Επίσης χάθηκαν οι εθιμικές λαβές του χρόνου και μοιραίως οι αναμονές.
   Στις μεγαλουπόλεις – που νοερά ως ήθος και τρόπος ζωής επεκτείνονται ως τον παραμικρότερο οικισμό της χώρας – σήμερα από Πάσχα σε Πάσχα είναι μια μικρή ασήμαντη μέρα που δικαίως η μνήμη την καταχωνιάζει και δεν την αναπλάθει το όνειρο.
   Μέχρι το χωράφι της πήγαινε μια χωριάτισσα κι αυτά που είχε να διηγηθεί – και τα εδιηγείτο -  ήταν ολόκληρη περιπέτεια. Με τα βήματα της ζωγράφιζε την ζωή της. Ζωή πεζή.
   Τα μυριάδες πλέον αεροπορικά τουριστικά ταξίδια – για αναψυχή όπως λέγαμε -  στα πέρατα της υφηλίου μας άφηναν ουσιαστικά αδιάφορους. Εξαντλούσαμε ένα δεκαπενθήμερο ταξίδι σε μία ολιγόλεπτη αφήγηση. Όχι βέβαια ότι γίναμε πυκνοί και χαρισματικοί. Απλώς η υποδοχή ευχαριστήσεως της ψυχής μας λέπτυνε, αποσαρθρώθηκε και συγχρόνως υπερφορτώθηκε. Και ήδη νοερά ήμασταν στο άλλο μελλοντικό ταξίδι για να το επιδείξουμε κι αυτό στα πλαίσια της πλουμιστής ατομικότητας.
   Προς το τέλος του εικοστού αιώνα φάνηκε πως τα εθνικά κράτη, αφού έπληξαν καίρια τις ψυχικές ιδιαιτερότητες και την ικανότητα χαράς και ευτυχίας ή τουλάχιστον ξεγνοιασιάς των ανθρώπων, παραχώρησαν ουσιαστικά την  εξουσία τους στις υπερεθνικές εταιρείες παραγωγής προϊόντων καις τις μεγαλουπόλεις που αυτές είχαν την έδρα τους. Ακούγαμε πια στις ειδήσεις το Μόναχο ανακοίνωσε, η Νέα Υόρκη ισχυρίζεται, η Μόσχα λέει, το Πεκίνο αποφάσισε. Αν βλέπατε μια γιορτή της Βόνταφον σε μία απ αυτές τις μεγαλουπόλεις, δεν θα νοιώθατε καμία ψυχική διαφορά. Οι παγκόσμιες πλέον γιορτές Χριστουγέννων και Πάσχα κατήντησαν εορτές μανιακής καταναλώσεως προϊόντων. Μια τρίτη γιορτή, η γιορτή των γενεθλίων του ατόμου, - που σημειωτέον στα χωριά δεν υπήρχε- τείνει να γίνει η πιο σπουδαία παγκοσμίως. Χάπι μπέρθντεϊ του γιου, ψάλλουν σε ασπρομάλληδες παλιμπαιδιστές, άλλοι ασπρομάλληδες.
   Εκατομμύρια πλέον πράγματα παράγονται κάθε στιγμή απ΄ τις υπερεθνικές εταιρείες. Ομοειδή παράγονται απ΄ τις ανταγωνίστριες εταιρείες, και ύστερα από λίγο άλλες βελτιωμένες εκδοχές. Σαν η μοναδική ιδιότητα του ανθρώπου να είναι πλέον η αγοραστική ιδιότητα. Ζευγμένοι στην δουλειά ολημερίς, για να μπορούν να αγοράζουν.
   […] Η σχέση πλέον με την φύση έγινε άκρως ετεροβαρής, εκμεταλλευτική, λεηλατική σχεδόν. Το δε ψυχικό βάρος και η ανοικειότης που προκάλεσαν οι άπειρες νέες μορφές πραγμάτων ήταν τεράστιο κι ο χρόνος αφομοιώσεως ελάχιστος έως ανύπαρκτος.
