Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

ΠΑΙΔΙΚΟΣ ΟΜΟΡΦΟΣ ΚΟΣΜΟΣ (11 12 2009)

Καθώς βαίνουμε ολοταχώς προς τα Χριστούγεννα και τα ΜΜΕ δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους για την προώθηση του καταναλωτικού πανζουρλισμού που υπόσχονται ελέω εορτών (κροκοδείλια τα δάκρυα για την οικονομική στενότητα), δίνεται η ευκαιρία να ξεδιπλωθούν κάποιες σκέψεις για τους μικρότερους αποδέκτες των υλικών αγαθών, που καταναλώνουν χωρίς να πληρώνουν: τα παιδιά, που από νήπια μαθαίνουν να περιμένουν το κάτι παραπάνω αυτές τις μέρες, είτε από γονείς και συγγενείς είτε από τον Άη Βασίλη.
Ευκαιρίας δοθείσης λοιπόν, ρίχνω μια προσεκτική ματιά στα παιχνίδια που προτείνονται αυτόν τον καιρό από τους πάσης φύσεως πομπούς. Πολλά από αυτά αναπαριστούν ήρωες από τα κινούμενα σχέδια που προβάλλουν τα κανάλια. Και οφείλω να ομολογήσω ότι αυτοί οι ήρωες δεν είναι και πολύ συμπαθητικοί: τερατόμορφα όντα με υπερφυσικές δυνατότητες, σκοτεινή προέλευση και ακόμα πιο σκοτεινό σκοπό. Κινούμενα σχέδια με υπερβολή στη χρήση βίας ακόμα και με απίστευτους τρόπους που σε κάνουν να αναρωτιέσαι τι σχέση μπορεί να έχουν με τον παιδικό ψυχισμό.
Και επειδή πιάνω τον εαυτό μου να κάνει πάλι το ίδιο λάθος – την ωραιοποίηση του παρελθόντος και την καταβαράθρωση του παρόντος – προσπαθώ με όση αντικειμενικότητα γίνεται να θυμηθώ αν στα δικά μας τα παιδικά χρόνια υπήρχε κάτι αντίστοιχο. Και σκέφτομαι ότι πάντοτε υπήρχαν αντίστοιχες ιστορίες, είτε σε κόμικς είτε στην τηλεόραση, όχι όμως σε τέτοιες ακραίες δόσεις φρίκης και σε γενικές γραμμές ήταν ένα μικρό μόνο ποσοστό από το σύνολο: Νιλς Χόλγκερσον, Χάιντι, στρουμφάκια, ήρωες του Ντίσνεϋ, Μπαγκς Μπάνυ, Κάντυ Κάντυ και τόσα άλλα «ανθρώπινα» κινούμενα σχέδια ήταν αυτά που πλειοψηφούσαν στην παιδιάστικη καθημερινότητα.
Σήμερα, ευτυχώς, συνεχίζουν κάποια κανάλια να προβάλλουν αυτά τα παιδικά, όμως η παιδική τηλεοπτική ζώνη έχει διανθιστεί και με πολλά άλλα νεοπαγή προγράμματα που έχουν γείρει τη ζυγαριά στη μεριά της απηνούς έλλειψης ποιότητας. Και σερβίρουμε καθημερινά στις παιδικές ψυχές εικόνες και θεματολογία που αντί να τα καλλιεργούν συναισθήματα φιλότητας και μια κάποια αντίληψη για την ζωή όπως θα έπρεπε να τη βλέπουν τα παιδικά μάτια, τα μπουκώνουμε με μεγαδόσεις βίας, υστερίας και τεχνολογικής υπεράνθρωπης δυναμικής. Η ανθρωπιστική πλευρά της ζωής και της σκέψης χάνει και εδώ μία μάχη στον πόλεμο με την αντίστοιχη τεχνοκρατική.
Και να πεις ότι στο τέλος νικάει πάντα ο «καλός», που στα παλιότερα παιδικά, ακόμα κι αν ήταν εξωγήινος (ή τέλος πάντων μη άνθρωπος) είχε μια εμφάνιση τέτοια ώστε να προσιδιάζει στον ανθρώπινο τύπο και να γίνεται συμπαθής, πάει κι έρχεται. Σήμερα ούτε αυτό δε γίνεται. Στην εποχή του politically correct, ακόμα και οι «κακοί» των κινουμένων σχεδίων έχουν δικαίωμα στο όνειρο! Με αποτέλεσμα το παιδί να μπερδεύεται ακόμα περισσότερο, καθώς είναι έμφυτη η αναζήτηση προτύπων και η ανάγκη μίμησης ή ταύτισης με τους ήρωες.
Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι η βιομηχανία του παιδικού ελεύθερου χρόνου πάντοτε είχε έναν προσανατολισμό προς το υπερφυσικό, το διαφορετικό, το μη ρεαλιστικό. Και προφανώς αυτό σχετίζεται και με τον κόσμο των παιδιών και την ψυχολογία τους, καθώς είναι βέβαιο ότι τέτοιου είδους εξακτινώσεις σε άλλους κόσμους τα ενθουσιάζουν και ερεθίζουν τη φαντασία τους. Όσο όμως η τεχνολογία προχωράει και η κοινωνικοποίηση των παιδιών (όπως άλλωστε και η νοητική τους ενηλικίωση) επιταχύνεται, τόσο και τα κινούμενα σχέδια διευρύνουν τους ορίζοντές τους και παράγουν παιδικά που πριν 20-30 χρόνια θα απευθύνοντας σε εφήβους.
Αν όμως στο ένα άκρο της σημερινής παιδικής τηλεοπτικής πραγματικότητας βάλουμε την βίαιη τρομολαγνεία, τότε στο άλλο άκρο είμαστε υποχρεωμένοι να τοποθετήσουμε ορισμένες άλλου τύπου εκπομπές που προβάλλονται από συγκεκριμένο κανάλι και έχουν να κάνουν με παιδικά τραγούδια. Αυτά χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: εν πρώτοις, τις τιτάνιες προσπάθειες να αποδοθούν με όσο γίνεται πιο ηλίθιο τρόπο κάποια παλιά λαϊκά ή ρεμπέτικα τραγούδια και δεύτερον, με σαχλοτράγουδα, συνθέσεις γνωστού νεανικού συγκροτήματος, όπου η θεματολογία ξεκινά από σαγηνευτικές εμπνεύσεις τύπου «ντρούλη-χοντρούλη» και αγγίζει τα δυσθεώρητα για την τέχνη ύψη του «τριχωτού μπαμπουίνου» σε λικνιστικούς ρυθμούς τσιφτετελορόκ. Κοινό σημείο και των δύο κατηγοριών, η έντεχνη προβολή ενός προτύπου μικρομέγαλου παιδιού.
Ας είμαστε προσεκτικοί λοιπόν και προπάντων επιλεκτικοί. Η ποιότητα δεν λείπει από καμία εποχή, είτε με νέες παραγωγές είτε με επαναλήψεις. Ας προσπαθήσουμε να ισορροπήσουμε τα πράγματα – γιατί να αποφύγουμε ολοσχερώς τα αντιαισθητικά και αντιπαιδαγωγικά δε γίνεται – ας δώσουμε, λέω, και μια ευκαιρία για πραγματικό παιδικό παιχνίδι, παιδικό κόμικ, παιδικό κινούμενο σχέδιο, παιδικό, ονειρικό κόσμο. Και ας διαλέγουμε από τον προσφερόμενο πολτό, έτσι ώστε να μη φτάσουμε να νοσταλγήσουμε την εποχή που η τηλεόραση άρχιζε το πρόγραμμά της το απόγευμα, βλέπαμε καμιά ώρα το μοναδικό παιδικό που προβάλλονταν και τέλος. Και τα μεσάνυχτα για το κλείσιμο εθνικός ύμνος και τραγοκούδουνα για ηχητική υπόκρουση. Τότε το μέτρο επιβαλλόταν στανικά. Σήμερα πρέπει να το επιβάλλουμε από μόνοι μας για να μη χαθεί η αθωότητα και η παιδικότητα.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΣΤΙΣ ΚΑΛΟΓΡΙΕΣ (04 12 2009)

«όταν μαγαρίζεις το στρώμα σου,
κάποια νύχτα θα πλαντάξεις απ’ τις μαγαρισιές σου»
Ινδιάνος Σηάτλ, 1855







Μία από τις προεκλογικές εξαγγελίες του σημερινού Πρωθυπουργού ήταν και η προσπάθεια που θα καταβληθεί, ώστε να γίνουμε η «Δανία του Νότου» μέσα στα πλαίσια της «πράσινης ανάπτυξης» και με την πίεση των Οικολόγων. Πώς όμως μπορεί να ευοδωθεί μια τέτοια προσπάθεια, αν δεν αλλάξει πρώτα η νοοτροπία των ιθαγενών; Αυτά τα πράγματα δεν επιβάλλονται άνωθεν με νομοσχέδια και διατάξεις. Αναλογιστείτε τι έγινε και με την απαγόρευση του καπνίσματος. Είδατε κανέναν μαγαζάτορα να συμμορφώνεται; Οι περισσότεροι σηκώνουν τα χέρια μπροστά στον οβολό των θεριακλήδων και – το χειρότερο – εμάς τους υπόλοιπους δεν μας πολυνοιάζει.
Νεοελληνική νοοτροπία λοιπόν. Μια έννοια πάνω στην οποία οι ανθρωπολόγοι του μέλλοντος θα κάνουν τις διατριβές τους τρίβοντας τα μάτια τους. Ιδίως αυτοί που θα προσπαθούν να ταυτίσουν τους Νεοέλληνες με τους αρχαίους προγόνους τους και μάταια θα ψάχνουν κοινά στοιχεία.
Νεοελληνική νοοτροπία. Έννοια θεμελιωμένη βαθιά στο μεδούλι αυτού του λαού, καλλιεργημένη στα τετρακόσια και βάλε χρόνια της τουρκοκρατίας και που ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός μας εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης προσπαθεί να την αποβάλλει. Θέλει πολύ κόπο.
Οδηγοί που ανοίγουν εν κινήσει τα παράθυρα και αδειάζουν στο δρόμο – ή στο παρμπρίζ του άτυχου που ακολουθεί – τα σκουπίδια του. Περαστικοί που δεν θυσιάζουν μερικά βήματα για να βαδίσουν – λες κι είναι χιλιόμετρα μακριά – μέχρι τον κοντινότερο κάδο, αλλά ξεφορτώνονται τα μικροαπορρίμματά τους στο μεγάλο τασάκι – στο δρόμο. Νοικοκυραίοι των μεγαλουπόλεων που, όταν τους πλήττει καμιά απεργία των οδοκαθαριστών, συνεχίζουν το συνηθισμένο κατέβασμα των σκουπιδιών πάνω ή δίπλα στους ήδη ξεχειλισμένους σκουπιδοντενεκέδες. Και το θέαμα (και η μπόχα) έπαψε να μας ενοχλεί.
Η σύγχρονη νοοτροπία μας είναι αλήθεια ότι έχει σφυρηλατηθεί μέσα στο τσιμέντο και την άσφαλτο και έτσι οι εικόνες αυτές περνάνε εύκολα το face control της αισθητικής μας και τις νιώθουμε οικείες μέσα στο αστικό περιβάλλον. Οικείο το πέταγμα του τσιγάρου από το αμάξι, οικείο το πέταγμα του χαρτιού στο πεζοδρόμιο, οικεία τα πάντα. Τι γίνεται όμως, όταν πρόκειται για το φυσικό περιβάλλον; Πόσο αταίριαστα φαντάζουν μέσα στον φθινοπωρινό χρωματοκατακλυσμό της φύσης τα πάσης φύσεως μπουκάλια, τα αλουμινένια κουτάκια, οι σακούλες, ολόκληρος ο καταιγισμός πλαστικού που εμφωλεύει στις ρίζες, στους θάμνους, στις κοίτες, στους τράφους;
Το μάτι δεν μπορεί να συνηθίσει – δεν το δέχεται, απορρίπτει το βδελυγματικό αυτό συνονθύλευμα της ανθρώπινης ανοησίας. Που; Στο χώρο αναψυχής, εκεί που αναζητάς την ηρεμία των αισθήσεων, εκεί που αναπνέεις, που ζεις, που θα τον κληροδοτήσεις στις επόμενες γενιές. Πόσους τέτοιους χώρους έχει η Νιγρίτα; Οι Καλογριές είναι αυτές που έρχονται πρώτα στο νου. Παρατημένος, απεριποίητος, σχεδόν ρημαγμένος ο τόπος που κάποιοι φρόντισαν να τον αναδείξουν πριν χρόνια με τις παρεμβάσεις τους, ώστε να δημιουργήσουν έναν τόπο απόλαυσης της φύσης.
Πλαστικούρες, σπασμένα τραπέζια και παγκάκια, στρώματα, παλιόρουχα αναρτημένα στα πουρνάρια, μπετόνια, ακόμα και παλιό σιδερένιο κρεββάτι να κείτεται διπλωμένο στο χώμα. Απομεινάρια από φυσιολατρικά πικ νικ, που οι φυσιολάτρες καταναλωτές τους δεν τα παράτησαν εκεί μπροστά, αλλά τα «τακτοποίησαν» στην πλαγιά, μέσα στα πουρνάρια, σαν τις παστροθοδώρες νοικοκυρές που επιμελώς κρύβουν το προϊόν του σκουπίσματος κάτω από το χαλί.
Αλλά ποιον αφορούν όλα αυτά; Ο ατομικισμός ζει και βασιλεύει. Υπέρτατη αρχή: ένα μέτρο από την αυλή μας, κι ας γίνει ό,τι θέλει. Πλήρης αδιαφορία για κάθε τι το δημόσιο, που δεν ανήκει αποκλειστικά στον εγωτικό εαυτούλη μας, που τυχαίνει να το μοιραζόμαστε με τους συνανθρώπους μας. Αφού δεν είναι δικό μας;
Ζαμανφουτισμός στο έπακρο. Τεμπελιά; Μαγκιά; Επίδειξη υπεροχής, ανωτερότητας του ανθρώπινου είδους μέσα στο ζωικό βασίλειο; Ο άνθρωπος, το μεγαλύτερο και πιο επικίνδυνο θεριό της πλάσης, το μόνο ον που μπόρεσε να φτάσει σε τόσα ύψη, αλλά και να βυθιστεί σε τόση λάσπη.
Εντάξει, εντάξει. Φταίει ο Δήμος που δεν στέλνει τους καθαριστές να ξεβρωμίσουν τις βρωμιές μας. Άλλο ένα στοιχείο ενδεικτικό της απίθανης νεοελληνικής νοοτροπίας: η μετάθεση των ευθυνών. Ποτέ δε φταίμε εμείς, πάντα κάποιος άλλος γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος και φορτώνεται τις αμαρτίες μας. Κι εμείς ανέμελοι και ήσυχοι, δίχως τύψεις, συνεχίζουμε το θεάρεστο έργο μας. Φταίει ο Δήμος. Μα ο Δήμος είμαστε εμείς και δε μας βλέπω για «Δανία του Νότου». Μάλλον για Ιορδανία μάς κόβω...

