Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

Η ΤΡΙΤΟΚΟΣΜΙΚΗ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΒΙΣΑΛΤΙΑΣ (31 07 2009)

«...μα εγώ στο κύμα του γιαλού
θεμέλιωσα το σπιτικό
να τ’ αποσώσω δεν μπορώ».
Οδυσσέας Ελύτης

Άλλο ένα καλοκαίρι πήγε χαμένο. Μετά το περσινό, και το φετινό περνάει χωρίς να αλλάξει κάτι στη μικρή μας (κατ’ ευφημισμό) πόλη. Το κέντρο της και οι πολυπόθητοι και πολυθρύλητοι πεζόδρομοι έμειναν στα χαρτιά, σχέδια ανεκπλήρωτα, τσαλακωμένα στα μικροσυμφέροντα. Και οι ελπίδες για μια ανθρώπινη πόλη έγιναν κι αυτές ακριβοθώρητες και σβήνουν σιγά σιγά, όπως θα σβήσει κι αυτό το καλοκαίρι, μέσα στα σβηστά φώτα και σβηστά τσιγάρα στα τραπέζια του Δημοτικού Συμβουλίου.
Καλοκαίρι, χαρά Θεού. Ανοιχτωσιά καιρού, λιακάδα. Εκ των πραγμάτων καλύτερη διάθεση για μια βόλτα. Και ο ελεύθερος χρόνος εξοικονομείται πιο εύκολα. Δεν είναι το κρύο του χειμώνα που σε τραβάει σε ζεστούς χώρους, σε καλεί να κλειστείς μέσα. Ο άνθρωπος θέλει, ιδίως τέτοια εποχή, τη συναναστροφή, τη δροσιά του απογεύματος ή της βραδιάς, την καλή παρέα, την ανάλαφρη συζήτηση. Ο τόπος υπάρχει, τα δέντρα περιμένουν να σε δεχτούν κάτω από τον ίσκιο τους, τα νερά των σιντριβανιών ασφυκτιούν στους παραχωμένους σωλήνες τους, μάταια περιμένοντας να σε δροσίσουν και να γαργαλίσουν την ακοή σου με το κελάρυσμά τους. Ως κι αυτά στέρεψαν φέτος. Εκτός αν περιμένουνε τα Γερακίνεια για να αναβλύσουν...
Ο τόπος υπάρχει. Οι άνθρωποι δεν υπάρχουν για να δώσουν στον τόπο τις διαστάσεις που του πρέπουν. Στεγνωμένα μυαλά, έρμαια του συστήματος, στο ζυγό της καταμέτρησης των 100 ψήφων που τους είναι ικανοί για να ξαναβγούν. Των ψήφων που θα χάσουν από μεγάλα σόια, πολίτες «υψηλού κύρους», κάποιας «κοινωνικής τάξης» ή φίλους που τους έταξαν να γίνει το χατήρι τους. Δεν ξέρω ποιοί Δημοτικοί Σύμβουλοι αντιδρούν. Δε ρώτησα και ούτε με νοιάζει. Με νοιάζει μόνο να μπει μια σειρά στο χάος αυτό που λέγεται κέντρο της Νιγρίτας.
Φέρνω στο νου μου παλιότερο καλοκαίρι. Η Αθ. Αργυρού, από το Enjoy ως τη Βιολέττα, κλειστή. Όλα τα καταστήματα πάνω σ’ αυτή τη λωρίδα, λωρίδα πνοής, ανοιγμένα τραπεζάκια. Ούτε ένα αυτοκίνητο να διακόπτει την κυκλοφορία ανθρώπων. Και ,πάνω απ’ όλα, πλήθος κόσμου. Στίφη. Όλα γεμάτα. Τί πιο ωραίο για την εικόνα της πόλης; Και η εικόνα της πόλης είναι μόνο το αισθητικό μέρος. Τί πιο ωραίο και για την αγορά της πόλης. Ποιος βγαίνει χαμένος από ένα τέτοιο σκηνικό, το οποίο εκτός από τους Νιγριτινούς, ήταν και μαγνήτης για τα χωριά της περιφέρειας που έβρισκαν εδώ ό,τι αναζητούσαν στις Σέρρες;
Και πόσο καλύτερα θα ήταν τα πράγματα, αν έκλεινε και η άλλη πλευρά της κεντρικής οδού και δινόταν η δυνατότητα και στους απέναντι καταστηματάρχες να κάνουν τις δικές τους κινήσεις για να κερδίσουν την πελατεία τους και να ομορφύνουν με τη σειρά τους τον τόπο. Και δε λέω να γίνουν όλα ασύδοτα, ξέφραγο αμπέλι. Όχι. Μια τέτοια προοπτική δίνει τη δυνατότητα και στο Δήμο να αντλήσει σημαντικά έσοδα από την ενοικίαση των πεζόδρομων, σύμφωνα με νόμιμες διαδικασίες. Τόσα πολλά χρήματα έχουμε στα ταμεία, που δε μας χρειάζονται άλλα;
Ακούω τους αντιδραστικούς να λένε: «και τα αυτοκίνητα από που θα πάνε»; Μα καλά, δεν υπάρχουν λύσεις; Έκλεισαν οι άλλοι δρόμοι, στένεψαν; Τόσες προτάσεις κατατέθηκαν από ειδικούς και άλλες τόσες από μη ειδικούς, αλλά ανθρώπους που ζουν εδώ και βιώνουν το πρόβλημα. Δηλαδή τώρα είναι καλύτερα που περνάνε μέσα από το κέντρο, πάνω από τις πέτρινες πλάκες του πεζόδρομου -to be- τα λεωφορεία και οι νταλίκες και ξερνάνε το καυσαέριό τους στα μούτρα του κοσμάκη; Άσε και το μποτιλιάρισμα που ανανεώνεται σε χρόνο dt, σαν κάποιος αποφασίσει αυθαίρετα να παρατήσει το αυτοκίνητο του όπου του καπνίσει για να τελειώσει στα πεταχτά ( κι αυτό το πεταχτά κρατάει καμιά ώρα) τη δουλειά του. Όχι, δεν θα το αφήσει πενήντα μέτρα πιο κάτω που δεν ενοχλεί κανέναν, παρά θα το κοτσάρει μπροστά ακριβώς από κει που θέλει να πάει! Και στο – ζουραρικό- στεατοπυγικό του υποσύστημα όποιος εμποδίζεται στη δική του δουλειά από τον κουφιοκέφαλο ατομίσταρο.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Από τη στιγμή που ο νόμος του Δήμου επέβαλε την απόσυρση των τραπεζοκαθισμάτων από το – για να το πω έτσι – πεζοδρόμιο του πεζόδρομου (που κατάντησε λεωφορειόδρομος), δηλαδή το χώρο που οριοθετείται από πρασινωπά μεταλλικά κολωνάκια, τί έγινε; Βρήκαν οι πεζοί μέρος για να περπατούν ανενόχλητοι; Όχι βέβαια. Γιατί το κενό που δημιουργήθηκε έσπευσαν (όπως έκαναν και πέρσι) να το εκμεταλλευτούν τα πάσης φύσεως, μορφής, αισθητικής και θορύβου δίτροχα. Φλομώνει λοιπόν ο τόπος από σιδερικά, εξατμίσεις και ξερογκαζιές. Ποιο καλύτερο πάρκινγκ για τα μηχανάκια; Ακολουθώντας τη νοοτροπία των παραπάνω οδηγών, διαλέγουν να ακουμπήσουν το στυλωτήρα τους σε μέρος που να μπορούν να θωρούν το κόσμημά τους και να μη χρειαστεί να κάνουν πάνω από δέκα βήματα γα να το καβαλήσουν. Απορώ αν έτσι κάνουν (όλοι οι οδηγοί) και όταν βρεθούν στις Σέρρες ή, ακόμα χειρότερα, στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, που αν βρεις να παρκάρεις μερικά χιλιόμετρα από το σημείο που θες να πας, είσαι ευτυχισμένος σα να κέρδισες το λαχείο. Μόνο εδώ η μαγκιά περισσεύει.
Φαντάζομαι ακόμα άλλους αντιρρησίες να διερωτώνται πού θα βρεθούν τα χρήματα που απαιτούνται για την ευόδωση του μεγαλόπνοου σχεδίου ανάπλασης του κέντρου που εκπονήθηκε από σχετικό Πανεπιστήμιο. Μα μέχρι να γίνει αυτό πραγματικότητα, δε χρειάζεται ούτε ένα ευρώ για να αποκλειστούν τα αυτοκίνητα από την πλατεία. Με απλούς περιορισμούς και ανακατεύθυνση των οχημάτων σε παράπλευρους δρόμους πετυχαίνεται απλούστατα η αποκέντρωση και με οργανωμένο χρονοδιάγραμμα μπορεί σταδιακά να ολοκληρωθεί η ανακατασκευή. Τα απτά όμως αποτελέσματα μπορούν να κερδηθούν εδώ και τώρα.
Καταλαβαίνω ότι δεν είναι εύκολο να διοικείς. Να είσαι Δήμαρχος, Αντιδήμαρχος, Σύμβουλος κλπ. Να έχεις να αντιπαρατεθείς, να εκτίθεσαι, να προσπαθείς, αν είσαι φρόνιμος. Ή να έχεις να συμβιβάσεις το συλλογικό έργο (ή τουλάχιστο φαινομενικό έργο) με το προσωπικό σου κέρδος, αν είσαι τσαρλατάνος. Αυτά όμως είναι πράγματα που θεωρητικά θα έπρεπε να συνυπολογιστούν από κάποιον που παίρνει την απόφαση να ασχοληθεί με την Πολιτική. Είναι πράγματα που λαμβάνονται υπόψη πριν αποφασίσεις να συνυπογράψεις το ψηφοδέλτιο, αν το κάνεις με συναίσθηση της ευθύνης κι όχι κρύβοντας ιδιοτέλεια ή μπαίνοντας συμπλήρωμα στο συνδυασμό λόγω συγγενικών σχέσεων. Συνεπώς, η ανάληψη της ευθύνης εκείνη τη στιγμή ορίζει και επιβάλλει την ανάληψη ευθύνης όταν παρουσιάζονται οι πρακτικές ανάγκες.
Συγκεφαλαιώνοντας, ορίστε το δίλημμα: από τη μία πεζόδρομοι για ανθρώπους, παιδιά, ηλικιωμένους, ανοιχτοί στα τραπεζάκια της ταβέρνας, της καφετέριας, του ζαχαροπλαστείου, του μπουγατσατζήδικου, του σαντουϊτσάδικου (που θα αποδίδουν ενοίκιο στο Δήμο), χωρίς τον κίνδυνο των αυτοκινήτων, χωρίς κόρνες, μποτιλιαρίσματα, εξατμίσεις, ανοιχτοί στους ντόπιους και τους επισκέπτες, τόνωση της αγοράς, ηρεμία, ομορφιά, ανθρώπινες συνθήκες. Από την άλλη, πεζόδρομος για τροχοφόρα, ηχορρύπανση, καυσαέρια, κορναρίσματα από τις ουρές, τριτοκοσμικά παρκαρίσματα, άνθρωποι κάθε ηλικίας να προσπαθούν να αποφύγουν το βρυχώμενο όχημα, αντεγκλήσεις, διαφυγόντα κέρδη για το Δήμο, πελάτες στα καταστήματα σαν ψιχάλες στο δρόμο, ενώ τα κύματα οδεύουν στις Σέρρες, όπου μπορούν να απολαύσουν όσα εδώ ανήκουν, όπως φαίνεται, στη σφαίρα της ουτοπικής φαντασίας. Δίλημμα, στην ουσία, ανύπαρκτο. Τα συμπεράσματα δικά σας.
tezjorge@yahoo.gr

