Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΡΑΤΣΑΣ (20 11 2009)

«H αρχαία ψυχή ζει μέσα μας
αθέλητα κρυμμένη»
Κωστής Παλαμάς

Δείγμα αλάνθαστο ότι ο άνθρωπος μεγαλώνει είναι και η εξισορρόπηση που επέρχεται κάποια στιγμή ανάμεσα στις μορφές των κοινωνικών εκδηλώσεων που καλείται να παρίσταται: οι κηδείες σιγά σιγά αρχίζουν να πλησιάζουν επικίνδυνα τον αριθμό από τους γάμους και τα βαφτίσια μαζί. Από τα παιδικά χρόνια σπάνια θυμάσαι κηδείες, ενώ τα υπόλοιπα χαρμόσυνα μυστήρια αφθονούσαν. Όσο κυλάει ο καιρός συνειδητοποιείς καλύτερα αυτό το πέρασμα, ωριμάζοντας και αξιολογώντας τις χαρές και τις λύπες της ζωής.
Σε τέτοιες κοινωνικές εκδηλώσεις, σε αυτά τα θρησκευτικά μυστήρια που πέρα από το θρησκευτικό περιεχόμενο είναι συρραμμένα στο πετσί του Έλληνα ανεξάρτητα από το πόσο ο καθένας πιστεύει, οι περισσότεροι που παραβρίσκονται καταβάλλουν φιλότιμες προσπάθειες να μετάσχουν στο μυστήριο, να νιώσουν την τελετή, να συμπαρασταθούν. Άλλοι δεν περνάνε το κατώφλι του Ναού, ξεροσταλιάζουν στο προαύλιο φουμάροντας ή συζητώντας μέχρι να έρθει η ώρα να χαιρετήσουν. Και υπάρχουν και μερικοί που σχολιάζουν ασύστολα. Εγώ σε τέτοιες περιπτώσεις κάνω κάτι άλλο: αναζητώ τη ράτσα.
Στις χαρές ή τις λύπες του ανθρώπου συμβαίνει να συγκεντρώνεται το γενεαλογικό δέντρο του. Συγγενείς κοντινοί, που έπαιξαν το δικό τους ρόλο ο καθένας και όλοι μαζί στη διαμόρφωσή σου και συνεχίζουν να βρίσκονται στο πλάι ή έχει μείνει η ανάμνηση από γιορτές και καλοκαίρια του παρελθόντος. Αυτούς τους ξέρεις∙ και η αναζήτηση της ράτσας δεν έχει ουσία. Αυτοί που κινούν περισσότερο το ενδιαφέρον είναι οι κάπως πιο απομακρυσμένοι, που τους γνωρίζεις ελάχιστα ή και καθόλου. Το ίδιο ισχύει και για τους φίλους των μεγαλύτερων σε ηλικία συγγενών, που μπορεί να ανήκουν στην ίδια ράτσα.
Έγραφε ο Γιώργος Ιωάννου: «Κι όμως πόση συγκίνηση έχει να κοιτάζεις ή να συζητάς στα καφενεία και να διαισθάνεσαι τη δική σου ή μια άλλη πανάρχαια ράτσα. Ακούς εκείνες τις φωνές με τη ζεστή προφορά και σού ‘ρχεται ν’ αγκαλιάσεις. Ονόματα από σβησμένους τάχα λαούς και χώρες δειλιάζουν μέσα στο νου∙ μεθώ μονάχα και που τα λέω από μέσα μου, καθώς ολοένα βεβαιώνομαι. Χαίρομαι να κοιτάζω τις αδρές και τίμιες φυσιογνωμίες τους, κι ανατριχιάζω βαθιά, όταν σκέφτομαι πως αυτός που μου μιλά είναι δικός μου άνθρωπος, της φυλής μου. Κάτι σα ζεστό κύμα με σκεπάζει ξαφνικά, θαρρείς και γύρισα επιτέλους στην πατρίδα. Δεν έχει σημασία που δε γνώρισα ποτέ αυτή την πατρίδα ή που δε γεννήθηκα καν εκεί. Το αίμα μου από κει μονάχα τραβάει∙ εκτός κι αν είναι αληθινό πως ο άνθρωπος αποτελείται απ’ αυτά που τρώει και πίνει, οπότε πράγματι είμαι από δω. Και πώς εξηγείται τότε όλη αυτή η λαχτάρα;» (Μες τους προσφυγικούς συνοικισμούς, 1964).
Προσπαθώ να κοιτάξω τα πρόσωπα, να αναγνωρίσω ομοιότητες και κοινά στοιχεία επιβεβαιωτικά της ράτσας. Ιδίως όταν κάποιες οικογένειες της φυλής ρίζωσαν μέσα σε έναν ξένο τόπο και περιστοιχίζονται από πλειονότητες άλλων φυλών. Τότε προσπαθώ να νιώσω το αίμα, να συγκρατήσω την ομορφιά και την ασκήμια, τις λεπτομέρειες που σχηματίζουν το ένα ή το άλλο, να μαντέψω τους δεσμούς. Αυτούς τους δεσμούς που άντεξαν αιώνες και φτάσαμε μέχρι σήμερα να μπορούμε να λέμε Πόντιος ή Μικρασιάτης, Βλάχος ή Σαρακατσάνος, Ηπειρώτης ή Θρακιώτης, χωρίς καμιά εθνικιστική ή ρατσιστική προσέγγιση, κι ας μιλάμε για ράτσα.