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (27 11 2009)




Πώς ορίζεται ένας πνευματικός άνθρωπος; Από τον πλούτο των γνώσεών του (όχι απαραίτητα και όχι μόνο γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου), από τις παρεμβάσεις του στα κοινά και στα προβλήματα των συμπολιτών του, από το έργο του και τη σημασία που αυτό έχει για τον τόπο του. Ένας τέτοιος άνθρωπος και επιστήμονας ήταν και ο Μανόλης Ανδρόνικος, στον οποίο αφιερώνεται το σημερινό προσκύνημα. Το όνομά του μπορεί να μη λέει και πολλά στους νεότερους, όμως η παρουσία του άνοιξε ένα μεγάλο παράθυρο στην Ιστορία της Μακεδονίας και έριξε γερό θεμέλιο στην πιστοποίηση της ελληνικότητας της περιοχής.
Ήταν 8 Νοεμβρίου του 1977, πριν 32 χρόνια, όταν ο αρχαιολόγος Μανόλης Ανδρόνικος, έμπαινε για πρώτη φορά μετά από 2.300 χρόνια σε έναν τάφο ασύλητο, σε έναν τάφο που έμελλε να αποτελέσει την σημαντικότερη ανακάλυψη στα νεότερα αρχαιολογικά ελληνικά χρονικά. Στον τάφο του Φιλίππου του Β’, του πατέρα του Μεγαλέξανδρου στη Βεργίνα, την οποία και ταυτίζει με τις Αιγές, την πρωτεύουσα του κράτους των Μακεδόνων.
Ο δρόμος για να φτάσει όμως σε αυτή την ανακάλυψη ήταν μακρύς και με πολλά εμπόδια. Η παρουσία το στη Βεργίνα ξεκινά στα 1938, σαν μαθητευόμενος και ενώ δεν ήταν καλά καλά ούτε 20 χρονών. Από τότε θα εντοπίσει τη Μεγάλη Τούμπα, το λοφίσκο δηλαδή που του «έλεγε» ότι κάτι σημαντικό έχει παραχωμένο. Το πάθος του και το όραμά του θα τον ξαναφέρουν σε αυτό το μέρος το 1951 σαν επιμελητή και το 1963 θα ανακαλύψει κάποιες επιτύμβιες στήλες που θα τον κάνουν να συμπεράνει ότι εκεί μεσουρανούσε κάποτε μια κοινωνία που τιμούσε τους νεκρούς της με πλούσια κτερίσματα.
Και θα φτάσουμε στο φθινόπωρο του 1977, όταν κάτω από την επίχωση της νοτιοδυτικής πλευράς του Τύμβου, αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια ενός υπέργειου οικοδομήματος , του Ηρώου, ενός συλημένου κιβωτιόσχημου τάφου , που συμβατικά ονομάζεται «Τάφος της Περσεφόνης» (από το θέμα των τοιχογραφιών που κοσμούν το εσωτερικό του) και ο ασύλητος Μακεδονικός τάφος που αργότερα αποδόθηκε στον πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Φίλιππο Β'. Την επόμενη χρονιά ένας ακόμα ασύλητος μακεδονικός τάφος, ο «Τάφος του Πρίγκηπα», σφράγισε το εντυπωσιακό μέρος της ανασκαφικής έρευνας στην Μεγάλη Τούμπα.
Ας ακούσουμε τον ίδιο να μιλάει για την είσοδό του στον τάφο και την ανακάλυψη της χρυσής λάρνακας με το δεκαεξάκτινο μακεδονικό αστέρι: «Η πρώτη, άμεση αντίδραση που δοκίμασα ήταν έντονη απογοήτευση. Η πόρτα παρουσιάζει μια τραχιά, χοντροδουλεμένη επιφάνεια. Οι τοίχοι δεν είχαν καμμία διακόσμηση. Ωστόσο η αντίδραση αυτή ξεπεράστηκε σχεδόν αμέσως, όταν το βλέμμα μου στράφηκε προς το δάπεδο του θαλάμου.. ...Ο ανασκαφέας αισθάνθηκε βαθύτατη συγκίνηση και δέος στη θέα ενός πλούσιου ταφικού θαλάμου που είχε μείνει ανέπαφος μέσα στους αιώνες... ...Το βλέμμα συγκεντρώθηκε στο πίσω μέρος του θαλάμου, ακριβώς κάτω από το άνοιγμα. Εδώ ήταν όλα τα αντικείμενα που δόθηκαν στο νεκρό για την μεταθανάτια ζωή του. Δεξιά, το ένα δίπλα στο άλλο μπρούντζινα και σιδερένια σκεύη και όπλα. Τα μπρούτζινα είχαν πάρει ένα ωραίο δυνατό πράσινο χρώμα από την οξείδωση. Τα σιδερένια είχαν μαυρίσει. Αριστερά, δίπλα στον βόρειο τοίχο, έλαμπαν τα ασημένια αγγεία. Στη μέση του πίσω τοίχου, κάθετα κάτω από το άνοιγμά μας, το τετράγωνο κάλυμμα μιας μαρμάρινης σαρκοφάγου. Μπροστά της και δίπλα της, απλωμένα μαυριδερά τα λείψανα σαπισμένων και διαλυμένων ξύλων. Ανάμεσά τους άσπριζαν κάποια μικρά κομμάτια, άστραφταν φύλλα χρυσού σ' όλη την έκταση. Πιο πέρα μαυροκόκκινος διακρινόταν ένας οξειδωμένος θώρακας...Ξεπερνώντας τις αναπόφευκτες δυσκολίες που μας δημιουργούσαν τα σκορπισμένα στο δάπεδο οργανικά υλικά, κατορθώσαμε να σηκώσουμε το κάλυμμα. Και τότε είδαμε κάτι που ήταν αδύνατο να φανταστώ, γιατί ποτέ ως τότε δεν είχε βρεθεί τέτοιο οστεοδόχο σκεύος: μια ολόχρυση λάρνακα με ένα επιβλητικό αστέρι στο κάλυμμά της. Την βγάλαμε από την σαρκοφάγο, την αποθέσαμε στο δάπεδο και την ανοίξαμε. Τα μάτια όλων άνοιξαν διάπλατα και η αναπνοή μας είχε κοπεί: ολοκάθαρα τα καμένα οστά, τοποθετημένα σ' ένα προσεχτικά σχηματισμένο σωρό, κρατώντας ακόμα το χρώμα από την πορφύρα που κάποτε τα τύλιξε. Και στη γωνιά ένα βαρύτιμο χρυσό στεφάνι πιεσμένο τα κάλυπτε. Κλείσαμε την πολύτιμη λάρνακα, την καλύψαμε προσεχτικά και την αποθέσαμε στην εσωτερική γωνιά του θαλάμου...Επιστρέψαμε στον τάφο. Συσκευάσαμε με άκρα προσοχή την λάρνακα, τη βγάλαμε από τον τάφο, χωρίς κανείς να αντιληφθεί την σημασία του κιβωτίου, και μαζί με τον τεχνίτη Δημήτρη Μαθιό απομακρυνθήκαμε από τον χώρο της ανασκαφής με το αυτοκίνητό μου. Με την ακολουθία του αυτοκινήτου της αρχαιολογικής υπηρεσίας ξεκίνησα για τη Θεσσαλονίκη. Ο Μαθιός κρατούσε στα επιδέξια χέρια του το κιβώτιο. Τρέχαμε αμίλητοι. Είχαμε ειδοποιήσει να μας περιμένουν στο Μουσείο της Θεσσαλονίκης. Όταν φτάσαμε, προχωρήσαμε στην ασφαλισμένη αποθήκη, ανοίξαμε το κιβώτιο και αποκαλύψαμε τον θησαυρό που προσκομίσαμε στα εκστατικά μάτια των συναδέλφων που είχαν φτάσει στο μεταξύ εκεί. Εκείνο το βράδυ στάθηκε αδύνατο να κοιμηθώ. Ήταν η πιο απίστευτη ώρα της ζωής μου...».
Και πώς να μην είναι; Υπάρχει τελειότερη στιγμή για έναν άνθρωπο παρά όταν βρεθεί αγκαλιά με αυτό που κυνηγά τόσα χρόνια, με το επιστημονικό και ατομικό του όνειρο, με την επιβεβαίωση των κόπων του σε πείσμα των καιρών, σε πείσμα των ανύπαρκτων κονδυλίων, σε πείσμα των ανύπαρκτων αρχών της ψωροκώσταινας, σε πείσμα των συναδέλφων που αμφισβήτησαν τα ευρήματα; Και ευτυχώς για μας, εκείνη η ώρα ήταν και μια από τις πιο σημαντικές για τον τόπο, για την Μακεδονία, για την Ελλάδα. Στη Βεργίνα βρέθηκαν εκτός των άλλων και επιτύμβιες στήλες, όπου αναγράφονται 75 ονόματα, όπως Αλκέτας, Άλκιμος, Αντίγονος, Βερενίκη, Δρύκαλος, Εύξεινος, Θεόκριτος, Θεόδωρος, Ηρακλείδης, Κλεαγόρας, Λέανδρος, Λυσανίας, Μένανδρος, Νικόστρατος, Ξενοκράτης, Πευκόλαος, Πρόξενος, Πιερίων, Φίλιστος, Φιλώτας. Μακεδονικά, ελληνικά ονόματα που κλείνουν τα στόματα όλων των σφετεριστών της Ιστορίας μας.
Και η μακεδονική γη συνεχίζει να γεννάει ευρήματα σε εκείνον τον τόπο που ευλόγησε ο Ανδρόνικος με τη σκαπάνη του (χρυσό στεφάνι του 2008 που αποδόθηκε στον Ηρακλή, έναν από τους δύο δολοφονηθέντες γιους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και ασημένιο αγγείο του 2009 με οστά μέσω των οποίων ερευνάται η ταυτότητα). Η μαθήτρια (και διάδοχος) του Ανδρόνικου, Χ. Παλιαδέλη δήλωνε στα «Νέα» στις 9 Νοεμβρίου: «Περιμένω τα αποτελέσματα της αξονικής τομογραφίας των οστών από το τελευταίο εύρημα. Αν διαπιστωθεί πως ανήκουν σε γυναίκα, τότε μάλλον είναι μίας από τις συζύγους του Μεγάλου Αλεξάνδρου- μητέρας των δολοφονημένων γιων του».
Προσκύνημα μνήμης στον Μανόλη Ανδρόνικο. Όχι μόνο έναν επιστήμονα με αξεπέραστο έργο, αλλά και έναν πνευματικό άνθρωπο με καίριες και συνεπείς παρεμβάσεις στον τύπο της εποχής και με ζηλευτό δοκιμιακό λόγο. Έναν αρχαιολόγο που γεννήθηκε στην Προύσα το 1919 και έζησε και πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 1992. Σημαδιακό; Μόλις τότε ξεκινούσε και το πιο αδίστακτο μέρος της σκοπιανής προπαγάνδας.

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΡΑΤΣΑΣ (20 11 2009)

«H αρχαία ψυχή ζει μέσα μας
αθέλητα κρυμμένη»
Κωστής Παλαμάς

Δείγμα αλάνθαστο ότι ο άνθρωπος μεγαλώνει είναι και η εξισορρόπηση που επέρχεται κάποια στιγμή ανάμεσα στις μορφές των κοινωνικών εκδηλώσεων που καλείται να παρίσταται: οι κηδείες σιγά σιγά αρχίζουν να πλησιάζουν επικίνδυνα τον αριθμό από τους γάμους και τα βαφτίσια μαζί. Από τα παιδικά χρόνια σπάνια θυμάσαι κηδείες, ενώ τα υπόλοιπα χαρμόσυνα μυστήρια αφθονούσαν. Όσο κυλάει ο καιρός συνειδητοποιείς καλύτερα αυτό το πέρασμα, ωριμάζοντας και αξιολογώντας τις χαρές και τις λύπες της ζωής.
Σε τέτοιες κοινωνικές εκδηλώσεις, σε αυτά τα θρησκευτικά μυστήρια που πέρα από το θρησκευτικό περιεχόμενο είναι συρραμμένα στο πετσί του Έλληνα ανεξάρτητα από το πόσο ο καθένας πιστεύει, οι περισσότεροι που παραβρίσκονται καταβάλλουν φιλότιμες προσπάθειες να μετάσχουν στο μυστήριο, να νιώσουν την τελετή, να συμπαρασταθούν. Άλλοι δεν περνάνε το κατώφλι του Ναού, ξεροσταλιάζουν στο προαύλιο φουμάροντας ή συζητώντας μέχρι να έρθει η ώρα να χαιρετήσουν. Και υπάρχουν και μερικοί που σχολιάζουν ασύστολα. Εγώ σε τέτοιες περιπτώσεις κάνω κάτι άλλο: αναζητώ τη ράτσα.
Στις χαρές ή τις λύπες του ανθρώπου συμβαίνει να συγκεντρώνεται το γενεαλογικό δέντρο του. Συγγενείς κοντινοί, που έπαιξαν το δικό τους ρόλο ο καθένας και όλοι μαζί στη διαμόρφωσή σου και συνεχίζουν να βρίσκονται στο πλάι ή έχει μείνει η ανάμνηση από γιορτές και καλοκαίρια του παρελθόντος. Αυτούς τους ξέρεις∙ και η αναζήτηση της ράτσας δεν έχει ουσία. Αυτοί που κινούν περισσότερο το ενδιαφέρον είναι οι κάπως πιο απομακρυσμένοι, που τους γνωρίζεις ελάχιστα ή και καθόλου. Το ίδιο ισχύει και για τους φίλους των μεγαλύτερων σε ηλικία συγγενών, που μπορεί να ανήκουν στην ίδια ράτσα.
Έγραφε ο Γιώργος Ιωάννου: «Κι όμως πόση συγκίνηση έχει να κοιτάζεις ή να συζητάς στα καφενεία και να διαισθάνεσαι τη δική σου ή μια άλλη πανάρχαια ράτσα. Ακούς εκείνες τις φωνές με τη ζεστή προφορά και σού ‘ρχεται ν’ αγκαλιάσεις. Ονόματα από σβησμένους τάχα λαούς και χώρες δειλιάζουν μέσα στο νου∙ μεθώ μονάχα και που τα λέω από μέσα μου, καθώς ολοένα βεβαιώνομαι. Χαίρομαι να κοιτάζω τις αδρές και τίμιες φυσιογνωμίες τους, κι ανατριχιάζω βαθιά, όταν σκέφτομαι πως αυτός που μου μιλά είναι δικός μου άνθρωπος, της φυλής μου. Κάτι σα ζεστό κύμα με σκεπάζει ξαφνικά, θαρρείς και γύρισα επιτέλους στην πατρίδα. Δεν έχει σημασία που δε γνώρισα ποτέ αυτή την πατρίδα ή που δε γεννήθηκα καν εκεί. Το αίμα μου από κει μονάχα τραβάει∙ εκτός κι αν είναι αληθινό πως ο άνθρωπος αποτελείται απ’ αυτά που τρώει και πίνει, οπότε πράγματι είμαι από δω. Και πώς εξηγείται τότε όλη αυτή η λαχτάρα;» (Μες τους προσφυγικούς συνοικισμούς, 1964).
Προσπαθώ να κοιτάξω τα πρόσωπα, να αναγνωρίσω ομοιότητες και κοινά στοιχεία επιβεβαιωτικά της ράτσας. Ιδίως όταν κάποιες οικογένειες της φυλής ρίζωσαν μέσα σε έναν ξένο τόπο και περιστοιχίζονται από πλειονότητες άλλων φυλών. Τότε προσπαθώ να νιώσω το αίμα, να συγκρατήσω την ομορφιά και την ασκήμια, τις λεπτομέρειες που σχηματίζουν το ένα ή το άλλο, να μαντέψω τους δεσμούς. Αυτούς τους δεσμούς που άντεξαν αιώνες και φτάσαμε μέχρι σήμερα να μπορούμε να λέμε Πόντιος ή Μικρασιάτης, Βλάχος ή Σαρακατσάνος, Ηπειρώτης ή Θρακιώτης, χωρίς καμιά εθνικιστική ή ρατσιστική προσέγγιση, κι ας μιλάμε για ράτσα.
Παρατηρώ τις υπερχιλιόχρονες μορφές αποτυπωμένες στα σημερινά πρόσωπα, τις συνήθειες, τη «σκευή» τους και αναπαρίσταται μέσα μου ένας κόσμος σχεδόν σβησμένος. Οι άνθρωποι αυτοί τοποθετούνται νοερά στο ιστορικό τους πλαίσιο, στις παραδοσιακές τους εργασίες, στη φύση της πατρογονικής κοιτίδας, στο δέσιμο της φυλής, όταν ακόμα οι επιμιξίες δεν επιτρέπονταν. Ένας κόσμος, που όπως όλα τα πλάσματα της φαντασίας είναι ιδανικός, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετικός με τις αγκυλώσεις, τα συμπλέγματα και τις δυσκολίες της εποχής.
Καμιά φορά, παίρνω το θάρρος και ρωτάω. Ανακατεύομαι με τις μνήμες αυτών που φέρνουν το παρελθόν στο παρόν και ψάχνω στοιχεία για τη ράτσα γενικά, αλλά και για την οικογένεια ειδικότερα. Από που ήρθαμε, πώς και πότε, πώς στεριώσαμε, τι φυσιογνωμίες ήταν οι πρόγονοι που δεν πρόλαβα, ζητώ να μάθω, να ζωντανέψω με το νου επεισόδια από τη ζωή τους, τη δράση τους, τις αντιλήψεις τους, τα κουσούρια τους. Κι έτσι, πολλές φορές αντιχτυπάει στα μηλίγγια μου μια πηγαία περηφάνια, αθέλητη και απροσχεδίαστη, μα τόσο δυνατή, σα να είναι η ίδια ένας λόγος ύπαρξης. Άλλοτε πάλι, απομένω με τους συλλογισμούς και τα ερωτήματα.
Κι αυτή η λαχτάρα για τις ρίζες, που ξυπνάει κάθε φορά που συναντώ έναν δικό μου που έχω καιρό να δω, χαμηλώνει όταν αρχίσει η καθημερινότητα με τις υποχρεώσεις της συγκαιρινής ζωής. Και ενώ αναζωπυρώνει με κάθε ευκαιρία και η εσωτερική παρόρμηση με κάνει να υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι θα συνεχίσω αυτή την αναζήτηση, θα επισκεφτώ αυτούς τους ανθρώπους – θεματοφύλακες της συνέχειας και του πολιτισμού της φυλής πριν να είναι αργά, η μία αναβολή ακολουθεί την άλλη. Κι έτσι η ανακάλυψη αυτού του πατρογονικού κόσμου αφήνεται μοιραία στην περιστασιακή ανάγνωση κανενός βιβλίου ή στην επόμενη σύναξη σε κάποια εκκλησιαστική τελετή.
Σήμερα βέβαια, υπάρχουν πολλοί πεπολιτισμένοι καλοθελητές που θα βιαστούν να χαρακτηρίσουν όποιον ασχολείται με την παράδοση ή την ιστορία της ράτσας οπισθοδρομικό. Ο Ιωάννου, ήδη από το 1964, έχει έτοιμη την απάντηση: «Εγώ όμως από τώρα είμαι βαριά παραπονεμένος. Μέσα στους ξένους και στα ξένα πράγματα ζω διαρκώς∙ στα έτοιμα και στα ενοικιασμένα. Συγκατοικώ με ανθρώπους που αδιαφορούν τελείως για μένα, κι εγώ γι’ αυτούς. Ούτε μικροδιαφορές δεν υπάρχουν καν μεταξύ μας. Ο ένας αποφεύγει τον άλλο, όσο μπορεί. Μα κι αν τύχει να σου μιλήσουνε, κρύβουν συνήθως τα πραγματικά τους στοιχεία σα νά’ ναι τίποτε κακοποιοί. Το ιδανικό, η τελευταία λέξη του πολιτισμού, είναι, λέει, να μη ξέρεις ούτε στη φάτσα το γείτονά σου. Πονηρά πράγματα βέβαια∙ προφάσεις πολιτισμού, για να διευκολύνονται οι αταξίες. Γι’ αυτό ζηλεύω αυτούς που βρίσκονται στον τόπο τους, στα χωράφια τους, στους συγγενείς τους, στα πατρογονικά τους. Τουλάχιστο, ας ήμουν σ’ ένα προσφυγικό συνοικισμό με ανθρώπους της ράτσας μου τριγύρω».