«Η ΕΣΧΑΤΗ ΤΩΝ ΠΟΙΝΩΝ»

Ένα καλοκαιρινό διήγημα του Νίκου Χουλιαρά (24 07 2009)


«Δεν υπάρχει άλλος στο νησί που να ξέρει τόσο καλά το γήπεδο όσο ο Δαμιανός Καράντζας.
Παρόλο που είναι μόνο εννιά χρονώ ξέρει τα πάντα σ’ αυτό το χωματένιο στίβο, που συνορεύει με την άμμο του Σιφνέικου. Γνωρίζει όλες τις ανωμαλίες του εδάφους του, ξέρει καλά τις κλίσεις καθώς και όλες τις παγίδες. Λόγω αυτού, γνωρίζει όσο κανείς, και τα πλεονεκτήματα της καθεμιάς πλευράς. Τα ξεχαρβαλωμένα του γκολπόστ τα έχει ψηλαφίσει αμέτρητες φορές και άλλες τόσες τα τρύπια μαύρα δίχτυα τους, γιατί το γήπεδο αυτό είν’ όλη του η ζωή.
Το πατρικό του σπίτι βρίσκεται μόλις δυο μάντρες πίσω από τούτη την αλάνα και ο πιτσιρικάς περνάει τις μέρες του εκεί. Είτε με άλλους είτε μόνος του – από το μεσημέρι ως το βράδυ – κλοτσάει μια μπάλα, αλωνίζοντας το γήπεδο χειμώνα καλοκαίρι, τόσο, που έχει γίνει πια εξπέρ. Οι τρίπλες του είναι φανταστικές κι οι πάσες του μεγάλης ακρίβειας. Όλοι το ξέρουν. Κι όμως, δε φαίνεται να φτάνει αυτό. Στα ματς που λαχταράει να παίξει δεν τον θέλουν. Μιλάμε για τα διεθνή: τα κλασικά τα ντέρμπι του καλοκαιριού μεταξύ Ελλάδας και Σουηδίας ή, εν πάση περιπτώσει, στα ματς ντόπιων εναντίον ξένων, μιας και πολλές φορές με την ομάδα της Σουηδίας παίζουν και παίχτες άλλων εθνικοτήτων όπως Άγγλοι, Γερμανοί ή Γάλλοι και σπανιότερα κάποιοι Νορβηγοί, αφού, όπως είναι γνωστό, δεν τρέφουν ιδιαίτερη εκτίμηση οι μεν για τους δε, παρόλο που είναι γείτονες.
Ας είναι. Κάθε απόγευμα, λοιπόν, απ’ τα διάφορα σημεία του νησιού, κατηφορίζουν προς το γήπεδο ομάδες παιδιών ή νέοι όλων των ηλικιών, από τα δεκαπέντε μέχρι τα σαράντα. Μέσα σ’ αυτούς υπάρχουν και πολλοί που περισσεύουν.
Τέλος πάντων. Κατευθύνονται, όλοι μαζί, στη βόρεια πλευρά. Πιάνουν τους ίσκιους κάτω απ’ τα χαμηλά τα κέδρα και ξεντύνονται. Φορούν παντελονάκια όλων των ειδών – από κοντά μονόχρωμα μέχρι χρωματιστές βερμούδες. Φοράνε και φανέλες. Μ’ αυτές τα πράγματα είναι κάπως πιο αυστηρά. Οι ντόπιοι ,πάντοτε, φοράνε μπλε ή οποιοδήποτε, εν πάση περιπτώσει, φανελάκι που να’ χει τέτοια απόχρωση, ενώ οι ξένοι κίτρινα – στο χρώμα της σουηδικής σημαίας δηλαδή – αφού οι πιο πολλοί είναι Σουηδοί κι αυτό το χρώμα έχει επικρατήσει από χρόνια.
Όταν είναι έτοιμοι, λοιπόν, οι αρχηγοί της κάθε πλευράς επιλέγουν τους παίχτες της ομάδας τους κι αρχίζει το παιχνίδι. Και το παιχνίδι κρατάει όσο το φως του ήλιου τούς επιτρέπει να διακρίνουν καθαρά τη μπάλα.
Πολύ συχνά όμως, τα ματς αυτά τελειώνουν κάπως ανορθόδοξα είτε γιατί ο διαιτητής θυμάται ξαφνικά πως έχει κάποια επείγουσα δουλειά και πρέπει να αποχωρήσει, είτε γιατί πολλοί απ’ τους παίχτες και των δύο πλευρών έχουν κλατάρει, απ’ την πολλή τη ζέστη και το τρέξιμο, και προτιμούν, εντέλει, τη συντροφιά των γυναικών της ολιγάριθμης κερκίδας από την πλήρη εξόντωση. Πάντως, κάθε φορά, τα σκορ αυτών των ντέρμπι συναγωνίζονται εκείνα των αγγλικών ομάδων τρίτης κατηγορίας και κάτι παραπάνω. Πότε, ας πούμε, κερδίζει η Σουηδία με 16-13 και πότε η Ελλάδα με 12-8.
Κάποιες φορές, βέβαια – λόγω ειδικών συνθηκών – αποχωρούν κι οι δυο ομάδες απ’ το γήπεδο ισόπαλες. Άλλοτε με σκορ 9-9 και άλλοτε με κάπως μικρότερο: 7-7, ας πούμε.
Αυτό το πράγμα γίνεται, λοιπόν, στο γήπεδο της Αντιπάρου σχεδόν κάθε απόγευμα: από τα μέσα του Ιούνη, κάθε χρονιάς, μέχρι τα τέλη του Αυγούστου.
Το ίδιο πρόκειται να γίνει κι αυτό το απομεσήμερο που βρίσκει, ήδη, το μικρό Δαμιανό Καράντζα έτοιμο – ντυμένο στα γαλάζια.
Φοράει μια ολοκαίνουρια στολή κι αθλητικά παπούτσια. Κρατάει στα χέρια του μια μπάλα και τη χτυπάει, νευρικά, στο έδαφος.
Τον βλέπω από μακριά. Ψηλά απ’ τα βράχια του Σιφνέικου τον βλέπω: να παίρνει τη στροφή δίπλα στο εκκλησάκι με τα αρμυρίκια και να κατευθύνεται προς το γήπεδο για να συναντήσει εκεί τους άλλους.
Ο ήλιος έχει πάρει, ήδη, την κατιούσα. Κρέμεται πάνω απ’ τα νερά όπου είναι το νησί της Σίφνου και στη μεγάλη αλάνα με τα ξύλινα γκολπόστ, σκιές μεγάλες γράφουν πάνω στο χώμα αφήνοντας στενές λουρίδες από φως να κιτρινίζουν το έδαφος μέχρι ψηλά. Εκεί, στη χαμηλή τη μάντρα με τα θαλασσόδεντρα που κλείνει απ’ την ανατολική πλευρά όλο το μήκος του γηπέδου και χρησιμοποιείται απ’ τους παίχτες σαν μια οριακή περιοχή της θέσης του αράουτ.
Κάτω απ’ τα κέδρα, οι δυο ομάδες είναι σχεδόν έτοιμες να μπουν στο γήπεδο, μα διακρίνω από ψηλά μια αναταραχή στο μέρος της ελληνικής πλευράς. Κοιτάω καλύτερα και βλέπω, μες στο τσούρμο, το μικρό Δαμιανό Καράντζα να κρατάει στα χέρια τη δική του μπάλα και να πηγαίνει, πέρα δώθε, σαν να τον παρασέρνει αέρας δυνατός. Τη μια, χώνεται μες στην ομάδα των παιδιών με φόρα και την άλλη – σαν κάποιος να τον έσπρωξε – βγαίνει, ξανά, έξω απ’ αυτή, παραπατώντας.
Δεν ακούω τι λένε, μα είναι φανερό πως δεν τον θέλουν, πάλι, το μικρό. Τον βγάζουν έξω απ’ την ομάδα.
Δεν μπορώ να διακρίνω την έκφραση στο πρόσωπό του, μα τούτη η απόρριψη γράφει καθαρά, στο μικροσκοπικό του σώμα. Σαν το σκυλί που μόλις έφαγε κλοτσιά και ετοιμάζεται ν’ αποσυρθεί νιώθοντας στο κεφάλι του κάτι πηχτό κι αβάσταχτο να τον βαραίνει, βγαίνει απ’ το τσούρμο των παιδιών ο Δαμιανός Καράντζας και κατευθύνεται, σκυφτός, προς την περιοχή του αράουτ, τρεκλίζοντας, λες κι είναι μεθυσμένος.
Σαν να’ ναι χαρτονάκι μαλακό μοιάζει, τώρα, από μακριά ο πιτσιρικάς: σαν ένα χαρτονάκι διπλωμένο, πάνω εκεί, στη χαμηλή τη μάντρα με τα θαλασσόδεντρα που ρίχνει πίσω της μια σκιά τόσο βαριά όση και η πίκρα του μικρού αυτή την ώρα.
Στο μεταξύ ο αγώνας έχει αρχίσει. Οι παίχτες τρέχουν, ήδη, πέρα δώθε σαν δαιμονισμένοι. Κλοτσούν τη μπάλα και μαρκάρουν δυνατά. Φωνάζουν άγρια, σ’ όλες τις γλώσσες και πέφτουν άτσαλα, ο ένας πάνω στον άλλο, μα το νευρικό γκαρσόνι του SUNSET, που εκτελεί χρέη διαιτητή, αφήνει το παιχνίδι να εξελιχτεί. Σφυρίζει μόνο τα φάουλ εκείνα που ευνοούν την ελληνική ομάδα, γι’ αυτό και οι Σουηδοί διαμαρτύρονται.
Σε λίγο, μπαίνουν και τα πρώτα γκολ και η εξέδρα αρχίζει να ζεσταίνεται. Ακόμη πιο πολύ φαίνεται να ζεσταίνονται οι παίχτες, καθώς η θερμοκρασία αγγίζει τους τριάντα δύο βαθμούς. Παρ’ όλ’ αυτά, τρέχουνε κάθιδροι σ’ όλο το μήκος του γηπέδου. Οι γδούποι απ’ τα χτυπήματα ακούγονται σ’ όλη τη δυτική ακτή. Χτυπούν στα βράχια του Σιφνέικου και επιστρέφουν πάλι.
Μια σκόνη κίτρινη, πυκνή, σηκώνεται απ’ το χώμα προς τον ουρανό και φεύγει προς το μέρος του οικισμού ενώ η ολιγάριθμη εξέδρα μετράει τα γκολ. Παροτρύνει με κραυγές τους παίχτες και, πότε-πότε, τους υπενθυμίζει, με τον τρόπο της, πού βρίσκεται κάθε στιγμή το σκορ. Το ίδιο κάνει κι ο μικρός Δαμιανός Καράντζας από μέσα του.
Ο πορφυρός μεγάλος δίσκος, αδιάφορος για όλ’ αυτά, έχει βουτήξει απ’ ώρα στο νερό κι αρχίζει πια να σκοτεινιάζει. Τώρα οι κινήσεις των παιχτών έχουνε γίνει ασταθείς. Δεν έχουν πια το νεύρο που είχαν, γι’ αυτό και είναι δύσκολο να γείρει η νίκη προς τη μια πλευρά. Το σκορ παραμένει ισόπαλο 6-6 πάνω από μισή ώρα, κι οι παίχτες είναι κουρασμένοι. Δεν υπάρχει πια και ορατότητα καλή γι’ αυτό και κάποιοι απ’ αυτούς προτείνουν, όχι και τόσο φανατικά, να χτυπηθούνε πέναλτι για να βγει ο νικητής. Δε συμφωνούν όμως όλοι. Τελικά, καταλήγουν, από κοινού, να επαναληφθεί το ματς την επομένη και το διαλύουν.
Ο Δαμιανός Καράντζας βλέπει την κίνηση αυτή από μακριά. Πηδάει τότε βιαστικά τη μάντρα και τρέχει, αμέσως, προς το σπίτι του.
Όταν ύστερα από λίγο γυρίζει ξανά στον τόπο του μαρτυρίου του, τη θέση της γαλάζιας φανέλας έχει πάρει μια κίτρινη. Ένα μπλουζάκι της αδερφής του, πού’ χει τα χρώματα του εχθρού, φοράει ο πιτσιρικάς και είναι έτοιμος να πάρει εκδίκηση γι’ αυτό που του’ χουν κάνει οι δικοί του.
Κοιτάει, λοιπόν, επίμονα το γήπεδο κι όταν βλέπει να φεύγει αποκεί κι ο τελευταίος παίχτης, κατεβαίνει με βηματάκια αποφασιστικά στην αδειανή αλάνα.
Ο θόλος τ’ ουρανού έχει σκουρύνει πια για τα καλά. Τα φώτα του οικισμού ανάβουν ένα ένα, μα ο μικρός, χτυπώντας τη μπαλίτσα νευρικά πάνω στο χώμα, πάει και τη στήνει στην πλευρά όπου, πριν λίγο, ήταν η περιοχή του τέρματος των Σουηδών. Το κάνει αυτό γιατί την ώρα που διακόπηκε το ματς στα 6-6, οι Σουηδοί είχαν την κατοχή της μπάλας.
Αποκεί, λοιπόν, θα επιτεθεί, τώρα, ο Δαμιανός Καράντζας έχοντας στόχο την εστία των Ελλήνων: το τέρμα, δηλαδή, που’ χαν οι ντόπιοι στον κανονικό αγώνα. Κόντρα σ’ αυτούς που τον απέρριψαν, θέλει να επιτεθεί ο πιτσιρικάς. Να ανατρέψει το αποτέλεσμα και να τους εκδικηθεί. Γι’ αυτό, φέρνει στο νου του, γρήγορα, τα πρόσωπα ένα ένα. Όλους τους ντόπιους σκέφτεται, που παίζανε πριν από λίγο στην ομάδα κι ακόμη έναν. Το φίλο του, το Νικολάκη του Σινιόρη, που δεν έπαιζε. Αυτόν τον φαντάζεται στη θέση της εξέδρας έτσι, για να’ χει, ας πούμε, κάποιο μάρτυρα του επικείμενου θριάμβου του.
Στο γήπεδο επικρατεί απόλυτη σιωπή. Κανένας δεν υπάρχει εκεί εκτός από ένα μαύρο κυνηγόσκυλο που τρέχει, αθόρυβα, προς τη μεριά του SUNSET. Έν’ αεράκι ήσυχο φυσάει τα θαλασσόδεντρα πίσω απ’ τη μάντρα κι ο Δαμιανός Καράντζας, κοιτάζοντας επίμονα προς την αντίπαλη εστία, σπρώχνει τη μπάλα, ελαφρά, με το δεξί. Την πετάει δυο τρία μέτρα μπροστά του κι αμέσως ύστερα, αρχίζει να την κοντρολάρει. Προχωρεί με άνεση, μα λίγο πιο κάτω κάνει ελιγμό και προσπερνά τον πρώτο υποθετικό αντίπαλο. Αυξάνει αμέσως την ταχύτητα κι όταν φαντάζεται μπροστά του το δεύτερο παίχτη να του κλείνει το δρόμο προσποιείται ότι θα σουτάρει. Σταματάει όμως ξαφνικά, στρίβει δεξιά και τον αδειάζει.
Με φάλτσο εσωτερικό φέρνει τη μπάλα, αμέσως, προς το κέντρο και επιτίθεται μετωπικά.
Τα μικροσκοπικά του ποδαράκια εναλλάσσονται ταχύτατα σηκώνοντας στον ουρανό μια γκρίζα σκόνη κι ο Δαμιανός Καράντζας φτάνει ήδη στη μεγάλη περιοχή. Με σπάσιμο της μέσης αποφεύγει τον πρώτο υποθετικό αμυντικό, μα λίγα μέτρα πιο πέρα, σκοντάφτοντας σε κάποια ανωμαλία του εδάφους, χάνει τον έλεγχο και σωριάζεται φαρδύς πλατύς στο χώμα. Την ύστατη στιγμή, όμως, προλαβαίνει και κάνει το πέσιμο πιο θεαματικό, δήθεν ότι τον μάρκαρε σκληρά ο αμυντικός, γι’ αυτό ζητάει πέναλτι, και το κερδίζει αμέσως.
Και να, λοιπόν, που ήρθε η στιγμή να πάρει μια εκδίκηση για όσα του’ χουν κάνει. Σηκώνεται απ’ το έδαφος και πάει προς τη μπάλα.
Πίσω απ’ τους λόφους του Σιφνέικου προβάλλει, τώρα, ένα φτενό πορτοκαλί φεγγάρι και ο πιτσιρικάς μονάχος στην αλάνα, στήνει τη μπάλα, τελετουργικά, στο σημείο του πέναλτι. Ετοιμάζεται να εκτελέσει την εσχάτη των ποινών στο άδειο τέρμα των Ελλήνων ενώ, την ίδια ώρα, λίγα μέτρα πιο κάτω, στην άμμο του γιαλού, η Σιλόνα – η μικρή Ρουμάνα που δουλεύει σαν καθαρίστρια στο Time – βαδίζει μόνη προς τα βράχια του Σταυρού».