Παρατηρώ τις υπερχιλιόχρονες μορφές αποτυπωμένες στα σημερινά πρόσωπα, τις συνήθειες, τη «σκευή» τους και αναπαρίσταται μέσα μου ένας κόσμος σχεδόν σβησμένος. Οι άνθρωποι αυτοί τοποθετούνται νοερά στο ιστορικό τους πλαίσιο, στις παραδοσιακές τους εργασίες, στη φύση της πατρογονικής κοιτίδας, στο δέσιμο της φυλής, όταν ακόμα οι επιμιξίες δεν επιτρέπονταν. Ένας κόσμος, που όπως όλα τα πλάσματα της φαντασίας είναι ιδανικός, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετικός με τις αγκυλώσεις, τα συμπλέγματα και τις δυσκολίες της εποχής.
Καμιά φορά, παίρνω το θάρρος και ρωτάω. Ανακατεύομαι με τις μνήμες αυτών που φέρνουν το παρελθόν στο παρόν και ψάχνω στοιχεία για τη ράτσα γενικά, αλλά και για την οικογένεια ειδικότερα. Από που ήρθαμε, πώς και πότε, πώς στεριώσαμε, τι φυσιογνωμίες ήταν οι πρόγονοι που δεν πρόλαβα, ζητώ να μάθω, να ζωντανέψω με το νου επεισόδια από τη ζωή τους, τη δράση τους, τις αντιλήψεις τους, τα κουσούρια τους. Κι έτσι, πολλές φορές αντιχτυπάει στα μηλίγγια μου μια πηγαία περηφάνια, αθέλητη και απροσχεδίαστη, μα τόσο δυνατή, σα να είναι η ίδια ένας λόγος ύπαρξης. Άλλοτε πάλι, απομένω με τους συλλογισμούς και τα ερωτήματα.
Κι αυτή η λαχτάρα για τις ρίζες, που ξυπνάει κάθε φορά που συναντώ έναν δικό μου που έχω καιρό να δω, χαμηλώνει όταν αρχίσει η καθημερινότητα με τις υποχρεώσεις της συγκαιρινής ζωής. Και ενώ αναζωπυρώνει με κάθε ευκαιρία και η εσωτερική παρόρμηση με κάνει να υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι θα συνεχίσω αυτή την αναζήτηση, θα επισκεφτώ αυτούς τους ανθρώπους – θεματοφύλακες της συνέχειας και του πολιτισμού της φυλής πριν να είναι αργά, η μία αναβολή ακολουθεί την άλλη. Κι έτσι η ανακάλυψη αυτού του πατρογονικού κόσμου αφήνεται μοιραία στην περιστασιακή ανάγνωση κανενός βιβλίου ή στην επόμενη σύναξη σε κάποια εκκλησιαστική τελετή.
Σήμερα βέβαια, υπάρχουν πολλοί πεπολιτισμένοι καλοθελητές που θα βιαστούν να χαρακτηρίσουν όποιον ασχολείται με την παράδοση ή την ιστορία της ράτσας οπισθοδρομικό. Ο Ιωάννου, ήδη από το 1964, έχει έτοιμη την απάντηση: «Εγώ όμως από τώρα είμαι βαριά παραπονεμένος. Μέσα στους ξένους και στα ξένα πράγματα ζω διαρκώς∙ στα έτοιμα και στα ενοικιασμένα. Συγκατοικώ με ανθρώπους που αδιαφορούν τελείως για μένα, κι εγώ γι’ αυτούς. Ούτε μικροδιαφορές δεν υπάρχουν καν μεταξύ μας. Ο ένας αποφεύγει τον άλλο, όσο μπορεί. Μα κι αν τύχει να σου μιλήσουνε, κρύβουν συνήθως τα πραγματικά τους στοιχεία σα νά’ ναι τίποτε κακοποιοί. Το ιδανικό, η τελευταία λέξη του πολιτισμού, είναι, λέει, να μη ξέρεις ούτε στη φάτσα το γείτονά σου. Πονηρά πράγματα βέβαια∙ προφάσεις πολιτισμού, για να διευκολύνονται οι αταξίες. Γι’ αυτό ζηλεύω αυτούς που βρίσκονται στον τόπο τους, στα χωράφια τους, στους συγγενείς τους, στα πατρογονικά τους. Τουλάχιστο, ας ήμουν σ’ ένα προσφυγικό συνοικισμό με ανθρώπους της ράτσας μου τριγύρω».