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

ΑΠΟΔΕΛΤΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ (Μέρος Α’)(06 11 2009)

Ο πιο καλός τρόπος για να προσεγγίσεις την Ιστορία, για να την αγαπήσεις, είναι να μπορείς με βιωματικό τρόπο να γνωρίσεις πράγματα για τον τόπο σου. Ξεκινώντας από τα κοντινά, απ’ αυτά που ανασαίνεις, θεμελιώνεις ένα υπόβαθρο για να χτίσεις πάνω του την όποια ιστορική γνώση. Με τα θαύματα της τεχνολογίας λοιπόν, μας δίνεται η δυνατότητα να ανασκαλίσουμε μερικά δημοσιεύματα του Τύπου του περασμένου αιώνα για την περιοχή της Βισαλτίας και τη Νιγρίτα. Θα αναγνωρίσουμε δικά μας πρόσωπα, γνωστά ονοματεπώνυμα και τοπωνύμια, θα αναπλάσουμε νοερά την πραγματικότητα αυτού του τόπου μιας άλλης εποχής, θα συγκρίνουμε με το σήμερα και – με έναν λόγο – θα «βιώσουμε» μέσα από αυτές τις γραμμές το παρελθόν μας.
Σήμερα, θα αναδιφήσουμε στην εφημερίδα «Μακεδονία», στο φύλλο της 11ης Ιουνίου του 1932. Μια εκδρομή στην πεδιάδα της Νιγρίτας 77 χρόνια πριν. Απολαύστε την.

http://www.nlg.gr/digitalnewspapers/ns/pdfwin.asp?c=124&dc=11&db=6&da=1932

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ: ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ (30 10 2009)







"Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ' αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.
Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους - ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ' άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να 'ναι.
Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ' όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που 'χαν λευκάνει απ' τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του '97 ή του '12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ' τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα - έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ' αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά,ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.
Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν' απαντούμε απ' τ' άλλο μέρος να' ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου», «οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ‘λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.
Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.»

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

ΕΠΙΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ (23 10 2009)

Οι τελάληδες των τηλεπαραθύρων μάς ανήγγειλαν προ μηνών ότι περνάμε πλέον μια οικονομική κρίση. Μεγάλες ασφαλιστικές εταιρείες και τράπεζες έβαλαν λουκέτο, golden boys and girls κλαψούριζαν μουσκεύοντας με τα δάκρυά τους τις παχυλές αποζημιώσεις τους και διάφορες άλλες επιχειρήσεις βρήκαν την ευκαιρία να απαλλαγούν από «πλεονάζον» προσωπικό φορτώνοντας τις απολύσεις και τις περικοπές στην κρίση.
Άλλοι λένε ότι η κρίση χτύπησε και μας, άλλοι λένε ότι ακόμα δεν έχει έρθει προς τα μέρη μας. Η καθημερινή τριβή με τον κόσμο δείχνει μια ανησυχία, αλλά δεν συμπεραίνει ακόμα κάτι τόσο δραματικό. Όμως, είτε η κρίση είναι εδώ, είτε είναι προ των πυλών, οφείλουμε να αναζητήσουμε ένα αποκούμπι για όσους τα βγάζουν ούτως ή άλλως δύσκολα πέρα, για όσους μετράνε ακόμα και το λεπτό του ευρώ.
Κρίσιμη στιγμή για την δημιουργία της σημερινής κατάστασης ήταν η μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ. Τότε ήταν που χάθηκαν οι ισορροπίες, όταν χωρίς την απαραίτητη κρατική επαγρύπνηση πέρασε στο υποσυνείδητο του Έλληνα ότι το κέρμα του ευρώ ταυτίζεται με το σιδερένιο κατοστάρικο. Κι αυτό γιατί το σύστημα της δραχμής δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στα κέρματα. Το σύστημα του ευρώ όμως, απαιτεί μια τέτοια σημασία, στην οποία δεν ήταν συνηθισμένος ο Έλληνας. Κι έτσι, βρήκαν οι επιτήδειοι την ευκαιρία να προσαρμόσουν τις τιμές τους σε αυτήν την αντιστοιχία, σε αυτήν την αυτόματη και λανθασμένη αντίληψη για την αξία των κερμάτων. Και οι τιμές πήραν την ανηφόρα και το δίευρο σήμερα το έχεις για ψιλά, ενώ τις περίπου 700 δραχμές αντίστοιχα τις υπολόγιζες. Ίσως θα έπρεπε να κυκλοφορήσουν χαρτονομίσματα του ενός και δύο ευρώ. Έτσι η προσαρμογή θα ήταν ευκολότερη και ανώδυνη, όμως οι Ευρωπαίοι εταίροι μας είχαν άλλη άποψη. Και φτάσαμε σήμερα να μιλάμε για συνανθρώπους μας που βρίσκονται – όπως λένε – «κάτω από το όριο της φτώχειας».
Και όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, η μεγάλη βοήθεια για αυτό το κομμάτι του πληθυσμού έρχεται από τις...πολυεθνικές εταιρείες. Πώς γίνεται αυτό; Με τις λεγόμενες «ιδιωτικές ετικέτες» που έχουν λανσάρει εδώ και λίγα χρόνια οι μεγάλες επιχειρήσεις στο χώρο των σούπερ μάρκετ. Είναι προφανές ότι σε ένα τέτοιο κατάστημα θα ξοδέψει το κάθε νοικοκυριό τα περισσότερα χρήματα προσπαθώντας να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Και οι έρευνες δείχνουν ότι ένα όλο και μεγαλύτερο ποσοστό αρχίζει σιγά σιγά να αίρει τις προκαταλήψεις και τις επιφυλάξεις του και να εμπιστεύεται προϊόντα όχι κάποιας γνωστής μάρκας, αλλά με ετικέτα του αντίστοιχου σούπερ μάρκετ που τα πουλάει.
Στην αρχή βέβαια ο κόσμος δεν τολμούσε να κάνει αυτή την επιλογή. Ιδίως ο καχύποπτος Έλληνας δε βασιζόταν να καταναλώσει ένα προϊόν που δεν ήταν επώνυμο, που δεν είχε περάσει μέσα από την «αγιοποιητική» λειτουργία της διαφήμισης, που είχε τόσο μεγάλη διαφορά στην τιμή από αυτά που συνήθιζε να αγοράζει. Και το θεωρούσε για όλα αυτά, κατώτερης ποιότητας. Οπωσδήποτε αυτό δεν είναι λάθος. Η εξευτελιστικά χαμηλή τιμή μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες (καθόλου διαφήμιση, φθηνά εργατικά χέρια στις χώρες παραγωγής, λιγότερα έξοδα στο δίκτυο μεταφοράς κλπ), αλλά δεν μπορείς να αποκλείσεις σε πολλές περιπτώσεις και την υποβάθμιση της ποιότητας. Και μια δοκιμή ήταν αρκετή για να το καταλάβεις.
Η ουσία είναι όμως, ότι ο οικονομικά βασανισμένος είναι πρόθυμος να κάνει και κάποια παραχώρηση στην ποιότητα των αγαθών που καταναλώνει, αν είναι να βάλει στην άκρη ένα αξιοσέβαστο ποσό που θα γλυτώσει από την αντίστοιχη αγορά που θα έκανε σε διάσημα προϊόντα. Δεν τον πειράζει πλέον να δεχτεί ότι τα τρόφιμα, τα ποτά και όλα όσα χρειάζεται ένα σπιτικό είναι λιγότερο εύγευστα ή αποτελεσματικά, αν καταφέρει να εξοικονομήσει 20-30 ευρώ από την εν λόγω αγορά. Και η αλήθεια είναι ότι τα προϊόντα με ιδιωτική ετικέτα έχουν πολλές φορές το 1/4 ή και το 1/5 της τιμής των άλλων προϊόντων. Ο μόνος φόβος ήταν να μην είναι αυτά τα αγαθά επικίνδυνα για την υγεία.
Πλέον όμως, με την πάροδο του χρόνου και τη σταδιακή δοκιμή, απομακρύνθηκε κάθε είδους αμφιβολία. Και στο κάτω κάτω, δεν είναι δυνατό η κάθε εταιρεία σούπερ μάρκετ να διαθέτει δικό της εργοστάσιο που να παράγει π.χ. απορρυπαντικά, άλλο εργοστάσιο που να εμφιαλώνει γάλα, αναψυκτικά, κρασιά, να συσκευάζει όσπρια, καφέ και κάθε ετερόκλητο αγαθό. Άρα, υπάρχει συνεργασία με τις ίδιες τις εταιρείες που παράγουν τα γνωστά, επώνυμα αντίστοιχα προϊόντα και αλλάζουν μόνο τη φίρμα στη συσκευασία και ίσως υποβαθμίζουν ελαφρώς και την ποιότητα. Οπότε, και οι κανόνες ελέγχου της αξιοπιστίας του προϊόντος είναι οι ίδιοι, και ίσως και πιο αυστηροί για αυτά τα προϊόντα, καθώς είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ψάξουν να βρουν ψεγάδι και να τα κατηγορήσουν (ή να αλληλοκατηγορηθούν μέσα στον ανταγωνισμό) λόγω της αύξησης του μεριδίου που έχουν στην αγορά.
Η παγκοσμιοποίηση είναι αυτή που άνοιξε το δρόμο στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο των σούπερ μάρκετ να μπουν στην τοπική κοινωνία κάθε χώρας και να διεκδικήσουν μέσα στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς την επιβίωση και το κέρδος τους. Κι αυτές οι πολυεθνικές είναι οι πρώτες που εφάρμοσαν αυτήν την τακτική με τα δικά τους προϊόντα. Όμως, και οι ελληνικές αντίστοιχες επιχειρήσεις, που είδαν τα δικά τους έσοδα να μειώνονται, προέβησαν αμέσως σε συγχωνεύσεις, σε συνομοσπονδίες και πλάσαραν κι αυτές προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, έτσι ώστε να μην εξαφανιστούν από το προσκήνιο.
Κατά συνέπεια, τα μίνι μάρκετ της γειτονιάς, τα μπακάλικα, είναι αυτά που θίγονται ιδιαίτερα από αυτές τις εξελίξεις, αναγκάζονται όμως να αναπροσαρμόσουν τη λειτουργία τους καλύπτοντας άλλες ανάγκες των ανθρώπων. Έτσι, μπορεί πλέον λίγοι να επιλέγουν το μαγαζάκι της γωνίας για να γεμίσουν το καρότσι τους, αλλά θα στραφούν σε αυτό τις ώρες που η αγορά είναι κλειστή και θα χρειαστούν δυο τρία πράγματα της στιγμής. Για αυτό και αυτά τα μαγαζιά, που είναι ως επί το πλείστον οικογενειακές επιχειρήσεις, πρέπει να μένουν ανοιχτά ως αργά τη νύχτα και να λειτουργούν ακόμα και τις Κυριακές.
Θέλουμε, λοιπόν, να είμαστε όσο γίνεται τοπικιστές. Τα λεφτά μας να πηγαίνουν στις τσέπες των συμπολιτών μας και όχι στους λογαριασμούς μεγιστάνων της πρωτεύουσας ή του εξωτερικού. Θέλουμε η απόδειξη να λέει ΔΟΥ Νιγρίτας και όχι Πειραιώς ή Αθηνών. Δεν θέλουμε όμως από την άλλη να στηρίξουμε και τους συμπολίτες μας που βρίσκουν δεκάδες θέσεις εργασίας στα εν λόγω πολυκαταστήματα; Γιατί κι αυτό είναι όφελος για την τοπική κοινωνία. Και προ πάντων θέλουμε να στηρίξουμε και τη δική μας τσέπη. Και δε μιλάμε για αυτούς που έτσι κι αλλιώς δεν θα τους κάνει καμία διαφορά η εξοικονόμηση 20 ή 30 ευρώ. Μιλάμε για αυτούς που αυτό το ποσό είναι τόσο σημαντικό όσο ήταν και το δεκαχίλιαρο πριν την ισοπεδωτική έλευση του ευρώ.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Η ΜΑΥΡΗ ΟΨΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΟΛΑΓΝΕΙΑΣ (16 10 2009)