Νίκος Χουλιαράς, Μια μέρα πριν δυο μέρες μετά, Νεφέλη.

Καλό καλοκαίρι.
Δια την αντιγραφήν:
tezjorge@yahoo.gr

Η ΑΛΕΠΟΥ, ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΚΑΙ Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ (17 07 2009)



Ο Αριστοτέλης, στο έργο του «Πολιτικών Α», αναφέρει ότι «το να ψάχνουμε σε κάθε τι την χρησιμότητα, καθόλου δεν ταιριάζει σε μεγαλόψυχους και ελεύθερους ανθρώπους». Λέει δηλαδή ο φιλόσοφος ότι δεν είναι ανάγκη ένας άνθρωπος να ζητάει όφελος, κέρδος, χρησιμότητα σε κάθε ενέργειά του. Άρα, υπάρχουν και πράγματα στη ζωή, στα οποία μπορεί να ανιχνεύουμε στοιχεία χωρίς καμία σχέση με αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως άμεσα χρήσιμο ή πρακτικό. Κι ένα τέτοιο πράγμα θαρρώ πως είναι και η Τέχνη.
Όχι, προς Θεού, ότι η Τέχνη δεν είναι χρήσιμη. Ίσα ίσα. Αλλά ο σύγχρονος άνθρωπος, σχεδόν εξ ολοκλήρου, την έχει εξοβελίσει από τη ζωή του (όχι πάντα με δικιά του ευθύνη), με αποτέλεσμα να έχει επικρατήσει η αντίληψη πως η ενασχόληση με κάποια μορφή τέχνης που υπερβαίνει τα σπιθαμιαίου αναστήματος τηλεοπτικά νεοελληνικά πρότυπα, να θεωρείται δείγμα ελιτισμού και αυτός που ασχολείται με κάτι τέτοιο (όπως π.χ. η ποίηση), αβασάνιστα χαρακτηρίζεται «κουλτουριάρης» - ή καλύτερα – «ψευτοκουλτουριάρης» και καθαρίσαμε! Μπήκε η ταμπέλα και αμέσως αποενοχοποιήσαμε τη δική μας κενότητα, ανυψώσαμε τη δικιά μας «ποιότητα»!
Φτάσαμε δηλαδή, στο σημείο η λέξη «κουλτούρα» (culture = πολιτισμός, καλλιέργεια) να σημαίνει στη μίζερη νεοελληνική πραγματικότητα, όπου οτιδήποτε δεν αποτιμάται σε ποσοτικό κέρδος, μυκτηρίζεται, κάτι το μειωτικό, το ταπεινωτικό, καθώς ο (ψευτο)κουλτουριάρης μυρίζει ναφθαλίνη, κλεισούρα γραφείου ή εργαστηρίου, ακοινωνησία και πολλές φορές επιφανειακό ενδιαφέρον για το αντικείμενο με το οποίο ασχολείται (εξ ου και το «ψευτό»). Δυστυχώς, όμως υπήρξαν και τέτοιοι «πνευματικοί» άνθρωποι (ο Ντίνος Χριστιανόπουλος τους αναλύει στο έργο του «Τα αλαμπουρνέζικα ή η γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων») που, λειτουργώντας ακριβώς έτσι, έδωσαν πατήματα για να παγιωθεί το κακό αυτό στερεότυπο για όλους όσοι προσπαθούν να εμπλουτίζουν το πνεύμα τους.
Ας τους αφήσουμε όμως, αυτούς. Θεωρούμε σήμερα ότι το να διαβάσεις ένα ποίημα, να ατενίσεις έναν πίνακα ζωγραφικής ή να ακούσεις ένα κομμάτι κλασικής μουσικής είναι χάσιμο χρόνου (δεν αποδίδει χειροπιαστό όφελος κλπ, κλπ). Είναι έτσι τα πράγματα; Όχι ακριβώς. Ένα ισχυρό επιχείρημα που χρησιμοποιείται σε τέτοιες δύσκολες περιπτώσεις (ποίηση, κλασική μουσική), είναι ότι «δεν το καταλαβαίνουμε». Γνωστή η – παιδιάστικη - αντίδραση: «και τι με νοιάζει εμένα τι ήθελε να πει ο ποιητής» , «γιατί δεν το λέει πιο απλά και μας βασανίζει;» ή «θα κοιμηθούμε με αυτές τις κλασικούρες». Στην ουσία πρόκειται για τη γνωστή παροιμία: όσα δε φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια.
Το θέμα όμως είναι ότι δε φταίει η αλεπού που δεν μπορεί να καλύψει την απόσταση από το αντικείμενο του πόθου της. Φταίνε άλλοι, που δε φρόντισαν να εφοδιάσουν την καημένη την αλεπού με την απαιτούμενη αλτική ικανότητα ή με ένα σκαμνάκι, βρε αδελφέ, ώστε να αρπάξει τα σταφύλια. Πού μπορούμε να βρούμε αυτό που αυτάρεσκα ονομάζουμε αισθητική παιδεία, αισθητική καλλιέργεια; Στην οικογένεια, που όλοι τρέχουν πανικόβλητοι να προλάβουν με τις δουλειές τους και οι περισσότεροι έχουν τη νοοτροπία που αναφέραμε πιο πάνω (δεν αποδίδει χειροπιαστό όφελος κλπ, κλπ); Στο σχολείο, που θα είναι τυχερό όποιο έχει την πολυτέλεια καθηγητή Αισθητικής Αγωγής, και με 25-30 παιδιά στο τμήμα; Στην τηλεόραση (ας γελάσω), που καλύπτει το μεγαλύτερο ποσοστό του ελεύθερου χρόνου του νεοέλληνα γεμίζοντάς το με εγχώριες και εισαγόμενες αρλούμπες; Πού;
Έστω όμως, ότι δεχόμαστε ως δεδομένη την αδυναμία της πλειονότητας να προσεγγίσει και να κατανοήσει ένα έργο τέχνης απαιτήσεων, καθώς ούτε έχει «παιδευτεί» κατάλληλα, ούτε πήρε πρωτοβουλία να διαβάσει κάποια πράγματα από μόνος του που θα τον βοηθήσουν να ξεκλειδώσει το έργο. Κι όμως, το έργο πάλι έχει να πει κάποια πράγματα στον προσεκτικό και ενδιαφερόμενο. Το έργο τέχνης, από τη στιγμή που φεύγει από τον δημιουργό του, παύει πλέον να είναι δικό του. Γίνεται κτήμα του οποιουδήποτε το προσεγγίζει. Και εκείνη τη στιγμή το έργο είναι σαν να φτιάχτηκε για εκείνον. Δεν έχει σημασία η πρόθεση του καλλιτέχνη, τα μηνύματα που θέλει να περάσει. Σημασία έχει τί λέει το έργο στον κάθε άνθρωπο, κάτι που φυσικά συναρτάται με τις εμπειρίες, τα βιώματα, την ψυχοσυναισθηματική σύσταση και κατάσταση του καθένα. Και πολλές φορές συμβαίνει εκπληκτικά να ταυτίζεται η πρόθεση του καλλιτέχνη-πομπού με την προσωπική ερμηνεία του δέκτη.
Εύγλωττο παράδειγμα: στην αξιόλογη εκδήλωση του Δήμου μας για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου, κάποια στιγμή παραστάθηκε από το Εργαστήρι του Λευτέρη Αερόπουλου το έργο του Ρίτσου «Η σονάτα του σεληνόφωτος». Μια μαυροντυμένη ηλικιωμένη γυναίκα κάνει έναν απολογισμό της ζωής της μια φεγγαρονυχτιά σε ένα σκοτεινό δωμάτιο παλιού σπιτιού. Ενώ, λοιπόν, η ηθοποιός του Αερόπουλου εκτελούσε το μονόλογο του ρόλου της, κάποιος από τους θεατές πίσω πίσω - όχι από αυτούς που νόμιζαν ότι, επειδή ήταν έξω από τον προαύλιο χώρο, δεν ακούγονταν τα χαχανητά και τα μουχαμπέτια τους μέσα σε αυτόν (άλλο εξαίσιο δείγμα της νιγριτινής λεπτότητας, αβρότητας και καλλιέργειας )! - μουρμούρισε: «μνημόσυνο»!
Έτσι του φάνηκε, αυτή την εντύπωση του έδωσε το σκηνικό, αυτό «τού είπε» το έργο. Κι όμως, πόσο δίκιο είχε! Πού νά ‘ξερε ότι ο Ρίτσος με τη «Σονάτα», στην ουσία έκανε το μνημόσυνο (ή την κηδεία καλύτερα) του ξεπερασμένου και ξεπεσμένου (για τα μάτια ενός αριστερού ποιητή που έβλεπε μπροστά) μικροαστικού τρόπου ζωής της δεκαετίας του ’50. Αυτόν τον τρόπο ζωής που σάπιζε, δηλαδή το παρελθόν της, την ίδια της τη ζωή θρηνούσε και ξόρκιζε η ηρωίδα. Είχε μελετήσει ο βροντόφωνος θεατής το έργο; Προφανώς, όχι. Η διαίσθησή του όμως, αυτό το απαραίτητο εφαλτήριο για να προσεγγίσουμε σωστά κάτι, δεν τον πρόδωσε. Αντίθετα, έδωσε – χωρίς να το ξέρει και χωρίς να το θέλει – έναν τέλειο συνοπτικό προσδιορισμό του περιεχομένου του έργου.
Συνεπώς, τα έργα τέχνης δεν είναι απρόσιτα, δεν απέχουν τόσο από τα δικά μας βιώματα. Εφάπτονται με τις διαχρονικές συνήθειες και τρόπους που επιζούν και σήμερα ορίζοντας τη συνέχεια και τους δεσμούς της ελληνικής κοινότητας, του συλλογικού βίου σε αυτόν τον τόπο. Σε κάθε έργο τέχνης υπάρχει μια ακρούλα για να πιαστείς και να ξεκινήσεις. Και μια επαφή με την ακρούλα αυτή μπορεί να ανοίξει δρόμους. Από κει και πέρα τί γίνεται; Έχουμε τη θέληση και τη διάθεση να βαδίσουμε αυτούς τους δρόμους; Άραγε έψαξε ο «ερασιτέχνης κριτικός», όταν πήγε στο σπίτι του, να βρει λίγα πράγματα για το Ρίτσο ή έμεινε στο «μνημόσυνο»; Βάδισε το δρόμο που του άνοιξε η διαίσθηση ή να αρχίσουμε να μοιράζουμε τα κόλλυβα για την συλλογική μας «αισθητική καλλιέργεια»;