   Το τίμημα  των ωφελειών από τα καταναλωτικά αγαθά ήταν δυσανάλογα μεγάλο. Ότι κερδίζαμε σε ευκολία, σε ταχύτητα και σε ανέσεις το αποδίδαμε πολλαπλασίως στο ταμείο της ανησυχίας. Ιδίως η τεχνολογία της επικοινωνίας στριφογύρισε τον πλανήτη με μία μαύρη φωτόσφαιρα. Αν βλέπαμε με ένα φασματοσκόπιο τα άπειρα, φωτεινά, ασίγαστα πλέγματα πάνω απ΄ τα κεφάλια μας, θα νιώθαμε φριχτά εγκλωβισμένοι.
   Και δυστυχώς το άτομο πλέον έγινε ακόρεστο. Είχε δε στις μεγαλουπόλεις διαρκή συνείδηση του εαυτού του, ήταν συνεχώς καταβυθισμένο εντός του με βασανιστική μέριμνα. Αντιθέτως η ουσία του διασκορπίστηκε είτε στις εξιδανικευμένες αναμνήσεις, είτε στις προσδοκίες. Το παρόν του δεν παρουσίαζε αυτάρκεια και πληρότητα. Ούτε να διηγηθεί είχε διάθεση ούτε να ακούσει.
   Απ΄ το μεροδούλι – μεροφάι του χωριού πέρασε στα πενταετή και δεκαετή πλάνα εκπληρώσεως στόχων – να κάνουμε πράγματα, καθώς λένε με άγχος – χωρίς να δροσίζεται στο ελάχιστο η ψυχή του. Τι ωραία που το έλεγαν στα χωριά: ο άνθρωπος είναι πολυβούλης και ο Θεός κοψοβούλης.
   Και βέβαια τα πράγματα που έκανε δεν ήταν αξιοδιήγητα γιατί εκινείτο στις ίδιες σταθερές σιδηροτροχιές που κινούνταν  όλοι. Παρόλο που η εργασία έτεινε να ενσωματωθεί στην προσωπική ζωή αλλά με τρόπο μηχανικό, ομοιότυπο, στον αντίποδα της χωριανικής ολότητας που ενώ είχε θεσπίσει καθολικές σταθερές κατευθύνσεις, άφηνε τον αναγκαίο χώρο των προσωπικών κινήσεων.
   Επί παραδέιγματι οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν πια μονότονα, ηλεκτρονικά – ντιν, νταν, ντον, ντιν, νταν, ντον. Είχαν απλώς για ποικιλία δύο τρία περίτεχνα προγράμματα, αλλά οι καμπάνες υπήρχαν μόνο ως ντεκόρ. Το πένθιμο καμπάνισμα δεν ακουγόταν πια γιατί οι άνθρωποι πήγαιναν τους νεκρούς τους κατευθείαν στο νεκροταφείο.
   Στον Αγιο Σώστη, στην Συγγρού, υπάρχει πλάι στον δρόμο μια συστοιχία με καμπάνες. Άκουσα ένα πρωί τον ηλεκτρονικό ήχο, ντιν, νταν, ντον, και είδα τις καμπάνες, τις καμπανούλες και τις καμπανίτσες ακίνητες. Κοίταξα με απορία να δω αν κινιόταν τα γλωσσιδοκάμπανα, τίποτα. Μάλιστα τα είχαν τυλίξει με πανιά μην πάει και ακουστεί καμιά φορά ο ήχος τους έστω απ΄ τον αγέρα. Με κοιτούσαν οι ορθόδοξοι επαίτες απ τα γειτονικά κράτη που καθόντουσαν στα σκαλιά της εκκλησίας με απορία.
   Εξαφανίστηκαν αίφνης οι διηγήσεις του κωδωνοκρούστη. Και τι ιστορίες να δημιουργήσει ο ηλεκτρονικός προγραμματισμός του καμπανίσματος. Έτσι μου έρχεται αν εφεύρω κανένα διήγημα για εκδίκηση.


Συνεχίζεται...