Για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια, φίλοι μου στέλνουν στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μήνυμα - έκκληση για παιδάκι που έχει εξαφανιστεί. Για πολλοστή φορά, η φωτογραφία ενός παιδιού με τα χαρακτηριστικά του και τα στοιχεία του γεμίζει την οθόνη του υπολογιστή, με την παράκληση να προωθηθεί το μήνυμα σε κάθε δυνατό παραλήπτη, μια παράκληση – ικεσία στο θεό της τεχνολογίας, ως έσχατη (ίσως και πρωταρχική) ελπίδα εντοπισμού. Και καλούνται οι παροικούντες το διαδίκτυο να απλώσουν τον ιστό, σε μια συλλογική προσπάθεια οργανωμένης κοινότητας προς βοήθεια του συνανθρώπου.
Αυτή η «πολλοστή» φορά τριβελλίζει το μυαλό και γεννάει ερωτήματα. Ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου, αυτού του κόσμου, αλλά και για το πώς φτάσαμε ως εδώ.
Δεν ξέρω αν είναι εφικτό να γυρίσουμε τη σκέψη μας μερικές δεκαετίες πίσω. Οι πιο παλιοί μπορούν να ανασύρουν ασπρόμαυρες μνήμες από το ’60 και το ’70, ενώ οι νεότεροι από τη δεκαετία του ’80. Μέχρι εκεί. Στα τέλη αυτής της δεκαετίας αρχίζουν να πραγματώνονται αλλαγές στην ελλαδική κοινωνία, αλλαγές που ως τότε φάνταζαν μακρινές και θεωρούσαμε πως ανήκαν μόνο στις προηγμένες κοινωνίες της Δύσης. Και, δόξα τω Θεώ, ο κινηματογράφος και τα ΜΜΕ είχαν φροντίσει να μας δώσουν μια καλή εικόνα των χαρακτηριστικών των εν λόγω κοινωνιών.
Βασικό χαρακτηριστικό οι απρόσωπες σχέσεις. Οι άνθρωποι των μεγαλουπόλεων της Εσπερίας συμβιώνουν στον - πολεοδομικώς και εργασιακώς - περιορισμένο και πιεσμένο χωροχρόνο τους, δίχως να γνωρίζουν ουσιαστικά ο ένας τον άλλον, ο γείτονας το γείτονα, ο διπλανός το διπλανό. Ο ατομικισμός υπερισχύει του συλλογικού τρόπου σκέψης και δράσης, η ιδιοτέλεια σκεπάζει κάθε ηθική αρχή και κάθε κώδικα αξιών που αρμόζει σε αυτό που ορίζουμε ως ανθρώπινη κοινωνία και αυτάρεσκα θέλουμε να λέμε ότι ξεχωρίζει από τις αγέλες ή τα κοπάδια.
Άλλο χαρακτηριστικό, απότοκο του προηγούμενου: συνάνθρωποι παρατημένοι, ξεφτίδια της ζωής, να μοιράζουν τη μέρα τους ανάμεσα στη ζητιανιά και τα συσσίτια των φιλανθρωπικών οργανώσεων και τη νύχτα τους ανάμεσα σε παγκάκια και πεζοδρόμια. Άνθρωποι που μπορεί να είχαν μια φυσιολογική ζωή και κάποια στιγμή τους ξέρασε το σύστημα και βρέθηκαν από το ζενίθ στο ναδίρ. Άνθρωποι – ποντίκια, λεροί, κάτω από γέφυρες, μέσα σε χαρτόκουτα, στο περιθώριο της καθημερινότητας των πολλών, στο κατώφλι της κοσμοπολίτικης ζωής και των αναμμένων φώτων της πόλης.
Τρίτο χαρακτηριστικό, εξίσου συνδεόμενο με τις ανθρώπινες σχέσεις, κυρίως τις ενδοοικογενειακές: οι εικόνες παιδιών, μαθητών δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα οποία οπλοφορώντας σκορπίζουν το θάνατο στο σχολικό τους περιβάλλον, στοχοποιώντας στα πρόσωπα καθηγητών και συμμαθητών όλους όσοι αδιαφόρησαν για αυτά, τα πλήγωσαν, τα υποτίμησαν, τα απέρριψαν. Συνακόλουθα, βλέπουμε ληστές, εμπόρους ναρκωτικών και λευκής σαρκός, απαγωγείς και γενικά, κάθε φαινόμενο κοινωνικής παθογένειας.
Αδιάψευστο τεκμήριο για όλα αυτά ο κινηματογράφος της εποχής, μέσα από τις παραγωγές του οποίου πέρασαν και σε μας αυτές οι εικόνες εκσυγχρονισμού και προόδου. Και αν κάτσουμε να το αναλύσουμε ακόμα περισσότερο, θα δούμε κι άλλα θάματα σε πολλούς τομείς: στη νοοτροπία του εύκολου και άκοπου πλουτισμού (βλέπε ριάλιτι τηλεπαιχνίδια), στον τρόπο ζωής και ψυχαγωγίας κλπ.
Όλα αυτά στις δυτικές κοινωνίες μέχρι και τη δεκαετία του ’80. Και αν ρίξουμε μια ματιά στην ελλαδική κοινωνία του σήμερα, τι βλέπουμε; Βλέπουμε την ίδια κατάσταση στις σχέσεις των κατοίκων των μεγαλουπόλεων. Συμβαίνει να μη γνωρίζουν οι άνθρωποι ποιος κάθεται δυο ορόφους κάτω από το διαμέρισμά τους. Να συναντιούνται στο ασανσέρ και να μη χαιρετιούνται. Να μη γνωρίζουν αν είναι ένοικος της πολυκατοικίας ή ξένος. Και ας μη μιλήσουμε για τις διπλανές πολυκατοικίες.
Φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε δεδομένους στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη τους άστεγους! Κλοσάρ στη Θεσσαλονίκη! Άνθρωποι στα παγκάκια, στα πάρκα, τυλιγμένοι στα νάυλον, αφημένοι στη μοίρα τους. Και λίγοι, ως ελάχιστοι αυτοί που ενδιαφέρονται. Φτάσαμε να το θεωρούμε φυσιολογικό και απλά το προσπερνάμε, μην μας αγγίξει η δυστυχία τους. Σηκώνουμε το γιακά, κλεινόμαστε ολοένα στον εαυτό μας, στους λίγους δικούς μας, κλείνουμε τα αυτιά και τα μάτια στη συμφορά του άλλου, να ξορκίσουμε το κακό, να το αποκλείσουμε από το σπίτι μας.
Και πριν λίγο καιρό, έκανε και την εμφάνιση του το πρώτο, υποτυπώδες κρούσμα οπλοφορίας μαθητή. Ο εκδυτικισμός στα πρότυπα του εκσυγχρονισμού σιγά σιγά ολοκληρώνεται. Κι από την άλλη, οι απαγωγές παιδιών αυξάνονται. Οι γονείς δεν τολμάν πλέον να αφήσουν τα παιδιά από τα μάτια τους ούτε καν στη Νιγρίτα, όχι στις πρωτεύουσες. Υπαρκτή ήταν η φήμη πέρσι για μαύρο ύποπτο αυτοκίνητο που γυρνούσε στην περιοχή, για δήθεν πλασιέ εγκυκλοπαιδειών κλπ. Ακόμα και τα πιο απλά πράγματα γίνονται επικίνδυνα, στη σκέψη ότι κάποιος μπορεί να παραμονεύει να αρπάξει το παιδί. Με αποτέλεσμα να αυξάνονται πολύ τα μέτρα προστασίας και να πέφτουμε στην άλλη παγίδα, στον κίνδυνο να γίνουν τα παιδιά αγοραφοβικά, ανίκανα να εμπιστευθούν άνθρωπο, να ανοιχτούν σε φιλίες, στην ομαλή κοινωνικοποίηση.
Η αλήθεια όμως, είναι ότι πλέον ζούμε σε έναν κόσμο αγριεμένο, γεμάτο θυμό και ατομικισμό στα όρια της μισανθρωπίας, γι’ αυτό και επικίνδυνο. Συνεπώς, οι άμεσοι κοινωνικοποιητές (γονείς, σχολείο) παλαντζάρουν επικίνδυνα ανάμεσα στην εξοικείωση του παιδιού με την πραγματική, άθλια εικόνα του πραγματικού κόσμου και την ιδεατή εικόνα ενός κόσμου αξιών, ηθικής και ανθρωπισμού, που είναι απαραίτητη όμως στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού. Πώς να συμβουλεύσεις ένα παιδί να βοηθάει το συνάνθρωπο, όταν ξέρεις ότι ο εκάστοτε συνάνθρωπος μπορεί να είναι ο λύκος στα σκεπάσματα της γιαγιάς;
Ζούμε σε έναν κόσμο θυμωμένο. Σε έναν κόσμο βγαλμένο από τις χολυγουντιανές υπερπαραγωγές προπαγάνδας. Τα πρότυπα της δυτικόφερτης παθογένειας έγιναν πλέον υπαρκτή πραγματικότητα στην Ελλάδα και θα περάσουν με τη σειρά τους μέσα σε μια δεκαετία (αν δεν έχουν ήδη περάσει) και στις χώρες του πρώην σιδηρού παραπετάσματος, που διψάνε κι αυτές με τη σειρά τους για εκσυγχρονισμό και βαδίζουν στα χνάρια μας. Τα βλέπαμε στα σινεμά, στις εφημερίδες και τις ειδήσεις και δεν τα πιστεύαμε. Και τώρα τα λουζόμαστε. Και γουρλώναμε τα μάτια απορημένοι, όταν, φοιτητές, πρωτακούγαμε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 από τα χείλη «προοδευτικών» καθηγητών μας τις λέξεις «πολυπολιτισμός» και «παγκοσμιοποίηση»...

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ (09 10 2009)

Αναμφισβήτητο γεγονός τα τελευταία χρόνια είναι η καταιγιστική πρόοδος στο χώρο της τεχνολογίας. Μπιχλιμπίδια κάθε λογής υπόσχονται να καλυτερέψουν τη ζωή μας, ομορφαίνοντας ή διευκολύνοντας την καθημερινότητα μας. Πέρα από αυτό όμως, η τεχνολογία έχει ανοίξει διάπλατα το δρόμο στην επιστήμη, καθώς της παρέχει απλόχερα τα εργαλεία για να διαλύονται λίγο λίγο τα σκοτάδια της άγνοιας.
Έτσι, φτάσαμε στο σήμερα, όπου η επιστήμη, με τη συνδρομή της τεχνολογίας, έχει διευρύνει τη γνώση σε τέτοιο σημείο, ώστε να δημιουργούνται συνεχώς καινούργια παρακλάδια σε κάθε τομέα, η εξειδίκευση να έχει γίνει αναγκαία, καθώς η ποσότητα της γνώσης (αν μετριέται έτσι) δε μπορεί να χωρέσει στο αντικείμενο μιας μονοδιάστατης επιστήμης.
Σαν χιλιάδες καλώδια, οι ειδικότητες διαχωρίζονται από τη μητέρα επιστήμη, αλλά συνδέονται μεταξύ τους αδιάσπαστα, ώστε να αλληλοσυμπληρώνονται. Νομοτελειακά όμως, το πεδίο έρευνας και δράσης της κάθε ειδικότητας περιορίζεται σταδιακά όλο και περισσότερο, βαθαίνοντας αντίστοιχα και την εξειδικευμένη γνώση. Έτσι, οι επιστήμονες του 21ου αιώνα μάς παρουσιάζουν τακτικά τα πορίσματα των ερευνών και των πειραμάτων τους.
Το θέμα ωστόσο, που δημιουργείται, είναι ότι τα αποτελέσματα των κόπων τους πολλές φορές έρχονται σε αντίφαση με τα αποτελέσματα άλλων συναδέλφων τους, που κατά καιρούς ασχολήθηκαν με το ίδιο αντικείμενο. Και δε μιλάμε εδώ για φιλοσοφικές αναζητήσεις, όπου η αναζήτηση της αλήθειας αφήνεται στη δεκτικότητα του καθενός. Μιλάμε για επιστημονικά τεκμηριωμένα πορίσματα, που πρέπει να βασίζονται στις αρχές του ορθού λόγου και να μπορούν να επαληθεύονται πειραματικά από τον οποιονδήποτε. Και – πολύ περισσότερο – μιλάμε για ζητήματα που αφορούν στην καθημερινότητα του ανθρώπου, στην υγεία του, στις συνήθειές του και εν γένει στην ίδια του τη ζωή.
Διαβάζουμε λοιπόν, στις εφημερίδες ή στα σχετικά περιοδικά ότι ένα ποτήρι μπύρα, λόγου χάρη, είναι βάλσαμο για την καλή νεφρική λειτουργία του οργανισμού, περιέχει την τάδε βιταμίνη και τη δείνα πολύτιμη ουσία και είναι απαραίτητο στο καθημερινό τραπέζι. Σε όσους αρέσει το ένα ποτήρι μπύρα, βρίσκουν και ένα επιστημονικό πάτημα για να βεβαιώσουν τη χρησιμότητα της απόλαυσης. Όσοι πάλι, δεν τους φτάνει μόνο ένα ποτήρι, έντεχνα προσπερνούν τον περιορισμό «μόνο ένα» και κρατάν μόνο τις ευεργετικές του ιδιότητες. Το λεν και οι επιστήμονες!
Και πριν καλά καλά προλάβουμε να κατεβάσουμε το ποτηράκι, να σου δεύτερο περιοδικό αντίστοιχων ενδιαφερόντων να μοστράρει φρέσκια έρευνα που λέει ότι ο ζύθος περιέχει κάποιες συγκεκριμένες ουσίες που προκαλούν σύγχυση στη λειτουργία του ήπατος και επιβαρύνουν τον άνθρωπο με περισσότερα κιλά. Και αυτή η έρευνα εξίσου καλά τεκμηριωμένη από ειδικούς επιστήμονες και με πλήθος στοιχείων, στατιστικών και πειραμάτων δεκαετιών.
Και αναρωτιέται ο εμβρόντητος αναγνώστης: μας δουλεύουν; Τι γίνεται; Ποιον να πιστέψεις; Κι αν έχουν και οι δυο δίκιο, ποια η στάση που πρέπει να κρατήσω; Και το παράδειγμα της μπύρας είναι ενδεικτικό μόνο, ίσως και ήσσονος σημασίας. Το ίδιο όμως συμβαίνει και όταν έχουμε να κάνουμε με σοβαρότερα πράγματα, όπως τα φάρμακα, που αφορούν όλους και δεν είναι παίξε γέλασε.
Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει για τις ευεργετικές ιδιότητες της ασπιρίνης; Πόσο καλό κάνει στην καρδιά και ωφέλιμο είναι να εφοδιάζουμε τον οργανισμό μας σε τακτά χρονικά διαστήματα. Κι από την άλλη, ακούμε ότι αυτά δεν ισχύουν, άλλες έρευνες έδειξαν άλλα αποτελέσματα και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Ή, το ακόμα πιο επίκαιρο εμβόλιο κατά της γρίπης των χοίρων. Το κράτος δεν το επιβάλλει και οι γιατροί είναι διχασμένοι, αν και οι πιο σώφρονες μάλλον αμφιβάλλουν για την αποτελεσματικότητά του. Και έρχεται πάλι ο έρμος ανυποψίαστος Έλληνας στο δίλημμα μπροστά στην απειλή της αρρώστιας και στον κίνδυνο του γιατρικού. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Και ο γκρεμός και το ρέμα να προέρχονται από επιστημονικές θέσεις κύρους.
Κατά πόσο λοιπόν, μπορούμε να θεωρήσουμε υπεύθυνους τους εν λόγω ερευνητές, που μπροστά στον πανικό ή τις αφόρητες πιέσεις των φαρμακοβιομηχανιών ανακατεύουν μαγικά φίλτρα και προσφέρουν φαρμάκι αντί για φάρμακο; Κατά πόσο μπορούμε να εμπιστευόμαστε τα πορίσματα, όταν είμαστε καχύποπτοι ότι είναι κατευθυνόμενα από αυτούς που αποκομίζουν κάθε φορά κέρδος: εταιρείες πολυεθνικές που κατακτούν κάθε τομέα του καταναλωτικού μας κόσμου: ποτά, τρόφιμα, φάρμακα, υλικά πάσης χρήσεως κλπ. Η υγεία, το δικαίωμα του πολίτη στην πληροφόρηση πάνε περίπατο μπροστά στα συμφέροντα και στο ταμάχι κάποιων για ολοένα και περισσότερο πλούτο – έστω και επί πτωμάτων.
Μέσα σε μια τέτοια κατάσταση, χάνουν και την εγκυρότητά τους και οι έρευνες που διεξήγαγαν άνθρωποι καθαροί, χωρίς δόλο, με γνώμονα τον ανθρωπισμό και την αγάπη για την επιστήμη τους. Μπαίνουν και αυτοί στο κλισιοσκόπιο και δεν έχουμε τα εργαλεία να κρίνουμε αν όντως πρέπει ή όχι να τους πιστεύουμε.
Για να μην είμαστε όμως απόλυτοι, θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας και την ίδια τη φύση του ανθρώπου. Μια φύση απρόβλεπτη, σχεδόν ανεξερεύνητη ως τις μύχιες πλευρές της. Ο άνθρωπος, μια πολυσύνθετη ύπαρξη, πολυδιάστατος, από ύλη, πνεύμα και ψυχή είναι το αιώνιο αίνιγμα, το μυστήριο που καθημερινά ξεδιπλώνεται και ποτέ δεν αποκαλύπτεται. Αυτή η απρόσιτη φύση του μπορεί να είναι που περιπλέκει τα πράγματα και οδηγεί τους επιστήμονες (ακόμα και τους αγνούς) σε αντικρουόμενα πορίσματα. Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και κάθε επιστημονική θεωρία μπορεί να έχει διαφορετική πρακτική εφαρμογή σε κάθε άνθρωπο.
Και ωσότου οι επιστήμονες γίνουν Θεοί και μπορέσουν να αποκρυπτογραφήσουν πλήρως τα δύσβατα μονοπάτια της ανθρώπινης ύπαρξης, ας συνεχίσουμε τη ζωή μας δίνοντας βαρύτητα στα λόγια, τα πορίσματα και τα πονήματα που έχουν περάσει πρώτα από την αλάνθαστη δοκιμασία: την κριτική τους από ανθρώπους που εκτιμάμε, σεβόμαστε, εμπιστευόμαστε και γνωρίζουμε ότι η γνώμη τους πηγάζει πρώτιστα από την αγάπη τους για τον άνθρωπο.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

ΟΝΕΙΡΑ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗΣ ΝΥΚΤΟΣ (02 10 2009)

«Oνειρεύομαι (πώς αλλιώς να επιζήσω;)
έναν χαρισματούχο πολιτικό
που να παλαίψει πεισμωμένα...»
Χρ. Γιανναράς, εφημερίδα Καθημερινή, 6-11-2005