tezjorge@yahoo.gr
Η ΔΥΣΚΟΛΟΚΑΤΑΚΤΗΤΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΓΕΛΙΟΥ (10 07 2009)

Θεωρούμε δεδομένο ότι ο άνθρωπος υπερέχει κάθε άλλης οντότητας στον πεπερασμένο κόσμο μας. Αυτή η υπεροχή ερείδεται σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης που αδυνατούμε να τα εντοπίσουμε στα ζώα. Πέρα από τη γλώσσα, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό είναι και το γέλιο. Μόνο οι άνθρωποι γελάνε, εκτός αν πρόκειται για κινούμενα σχέδια: εκεί και τα ζώα εξανθρωπίζονται. Γνωστή είναι και η σκηνή στο «Όνομα του Ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο, όπου δυο καλόγεροι ερίζουν για την αξία και τη χρησιμότητα του γέλιου στον (χριστιανό) άνθρωπο.
Το γέλιο βέβαια, αυτή η αρχέγονη διάχυση των συναισθημάτων, εκτός από την προφανή ευχαρίστηση που εκφράζει, προσφέρει και μύρια όσα πλεονεκτήματα στον τομέα της υγείας, όπως διατείνονται οι σχετικοί επιστήμονες: διοχετεύεται περισσότερο οξυγόνο στον οργανισμό, ενεργοποιούνται μέχρι και 400 μύες του σώματος, σαν να πρόκειται για γυμναστική. Υπολογίζεται ότι αν μπορούσαμε να γελάμε συνεχώς για μια ώρα, θα καίγαμε 500 θερμίδες! Τέλος, το γέλιο συνδέεται και με την έκκριση ουσιών στον εγκέφαλο (ενδορφίνες), που γενικότερα σχετίζονται με την ευεξία μας. Με αυτά τα επιστημονικά δεδομένα γίνεται αντιληπτό ότι κάποιος με αυξημένη την αίσθηση του χιούμορ διαθέτει και πιο γερό ανοσοποιητικό σύστημα.
Νομίζω όμως, ότι θα πρέπει να γίνει μια – πρόχειρη - διάκριση στα είδη του γέλιου, στον τρόπο με τον οποίο γελάμε. Άλλο είναι το συμβατικό μειδίαμα ή χαμόγελο, άλλο το τυπικό γέλιο με μη πετυχημένα αστεία (πρέπει όμως να γελάσεις για να μην προσβάλεις τον κρύο αστειευόμενο – εκτός αν του έχεις το θάρρος να τον αποπάρεις) και άλλο το γέλιο με την καρδιά σου, το γέλιο μέχρι δακρύων. Για αυτό το τελευταίο μάλλον μιλάνε οι επιστήμονες, όταν αραδιάζουν τα παραπάνω πορίσματα και αυτό πρέπει να είναι και ο στόχος μας.
Είναι εύκολο όμως να το πετύχουμε; Κατ’ αρχάς πρέπει να βρούμε το κατάλληλο πρόσωπο. Όλοι μας μέσα στον περίγυρο γνωρίζουμε τα λίγα εκείνα ταλαντούχα άτομα που έχουν το χάρισμα με μια κουβέντα, έναν μορφασμό, μια κίνηση να προκαλέσουν το γέλιο. Σίγουρα τα άτομα αυτά είναι ιδιαίτερα κοινωνικά, περιζήτητα στις παρέες και με πολλούς φίλους, γιατί ένα τέτοιο άτομο έχει τη δυνατότητα να σε κερδίσει όταν το γνωρίσεις και να αποζητάς τη συντροφιά του. Κάπως έτσι σχηματίζονται και οι παρέες από τα παιδικά – αλλά κυρίως – από τα νεανικά χρόνια, όταν δηλαδή είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε την ποιότητα του χιούμορ, αλλά και την αξία των στιγμών γέλιου που θα απολαύσουμε. Κάθε παρέα έχει τον – κυριολεκτικά μιλώντας και χωρίς ίχνος προσβολής – γελωτοποιό της.
Οι άνθρωποι αυτοί με τον τρόπο τους, που έχει δοκιμαστεί σε πορεία χρόνων και πιστοποιείται το ταίριασμα των χνώτων, θεωρώ ότι είναι οι μόνοι που θα μπορούν σε όλη μας τη ζωή να μας προκαλούν τρανταχτό γέλιο, όσο βρισκόμαστε γύρω τους. Γιατί δε συμβαίνει το ίδιο, όταν μιλάμε για το χιούμορ ή την αίσθηση του κωμικού στο θέατρο, την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο. Εκεί πολλές φορές υπάρχει ασυνέχεια. Γεγονός είναι ότι σήμερα δε μπορούμε να γελάσουμε με τον Αριστοφάνη π.χ. όπως γελούσαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Λογικό, αφού οι κοινωνίες απέχουν χρονικά και τα συμφραζόμενα εν πολλοίς δεν ταυτίζονται, όπως και η αίσθηση του κωμικού. Εξαιρούνται δυο-τρεις καλές στιγμές και δυο – τρεις καλοί ηθοποιοί που με το όνομά τους παίρνουν πάνω τους το έργο. Ο Χάρρυ Κλυνν θα μπορούσε ίσως να είναι ο Αριστοφάνης του σήμερα.
Εδώ, θα μου πεις, δεν υπάρχει περίπτωση να ξεκαρδιστούμε (σχεδόν ούτε να χαμογελάσουμε) με πολλές τηλεοπτικές σειρές που στην εποχή τους προκαλούσαν σάλο. Ποιος γελάει σήμερα με το «Ρετιρέ» ή τις «Τρεις Χάριτες»; Μέσα σε ένα τέταρτο του αιώνα ο Νεοέλληνας έκανε τόσα βήματα, εξελίχθηκαν πολλές πτυχές της κοινωνικής ζωής, ώστε οι νεότεροι να μη μπορούν να αναγνωρίσουν πρόσωπα και πράγματα, πόσο μάλλον να γελάσουν με αυτά. Λαμπρές εξαιρέσεις οι τηλεοπτικοί – και σχετικά «επίκαιροι» – «Απαράδεκτοι» και «Οι παντρεμένοι έχουν ψυχή».
Τα πράγματα διαφοροποιούνται προς το θετικό, όσον αφορά στις παλιές ελληνικές κωμωδίες του κινηματογράφου(της δεκαετίας του ’80 ας τις αφήσουμε καλύτερα). Με κορυφαίους τους πράκτορες «Θ.Β.» του απίστευτα πρωτοποριακού Βέγγου και τον «Ζήκο» (τον μπακαλόγατο) του αξεπέραστου Χατζηχρήστου στο «Της Κακομοίρας», προκαλούν το γέλιο, όσες φορές κι αν τις δεις, εξίσου με την πρώτη φορά. Οι ηθοποιοί αυτοί των ασπρόμαυρων και πρώτων έγχρωμων ελληνικών ταινιών μάλλον θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην κατηγορία των χαρισματικών ατόμων που μας ξεκαρδίζουν εις το διηνεκές, καθώς στους δύο παραπάνω αναγκαστικά προστίθενται ο Αυλωνίτης, ο Σταυρίδης, ο Παπαγιαννόπουλος και ο Κωνσταντάρας. Αυτές οι γενιές των ηθοποιών είχαν εξαιρετικές στιγμές, όμως λόγω και την εμπορευματοποίησης, είχαν και αντίστοιχα πολλές κρυάδες - αποτυχίες.
Έχω την αίσθηση ότι για να κατορθωθεί τρανταχτό γέλιο, προϋπόθεση είναι η καλή διάθεση, άρα και η έλλειψη σκοτούρας και υποχρεώσεων. Συνεπώς, η νιότη είναι η κρίσιμη περίοδος εκείνη της ζωής που παρέχει τα εχέγγυα – και τα εφόδια που θα χρειαστούν στο μέλλον - για ένα καλό γέλιο. Ας σκεφτούμε από πότε έχουμε να γελάσουμε μέχρι δακρύων. Από συγκεντρώσεις στα φοιτητικά σπίτια με την παρέα, τους «κολλητούς», που δεν έγιναν «κολλητοί» αβασάνιστα, αλλά με τη δύναμη της αίσθησης του χιούμορ να συνιστά βασικό παράγοντα. Γέλια μέχρι πονόλαιμο και πονόκοιλο στις ρετσινοποιήσεις με την ίδια –απαρέγκλιτα- σύνθεση. Και μετά από τόσα χρόνια, εξίσου δυνατό γέλιο μπορούμε να γευτούμε μόνο με την επανάληψη τέτοιων στιγμών: είτε έργω, είτε λόγω (σαν ανάμνηση).
Σε μικρές κοινωνίες, όπως η δικιά μας, ασυγκράτητο γέλιο μπορεί να προκληθεί και με τα μασάλια του παλιού καιρού: ιστορίες με πρωταγωνιστές υπαρκτά πρόσωπα, που μέσα στην αφέλεια ή την πονηράδα τους έμπλεκαν ή προκαλούσαν καταστάσεις τραγελαφικές αφήνοντάς τες ως παρακαταθήκη γέλιου με τις ατάκες που εκστόμιζαν. Για να πετύχει όμως μια τέτοια συνταγή πρέπει αφενός να υπάρχει κάποιος που να τα ξέρει καλά και αφετέρου να έχει και την κατάλληλη ντόπια προφορά και «ηθοποιία» για να αποδώσει το μασάλι με πειστικότητα και ρεαλισμό. Θέλει δηλαδή ταλέντο και, δόξα τω Θεώ, υπάρχουν οι άνθρωποι αυτοί.
Γεγονός, εντέλει, είναι ότι δε γελάμε εύκολα. Εννοώ, δεν ξεκαρδιζόμαστε, δεν κλαίμε από τα γέλια, δε μας πιάνει ούτε το στομάχι μας, ούτε δύσπνοια πια. Ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι οι αυξημένες απαιτήσεις της ενήλικης ζωής δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια για γελωτοπαραγωγικές παρεΐστικες συνάξεις. Ίσως η «εμπειρία» μας στο γέλιο μάς έχει κάνει αυστηρούς κριτές. Ο Κικέρωνας θεωρούσε γενικά την εξήγηση του γέλιου «άλυτο πρόβλημα». Ευλογημένοι όμως είμαστε όσοι έχουμε την τύχη να συναγελαζόμαστε με ανθρώπους που με θεϊκό τρόπο καταφέρνουν να μας προσφέρουν το αληθινό, το ζωογόνο γέλιο.
tezjorge@yahoo.gr

