Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 2ο)

ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 2ο (Συνέχεια από το 1ο μέρος)


"Αλλά και η γλώσσα τους έμοιαζε να είναι χειροποίητη. Πηγή της αέναη, η θαλερή ανθρωποφύση. Τροφοδότης της τα φεύγοντα σύννεφα του φθινοπώρου, το σμίξιμο του ανέμου με τις χελιδρονιές, τα κοτσύφια της λακκιάς, το βουητό της μέλισσας, το βλασταροντυμένο ρυάκι, η ησυχία και η μουσική της θερινής νύχτας, το δέος του χιονισμένου βοριά.
Ανταπόδοση σ’ αυτήν την μυστηριακή συμφωνία ήσαν οι φωνούλες των γυναικών που έμοιαζαν να βγαίνουν από ψιλόηχες ασημένιες καμπανούλες.
Η ευχαρίστησή τους ήταν κυρίως αυτή που αντλούσαν απ’ τους συγχωριανούς τους και πρωτίστως απ’ τον γλωσσικό τους τρόπο. Δεν είχαν ένδοξες ημέρες να θυμούνται παρά τις διηγήσεις των νεκρών τους, ούτε σπουδαία πράγματα να αναμένουν. Δεν ήθελαν την οριζόντια εξάπλωση, τους έφτανε η δική τους ρίζα.
Αλλά όσο μπορούσε να μετρηθεί η έκταση κάθε επιφάνειας του χωριού – μέχρι τα φύλλα, μέχρι τα λιθάρια και τις μερμηγκοφωλιές, μέχρι τα ξεραμένα γκασέλια – άλλο τόσο μπορούσαν να μετρηθούν οι δεξιότητες και οι εκφράσεις των χεριών και της γλώσσας.
Το χωριό ήταν σαν φυσικό θέατρο. Εναλλάσσονταν οι άνθρωποι ολημερίς απ’ τη σκηνή στην ράμπα. Τα βλέμματα καθημερινώς λάξευαν τις συμπεριφορές με γνώμονα το υπέρτερο, δοκιμασμένο στους αιώνες χωριανικό βλέμμα.
Τέτοιο ήταν το βάθος των σχέσεων με τους χωριανούς και τους κοντοχωριανούς, που κάθε άνθρωπος είχε ως παρανόμι το όνομα ενός άλλου ανθρώπου που μια ηθική ιδιότητά του προσιδίαζε προς αυτόν. Επί παραδείγματι οι αδερφές της μάνας μου ήταν η Πήγια και Γκόζιο, η Λίκα και Μπακούλο, η Σοφιά – Γκαμπότσιο, η Όλγα – Κώστα Φώτος, η Λένη – Νικόλα Κώτσιαινα. Και βέβαια ήταν για κακές ιδιότητες συνήθως που εδίδετο το παρανόμι, φαντάζομαι για λόγους παιδευτικούς.
Ας πούμε για την Λένη μόνον. Η Νικόλα Κώτσιαινα  ήταν πολύ εργατική και έχανε το μέτρο. Μια φορά που έσπαιρε στάρι στο βουνόπλο, κάθισε λιγάκι να φάει μια χαψιά ψωμί. Μόλις απόφαγε, ίσια το μετάνιωσε και είπε. Ούι η μαύρη να μου ‘χε γένει σκασμός, να μου ‘χε γένει. Αν δεν είχα κάτσει, θα τον έβγαζα τούτον τον έργον στην κορφή.
Τόσο εργατική ήταν και η Λένη. Μάλιστα όταν τα γεράματα της αφαίρεσαν δυνάμεις, την έβλεπες πάλι στους κήπους της να σκαλίζει καθισμένη σ’ ένα σκαμνί.
Το θετικό παρανόμι ήταν σπάνιο και αποτελούσε μεγάλη τιμή. Έπρεπε εκδήλως να ξεχωρίζουν τόσο ο τιμώμενος όσο και ο παραδειγματικός. Πάντως το καλό όνομα – καλό ‘κουσμα όπως έλεγαν – ήταν η ύψιστη τιμή και επιδίωξις του χωριανικού ανθρώπου.
Κέντρο της ζωής τους ήταν ο συγχωριανός και ο κοντοχωριανός τους. Ήταν αξιοθαύμαστη η γνώση τους του συγγενικού δέντρου – και των πιο νωπών βλασταριών – κάθε ανθρώπου. Ήταν ευρύχωρη και αστόμωτη ακόμα η μνήμη τους και είχε καλόν χώρο για τα ουσιώδη της ζωής.
Κάποιο καλοκαίρι ήρθε ένας γέροντας στο σπίτι μας στην Ηγουμενίτσα και γύρευε τη μάνα μου. Ποιος είσαι; του λέει. Ο Σωτήρη Ζντρίνης, της λέει αυτός. Ξάδερφος της μάνας μου, όλη του τη ζωή μετανάστης στην Αυστραλία. Ούι μωρ’ αδερφούλη μου, έβαλε τα γουργιατά η μάνα μου. Αναρωτιέμαι εδώ – κατά κάποιο τρόπο εκτός κειμένου – μήπως άξιζε αυτή η πολύχρονη απουσία για τις λίγες φωτοστεφανωμένες στιγμές του ανταμώματος.
Ήταν εποχές που ο ξάδερφος ήταν και αδερφός, η αδερφή και μάνα, ο αδερφός και πατέρας. Οι φίλοι σταυραδέρφια με αίμα απ’ την παλάμη, ευλογημένα από τον παπά σε τελετή. Σταυρομανάδες, μότραιμες, ζόνιες, σταυροθυγατέρες, αδερφοξάδερφα, μαλέκες, μπαρμπάδες, όλο το χωριό, όλα τα κοντοχώρια, ένα σφιχτοδεμένο, ανθηρό σώμα. Η πρώτη κουβέντα γνωριμίας ήταν για την καταγωγή. Πούθ’ είσαι, ποιόνου είσαι και τι φαμίλια έχεις. Ίσως ασύνειδα υπάκουαν στο κύριο ζητούμενο του ανθρωπίνου είδους.
Ως αστείο λέγεται στον τόπο μου το εξής. Ένας γέροντας ρώτησε έναν Κινέζο – απ’ τους πολλούς που έχουν μαγαζί στην Ηγουμενίτσα – από πού κατάγεται. Πούθ’ είσαι; Απ’ το Πεκίνο, του λέει εκείνος. Ποιάνου είσαι απ’ το Πεκίνο; του λέει ο γέροντας".

Συνεχίζεται...