Ονειρεύομαι έναν πολιτικό, που να μην προέρχεται από τα τρανά τζάκια και το μοναρχικό σύστημα κληρονομικής διαδοχής από πάππου προς πάππο στο κόμμα. Που να έχει βγει από την πραγματική ζωή και να έχει αντιπαλαίψει κακουχίες και δυσκολίες στην ανατροφή του και την ανέλιξή του. Που να μην στάλθηκε εσώκλειστος σε κολλέγια του εξωτερικού με τα λεφτά του μπαμπά, προγραμματισμένος να αναλάβει τα καθήκοντα περιωπής στη θέση του, όταν έρθει η ώρα. Που να έχει δουλέψει, να έχει δοκιμάσει και να έχει αποτύχει, έτσι ώστε να μάθει από τα λάθη του και να αποκτήσει την εμπειρία της σκληρής πραγματικότητας.
Ονειρεύομαι έναν πολιτικό, που να έχει ζυμωθεί μέσα στον απλό λαό, μέσα στις απαιτήσεις του μόχθου, έναν ξωμάχο της επαρχίας που να έχει λερωθεί στη λάσπη του χωραφιού, να έχει ιδρώσει, να έχει κάνει ρόζους στα χέρια του βοηθώντας δικούς του ή φίλους. Που να έχει ανδρωθεί ανάμεσα σε αληθινούς ανθρώπους που αγωνίζονται για το μεροκάματο, μέσα σε δύσκολες συνθήκες, ώστε να έχει μάθει να εκτιμάει και να μετράει και το παραμικρό: την ανάγκη του καθενός, τις αγωνίες του, τις αναζητήσεις του, τα προβλήματά του.
Ονειρεύομαι έναν πολιτικό, που να έχει στύψει το μυαλό του στα μαθητικά θρανία ενός δημόσιου σχολείου ακούγοντας τους καθηγητές του και προσπαθώντας να ρουφήξει όση γνώση γίνεται περισσότερη. Που να έχει ξενυχτήσει διαβάζοντας για τις πανελλαδικές, ώστε να κατορθώσει να πραγματώσει το όνειρό του, περνώντας στη σχολή που τον ενδιέφερε και όχι σε αυτή που τον κατηύθυναν άλλοι.
Ονειρεύομαι έναν πολιτικό που να σπούδασε το αντικείμενο που διάλεξε χωρίς να επιβαρύνει τους γονείς του πέρα από τις δυνατότητές τους. Που να πέρασε από διάφορες δουλειές για να πληρώνει το νοίκι του και όλες τις ανάγκες του. Που να πέρασε τα φοιτητικά του χρόνια εργαζόμενος και διαβάζοντας, χωρίς όμως να απαρνηθεί και τις χαρές της νιότης, ρουφώντας τη ζωή ως το μεδούλι. Που να μην εντάχτηκε σε καμιά πολιτική νεολαία, από αυτές που λυμαίνονται τα Πανεπιστήμια και είναι στην ουσία τα θερμοκήπια για να φυτρώσουν οι βουλευτές και οι υπουργοί του μέλλοντος.
Ονειρεύομαι έναν πολιτικό, που μετά το πτυχίο και τη στρατιωτική θητεία αγωνίστηκε για να πετύχει επαγγελματικά μόνο με θεμιτά μέσα και βασιζόμενος στην κατάρτισή του και την προσωπικότητά του. Που να πέτυχε επαγγελματικά λόγω και του χαρακτήρα του, κερδίζοντας με τη συμπεριφορά του, την άδολη και ανεπιτήδευτη καλοσύνη του. Που να μη μπορεί να βρεθεί κανείς (καλοπροαίρετος ή μη) να πει μια κακή κουβέντα. Που να δίνει τον εαυτό του σε ό,τι κι αν κάνει, ώστε να έχει αποκτήσει εμπειρίες διαχείρισης καταστάσεων και κρίσεων μέσα στην πραγματική ζωή και όχι στους γυάλινους πύργους των εχόντων και κατεχόντων προγόνων του.
Ονειρεύομαι έναν πολιτικό, που να μπορεί να αναλάβει την εξουσία σε αυτόν τον τόπο χωρίς την αβάντα των ΜΜΕ και να προσπαθήσει να φέρει την άνοιξη. Που να αναδειχτεί στην εξουσία μόνο αφού όλοι αναγνωρίσουν την αξία του και ομόφωνα τον εγκρίνουν, χωρίς στημένες κομματικές διαδικασίες, συντροφικά μαχαιρώματα, μικροκομματισμούς και κλίκες. Που να έχει αποκομίσει όλη αυτή την εμπειρία από την ζωή του και τη συναναστροφή του με τους αληθινούς Έλληνες και να έχει το σθένος και τη δυνατότητα να την αξιοποιήσει στη διακυβέρνηση.
Ονειρεύομαι έναν πολιτικό, που να μπορεί να διοικήσει το κράτος με την ίδια επιτυχία που έβαλε σε τάξη όλα όσα συνάντησε στην ως τώρα ζωή του. Που να σκέφτεται και να αποφασίζει βάζοντας το μυαλό του κάτω και βασιζόμενος στη λογική και το συμφέρον του τόπου. Που το μυαλό του να φέρνει χίλιες στροφές προσπαθώντας να βρει την καλύτερη για όλους λύση στο κάθε πρόβλημα. Που η εμπειρία του να είναι οδηγός στις δύσκολες ατραπούς, τις παγίδες και τις τρικλοποδιές που θα του βάζουν. Που θα μπορεί να έχει φίλους έξω από το κατεστημένο σινάφι πολιτικών-επιχειρηματιών-δημοσιογράφων και δε θα ντρέπεται να πίνει και κανέναν καφέ με τις παρέες του παρελθόντος, καθώς θα τις έχει διατηρήσει και στο παρόν. Και πάνω από όλα, που να τολμά να τους συμβουλεύεται στις δύσκολες αποφάσεις, όπως τους συμβουλευόταν και προηγουμένως.
Ονειρεύομαι έναν πολιτικό, που να κυβερνήσει με αυταπάρνηση. Που να είναι δίκαιος και να μην ξέρει να λέει ψέματα. Που να μιλά τη γλώσσα του λαού, τη γλώσσα της αλήθειας, της καθημερινότητας και όχι την ξύλινη, αλύγιστη γλώσσα των άλλων. Που να τον ρωτάς κάτι και να απαντάει απευθείας σε αυτό και όχι να λέει άλλα αντί άλλων και να ξεγλιστράει επιδέξια υπό τον φόβο του πολιτικού κόστους. Που να μη μασάει τα λόγια του, να είναι καθαρός και να μη φοβάται να εκτεθεί, να επιλέγει τους συνεργάτες του με σωφροσύνη και διάκριση και να μη διστάζει να τους ξαποστέλνει όταν αποδεικνύονται ανίκανοι.
Ονειρεύομαι έναν πολιτικό, που να βάλει τάξη σε όλα όσα βασανίζουν αυτόν τον τόπο εδώ και δεκαετίες: στην εκπαίδευση, στην υγεία, στο ασφαλιστικό, στις συντάξεις, στη διαφθορά, στη διαπλοκή, στα εξωτερικά προβλήματα, σε όλα. Που να είναι προικισμένος με ικανότητες, κατάρτιση, καθαρό μυαλό, να είναι αδέκαστος, σοβαρός, αληθινός, ζωντανός άνθρωπος.
Μα πάνω απ’ όλα, ονειρεύομαι έναν λαό, που να είναι σε θέση να γεννήσει έναν τέτοιο πολιτικό. Να είναι σε θέση να γαλουχήσει έναν τέτοιο άνθρωπο. Να είναι σε θέση να πιστέψει σε έναν τέτοιο άνθρωπο, να του δώσει τη δυνατότητα, να τον υποδεχτεί, να τον στηρίξει, να τον αναγνωρίσει, να τον ακολουθήσει και όχι να τον πνίξει με την πρώτη ευκαιρία στα λασπόνερα της πάγιας τακτικής του πολιτικού κατεστημένου. Ονειρεύομαι έναν λαό απεξαρτημένο από τη νοοτροπία του παρελθόντος, από τις κλαδικές των κομμάτων και τα μαγειρέματα των ολίγων, έναν λαό με διαύγεια στο βλέμμα, χωρίς ομίχλη. Έναν λαό με αισθητική καλλιέργεια, με ανωτερότητα πνεύματος, με κατασταλαγμένη πια την ανάγκη για κάθαρση. Με αποφασιστικότητα για το συμφέρον της Ελλάδας και όχι του ίδιου και της παράταξης.
Ονειρεύομαι (πώς αλλιώς να επιζήσω;) μια ουτοπία. Και τα όνειρα συνήθως, με το λάλημα του πετεινού, δίνουν τη θέση τους στην πραγματικότητα. Και αυτή η πραγματικότητα δεν πρόκειται να αλλάξει, αυτός ο ουτοπικός λαός κι αυτός ο ονειρεμένος πολιτικός δεν πρόκειται να εμφανιστούν ούτε την επόμενη Κυριακή. Καλό βόλι.

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Η ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ, ΕΝΑΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ (25 09 2009)

Όσο οι άνθρωποι ωριμάζουμε βιολογικά, αλλά και ως κοινωνικά μέλη και φορτώνονται πάνω μας με δρασκελιές τετραετιών μνήμες από περασμένες προεκλογικές περιόδους, τόσο ο νους ανεπαίσθητα, σχεδόν αυτόματα, προβαίνει σε συγκρίσεις. Και από τις συγκρίσεις αυτές προκύπτουν μικρές διαφορές, που σημαίνουν μικρή πρόοδο, σπιθαμιαία βηματάκια προς τα μπρος. Προκύπτουν όμως και ομοιότητες, που σημαίνουν αποτελμάτωση, διαιώνιση μιας νοοτροπίας και ενός χαρακτήρα όχι μοναδικού και ανάδελφου, καθώς τον συναντάμε και σε τριτοκοσμικές χώρες.
Εκτάκτως λοιπόν και φέτος καλούμαστε σε λίγες μέρες να προσέλθουμε στις κάλπες και να τιμήσουμε αυτό το δικαίωμα – υποχρέωση που ενυπάρχει στην έννοια «πολίτης». Αυτό το «εκτάκτως», όμως έφερε τα κόμματα και τους υποψήφιους προ τετελεσμένων: ο χρόνος που έχουν στη διάθεσή τους μηδαμινός, η προεκλογική περίοδος ελάχιστη. Ρίχνονται λοιπόν με σθένος στον προεκλογικό αγώνα για να κυνηγήσουν τον ψηφοφόρο. Έτσι, βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να αρχίσουμε για άλλη μια φορά τις συγκρίσεις και να μετρήσουμε τις πάμπολλες ομοιότητες και τις λιγοστές διαφορές.
Ποια είναι η καλύτερη στιγμή για έναν πολιτικό να επισκεφτεί μια κωμόπολη ή ένα χωριό; Μα φυσικά, όταν εκεί θα έχει όσο το δυνατό περισσότερο κόσμο για να έρθουν έτσι σε «επαφή με το λαό» και να «πιάσουν το σφυγμό του». Και πότε ένα μέρος σαν τη Νιγρίτα, έχει τον πιο πολύ κόσμο τέτοια εποχή; Πρώτα πρώτα στα Γερακίνεια, αλλά αυτά έγιναν σχετικά νωρίς και λίγοι το μυρίστηκαν και πρόλαβαν να τα εκμεταλλευτούν. Άρα, μένουν τα παζάρια του Σαββάτου. Και καθώς καθυστέρησαν να καταρτίσουν και τις λίστες, είναι περιορισμένα τα Σάββατα που έχουν στη διάθεσή τους. Έτσι, στο παζάρι του προηγούμενου Σαββάτου, ο επιμελής και προσεκτικός εκλογέας μπορούσε να μετρήσει ουκ ολίγους υποψήφιους να περιφέρονται στα σεργκιά και την αγορά της πόλης.
Ομοιότητα που δείχνει αδιάλλακτη νοοτροπία: ο καθένας από αυτούς, με τη συνδρομή της ομήγυρης ακολούθων του, μοίραζε φυλλάδια προς ενημέρωση του λαού. Φυλλάδια πολυτελείας με διάφορα στοιχεία, από την οικογενειακή του κατάσταση, τα μέρη όπου υπηρέτησε φαντάρος, τα πτυχία του, τις εθνωφελείς ενέργειές του κλπ. Ενδιαφέροντα όλα αυτά οπωσδήποτε. Μια προσεκτική ματιά όμως στους αποδέκτες έφτανε για να αντιληφθεί κανείς ότι ο χρόνος που χρειάστηκε για να περάσουν αυτά τα έντυπα στον κάλαθο των αχρήστων (ή πιο εύκολα, στο δρόμο) ήταν μερικά δευτερόλεπτα. Είτε οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται, είτε έχουν προαποφασίσει ποιον θα σταυρώσουν στις 4 Οκτωβρίου. Άρα, μιλάμε για μια σπατάλη άνευ λόγου και ουσίας, μιας και ο όντως ενδιαφερόμενος θα μπορούσε να ενημερωθεί με χίλιους άλλους τρόπους και μέσα γλυτώνοντας έτσι κι απ’ το σκουπιδομάνι που γέμισε κάθε σημείο της πόλης.
Σημαντική διαφορά: ευτυχώς, με τα χρόνια, εκλείπουν πια οι ακραίες εκδηλώσεις λατρείας του κόμματος και του αρχηγού από φρενιασμένους οπαδούς. Πάνε οι γραφικές φιγούρες που ντύνονταν τις πλαστικές σημαίες του κόμματος, αλάλαζαν απείρου κάλλους συνθήματα, σκαρφάλωναν σε κολώνες για να αποδείξουν (και να επιδείξουν) την προσήλωση στις ιδέες και τον κομματικό αγώνα. Αυτοί σχεδόν εξαφανίστηκαν από την επαρχία. Εκδηλώνονται που και που σε καμιά μεγάλη συγκέντρωση στις μεγαλουπόλεις. Η διαφορά είναι σημαντική, γιατί βεβαιώνει ότι οι άνθρωποι δεν βρίσκουν πλέον τόσο μεγάλες διαφορές ανάμεσα στους κομματικούς σχηματισμούς (ιδίως ανάμεσα στα δυο επικρατέστερα κόμματα) ώστε να δικαιολογείται ο φανατισμός, φεύγει πλέον η τσίμπλα και τα μάτια μπορούν να διακρίνουν τα πράγματα καλύτερα, χωρίς κομματικές παρωπίδες. Ή, μπορεί και να οφείλεται αυτή η διαφοροποίηση στο ότι οι νεότερες γενιές αποστρέφονται γενικότερα την πολιτική και τους πολιτικούς.
Ομοιότητα αποτελεί ακόμα και ο απαράλλακτος τρόπος συμπεριφοράς του υποψήφιου κατά την ώρα που περιδιαβαίνει στην αγορά του Σαββάτου και προσεγγίζει τους πολίτες. Απίστευτη οικειότητα, ακόμα και με αγνώστους, φιλικό χτύπημα στην πλάτη, σαν να ήμασταν φιλαράκια, ατελείωτες χειραψίες (ούτε η νέα γρίπη τους σταματά!), αμέτρητες καλημέρες και εγκάρδιοι χαιρετισμοί, χαμόγελα αμεσότητας και αισιοδοξίας. Αναγκάζονται οι άνθρωποι να παίξουν καλά το ρόλο τους, να υποκριθούν το παιδί του λαού για να πετύχουν το στόχο τους.
Και όλες αυτές οι ενέργειες δεν είναι εξ ορισμού αρνητικές. Αρνητική χροιά παίρνουν γιατί οι εν λόγω κύριοι και κυρίες θα θυμηθούν να τα επαναλάβουν στην επόμενη προεκλογική περίοδο. Μέχρι τότε θα είναι είδος προς εξαφάνιση, σπάνια φυλή εξαφανισμένη στην πρωτεύουσα. Χρόνια θα κάνει το παζάρι να ξαναδεί πολιτικό, εκτός αν είναι από δω και εδώ μένει. Και δεν δέχομαι την άποψη ότι εκεί γίνονται οι ζυμώσεις, εκεί είναι τα κέντρα αποφάσεων και εκεί θέλουμε τους εκπροσώπους μας να αγωνίζονται για το καλό του Νομού. Δε βλάπτει και η επαφή σε τακτά χρονικά διαστήματα με τους ψηφοφόρους, η προσωπική και επιτόπου ενημέρωση για τα προβλήματα και τις αναζητήσεις τους. Και ο απαραίτητος και ακριβός χρόνος πρέπει να βρεθεί και τότε, όπως βρίσκεται τέτοιες προεκλογικές μέρες.
Συμπερασματικά, η προεκλογική περίοδος μπορεί να γίνει ο διαχρονικός καθρέφτης της νοοτροπίας των παραγόντων του πολιτικού συστήματος: του λαού και των πολιτικών. Και ενώ μέσα σε αυτόν τον καθρέφτη βλέπουμε εδώ και δεκαετίες την ανούσια και προκλητική σπατάλη, την ασύστολη υποσχεσιολογία, την σχεδόν θεατρική προσπάθεια προβολής των υποψηφίων, θα ήταν άδικο να μην σημειωθεί ότι παρατηρείται και κάποια πρόοδος. Τα πολιτικά πάθη παλιότερων γενεών σιγοσβήνουν, ο φανατισμός ελαττώνεται, το επίπεδο των πολιτών σε μεγάλο μέρος έχει βελτιωθεί, ώστε να διατηρείται μια ελπίδα ότι κάποτε ο καθρέφτης αυτός θα δείχνει ένα καθαρό, διαυγές και αψεγάδιαστο πρόσωπο.