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΜΑΡΜΑΡΩΝ: ΗΓΓΙΚΕΝ Η ΩΡΑ (03 07 2009)

Τελικά, μπορεί σε ορισμένα πράγματα να αργούμε, αλλά τα καταφέρνουμε περίφημα. Ο λόγος για το νέο Μουσείο της Ακρόπολης. Από το 1976 έγινε αισθητή η ανάγκη για ένα σύγχρονο χώρο που κατάλληλα θα στεγάσει τα αναρίθμητα ευρήματα - δείγματα πολιτισμού ανυπέρβλητου. Φτάσαμε βραδυπορώντας, μετά από πολλούς διαγωνισμούς, στο 2009 να εγκαινιάζεται το έργο που ανέλαβαν ο Bernard Tschumi με τον Μιχάλη Φωτιάδη και να ομολογούν όλοι, όσοι είχαν την ευκαιρία να το επισκεφτούν, ότι θαμπώθηκαν:
Άπλετο φυσικό αττικό φως για την καλύτερη ανάδειξη των εκθεμάτων, μοναδική χωροταξία δίχως ασφυκτικούς διαδρόμους και με ιστορική - χρονολογική ακολουθία της κίνησης του επισκέπτη. Το σημαντικότερο όμως είναι τα τρία επίπεδα, με το τελευταίο να προσανατολίζεται ακριβώς όπως ο Παρθενώνας, τον οποίο μπορείς να βλέπεις απέναντι! Και τα μάρμαρα του Παρθενώνα εκτίθενται όπως ακριβώς ήταν στο ίδιο το μνημείο (όχι όπως τα κλεμμένα στο Βρεττανικό Μουσείο), και μάλιστα τοποθετημένα σε ένα δημιούργημα – αναπαράσταση του Παρθενώνα στις πραγματικές του διαστάσεις!
Συνακόλουθα με τις θριαμβολογίες για τη λειτουργία ενός τέτοιου αρχιτεκτονικού προτύπου στη χώρα μας αναζωπυρώνεται και το θέμα της επιστροφής των ελγίνειων μαρμάρων. Η ιστορία γνωστή: ο λόρδος Έλγιν εξασφάλισε από τους Τούρκους δυνάστες άδεια για μετατόπιση πλακών και κατασκευή εκμαγείων. Η άδεια αυτή βαφτίστηκε «φιρμάνι» και αντί για τις συγκεκριμένες ενέργειες, οι Βρεττανοί προχώρησαν σε αφαίρεση τμημάτων του μνημείου. Η συνέχεια, επίσης γνωστή, με τους διαξιφισμούς και την επιχειρηματολογία εκατέρωθεν να εκτείνονται ως τον 19ο αιώνα. Οι Έλληνες στηρίζονται στην ηθική και αισθητική ανάγκη αποκατάστασης της αδικίας, ενώ οι Άγγλοι παλαιότερα μας θεωρούσαν (ως έθνος νεοσύστατο) βάρβαρους, ικανούς να τα πουλήσουμε(!) σε άλλους και ως τώρα προέβαλλαν την έλλειψη κατάλληλου χώρου στην Ελλάδα και νομικά εμπόδια. Χαρακτηριστική είναι η αρθρογραφία του Κωνσταντίνου Καβάφη στην εφημερίδα «Εθνική» το 1891, όπου ανασκεύαζε τα επιχειρήματα του τότε διευθυντή του Βρεττανικού Μουσείου Τζαίημς Νώουλς.
Η εμμονή και επιμονή αυτή των Άγγλων με τα μάρμαρα, οπωσδήποτε εξηγείται με βάση το κύρος της κατοχής που θα απολέσουν με την επιστροφή. Επιπλέον, μέγιστος παράγοντας είναι και ο οικονομικός, καθώς θα ελαττωθούν σημαντικά οι επισκέπτες του Βρεττανικού Μουσείου, άρα και τα έσοδα. Ενδιαφέρουσα όμως, είναι και η προσέγγιση της καθηγήτριας ψυχολογίας Φωτεινής Τσαλίκογλου, κατά την οποία οι Ευρωπαίοι λάτρεψαν τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό ψάχνοντας να βρουν «ένα φωτεινό μύθο για τις σκοτεινές ρίζες τους. Μια εδραιωμένη στο συλλογικό ασυνείδητο αίσθηση ότι αυτό το παρελθόν ήταν δικό τους».
Όμως, υπάρχουν και σήμερα στην Ελλάδα φωνές που αντιτίθενται στην παλιννόστηση των γλυπτών. Όχι γιατί δεν θεωρούν κλεψιά την ενέργεια του Έλγιν, αλλά γιατί υποστηρίζουν ότι δεν μας αξίζουν πλέον τέτοια μνημεία. Ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς, υποδυόμενος τον συνήγορο του διαβόλου, υποστηρίζει ότι «Οι πολιτισμοί δεν έχουν φυσικούς κληρονόμους, κληρονόμοι αναδείχνονται όσοι αξιοποιούν δημιουργικά το κληροδότημα. Τα γλυπτά του Παρθενώνα ανήκουν στους λαούς που έχουν την καλλιέργεια να κατανοήσουν τη διαχρονική αξία και σημασία τους για τη σύνολη ανθρωπότητα – ανήκουν στους λαούς που αναδείχθηκαν εκ των πραγμάτων κληρονόμοι του αρχαιοκλασικού πολιτισμού. Τέτοιοι είναι, εδώ και αιώνες, μόνο οι λαοί της ευρωπαϊκής Δύσης». Και αφού περνάει γενεές δεκατέσσερις τους Νεοέλληνες για την ποιότητα διανοούμενων και πολιτικών, για την εκβαρβάρωση της αττικής γης, για την κατάντια της γλώσσας και γενικά για ό,τι μας δένει με την αρχαία Ελλάδα, καταλήγει: «H νεολαία σας σήμερα, οι ηλικίες κάτω των τριάντα ετών, δεν καταλαβαίνουν πια όχι την «κοινή» ελληνική, αλλά ούτε και πρόσφατους συγγραφείς σας, όπως ο Παπαδιαμάντης και ο Ροΐδης. Πόσο ποσοστό του πληθυσμού σας έχει διαβάσει έστω και τρεις αράδες του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα, του Θουκυδίδη; Από πού λοιπόν αντλείτε το θράσος να ονομάζετε προγόνους σας τους αρχαίους Έλληνες και να διεκδικείτε κατ’ αποκλειστικότητα τα όσα αυτοί κληροδότησαν στην ανθρωπότητα; Τα γλυπτά του Παρθενώνα σας μάραναν;».
Κι άλλοι, πιο μετριοπαθείς, επισημαίνουν τα ίδια, όπως ο Νίκος Δήμου: «Εάν έπρεπε να επιστραφούν (σ.σ. τα μάρμαρα) οι Έλληνες θα ήταν σοφότεροι, καλύτεροι;». Παράλληλα αμφισβητεί το πραγματικό ενδιαφέρον των Ελλήνων για τα μάρμαρα, ισχυριζόμενος ότι «άλλα αντικείμενα απίστευτης σημασίας είναι διάσπαρτα σε όλη την Ελλάδα και κανείς δεν τα επισκέπτεται»! Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Παντελής Μπουκάλας: «Αν, την ώρα των εγκαινίων του νέου Μουσείου, ένα συνεργείο του BBC προτιμούσε, αντί της Ακροπόλεως, να αναζητήσει τη λυδία λίθο κάνοντας ρεπορτάζ ένα μόλις χιλιόμετρο μακριά, στο ναό της Αγροτέρας Αρτέμιδας, στην οδό Αρδηττού, τι θα συνέβαινε; Αν δηλαδή βλέπαμε και σε τηλεοπτικές εικόνες, οι οποίες πιθανόν θα αναμεταδίδονταν σε πολλές χώρες του κόσμου, την κατάντια του συγκεκριμένου αρχαιολογικού χώρου, που, επαναλαμβάνω, στέκεται απέναντι από την Ακρόπολη, μια ανάσα μακριά της, και όπου ούτε η ειδική πινακίδα δεν φαίνεται καθαρά αφού φέρει μήνες και μήνες τώρα ένα σωρό καλικαντζούρες πάνω της, καθώς και ποικίλα διαφημιστικά αυτοκόλλητα, τι θα κάναμε για να κρύψουμε την ντροπή μας, αν βέβαια νιώθαμε ντροπή σαν κληρονόμοι και διαχειριστές μιας βαρύτατης προίκας;»
Ψύχραιμα προσπαθώντας να εκτιμήσουμε τα πράγματα καταλήγουμε στο – κατά Κώστα Ζουράρι – «συναμφότερον»: ισχύουν ταυτόχρονα και τα δύο. Δηλαδή από τη μια, αναμφισβήτητα οι παρατηρήσεις των καθηγητών ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα - και ας μην πάμε μακριά: πόσοι από μας έχουμε επισκεφτεί (ή πόσοι ξέρουμε ότι υπάρχει) τον αρχαιολογικό χώρο της Τερπνής ή της Βέργης; Και σε τι κατάσταση βρίσκονται αυτοί οι χώροι; Έχουν αναδειχτεί σε επισκέψιμους χώρους περιωπής ή «λίθοι τε και πλίνθοι και ξύλα και κέραμος ατάκτως ερριμμένα» σε έρημη χορταριασμένη γη όπου βόσκουν κατσίκια; Και μην ξεχνάμε ότι αυτά τα μνημεία και η στάση μας απέναντί τους είναι το «πρόσωπό» μας (κοινωνίας, διοικούντων, αρχαιολογικής υπηρεσίας – κράτους) προς τα έξω.
Από την άλλη όμως, ακόμα κι αν το συλλογικό μας επίπεδο δεν είναι αυτό που θα θέλαμε, θετικό είναι που φανερώνεται μια αίσθηση της κληρονομιάς μας, μια αίσθηση της αδικίας, μια – επιδερμική έστω – έννοια για τις ρίζες και τον πολιτισμό - και μάλιστα - μια συστράτευση για τον επαναπατρισμό ανεξαρτήτως πολιτικού χρωματισμού. Και το νέο Μουσείο αποδεικνύει (και θα επιταθεί η απόδειξη αν οι Έλληνες συρρεύσουν και τιμήσουν την προσπάθεια) ότι τα πράγματα βαίνουν προς το καλύτερο και από μόνο του αποτελεί την πιο πετυχημένη διπλωματία, καθώς με την παρουσία του προσκαλεί τα ξενιτεμένα μάρμαρα να λάβουν πάλι τις πανάρχαιες θέσεις τους.
tezjorge@yahoo.gr
ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΛΑΚΗ (26 06 2009)