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

«ΤΕΤΟΙΟ ΜΑΝΤΡΙ, ΤΕΤΟΙΟ ΤΥΡΙ»: ΕΠΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΜΑΣ ΒΙΟΥ (18 09 2009)

Δείγματα αποστομωτικά της οικτρής κατάστασης του λεγόμενου πολιτικού βίου του τόπου μας:
Δείγμα πρώτο: πρώην βουλευτές και υπουργοί ατυχούν στην κληρωτίδα και μένουν εκτός ψηφοδελτίου για τις επερχόμενες εκλογές. Πάραυτα, εξαπολύουν μύδρους εναντίον της παράταξης που τους στέγαζε ως τώρα και εναντίον των συναγωνιστών πολιτικών. Κατηγορούν λοιπόν, τους μέχρι και πριν λίγες μέρες συνεργάτες τους για οσφυοκαμψία στις προσταγές της διαπλοκής, ενώ πιθανόν και οι ίδιοι να είχαν κατηγορηθεί στο παρελθόν για σκάνδαλα, χωρίς στην ουσία να τιμωρηθεί κανένας. Ο κατηγορήσας, του κατηγορήσαντος.
Και δεν εξετάζω αν όντως οι παραγκωνισμένοι έχουν δίκιο σε όσα καταλογίζουν. Πιθανόν να έχουν. Αλλά, αναρωτιέται ο αθώος παρατηρητής, γιατί δεν μας τά ‘λεγες, κυρ βουλαυτά μας, πρωτύτερα; Όσο ήσουν στην καρέκλα, όλοι ήταν αγγελούδια στον παράδεισο της κυβερνητικής μέθης και μόλις παραιτήθηκες εσύ, άνοιξαν λογαριασμούς με τη διαπλοκή; Προφανώς και όχι. Άρα, η τιμιότητα ενός προσώπου δε φαίνεται μόνο από αυτά που επιλέγει να πει και να πράξει, αλλά και από τη χρονική στιγμή που το κάνει. Ο καθαρός άνθρωπος μαζεύει τα μπογαλάκια του και φεύγει μόλις αντιληφθεί τη διαφθορά και εφόσον σαν άτομο, χαρακτήρας και προσωπικότητα είναι εντελώς ξένος με αυτήν. Αλλιώς, εκτίθεται και καταντά αναξιόπιστος, κι ας λέει την αλήθεια.
Δείγμα δεύτερο: σας πληροφορώ από τώρα ότι δε χρειάζεται να πάμε στις κάλπες την Κυριακή των εκλογών. Τα κανάλια έχουν ήδη βγάλει τα αποτελέσματα, οι δημοσκοπήσεις δίνουν και παίρνουν και σχεδόν έχουν μοιραστεί τα Υπουργεία και οι αρμοδιότητες των αυριανών εκλεκτών του τόπου και του λαού. Και είναι γνωστό το πόσο πιστευτές μπορούν να είναι οι δημοσκοπήσεις, όταν γνωρίζουμε από που εκπορεύονται, πώς μαγειρεύονται οι ερωτήσεις, πώς παρουσιάζονται τα αποτελέσματα. Και γίνονται δυο φορές αναξιόπιστες, όταν ξέρουμε και τον βίο και την πολιτεία των καναλιών που τις παραγγέλνουν και τις παρουσιάζουν. Τα «ανεξάρτητα» μεγαλοκάναλα σέρνονται πίσω από το άρμα του εκάστοτε κόμματος που ικανοποιεί τα συμφέροντα των ιδιοκτητών και παίζουν το δικό τους παιχνίδι στο στίβο του προεκλογικού αγώνα, ιδρώνοντας με τη σειρά τους για τη διεκδίκηση κομματιών της μετεκλογικής πίτας για το μεγάλο πιάτο των πολλαπλών επιχειρήσεων των καναλαρχών. Αυτή είναι η διαπλοκή. Αυτή που όλοι θέλουν και υπόσχονται να την πατάξουν, αλλά όλοι πέφτουν ζαλισμένοι στην αγκαλιά της.
Δούναι και λαβείν. Πώς αλλιώς θα βγει εις πέρας ο προεκλογικός αγώνας; Από που θα εξασφαλιστούν τα ιλιγγιώδη ποσά που απαιτούνται από τους υποψήφιους και από τα κόμματα για να καταφέρουν να πείσουν την κοινή γνώμη; Μα, από χορηγούς. Όσοι πιστοί προσέλθετε. Ο καναλάρχης λοιπόν, που έχει στην κατοχή του και άλλες παράλληλες επιχειρήσεις που μπορούν να παίρνουν κρατικά έργα, προσφέρει και ζεστό χρήμα (πολλά ευρώ) και αμέριστη συμπαράσταση και προβολή των «δικών» του από το κανάλι. Ε, ας πληρώσει και ένα προστιματάκι στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης για τη μη δίκαιη διανομή του τηλεοπτικού χρόνου σε όλα τα κόμματα. Τσιμέντο να γίνει! Κι όταν με το καλό βγουν οι ευνοούμενοί μας, τα παίρνουμε πίσω στο πολλαπλάσιο. Δούναι και λαβείν. Διαπλοκή.
Δείγμα τρίτο: προσκαλούνται για τη στελέχωση των ψηφοδελτίων άτομα άκρας σοβαρότητος και υψίστου κύρους που διαθέτουν όλα τα απαραίτητα προσόντα για να διαχειριστούν τα προβλήματα της χώρας. Δημοκρατία έχουμε βέβαια. Ο καθένας μπορεί να θέτει τον εαυτό του στην κρίση του εκλογέα και να διεκδικεί αυτό που θέλει. Πώς όμως συμβιβάζεται μια συγκεκριμένη ιδεολογία και πολιτική μιας παράταξης με πρόσωπα που δεν την ασπάζονται και δεν πρόκειται να την υπηρετήσουν, αν εκλεγούν; Δε συμβιβάζεται. Άρα; Όλα γίνονται για την ψήφο. Στο βωμό της συγκέντρωσης όσο γίνεται περισσότερων ψήφων, θυσιάζονται ιδεολογίες, πιστεύω, αρχές και διακηρύξεις. Αν ποτέ υπήρξαν.
Στην αγωνία για την εκλογή επιστρατεύεται κάθε πρόσφορο μέσο. Και το σημαντικότερο κριτήριο αξιοσύνης σήμερα είναι η...αναγνωρισιμότητα. η δημοσιότητα, πόσοι σε αναγνωρίζουν στο δρόμο, πόσοι ξέρουν τη φάτσα σου από την τηλεόραση. Άσχετο, αν δεν έχεις τίποτα να πεις, τίποτα να επιδείξεις, καμία σοβαρότητα, κανένα έρμα. Ίνδαλμα η κενότητα, είδωλο η γελοιότητα, πρότυπο ανυπέρβλητο η χαζομάρα, που πολλές φορές μπορεί και εσκεμμένα να προβάλλεται, αφού πουλάει και αποφέρει κέρδη. Και όλες αυτές οι χαρωπές διασημότητες γίνονται ξαφνικά εκλεκτά μέλη της πολιτείας του πνεύματος, αφού καταφέρουν να επιτελέσουν το έργο τους και να φέρουν τους πολυπόθητους σταυρούς στο κόμμα.
Δείγματα αποστομωτικά της οικτρής κατάστασης του λεγόμενου πολιτικού βίου. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα, όχι μόνο ενός σαθρού πολιτικού συστήματος και κομματικού κατεστημένου, αλλά και ενός λαού που έτσι κι αλλιώς φαίνεται εφησυχασμένος, χωρίς να εξανίσταται και μάλλον αυτή η κατάσταση του ταιριάζει και τα έχει βρει με τον εαυτό του. Φαίνεται ότι από τα κύτταρα της συλλογικής μας αυτοσυνειδησίας έχουν σβηστεί τα υγιή εκείνα της γνήσιας, αρχέτυπης Δημοκρατίας της αρχαίας Ελλάδας και επιβιώνουν ανεξίτηλα τα αρρωστημένα κατάλοιπα της οθωμανικής, ανατολίτικης λαίλαπας του ζαμανφουτισμού, του ωχαδερφισμού, του τάβλι και του κομπολογιού, των πελατειακών σχέσεων και των τεμενάδων στον αγά. Ο λαός λέει «τέτοιο μαντρί, τέτοιο τυρί». Ο λαός και οι πολιτικοί του. Με τις υγείες μας.

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

ΤΑ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΑΝΑ: ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΡΩΜΙΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ (11 09 2009)









3 Σεπτεμβρίου του 1955. Η σύζυγος του Τούρκου προξένου στη Θεσσαλονίκη καλεί έναν φωτογράφο για να απαθανατίσει το Προξενείο – σαν ενθύμιο – καθώς την επόμενη μέρα θα επέστρεφε στην πατρίδα της. Μέχρι και σήμερα το τουρκικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη στεγάζεται στο σπίτι, όπου λένε ότι γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ, στην οδό Αγίου Δημητρίου.
5 Σεπτεμβρίου 1955, βράδυ. Ο ελληνικής υπηκοότητας μουσουλμάνος φοιτητής, Οκτάι Ενγκίν, φθάνει στη Θεσσαλονίκη κουβαλώντας ένα ύποπτο πακέτο, που άλλοι του το είχαν ετοιμάσει. Μια βόμβα, που τοποθετείται στην αυλή του Προξενείου από τον ίδιο τον κλητήρα της τουρκικής αυτής Υπηρεσίας, Χασάν Μεχμέτογλου. Η μικρής ισχύος βόμβα εκρήγνυται τα ξημερώματα με μοναδικές απώλειες κάποια τζάμια του κτιρίου και χωρίς κανένα τραυματισμό.
Στην Τουρκία όμως, η προπαγάνδα μεταστρέφει τα γεγονότα δίνοντας στους Τούρκους μια εντελώς διαφορετική εικόνα της πραγματικότητας. Έκτακτη έκδοση της εφημερίδας Istanbul Express δημοσιεύει (μισή ώρα πριν την έκρηξη!) τις φωτογραφίες του ενθυμίου της γυναίκας του προξένου, αφού πρώτα τις επεξεργάστηκαν και τις παραποίησαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να απεικονίζεται ένα κτίριο κατεστραμμένο.

Αυτό ήταν και το έναυσμα για την έκρηξη του πογκρόμ ενάντια στον Ελληνισμό της Πόλης, που έμεινε στην ιστορία ως «Σεπτεμβριανά». Ένα τόσο καλά οργανωμένο σχέδιο που, όπως αποδείχτηκε, στην κατάστρωσή του μετείχε και ο τότε πρωθυπουργός Αντνάν Μεντερές και κάποιοι φρόντισαν να περάσει στον κόσμο σαν έκφραση της οργής και της αγανάκτησης των Τούρκων για την προσβολή που έγινε στον ηγέτη τους, Κεμάλ.
Τη νύχτα της 6ης προς την 7η Σεπτεμβρίου, έγιναν στην Πόλη πράγματα που ντροπιάζουν το γένος των ανθρώπων. Στις θηριωδίες των Τούρκων, οι Ρωμιοί έμειναν εμβρόντητοι, χωρίς να μπορούν να πιστέψουν στα μάτια τους. Αμέτρητοι άνθρωποι, οπλισμένοι με κάθε πρόσφορο μέσο (ρόπαλα, λοστούς, αγροτικά εργαλεία, δυναμίτη και βενζίνη) κατέφθαναν στην Κωνσταντινούπολη από κάθε γωνιά της χώρας με δρομολόγια λεωφορείων και τραίνων που είχαν ξεκινήσει πριν ακόμη μαθευτεί το γεγονός της έκρηξης στο Προξενείο! Η οφθαλμοφανής μεθόδευση φαίνεται και από τη στόχευση των καταστροφέων: αποκλειστικά και μόνο ελληνικά σπίτια, καταστήματα, εκκλησίες, σχολεία, ακόμα και νεκροταφεία καταστράφηκαν, πράγμα που δείχνει ότι εκ των προτέρων είχαν σταμπαριστεί. Για ένα ολόκληρο βράδυ οι Τούρκοι σκότωναν, βίαζαν, ρήμαζαν και βεβήλωναν...

Η τουρκική κυβέρνηση βέβαια, για να ρίξει στάχτη στα μάτια, κήρυξε στρατιωτικό νόμο, με στόχο, δήθεν, να προστατέψει τον πληθυσμό. Ο απολογισμός όμως, δείχνει ότι οι φονιάδες αφέθηκαν να δρουν ανεξέλεγκτα: τουλάχιστον 30 νεκροί και εκατοντάδες τραυματισμένοι. Πολλοί ιερείς γυμνώθηκαν και διαπομπεύτηκαν. Ο επίσκοπος Παμφίλου, Γεράσιμος ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου, ο μητροπολίτης Ηλιούπολης, Γεννάδιος, παραφρόνησε από τα χτυπήματα. Πάνω από 2000 ήταν οι βιασμοί, εκ των οποίων καταγγέλθηκε μόλις το 10%. Καταστράφηκαν ολοσχερώς 1004 σπίτια, ενώ περίπου 2500 άλλα υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Καταστράφηκαν ακόμα, 4348 καταστήματα, 27 φαρμακεία, 26 σχολεία, 5 πολιτιστικοί σύλλογοι, 12 ξενοδοχεία, 11 κλινικές, 21 εργοστάσια, 110 ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια, 73 εκκλησίες και οι εγκαταστάσεις 3 εφημερίδων. Τέλος, συλήθηκαν πολλοί τάφοι σε δύο κοιμητήρια, καθώς και οι τάφοι των Πατριαρχών στη μονή Βαλουκλή.
Ο Ελληνισμός της Πόλης δέχτηκε εκείνο το βράδυ ένα τελειωτικό χτύπημα. Πολλοί Ρωμιοί, συντριμμένοι οικονομικά και ηθικά, πήραν το δρόμο για την Ελλάδα και όσοι αποφάσισαν παρά ταύτα να μείνουν, δεν έλαβαν καμιά βοήθεια για να συνεχίσουν. Οι ζημιές υπολογίζονται σε 300 εκατομμύρια δολάρια της εποχής (περίπου 2 δις δολάρια σημερινά), ενώ οι αποζημιώσεις της τουρκικής κυβέρνησης μετά βίας κάλυψαν το 1% (ένα τοις εκατό, δεν είναι τυπογραφικό λάθος) του συνολικού ποσού!
Η τότε ελληνική κυβέρνηση (με σοβαρά ασθενή τον Παπάγο) δεν αντέδρασε καθόλου, ενώ ο αμερικανός υπουργός εξωτερικών Ντάλλας κάλεσε τις δύο πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση! Οι τουρκικές αρχές συνέλαβαν εκείνο το βράδυ πάνω από 3000 άτομα, όμως τελικώς κρατήθηκαν μόνο...17! Η δίκη τους έγινε τον Ιανουάριο του 1957 και – ω του θαύματος!- όλοι τους αθωώθηκαν. Ο πρωθυπουργός Μεντερές, ο οποίος μετά το πραξικόπημα του Τζ. Γκιουρσέλ το 1960 λογοδότησε και για το πογκρόμ, καταδικάστηκε για αυτό σε εξαετή φυλάκιση (για κατάχρηση κεφαλαίων, συγκριτικά, του επιβλήθηκε ποινή 14 ετών. Βέβαια, εντέλει απαγχονίστηκε). Ο Οκτάι Ενγκίν, ο φοιτητής κομιστής της βόμβας στη Θεσσαλονίκη, τιμήθηκε με κυβερνητικά αξιώματα: διορίστηκε αργότερα νομάρχης στην περιοχή του Νεβσεχίρ.
Έτσι, έχουμε μια πραγματικότητα πίσω από τις μάσκες της φιλίας: τον απτό ξεριζωμό, την «εθελούσια έξοδο» του ελληνικού στοιχείου από πατρογονικές εστίες χιλιετιών, στην οποία εξωθήθηκε με αυτό το προσχεδιασμένο έγκλημα, αλλά και με άλλους τρόπους (υπερβολική φορολογία, τάγματα εργασίας κλπ), από τη Συνθήκη της Λωζάνης και μετά. Η ευημερούσα ελληνική μειονότητα της Πόλης εξοντώθηκε στα πλαίσια της επιδίωξης της «εθνικής καθαρότητας» του τουρκικού κράτους, αλλά και λόγω της φημολογούμενης βοήθειας των ομογενών προς τους Κύπριους που αγωνίζονταν να διώξουν τους Άγγλους απ’ το νησί, πράγμα που δε βόλευε τα τουρκικά σχέδια.
Αυτή είναι η Ιστορία. Η απεικόνιση της πραγματικότητας, όσο οδυνηρή κι αν είναι. Η Ιστορία δε γράφεται μαλακώνοντας τα πράγματα σε μία κατεύθυνση «πολιτικώς ορθού» , κόβοντας και ράβοντας στα μέτρα μιας soft προσέγγισης (τύπου Ρεπούση), μην τυχόν και θίξουμε κανένα γείτονα. Η Ιστορία γράφεται με αίμα κι εμείς οφείλουμε μνήμη και τιμή. Μπορούμε βέβαια και να συγχωρέσουμε, όταν υπάρξει ειλικρινής συγγνώμη. Αλλά η μνήμη, μνήμη. Και το πάθημα, μάθημα. Γιατί οι αληθινές φιλίες δε χτίζονται μόνο με ζεϊμπέκικα και κουμπαριές...

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

“ Το βάφτισμα”, ένα διήγημα του Δημήτρη Χατζή (04 09 2009)



«Δύο μέρες τώρα μάνα και γιος αλωνίζανε μοναχοί τους - γερασμένη κιόλας εκείνη, το παιδί δεν είχε πατήσει τα δεκατρία. Το παιδί γύριζε με τη φοράδα στ’ αλώνι, η μάνα ερχόταν, μάζευε τον καρπό, μάζευε το σανό. Η χρονιά ήταν κακή, το γέννημα λιγοστό και πλαγιασμένο. Και χρεωμένο. Ο πατέρας τη δεύτερη μέρα απ’ τ’ αλώνισμα τους άφησε κι έφυγε. Παρακάτω απ’ το χωριό είχαν αρχίσει και φτιάχνανε πάλι τους δρόμους κι οι χωριάτες, όσοι μπορούσαν, τελειώνοντας με το θέρισμα, άφηναν τις άλλες δουλειές στις γυναίκες και τα παιδιά τους και κατεβαίναν εκεί - για τα μεροκάματα. ‘Ετσι κάναν κάθε καλοκαίρι. Και πήγε κι αυτός, ο πατέρας.
Το πρώτο βράδυ που γύρισε πίσω, το παιδί κοιμότανε κιόλας αποσταμένο δίπλα στο σβησμένο τζάκι. Πήγε κοντά, στάθηκε ορθός και το κοίταξε μια φορά. Γύρισε τα μάτια του, κοίταξε και τη γυναίκα. Αυτή του ‘γνεψε με το κεφάλι κουνώντας το καναδυό φορές πάνω και κάτω - ήθελε να του πει, ναι. Έκατσε να φάει, σήκωσε τα μάτια του και πάλι κοίταξε τη γυναίκα.
- Και πώς τα πήγε;
- Αψύ παιδί... Και φιλότιμο.
Αυτός σκούπισε τα μουστάκια του, για να κρύψει το χαμόγελο.
- Απόστασε κι αυτό και την παίδεψε και τη φοράδα πολύ.
- Τη φοράδα - όχι... Μην τον αφήσεις.
Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι:
- Και τι να του κάνω; ‘Ολη μέρα ασταμάτητα... Με το ζόρι να τον σταματήσω για το ψωμί.
Ο πατέρας χαμογέλασε πάλι και πάλι σκούπισε τα μουστάκια του.
- Μα τη φοράδα - όχι. Μην τον αφήνεις... Και τα κατάφερε;
- ‘Ολα για σένα... Να σ’ ευχαριστήσει.
- Και το πουλάρι;
- Ε, τι θέλεις εσύ. Από πίσω κι αυτό.
- Κι αλωνίζει κι αυτό;
- Παίζει, μωρέ.
Ο πατέρας χαμογέλασε πάλι και δε σκούπισε αυτή τη φορά τα μουστάκια του. Καλά ήταν έτσι. Και τ’ αλώνισμα με τη φοράδα και το παιδί - και το μεροκάματο το δικό του στο δρόμο. ‘Επεσε δίπλα στο παιδί και κοιμήθηκε ευχαριστημένος.
Το δεύτερο βράδυ γυρίζοντας ξαναβρήκε το παιδί κοιμισμένο. Ξαναστάθηκε και το κοίταξε λίγο. Κοίταξε και τη γυναίκα, μα δεν είπε τίποτα. ‘Εκατσε να φάει και πάλι δε ρώτησε τίποτα. ‘Υστερα σηκώθηκε, πήγε κοντά της. Κάτι είχε στο νου του• συλλοή, στενοχώρια. Η γυναίκα δε μίλησε, περίμενε.
- Και πώς τα πήγατε;
Η γυναίκα σήκωσε τις πλάτες.
- Και πότε λες να τελειώσετε;
- Ξέρω; Πέντε μέρες ακόμα;
Σώπασαν.
- Θα σας πάρω, λέω, τη φοράδα, είπε τέλος αυτός.
- Για το δρόμο;
- Είπαν, θέλουν και κάρα... Πέντε μέρες όσο να τελειώσετε εσείς - πέντε μεροκάματα για τη φοράδα, άλλα πέντε το κάρο...
- Και στ’ αλώνι;
Την κοίταξε στα μάτια. Γύρισε κοίταξε και το παιδί που κοιμόνταν.
- Το πουλάρι.
- Μικρό δεν είναι ακόμα, Βαγγέλη;
- Θα βαστάξει, βαστάει αυτό...
- Κι αδοκίμαστο ακόμα κι ακαπίστρωτο... κι ακαλλίγωτο, μουρμούρισε η γυναίκα... Αυτό είναι να παίζει μονάχα...
- Δε θα παίζει όλο τον καιρό...
- Και ζάπι ποιος θα το κάνει;
- Από μένα καλύτερα αυτός.
Δε μίλησαν άλλο. Ο πατέρας έπεσε δίπλα στο παιδί κι αποκοιμήθηκε γρήγορα. Η γυναίκα είχε ακόμα δουλειές. Τέλειωσε. Κατέβηκε τότε και στο κατώι, έβαλε φρέσκο σανό στη φοράδα, έβαλε και στο πουλάρι. Καθώς γύρισε και την κοίταξε, τ’ άρπαξε το κεφάλι και το 'σφιξε μια φορά πάνω στα μαραμένα της στήθια. ‘Οταν ανέβηκε πάνω, πήγε και στο παιδί που κοιμόταν, το χάιδεψε κι αυτό μια φορά.
Το πρωί ο πατέρας έζεψε τη φοράδα στο κάρο. Το παιδί στεκότανε δίπλα του με το μακρύ καμουτσίκι στα χέρια. Πίσω του πάλι του πουλάρι. ‘Ολο το καλοκαίρι έτσι πήγαινε πίσω του σαν το μανάρι, σαν το ζαγάρι. Το παιδί σηκωνόταν από το χάραμα, κατέβαινε στο κατώι και το 'βγαζε έξω. Το ‘παιρνε και το τραβούσε για το λιβάδι, για το βουναλάκι να το βοσκήσει, μα περνούσε πάντα μέσ’ απ’ τα χωράφια. Κάθε τόσο σταματούσε, κοίταζε γύρω, πηδούσε μέσα στ’ αραποσίτια, του 'κοβε ένα αγίνωτο καλαμπόκι και του το 'δινε στο στόμα. Το πουλάρι κατάπινε το χλωρό καρπό και γυρνούσε τα στρογγυλά του μάτια και το κοιτούσε. Τότε το παιδί δε μπορούσε να μην του κλέψει κι άλλο. Τ’ απόγεμα το 'παιρνε πάλι να το κατεβάσει στο ρέμα να το ποτίσει:
- Να το καβαλήσω, πατέρα;
- ‘Οχι, ακόμα είναι μικρό...
- Αυτό, πατέρα;
- Σε σκότωσα.
Δεν το καβαλίκευε εκεί. Το πότιζε στο ρέμα, ύστερα ξαπλωνόταν ανάσκελα. Το πουλάρι δίπλα του σκάλιζε με το μπροστινό του ποδάρι τις πέτρες• γιατί να στέκονται εκεί; Τότε το καβαλούσε, χωρίς καπίστρι, χωρίς τίποτα και τραβούσε πέρα, πίσω απ’ το βουναλάκι να μην τους ιδούνε. Κάποτε αργούσαν, χανόντανε μαζί• βράδιαζε και δεν είχαν γυρίσει. Η μάνα έβγαινε τότες στην πόρτα, κοίταζε γύρω• πού χαθήκανε πάλι;
- Στέργιο, φώναζε. Γύριζε το παιδί το κεφάλι, στύλωνε και το πουλάρι τ’ αυτιά του. Τ’ ακούγανε τ’ όνομα και τα δύο.
‘Οταν θερίζανε το χωράφι, το παιδί τους έφερνε το ψωμί, τους κουβαλούσε νερό, βοηθούσε τη μάνα του στο δεμάτιασμα. Και το πουλάρι από πίσω. Σα σταματούσανε καμιά φορά τη δουλειά, πηδούσε ξαφνικά, τ’ άρπαζε το λαιμό, κρεμόταν στο στήθος του και το 'σφιγγε, το 'σφιγγε όσο που ν’ αρχίσει κι αυτό να τινάζεται και να σηκώνεται ολόρθο στα πισινά του ποδάρια. Τότε χαιρότανε.
- Κοίτα πατέρα...
- Κοίτα τώρα στ’ αλώνι, μην το παιδέψεις πολύ, είπε ο πατέρας.
- Εγώ πατέρα;
- Σιγά να το πας … Είναι αμάθετο ακόμα …
Ο πατέρας τράβηξε τον καρόδρομο ανάμεσα στα χωράφια, το παιδί πήρε τον ανήφορο για τ' αλώνι. Το πουλάρι γύρισε, κοίταξε μια φορά τη φοράδα κι ύστερα έτρεξε πίσω του και στάθηκε δίπλα στ' αλώνι. Το παιδί το χάιδεψε στο λαιμό. Του πέρασε το καπίστρι. Αυτό τέντωσε τα ρουθούνια, τινάχτηκε λίγο, το δέχτηκε. Το 'δεσε στο στειλιάρι τ' αλωνιού και χάρηκε που μήτε εκεί δεν στενοχωρήθηκε πολύ. Μπήκε μπροστά του, χωρίς να πάρει την τριχιά απ' το καπίστρι.
- Άιντε, Στέργιο …
Άρχισε να τρέχει γύρω τ' αλώνι, όλο κοιτάζοντας πίσω του. Το πουλάρι κίνησε, έτρεξε και κείνο πίσω του, μια φορά, δυο φορές, ύστερα στάθηκε· δεν τ' άρεσε το παιχνίδι. Σταμάτησε και το παιδί. Πήγε κοντά του, του χάιδεψε το λαιμό και ξαναξεκίνησε κοιτάζοντας πάντοτε πίσω του. Το πουλάρι δε σάλεψε, πολεμούσε να δαγκώσει το καπίστρι. Το παιδί γέλασε, πήγε πάλι κοντά του.
- Κοίτα, Στέργιο … Πόσα δεμάτια … Και ποιος θ' αλωνίσει;
Πήρε την τριχιά στα χέρια του και ξαναξεκίνησε. Ξεκίνησε πίσω και το πουλάρι. Ο ήλιος ανέβηκε ψηλότερα, άναψε ολόγυρα η πέτρα, έκαιγε ο τόπος. Παιδί και πουλάρι μουσκευτήκανε στον ιδρώτα. Κάθε φορά που το πουλάρι σταματούσε, ζοριζόταν και τσίναγε με τα λουριά και τα σκοινιά τ' ασυνήθιστα, το παιδί τραβούσε δυνατότερα την τριχιά. Ερχόταν τότες και κείνο. Η δουλειά πήγαινε σιγά. Οι ώρες περνούσαν και ούτε τα πρώτα δεμάτια δεν είχαν τελειώσει.
Το παιδί σταμάτησε, σταμάτησε και το πουλάρι και παιδευότανε πάλι να λευτερώσει το κεφάλι του. Το παιδί σκούπισε τον ιδρώτα απ' τα μάτια του, σκούπισε και το πουλάρι με τα μπράτσα του. Έκατσε λίγο στην άκρη απ' τ' αλώνι. Δυο μέρες με την φοράδα δεν το 'χε νιώσει καθόλου πως δούλευε. Τρεις ώρες μονάχα και το κορμί του σουβλιζότανε τώρα, η πλάτη του πονούσε απ' το τράβηγμα, το δεξί του χέρι ξεράθηκε …
Σηκώθηκε, μάζεψε τον καρπό, έριξε καινούργια δεμάτια, πήρε την τριχιά και μπήκε πάλι μπροστά.
- Έλα Στέργιο μου … έλα.
Το πουλάρι πήγε και κείνο γοργά. Ένα αγεράκι φύσηξε απ' το βουνό, δρόσισε λίγο, το πουλάρι πήγαινε τώρα μονάχο του. Το παιδί ένιωσε την πλάτη του ν' αλαφρώνει. Τ' άφησε να τρέχει και στάθηκε δίπλα.
- Άιντε, Στέργιο … Στέργιο μου …
Το πουλάρι πήγαινε τώρα μονάχο του, το παιδί έτρεχε δίπλα του.
- Στέργιο … Στέργιο … Κοίτα, πατέρα.
Και πήγαινε και το πουλάρι γοργά και χαιρότανε, όλο χαιρότανε πλιότερο το παιδί. Ύστερα πήγε από πίσω, όπως πήγαινε δυο μέρες με τη φοράδα. Κροτάλισε δυνατά το καμουτσίκι στον αέρα, από χαρά κι από περηφάνια. Η δουλειά πήγαινε γοργά, σε λίγο θα χρειαζόνταν καινούργια δεμάτια. Και ξαφνικά το πουλάρι σταμάτησε.
- Άιντε, Στέργιο …
Τίποτα. Κροτάλισε δυνατά το καμουτσίκι στον αέρα. Το πουλάρι δε σάλεψε. Το σήκωσε ψηλά μ' όλη τη δύναμή του και το κατέβασε στ' αναμμένα καπούλια. Μια φορά, δυο φορές. Το πουλάρι τινάχτηκε ξαφνιασμένο, έκανε μιά να σηκωθεί στα πισινά του ποδάρια, φρούμαξε - σκοινιά, λουριά το πνίξαν - απόμεινε στο ζυγό κι έτρεμε ολόβολο. Το παιδί είδε το γυαλιστερό του τρίχωμα ν' αυλακώνεται πάνω στο ιδρωμένο κορμί - δυο βαθιές χαρακίλες - κι απόμεινε με το χέρι υψωμένο. Πέταξε το καμουτσίκι στα στάχυα, έτρεξε και τ' αγκάλιασε το στήθος. Το πουλάρι χαμήλωσε το κεφάλι του και το 'τριψε πάνω στο δικό του. Και τότε το παιδί δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυα. Το 'σφιγγε, σφιγγότανε πάνω στο στήθος του κι έκλαιγε με λυγμούς.
Ο ήλιος όλο κι ανέβαινε. Το κάμα δυνάμωνε. Το παιδί ξαναπήρε το καμουτσίκι στα χέρια και μπήκε πάλι από πίσω. Δεν έκλαιγε πια.
- Άιντε Στέργιο .
Τ' άλογο έσκυψε μια φορά τ' ωραίο κεφάλι, ύστερα το τίναξε πίσω και κάλπασε πάνω στα στάχυα.
- Έι-χω, φώναξε το παιδί κι η φωνή του ήταν χαρούμενη κι άγρια.
Είχανε βαφτιστεί και τα δυο.»

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

«ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ» ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ...
ή άλλως, Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΜΑΣ ΦΥΛΑΕΙ... (28 08 2009)