Διαχρονικά οι εποχές σημαδεύονται από πρόσωπα που κάτι έχουν να παρουσιάσουν στη δημόσια ζωή, από όποιον χώρο κι αν προέρχονται: της πολιτικής, της τέχνης, της διανόησης. Υποχρεωτικά, η καταλυτική εισβολή της τηλεόρασης συνεπιφέρει την συναρίθμηση τηλεορασάνθρωπων στην παραπάνω χορεία. Και αναντίρρητα, ένας τέτοιος που σημαδεύει την δική μας εποχή είναι και ο Λάκης Λαζόπουλος.
Ταλαντούχος και πολυπράγμων, έδωσε δείγματα της τέχνης του σε πολλούς τομείς: σαν ηθοποιός (θεάτρου και κινηματογράφου), σαν σκηνοθέτης, σαν στιχουργός, αλλά – κυρίως – σαν εισηγητής μιας νέας μορφής επιθεώρησης, που εγκαινιάστηκε με τους «10 μικρούς Μήτσους». Ίσως η καλύτερη σατιρική απόδοση των πτυχών της νοοτροπίας του νεοέλληνα, δοσμένη με μαεστρία και χιούμορ, εμπνευσμένη από την επικαιρότητα, αλλά και με προεκτάσεις στο κοντινό παρελθόν της μεταπολίτευσης και δώθε. Μια σειρά, που έκανε τον καθένα μας να αναγνωρίζει -μέσες άκρες- τον εαυτό του σε κάποιον Μήτσο.
Αυτό ήταν ποιοτικά και το αποκορύφωμα της δημιουργικότητάς του. Η σάτιρα όμως συνεχίζεται μέσα από τη γνωστή ζωντανή εκπομπή του «Αλ Τσαντίρι», κάπως παραλλαγμένη, εν είδει σχολιασμού των γεγονότων της εβδομάδας και εμπλουτισμένη με τις νέες δυνατότητες της τεχνολογίας συνδυάζεται με την παρουσία κοινού και μουσικών, την πρόσκληση κάποιου προσώπου που έχει τη συμπάθεια του παρουσιαστή και προβάλλει τις θέσεις, τις σκέψεις ή τη μουσική του. Αυτή του η προσπάθεια είναι και η πιο πετυχημένη τηλεοπτικά, αφού το φιλοθεάμον κοινό την επιβραβεύει συνεχώς με ψηλά ποσοστά στις ειδικές μετρήσεις.
Κι αυτό είναι λογικό. Διψά ο τηλεθεατής για μια εκπομπή που θα του προσφέρει αφ’ ενός, αβίαστο γέλιο – χαλάρωση και αφ’ ετέρου, έναν συνδυασμό πολιτικής, τέχνης και διανόησης διηθημένο μέσα από τη σκωπτική, αλλά παράλληλα και κριτική ματιά του καλλιτέχνη. Γιατί όντως, υπάρχει ανελέητη κριτική για τον βίο και την πολιτεία των δύο κομμάτων εξουσίας, αλλά και αυτών που απέχουν παρασάγγας από τις προτιμήσεις του Λάκη.
Η «κριτική» του όμως, γίνεται επιδερμική, όταν πρόκειται για τους πολιτικούς σχηματισμούς που ταυτίζονται με τον ιδεολογικό προσανατολισμό του, κι αυτό είναι ένα από τα μειονεκτήματα που του καταλογίζουν οι επικριτές του. Συναφώς, παρελαύνουν από το τσαντίρι άλλοι προς επίκριση και άλλοι προς επικρότηση. Έτσι όμως, με μια διμούτσουνη κριτική, χωρίς να ανιχνεύεις ούτε ένα «συν» στους μεν και ούτε ένα «μείον» στους δε, προκοπή δε γίνεται. Και εσύ εκτίθεσαι, και ο διάλογος μένει ανάπηρος, και η Δημοκρατία για την οποία κοπτόμεθα, υπολειτουργεί. Και μια τέτοια κριτική δεν διαφέρει πολύ από την προπαγάνδα.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στα «Νέα», ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης τον χαρακτηρίζει «πληγή για τη δημόσια ζωή». Συγκεκριμένα αναφέρει: «O Λαζόπουλος είναι πληγή για τη δημόσια ζωή. Εμ, βέβαια. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος, ενώ ξεκίνησε σαν καλός κωμικός, ξαφνικά θεώρησε ότι είναι η συνείδηση των Ελλήνων. Όταν τον βλέπω στην τηλεόραση, μου θυμίζει κάτι Αμερικανούς ιεροκήρυκες οι οποίοι ουρλιάζουνε κι από κάτω το πλήθος γουστάρει. Και το χειρότερο είναι πως πια δεν είναι κωμικός. O stand up comedian δεν κολακεύει, αλλά βρίζει το κοινό του. O Λένι ο βρομόστομος δεν έβριζε την εξουσία κολακεύοντας τον απλό άνθρωπο. Του έλεγε «εσύ είσαι o διεφθαρμένος που ανέχεσαι. Εσύ που κάθεσαι στην πολυθρονίτσα και περιμένεις από μένα να βρίσω τον Νίξον είσαι σαν τον Νίξον». O Λαζόπουλος κολακεύει τον κόσμο και ιδίως τους νέους. Τους αποδίδει το αλάθητο, λες και δεν συμβαίνει αυτό που έλεγε ο Χατζιδάκις, ότι ανάμεσα στους νέους βρίσκονται και οι αυριανοί χαφιέδες και οι αυριανοί χασάπηδες και απατεώνες.»
Πέρα από τη συγκεκριμένη προσέγγιση της νεολαίας που βρίσκεται συνεχώς στο απυρόβλητο, υπάρχει κάτι ακόμα, εξίσου κουραστικό∙ τόσο, που καταντάει όχι μόνο βαρετό αλλά και ανούσιο: τα άγαρμπα αστεία με τις γριές. Εντάξει, το εμπεδώσαμε: οι γριές κλάνουν. Πόσο γέλιο μπορεί να βγάζει αυτή η άστοχη και άνευ εμπνεύσεως επαναλαμβανόμενη σύλληψη; Σε λίγο θα γελάει μόνο η Ανθούλα.
Άλλο ένα «επιλήψιμο» θέμα είναι τα υπέρογκα ποσά που φέρεται να ζητάει ο Λάκης από το κανάλι του για να συνεχίσει τις εκπομπές του και τη νέα χρονιά. Όμως, εφόσον μένουμε σε εικασίες και δεν γνωρίζουμε συγκεκριμένα ούτε πόσα παίρνει ούτε – κυρίως – πώς τα διαχειρίζεται (αν π.χ. βοηθάει κάποιους ή κάνει φιλανθρωπικό-κοινωνικό έργο), δεν μπορεί να γίνει συζήτηση επί της ουσίας και δεν είναι θεμιτό να τον κατηγορούμε ότι δήθεν δείχνει ένα (αριστερής κοπής) ενδιαφέρον για τους φτωχούς και κατατρεγμένους, ενώ στην πραγματικότητα κοιτάει μόνο την (δεξιάς κοπής) τσέπη του.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο καθένας μας (και ο Λάκης) είμαστε Υποκείμενα (όχι αντικείμενα) και άρα λειτουργούμε υποκειμενικά, με τα χούια και τις αδυναμίες μας. Συνεπώς, δικαιολογημένα και τα τεκταινόμενα θα τα δει μέσα από τη δική του ιδεολογική-πολιτική ματιά, και τον εαυτό του θα φροντίσει να οχυρώσει οικονομικά, και την εικόνα του θα προσέξει να προβάλλει όσο γίνεται καλύτερα. Η αλήθεια είναι όμως, ότι ο τόπος έχει ανάγκη από φωνές – έστω και με τις αγκυλώσεις, τα σφάλματα και το λαϊκισμό τους - που να ασκούν πίεση.
Γιατί, τα σανίδια στο πολιτικό σκηνικό είναι τόσο σάπια κι εμείς τόσο αδιάφοροι, που αν δεν έχουν βήμα για να ενοχλούν και τέτοιες φωνές, θα είμαστε μια ζωή στο ίδιο έργο θεατές. Και υπάρχουν τόσα προβλήματα συνανθρώπων μας, που κάποιος – έστω κι αν δεν τον χαρακτηρίζει ηθική αντιστοιχία λόγων και έργων – πρέπει να τα αναδεικνύει. Ακόμα κι αν οι αλλαγές που επαγγέλλεται με στόμφο και ύφος Τσε Γκεβάρα δεν είναι τόσο εφικτές, όσο τις παρουσιάζει. Μπας και κάποιοι ξυπνήσουν και βάλουν μπροστά για ένα ιδεατό πολιτικό και κοινωνικό τοπίο (ουτοπία;) που δε θα έχει ανάγκη κανέναν Λάκη.