Κάποτε (όχι στην Ελλάδα, σε ένα μέρος πολύ πολύ μακριά από δω) έριξε τόση πολλή βροχή, κατακλυσμό, ώστε πλημμύρισε ο τόπος και η στάθμη του νερού ανέβαινε απειλητικά. Ένας καλός άνθρωπος ανέβηκε στη στέγη του σπιτιού του για να γλυτώσει και προσευχόταν. Τα νερά όλο και ανέβαιναν. Μια βάρκα τότε πέρασε και του πρόσφερε τη βοήθειά της. Ο θεοσεβής άνθρωπος όμως αρνήθηκε λέγοντας «εμένα θα με σώσει ο Θεός». Δεύτερη βάρκα φάνηκε σε λίγο. «Εμένα θα με σώσει ο Θεός». Στην τρίτη βάρκα τα ίδια. Ώσπου τα νερά σκέπασαν το σπίτι και ο άνθρωπος πνίγηκε. Στον Παράδεισο βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με το Θεό και Του εξέφρασε τα παράπονά του: «Γιατί δε με έσωσες»; Κι ο Θεός του απάντησε: «τρεις βάρκες έστειλα για σένα και δεν μπήκες σε καμία».
Γνωστό το ανέκδοτο, που θυμίζει ιστορίες του Αισώπου. Κατανοητό και το επιμύθιο: δε φτάνουν μόνο οι προσευχές, αλλά πρέπει να βάζουμε και το μυαλό και τα χέρια μας να δουλεύουν παράλληλα. Συν Αθηνά και χείρα κίνει. Επίκαιρο όσο ποτέ το μήνυμα. Η μοίρα μας δε μπορεί συνέχεια και αποκλειστικά να επαφίεται στην προσευχή ή στις εκάστοτε διαθέσεις του «στρατηγού άνεμου» ή στις απειλητικές εκσφενδονίσεις κουκουναριών από τα μοχθηρά πεύκα. Και το πάθημα – ιδίως όταν γίνεται πληθυντικός: αμέτρητα παθήματα – κάποτε πρέπει να γίνεται μάθημα. Και σ’ αυτή τη χώρα η φωτιά μάς έχει συνηθίσει σε πολλά παθήματα.
Υπάρχει άλλη εντύπωση στην κοινή γνώμη, παρά ότι ο «κρατικός μηχανισμός» (τι ωραία που ακούγεται!) βλέπει τις βάρκες να περνούν; Όσες πυρκαγιές στα τελευταία χρόνια, χρόνια του «εκσυγχρονισμού», τόσες βάρκες χαμένες, τόσα μαθήματα που δεν πάρθηκαν. Υπάρχει άλλη άποψη, παρά ότι ο «κρατικός μηχανισμός» δεν ασκεί καθόλου το μυαλό του και απλά και μόνο προσεύχεται για να κοπάσει ο «στρατηγός άνεμος» ή να ανοίξουν οι κρουνοί του ουρανού και να σωθεί η κατάσταση «από μηχανής»;
Πρώτα πρώτα, ας αναρωτηθούμε για το ρόλο του στρατού. Δεν υπάρχει η δυνατότητα για εντατικές περιπολίες στα δάση και τα βουνά όσων ροχαλίζουν στα στρατόπεδα, ώστε να πραγματοποιείται μέσες άκρες και αυτό που λέμε «υπηρετώ την πατρίδα»; Εντατικά όμως, και σε συνεργασία με την Πυροσβεστική, την Αστυνομία, ακόμα και τη νεοσύστατη και πολύφερνη Αγροφυλακή. Με οργάνωση και μεθοδικότητα, με παρατηρητήρια, με φυλάκια και προπάντων με ασταμάτητες περιπολίες, τόσοι άνθρωποι κατάλληλα εκπαιδευμένοι θα μπορούσαν να εντοπίζουν επίδοξους εμπρηστές ή τουλάχιστον τις πρώτες φλόγες, ώστε να αποτρέπεται ούτως ή άλλως το κακό.
Αντίθετα, βλέπουμε ότι όχι μόνο ο στρατός δεν αξιοποιείται με τον λυσιτελέστερο τρόπο, αλλά επιπλέον υπάρχει τέτοια ασυνεννοησία μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας, ώστε να μη μπορεί να παράσχει ούτε και τις πιο απλές υπηρεσίες, όπως τις υδροφόρες του. Σε επίπεδο ηγεσίας, φαίνεται ότι οι προεστώτες της Πυροσβεστικής δεν θέλουν να θίγεται επ’ ουδενί το κύρος τους και απορρίπτουν ή δε ζητούν την ανάλογη βοήθεια, ζημιώνοντας έτσι αυτούς που υποτίθεται ότι υπηρετούν: τον τόπο και τους πολίτες. Και σε γενικές γραμμές δεν φαίνεται να υπάρχει ένα κέντρο συντονισμού, από όπου επιτέλους θα μπορούσαν να δοθούν κατευθύνσεις, να μοιραστούν περιοχές ευθύνης και δράσης και να φανεί ότι κάτι λειτουργεί σε αυτόν τον έρμο τόπο σωστά και οργανωμένα.
Αφήνοντας αυτή τη φαγωμάρα των ανευθυνοϋπεύθυνων (εν πολλοίς διορισμένων κομματανθρώπων με ειδικότητα στη χρήση της γλώσσας και την κάμψη της μέσης), μπορούμε να εστιάσουμε σε δύο άλλες πληγές αυτού του «κρατικού μηχανισμού», πάντα στον τομέα της πρόληψης. Ακούμε συχνά πυκνά – κυρίως μετά από αντίστοιχες καταστροφές – για τον ρόλο που μπορούν να παίξουν οι ζώνες πυρασφάλειας. Ζώνες ακούμε και ζώνες δε βλέπουμε. Είναι επαρκείς αυτές που υπάρχουν; Μάλλον όχι, αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα. Οπότε, γιατί δεν ανοίγονται περισσότερες; Είναι δύσκολη υπόθεση; Ή, πράγμα πιθανότερο, κολλάει στη γραφειοκρατία και κωλυσιεργία του «κρατικού μηχανισμού»;
Η άλλη πληγή είναι ο απαιτούμενος αριθμός πυροσβεστών για να λειτουργεί το Σώμα με πληρότητα. Ας μην υπολογίσουμε αεροπλάνα και ελικόπτερα, σε χρήση ή καθηλωμένα. Χρειάζονται περίπου 3000 πυροσβέστες ακόμα. Και τι γίνεται; Μπορεί να υπάρχουν χιλιάδες αχρείαστοι σε διάφορες απίθανες δημόσιες θέσεις, μπορεί να διορίζονται ασύστολα τα χρωματιστά παιδιά της εκάστοτε Πολιτείας, αλλά εκεί που υπάρχει ανάγκη και η ολιγωρία δε συγχωρείται, ο «κρατικός μηχανισμός» κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Και βλέπουμε να κυκλοφορούν τώρα, τέλος Αυγούστου, προκηρύξεις για εποχιακούς στο Δασαρχείο. Τώρα, κατόπιν εορτής. Χαίρε βάθος του «κρατικού μηχανισμού» απροσμέτρητον!
Και αφού τακτοποιηθεί το θέμα της πρόληψης, καιρός να δούμε και τη θεραπεία. Το ίδιο το δάσος που καίγεται θα καταφέρει και από μόνο του, όπως λένε οι ειδικοί, να ξαναγεννηθεί από τις στάχτες του μέσα σε μια δεκαετία. Το ζητούμενο όμως είναι να το αφήσουν οι διάφοροι ευνοούμενοι του «κρατικού μηχανισμού» να αναστηθεί. Να του αφήσουν δηλαδή το χώρο που του ανήκει ελεύθερο για να ξαναϋπάρξει δάσος στη θέση του δάσους. Και όχι να δούμε σε λίγο καιρό να υψώνονται μπετά και να ανοίγονται πισίνες από κωλοπετσωμένους εργολάβους που εκτελούν εντολές διαπλεκόμενων νεόπλουτων. Αυστηρότατος έλεγχος των καμένων περιοχών και όποιος συλληφθεί να βάζει έστω και ένα μαντάλι, απ’ ευθείας στον Εισαγγελέα. Μαζί και όποιος σφράγισε την πιθανή άδεια για την εγκληματική αυτή πράξη.
Και καταλήγουμε στο ζητούμενο: σε αυτόν τον απρόσωπο «κρατικό μηχανισμό». Που όμως δεν είναι απρόσωπος, αλλά αποτελείται από συγκεκριμένα πρόσωπα που δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Από τα μεγαλύτερα κεφάλια ως τα μικρότερα. Από τον Υπουργό που κρατούσε ένα πυροσβεστικό όχημα έξω από το σπίτι του στην Εκάλη, αντί να το στείλει στα φλεγόμενα, ως τους προϊσταμένους της Πολεοδομίας που νομιμοποιούν τα αυθαίρετα και τους αντίστοιχους της ΔΕΗ που δίνουν ρεύμα, μέχρι και τους δικαστές που αθωώνουν κάποιον εμπρηστή ή κάποιον δημόσιο λειτουργό που παραβαίνει το νόμο. Όλοι όσοι συναπαρτίζουν αυτόν τον «κρατικό μηχανισμό» που δυσλειτουργεί σε βάρος αυτών για τους οποίους ακριβώς έχει συσταθεί, είναι συνυπεύθυνοι για τις κατά καιρούς τραγωδίες που βιώνει ο τόπος. Και ούτε συζήτηση, ούτε καν σκέψη, να παραιτηθεί ή να πάει φυλακή κάποιος από αυτούς.
Πηγαίνει κάποτε κάποιος (όχι από την Ελλάδα, από πολύ πολύ μακριά από δω) σε έναν Γέροντα. «Γέροντα», του λέει, «το σπίτι μου γέμισε ποντίκια, κάνε σε παρακαλώ μια προσευχή». « Εγώ θα κάνω», του λέει ο Γέροντας, «αλλά καλού κακού, πάρε κι εσύ μια γάτα»! Γέμισε ποντίκια αυτός ο τόπος. Παραβρώμισε. Και ποιος θα πάρει μια γάτα για να τον ξεμαγαρίσει; Οι γάτες με πέταλα που εξουσιάζουν και βγαίνουν στις τηλεοράσεις χωρίς να ξέρουν τι να πουν και τι να κάνουν; Ή οι αρουραίοι που λυμαίνονται υπογείως το δημόσιο χρήμα; Και έτσι, ανενόχλητοι οι αετονύχηδες, μας παίζουν σαν τη γάτα με το ποντίκι. Κι αφού δε δουλεύει ούτε το μυαλό μας, ούτε τα χέρια μας (ιδίως στις εκλογές), μας απομένει μόνο η προσευχή. Όχι στην Ελλάδα, κάπου αλλού, πολύ πολύ μακριά από δω...

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ (21 08 2009)

Χαρακτηριστικό φαινόμενο στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού συνιστά και η διαφοροποίηση της στάσης μιας κοινωνίας διαχρονικά απέναντι στο ίδιο ζήτημα. Το κάθε ζήτημα παραμένει το ίδιο μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Τα χρόνια όμως, οι αντιλήψεις, αλλάζουν, οπότε νομοτελειακά αλλάζει και ο τρόπος που οι άνθρωποι προσεγγίζουν το εν λόγω ζήτημα. Με λίγα λόγια, αλλάζει και η κοινωνία. « Ο χρόνος, εκείνος που μεταρρυθμίζει τα πάντα και σαρώνει όλους τους ιστούς αράχνης, συνέβαλε κατά πολύ στην απάλειψη όλων των κοινωνικών φραγμών» (Τζ. Φ. Άμποτ, Ένας Άγγλος στη Μακεδονία του 1900).
Αφορμή για τον παραπάνω προβληματισμό, στάθηκαν κάποιες νεόκοπες συνήθειες των ελληνοπαίδων. Το διαχρονικό ζήτημα της εμφάνισης του αγοριού ή του κοριτσιού, της προβολής προς τα έξω του εαυτού του, της προσπάθειας να προκαλέσει το ενδιαφέρον, βρίσκει σήμερα μερικές διεξόδους, μερικούς τρόπους έκφρασης αδιανόητους για την αισθητική και την ηθική προηγούμενων γενεών.
Ένας τέτοιος τρόπος είναι τα τατουάζ. Τι ήταν τα τατουάζ όμως μέχρι και μερικές δεκαετίες πριν; Αφήνοντας την αναδρομή στις αρχέγονες συνήθειες ιθαγενών φυλών ανά τον κόσμο που στιγμάτιζαν το δέρμα τους για λόγους που ανάγονται στον ανιμισμό ή και γενικότερα στις τοτινές τους ανάγκες, ας προσηλωθούμε στα χρόνια της εμπειρίας μας. Το τατουάζ θεωρούνταν ένδειξη ανθρώπου τόσο ανεξαρτητοποιημένου που άγγιζε το περιθώριο. Ανθρώπου που επέλεγε τη συγκεκριμένη διαδικασία για να εκφράσει τον πόνο του, την πίκρα του, τα συναισθήματά του για έναν κόσμο που δεν τον εξέφραζε ή τον περιφρονούσε. Με σκληρά λόγια κάποιοι θα τους έλεγαν και αλήτες – κι ας μπορεί να ήταν και τα καλύτερα παιδιά.
Ποιοί έκαναν τατουάζ στο σώμα τους εκτός από τους ναυτικούς, τους φυλακόβιους, τους περιθωριακούς, τους – καλώς ή κακώς εννοούμενους – μάγκες του πειθαρχείου ή του μπαλαούρου; Ήταν σε γενικές γραμμές σημάδι αντικομφορμιστικό, που σε καμία περίπτωση δε θα τολμούσαν να το δοκιμάσουν τα αντίστοιχα καθώς πρέπει νειάτα ως και τη δεκαετία του ’90, χωρίς να παίξουν το κεφάλι τους κορώνα γράμματα και να μην κινδυνεύσουν με κλωτσηδόν απέλαση από το σπίτι τους. Αλίμονο βέβαια και αν τους έπιαναν να συναγελάζονται με κατάστικτα «αποβράσματα». Ούτε ψύλλος στον κόρφο τους!
Και τι βλέπουμε σήμερα; Βλέπουμε αγόρια και κορίτσια – κυρίως κορίτσια – να ακολουθούν τις προσταγές της μόδας που πηγάζουν από τα χιλιοπρόβλητα πρότυπα της show biz και του αθλητισμού και να χτυπάν τατουάζ σε μέρος περίοπτο (ή όχι και τόσο). Και τώρα που είναι καλοκαίρι και τα ρούχα αλαφραίνουν, αποκαλύπτονται σε λαιμούς, κοιλιές, πόδια, ωμοπλάτες ποικίλα σχέδια, όχι τόσο έκφρασης της προσωπικότητας, όσο τεχνητής ενδυνάμωσης της ομορφιάς. Σαν κόσμημα, σαν στολίδι. Ούτε κανένα μήνυμα κοινωνικού περιεχομένου, ούτε τίποτα. Προσωπική αισθητική επιλογή, σαν μια μπλούζα ή ένα σκουλαρίκι.
Βέβαια, το τατουάζ έχει χάσει, όπως είπαμε, την κοινωνική ή αντικοινωνική του φόρτιση, δεν είναι πια στάση ζωής, ιδεολογία, μέρος του «είναι» μας. Άλλο να γράφεις στο χέρι σου «Χίππις» κι άλλο να μοστράρεις μια σειρά κινέζικα ιδεογράμματα που μπορεί και να μην ξέρεις τι λένε. Για αυτό και τα παιδιά σήμερα ακολουθούν ημίμετρα. Ημιστιγματίζονται. Δεν τολμούν το κανονικό τατουάζ, με βελόνα, που μένει ανεξίτηλο και σβήνεται μόνο με χειρουργική επέμβαση, αλλά επιλέγουν το άοσμο, άχρωμο, άγευστο – και ακίνδυνο – τατουάζ με χέννα. Που σβήνει όποτε θέλεις και αντικαθίσταται με άλλο που θα ταιριάζει καλύτερα στη μεθεπόμενη γκαρνταρόμπα. Ανακουφίζεται έτσι κι ο γονιός. Στο κάτω κάτω, αφού δεν αποτελεί βαθιά επιλογή πεποίθησης, γιατί να στιγματιστώ δια βίου με κάτι που αύριο μπορεί και να μην το θέλω; Οικειοποιούνται έτσι – χωρίς να τους ανήκει, χωρίς να το νιώθουν δικό τους - ένα σύμβολο σύγκρουσης με το ενδοοικογενειακό και κοινωνικό κατεστημένο.
Δεύτερη παρατήρηση αισθητικής φύσεως, ενδεικτική της αλλαγής νοοτροπίας με το πέρασμα των γενεών. Αυτή αφορά αποκλειστικά τα αγόρια. Στον 21ο αιώνα, τα αγόρια ξυρίζουν τα πόδια και το στήθος τους! Όχι, δεν πρόκειται για πιστούς μουσουλμάνους που μπαίνουν στο ραμαζάνι. Πρόκειται για πιστούς της μόδας, που θέλει έναν ερμαφρόδιτο τύπο άνδρα με καθόλου τριχοφυΐα. Πάνε οι εποχές του «greek lover με τρίχα για πουλόβερ». Τα περισσότερα κορίτσια σήμερα, θολωμένα από τις κοσμικές στήλες, θέλουν τα αγόρια ξυρισμένα και περιποιημένα, σχεδόν όπως και οι ίδιες. Και τα αγόρια ακολουθούν τα προστάγματα (και της μόδας και των κοριτσιών). Το αέναο παιχνίδι αρσενικού και θηλυκού αναδιπλώνεται ανακαλύπτοντας καινούργια πεδία για να διεξαχθεί.
Κι αυτή βέβαια η εξέλιξη ξεκινά από τα πρότυπα του αθλητισμού. Εκεί, μεγάλοι αθλητές, πιόνια κι αυτοί στα πορίσματα μιας εξοργιστικά ανούσιας τεχνογνωσίας και εγκλωβισμένοι στον αυτοσκοπό των ρεκόρ και του κέρδους του επαγγελματικού αθλητισμού, ξυρίζουν το σώμα τους για καλύτερες επιδόσεις (όπως π.χ. οι κολυμβητές ή δρομείς), για διευκόλυνση του έργου των μασέρ (όπως π.χ. ποδοσφαιριστές ή μπασκετμπολίστες) ή απλά και μόνο για φιγούρα. Ο συνδυασμός όλων αυτών περνάει και στα παιδιά που απλά γυμνάζονται, χωρίς καμιά ελπίδα για ρεκόρ και χωρίς καμιά πιθανότητα προσωπικού μασέρ και μένει μόνο η φιγούρα. Η μίμηση του προτύπου και η ελπίδα να αποκομίσουμε κι εμείς ένα δράμι από την (εφήμερη) λάμψη και επιτυχία.
Υπήρχε περίπτωση να ανεχτεί η οποιαδήποτε τοπική κοινωνία της Ελλάδας των προηγούμενων δεκαετιών άντρες με ξυρισμένα πόδια; Η μοίρα που τους περίμενε θα ήταν χειρότερη απ’ αυτή του «Αχιλλέα απ’ το Κάιρο»: θα τους κρεμούσαν κουδούνια! Σήμερα όμως, αν δεν είναι ήδη πλήρως αποδεκτό, η κοινωνία το αποδέχεται, το συνηθίζει και αυτή η μεταστροφή σηματοδοτεί την αλλαγή νοοτροπίας και στάσης απέναντι σε ένα διαχρονικό ζήτημα: αυτό της εμφάνισης των νέων. Αν κάποιοι γκρινιάζουν, αυτοί είναι των περασμένων γενεών και δεν ενέχονται στις αλλαγές που φέρνουν τα χρόνια, πάντα με τη συνδρομή των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ο βομβαρδισμός σύγχρονων προτύπων, ειδώλων, συμπεριφορών δεν αγγίζει ούτε τα μάτια, ούτε τα αυτιά τους.
Και για τους πολλούς, που μεγάλωσαν με έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης, με μια διαφορετική αισθητική και ηθική, τέτοιες εικόνες των νέων με τατουάζ ή σκουλαρίκια σε κάθε δυνατό σημείο του σώματος και με ξυρισμένα αντρικά μέλη, δεν είναι τίποτα άλλο παρά λάδι στη φωτιά του χάσματος των γενεών και προκαλούν από απλό ξίνισμα των μούτρων ως γιουχάισμα. Πρέπει όμως, να θεωρούμε δεδομένο ότι για τις νέες γενιές αυτές οι επιλογές είναι μια πραγματικότητα, κάτι το συνηθισμένο και άμεμπτο στο απυρόβλητο της νεανικής αλαζονείας τους. Είναι ο δικός τους τρόπος, μέχρι να βρουν έναν άλλο, καινούργιο. Γιατί αυτό είναι η μόδα, «κάτι που δε ζει περισσότερο από ένα ή δυο χρόνια, που σώνεται σήμερα σα μυρουδιά που χτες είχες ρίξει στο μαντήλι σου∙ κάτι που σαν περάσει περνάει όσο κι η χάρη του, ώστε να το θυμάσαι και να γελάς ή να ντρέπεσαι, για λογαριασμό του και για λογαριασμό σου», όπως έγραφε δεκαετίες πριν ο Κωστής Παλαμάς.