tezjorge@yahoo.gr

Ένα παραμύθι – παραμυθία πολιτισμού. (19 06 2009)


Γκρινιάζουμε συχνά και παραπονιόμαστε – με το δίκιο μας – ότι στην επαρχία υστερούμε σημαντικά σε πολλά πράγματα σε σχέση με τις μεγαλύτερες πόλεις. Βασικός τομέας είναι και ο πολιτισμός: θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, εκθέσεις ζωγραφικής κλπ σπανίζουν και οπωσδήποτε αποτελεί ευχάριστη έκπληξη κάθε ανάλογη εκδήλωση που ανταποκρίνεται σε απαιτήσεις ποιότητας και καλού γούστου.
Ποιος θα μπορούσε να περιμένει ότι μια τέτοια εκδήλωση που θα χαρακτηριζόταν από όλα τα παραπάνω κι ακόμα περισσότερα, θα ήταν και η παρουσίαση ενός παραμυθιού! Την περασμένη Κυριακή το βράδυ πραγματοποιήθηκε η μουσική παρουσίαση - παράσταση του «παιδικού» βιβλίου του "Παραμυθιού της μουσικής", της Βασιλικής Νευροκοπλή με τη μουσική σύμπραξη του σχήματος «Εν Χορδαίς», στην αυλή του Ιωάννειου Πολιτιστικού Κέντρου, που εγκαινιάστηκε έτσι με την συγκεκριμένη εκδήλωση.
Το «Παραμύθι της μουσικής» διαδραματίζεται στη Θράκη κατά τη Βυζαντινή περίοδο: «Μια φορά κι έναν καιρό στη Μαρώνεια της Θράκης γεννήθηκε η Θεοδώρα. Ένα κορίτσι διαφορετικό από τα άλλα. Η διαφορετικότητά της ξεκινά από το γεγονός ότι είναι τυφλή. Αυτό όμως είναι που την κάνει να αντιλαμβάνεται και να αισθάνεται τον κόσμο με τρόπο μοναδικό, μέσα από τις άλλες αισθήσεις της και κυρίως μέσα από την ακοή. Έτσι αποκτά μεγάλη σχέση με τους ήχους και τη σιωπή. Η σχέση της με τους ήχους την οδηγεί στην αγάπη για τη μουσική. Η σχέση της με τη σιωπή, με τον καιρό, την κάνει σοφή. Η φήμη της απλώνεται σε όλη την Ανατολή. Κάποτε έρχεται η ώρα να παντρευτεί. Μα η Θεοδώρα, μόνο μουσικό μπορεί να πάρει. Κι αρχίζουν να καταφτάνουν μουσικοί απ' όλα τα μέρη. Η απόφαση είναι δύσκολη. Έχει μόνο τρεις μέρες και τρεις νύχτες για ν' αποφασίσει...»
Ένα παραμύθι που βασίζεται στα κλασικά μοτίβα των λαϊκών παραμυθιών που μεγάλωσαν γενιές και γενιές: άρχοντες που αντιμετωπίζουν πρόβλημα που δε λύνεται με τα λεφτά τους, σοφοί γέροντες-προφήτες με υπερκόσμια χαρίσματα που καθοδηγούν την πλοκή προς τη λύση, τελάληδες, Ανατολή, το σχήμα «των τριών», αγνή παιδική φιλία, που σταδιακά εξελίσσεται και αποκαλύπτεται σαν αγνή αγάπη και κλείνει με πριγκιπικό γάμο (και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα) και – το σημαντικότερο απ’ όλα – διδάγματα. Στο παραμύθι παρουσιάζονται ως μνηστήρες μιας άλλης Πηνελόπης μουσικοί, οι οποίοι με τις μουσικές και τα μουσικά όργανα των πατρίδων τους (της Μεσογείου) συναγωνίζονται με ευγενικό τρόπο να σαγηνέψουν το ακουστικό αισθητήριο της ηρωίδας. Με απώτερο – εξωκειμενικό στόχο την προσέγγιση και κατανόηση της διαφορετικότητας μέσα από τα μουσικά βιώματα και την κοινή παράδοση στην τέχνη και τον πολιτισμό.
Δεν είναι μικρό πράγμα μέσα στον ορυμαγδό από τσαπατσουλιές και εκδόσεις που βουλιάζουν στη χαζομάρα, να γράφεται σήμερα ένα βιβλίο που αγγίζει απ’ τη μία τη σύγχρονη πραγματικότητα και το λεπτό ζήτημα της διαφορετικότητας (και μάλιστα από δυο σκοπιές: και αναφορικά με τους ανθρώπους που έχουν κάποιο σωματικό μειονέκτημα, και σχετικά με την συμβίωση και την αλληλεπίδραση των λαών), ενώ από την άλλη να σου δίνει την αίσθηση ότι πρόκειται για έργο κλασικό. Πόσω μάλλον, όταν πρόκειται και για παιδικό βιβλίο, οπότε για την σύλληψη και την διαμόρφωσή του πρέπει να ληφθούν υπόψη και ψυχοπαιδαγωγικές παράμετροι.
Δύσκολο πράγμα ακόμα και επικίνδυνα ολισθηρό, η επιλογή της εποχής: το Βυζάντιο. Με έναν αναπάντεχο για τα σύγχρονα δεδομένα τρόπο, καταφέρνει η κ. Νευροκοπλή να διεισδύσει στον ανατολικό «καθ’ ημάς» ορθόδοξο τρόπο βίωσης της πίστης και προσέγγισης του Θεού (με το αντιθετικό σχήμα ταπεινότητα – αλαζονεία), χωρίς όμως να πέσει στην παγίδα να μεταμορφωθεί το βιβλίο σε θρησκευτικό, δίνοντας π.χ. στο τέλος ένα θαύμα ίασης της τυφλής Θεοδώρας. Έτσι εντέχνως αποφεύγει και τον ύφαλο της απομυθοποίησης των πραγματικών μηνυμάτων που πετυχαίνει να περάσει.
Η αφήγηση του παραμυθιού από την ίδια την συγγραφέα ήταν συναρπαστική, αλλά το ηχόχρωμα των ακτών της Μεσογείου που μετέφεραν οι «Εν Χορδαίς» με τις συνθέσεις τους έδωσε τον ιδιαίτερο τόνο στο έργο. Ο καλλιτεχνικός Διευθυντής του θεσσαλονικιώτικου αυτού οργανισμού, Κυριάκος Καλαϊτζίδης είπε: “Σαφώς η μουσική κινείται προς το παραμυθώδες. Λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι απευθύνεται και σε παιδιά και σίγουρα έχει -ή τουλάχιστον προσπαθεί να έχει- μία τρυφερότητα και μία ευαισθησία. Και επίσης να υποστηρίξει το κείμενο”. Το cd που κυκλοφορεί παράλληλα με το βιβλίο τον επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο.
Μαθαίνω ότι η εν λόγω εκδήλωση έγινε με προσωπική πρωτοβουλία της Δημάρχου και γι’ αυτό της πρέπουν συγχαρητήρια. Βέβαια το ιδανικό θα ήταν να μπορούσαμε να απολαύσουμε την πλουσιότερη μουσικοθεατρική παράσταση του βιβλίου, όπως παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής της Θεσσαλονίκης με πληθώρα μουσικών, ηθοποιούς κλπ, αλλά απ’ τα ολότελα... Ας ελπίσουμε ότι αυτό το εξαιρετικό βήμα να είναι το πρώτο από μια σειρά ανάλογης αξίας προσπαθειών.
Το παραμύθι μαγευτικό, αληθινό με πολλαπλά διδάγματα για τη ζωή και τις αξίες της, ένα ταξίδι αγάπης, που αφορά όλα τα παιδιά, μικρά και μεγάλα, όλους μας δηλαδή που αισθανθήκαμε πως παραμύθι και μουσική έχουν ως στόχο και να μας απελευθερώσουν. Όμως παραμύθι χωρίς δράκο δε γίνεται. Κι επειδή η συγγραφέας δεν εμπνεύστηκε δράκο για το μύθο της, της τον δώσαμε εμείς. Δράκος ήταν οι αδειανές καρέκλες της εκδήλωσης...

tezjorge@yahoo.gr
ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΑΠΟΧΗΣ (12 06 2009)

Δεδομένη θεωρείται τα τελευταία χρόνια, μέσα στα πλαίσια της διάρρηξης του κοινωνικού ιστού και της ανέλιξης του ατομοκεντρισμού, η α-πολιτικοποίηση του Νεοέλληνα. Αυτή η στάση εκφραζόταν ως σήμερα με δύο μορφές: πρώτα, με την απροθυμία των περισσοτέρων να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, δηλαδή να συμμετάσχουν ενεργά στην πολιτική ως υποψήφιοι σε κάποιο ψηφοδέλτιο. Βλέπουμε τι γίνεται και στις Δημοτικές Εκλογές, όπου οι τοπικές παρατάξεις ζητούν από συγγενείς και φίλους να μπουν «τσόντα» για να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός υποψηφίων (κυρίως γυναικών). Και ύστερα, με τη γενική αδιαφορία για τα τεκταινόμενα στο πολιτικό προσκήνιο (για το παρασκήνιο αλλάζουν τα πράγματα, πάντα διεγείρει).
Από την Κυριακή των Ευρωεκλογών όμως, αποκαλύπτεται και μια άλλη πλευρά, αυτή της αποχής από το δικαίωμα του εκλέγειν. Οι πιο απαισιόδοξοι υπολόγιζαν την αποχή στο 30-35% και εν τέλει οι μισοί Έλληνες αποφάσισαν να μην πλησιάσουν την κάλπη! Νεοπαγές το φαινόμενο, πολλές οι αιτίες και οι ερμηνείες.
Κατ’ αρχάς, οφείλουμε να επισημάνουμε την απόγνωση και την αηδία από τα πολιτικά δρώμενα και την ποιότητα των πολιτικών την τελευταία τριακονταετία. Τα δύο μεγάλα κόμματα, εναλλασσόμενα στην εξουσία, έχουν αφήσει μια στιφή γεύση σκανδάλων, σπιθαμιαίου αναστήματος πολιτικών ανδρών και γυναικών, κακής διαχείρισης των σημαντικών εθνικών θεμάτων, όπως η Παιδεία ή η εξωτερική πολιτική, αλαζονείας και άκρατου κομματισμού. Ακόμα και ψηφοφόροι των δύο αυτών κομμάτων (αγνοί, που δεν περίμεναν ανταλλάγματα) επέλεξαν την αποχή απηυδισμένοι από αυτό το συνονθύλευμα ανικανότητας, ιδιοτέλειας, κουτοπονηριάς και κούφιων λόγων. Έτσι, πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να διατρανώσουν τη θέση τους ότι η αποχή είναι στάση αντίδρασης, ηχηρό σκαμπίλι σε ώτα μη ακουόντων.
Άλλη δικαιολογία είναι η πεποίθηση ότι, ακόμα κι αν αποφασίσουν να μην ψηφίσουν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, η ψήφος στα μικρότερα (από άποψη ποσοστών) κόμματα θα είναι ατελέσφορη. Μετά από τόσα χρόνια δικομματισμού, έχει αποκρυσταλλωθεί η αντίληψη ότι το κατεστημένο δεν αλλάζει. Υποσυνείδητα, οι περισσότεροι έχουν κατηγοριοποιήσει τα κόμματα ανάλογα με τις δυνάμεις τους και τη δυναμική τους: ξέρουμε τους πρωτοδεύτερους, τους τριτοτέταρτους κλπ. εκ των προτέρων. Συνεπώς, το να πάμε να ψηφίσουμε ένα μικρότερο κόμμα δεν θα κάνει τη διαφορά, γιατί οι άλλοι θα ψηφίσουν κανονικά τα μεγαλύτερα και η σειρά θα παραμείνει η ίδια ή ανεπαίσθητα θα αναδιαρθρωθεί.
Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που δεν εμπλέκονται σε τέτοιους συλλογισμούς και έτσι, βοηθούντος και του θέρους, έκαναν ό,τι ήταν καλύτερο, ευκολότερο, προσφορότερο για το τριήμερό τους. Τα καταλύματα στα κοσμικά νησιά χτύπησαν 100% πληρότητα. Αν βέβαια τύχαινε εκεί κοντά να βρισκόταν το δικό τους εκλογικό κέντρο, πολλοί από αυτούς θα ψήφιζαν. Προβλέπεται λοιπόν, με τη συνδρομή των τεχνολογικών μέσων σε λίγα χρόνια και αν τα ποσοστά αποχής παγιωθούν ή αυξηθούν, να μπορεί ο καθένας να ασκεί το εκλογικό του δικαίωμα όπου θέλει. Με αυτόν τον τρόπο και οι πολίτες θα συνδυάζουν τις εκδρομές με το καθήκον και οι πολιτικοί θα είναι ήσυχοι ότι οι πελάτες τους δε θα χαθούν.
Σημαντικό ρόλο όμως, εκτός από την ημερολογιακή συγκυρία του τριημέρου του Αγίου Πνεύματος, έπαιξε και το ότι η εκλογική αναμέτρηση ήταν για το Ευρωκοινοβούλιο. Αν και ο θεσμός αυτός θα έπρεπε να θεωρείται από τους πιο σημαντικούς, καθώς πολλές αποφάσεις για τη χώρα μας ζυμώνονται πλέον σε εκείνα τα έδρανα, στην Ελλάδα είναι υποβαθμισμένος σαν να μην υπάρχει ή σαν να αφορά άλλους, σε άλλο ημισφαίριο ή σε άλλον πλανήτη. Κι αυτή η υποτίμηση εκπορεύεται από τα ίδια τα κόμματα, είτε με την επιλογή δευτεροκλασάτων υποψηφίων για τη στελέχωση του ευρωψηφοδελτίου, είτε με την άθλιου καριερισμού μετέπειτα απόφαση των εκλεγμένων ευρωβουλευτών να παρατήσουν την Ευρωβουλή για να «αξιοποιηθούν» σε κάποια άλλη ενδοχώρια κομματική «έπαλξη». Κι έτσι, αντί να βρίσκεται εκεί το αφαν γκατέ της ελληνικής πολιτικής, στέλνουμε τον «πάγκο». Σε εθνικές εκλογές, νομίζω, δε θα είχαμε τέτοια ποσοστά αποχής.
Στην αρχαιότητα, όπως φαίνεται από τις πηγές (κυρίως από το χιλιοειπωμένο χωρίο του Θουκυδίδη), θεωρούσαν τον αδιάφορο για τα κοινά άχρηστο. Είναι αφελές, όμως να θέτουμε σε ισχύ σήμερα μια τέτοια αξιολόγηση από την Αθήνα του Περικλή. Πρώτον, γιατί τότε λειτουργούσε η άμεση Δημοκρατία με την πανίσχυρη κοινωνία των πολιτών και την αυτοπρόσωπη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και δεύτερον (ως επακόλουθο της παρακμής του πρώτου), τα κοινά σήμερα έχουν μεταβληθεί σε θέατρο ανταγωνισμού συγκεκριμένων, ολιγαρχικής κοπής, οικογενειών και λυμεώνων της πολιτικής που δεν αξίζουν έναν τέτοιο –ιδανικό- πολίτη.
Από την άλλη, όμως, έτσι παίζουμε και το παιχνίδι τους. Το ονειρεμένο σκηνικό για τους επαγγελματίες πολιτικάντηδες είναι η αδιαφορία και η αποχή. Είναι η αποστασιοποίηση των σκεπτόμενων από τα δρώμενα, είναι η σιωπή όσων έχουν κάτι να πουν, είναι η μετάλλαξη του πολίτη σε ενεργούμενο, η ψευδαίσθηση ότι η αδράνεια είναι δράση. Μια ατελείωτη χειμερία νάρκη, μια νιρβάνα. Μια τέτοια νοοτροπία ωστόσο, τους αφήνει το πεδίο ελεύθερο, χωρίς ίχνος αντίδρασης από ένα πλήθος ναρκωμένο που απέχει συνειδητά ή ασυνείδητα.
Φανταστείτε πόσο διαφορετικά θα ήταν τα αποτελέσματα, αν όλοι αυτοί που δεν ψήφισαν προσέρχονταν στις κάλπες και έδιναν την ψήφο τους σε κάποιο μικρό κόμμα! Σκεφτείτε τον κρύο ιδρώτα και την αλλαγή πορείας πλεύσης των «κομμάτων εξουσίας» προς όφελος του λαού που τους παράτησε, όταν θα ένιωθαν τη θηλιά στο λαιμό! Όταν θα έπαιρναν το κανονικό και όχι το πληκτικά αναμασώμενο γιαλαντζί μήνυμα! Και δόξα τω Θεώ, δεκάδες ήταν τα υποψήφια κόμματα, όλο και κάποιο θα βρισκόταν για να μας εκφράσει ή για να εκφράσει την αγανάχτηση και την απογοήτευσή μας καλύτερα και επωφελέστερα από την αποχή.

tezjorge@yahoo.gr

ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ (05 06 2009)
“...μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Dépôt.”


Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι ακουμπάνε κάτω τα ποδήλατά τους, κάθονται οκλαδόν στην άκρη και κοιτάζοντας τη θάλασσα συζητάνε. Σε λίγο, το κορίτσι σηκώνεται, τινάζεται, παίρνουν τα ποδήλατά τους και φεύγουν.
Τουρίστες πηγαινοέρχονται, κάτασπροι, κατα μόνας ή σε γκρουπ, με τις φωτογραφικές μηχανές κρεμασμένες στο λαιμό τους, ευγενικά ζητούν τη συνδρομή περαστικών για μία πόζα, με το χαρακτηριστικά αντιαισθητικό πέδιλο με κάλτσα, βερμούδα και πουκαμίσα, κάθε ηλικίας μικρομεσαίοι βόρειοι που αναζητούν το αρχαιοελληνικό κάλλος. Το καλοκαίρι ήρθε.
Οι καφετέριες γεμάτες από τις «φυλές» της παραλίας, όπως έχουν εδώ και χρόνια καθοριστεί από τα εξειδικευμένα περιοδικά που πουλάνε στυλ.
Αφρικανοί αναρίθμητοι διαλαλούν την πραμάτεια τους: cd, γυαλιά ηλίου, πίνακες ζωγραφικής. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το να πεις έναν μαύρο «μαύρο» είναι ρατσιστικό, ενώ αν τον πεις «έγχρωμο» είναι πολιτικά ορθό. «Μαύρος» είναι η απόδοση της πραγματικότητας. Δεν πρέπει να ενοχλεί, όπως δεν ενοχλεί το να πεις κάποιον «λευκό». Το «έγχρωμος» είναι το προσβλητικό.
Μια κοπέλα βαδίζει με αθλητική περιβολή και ακουστικά στα αυτιά. Κάποτε τα λέγαμε walkman, τώρα λέγονται mp3. Η μουσική, απαραίτητη συνοδεία στον περίπατο.
Ένας κουστουμαρισμένος, γραβατωμένος κύριος με μουστάκι και γυαλιά ηλίου, βαδίζει και μιλάει χειρονομώντας. Δίπλα του και πίσω του πεντ’ έξι παρατρεχάμενοι, επίσης με μαύρα γυαλιά και handsfree στα αυτιά. Μάλλον πρόκειται για κάποιο σημαίνον πρόσωπο...
Μια παρέα νεαρών, αγόρια και κορίτσια, χαλάνε τον κόσμο με τις φωνές τους. Στα χέρια τους κρατούν κάποια βιβλία – διακρίνω «Εμπορικό Δίκαιο» - και παγωτά. Περίοδος εξεταστικής...
Μια κοπέλα προσπαθεί να παρκάρει μικρό αυτοκίνητο ανάμεσα σε δύο άλλα. Δυσκολεύεται, κόβει την κυκλοφορία, αγχώνεται. Ένα παλληκάρι, ψύχραιμο, με τα χέρια στις τσέπες την καθοδηγεί. Τα καταφέρνει με την τέταρτη και προσέρχεται να πάρει τη θέση της στην παρέα που την περιμένει στην καφετέρια. Χωρίς το παλληκάρι.
Κάποιο φανάρι άναψε και η ουρά των αυτοκινήτων κόβει τη θέα. Το βλέμμα ανεβαίνει στον ουρανό από το μεσοδιάστημα των αυτοκινήτων και της τέντας. Ένα αεροπλάνο απογειώθηκε από το «Μακεδονία» προς άγνωστη κατεύθυνση.
Σε κάθε κολώνα κολλημένοι δυο τρεις καραμανλήδες και κανα δυο παπανδρέου από πάνω. Αν έφτανε η σκάλα, μπορεί οι νεολαίοι των κομμάτων – οι επίδοξοι αυριανοί υπουργοί και βουλευτές – να σκέπαζαν και τις λάμπες. Ευρωεκλογές και οι μούρες των μεγάλων αρχηγών (αλλά και των μικρότερων) έχουν κορνιζοποιηθεί σε κάθε δυνατό σημείο, μήπως και τους λησμονήσουμε.
Ένας πατέρας κρατάει από το χέρι το μικρό του γιο. Τον ανεβάζει στους ώμους και συνεχίζει τη βόλτα σκύβοντας κάθε τόσο για να αποφύγει τις ομπρέλες και τα κλαδιά των δέντρων.
Ένα όχημα του ΕΚΑΒ – το 212 – περνάει στριγγλίζοντας τις σειρήνες του, μεταφέροντας κάποιον συνάνθρωπο που υπακούει στα προστάγματα της μοίρας. Σε λίγο θα ακολουθήσει και το 208.
Μια πενταμελής latin κομπανία αμφιβόλου προελεύσεως, με κιθάρες, ακορντεόν και ντέφια, με ψαθάκια στα μελαχροινά κεφάλια, δίνουν ρυθμό ζωντανά με «volare» και «amor amor», ψάχνοντας την επιβράβευση στα κέρματα των καθήμενων που θα κουδουνίσουν στο προτεταμένο ντέφι.
Ένας Ασιάτης πουλάει ρολόγια χειρός.
Ένας υπέρβαρος υπάλληλος της Δημοτικής Αστυνομίας σφυρίζει. Το απόγευμα μιλάει στην Πλατεία Αριστοτέλους μεγάλος πολιτικός (ο άλλος μίλησε χτες) και μάλλον ο έλεγχος είναι αυστηρότερος. Οι οδηγοί των παράνομα παρκαρισμένων αυτοκινήτων πετάγονται από τις καφετέριες και άρον άρον τα περισσότερα οχήματα εξαφανίζονται. Η κοπέλα που αγκομάχησε να παρκάρει πριν ένα δεκάλεπτο, αναγκάζεται να ξεπαρκάρει. Κρίμα ο κόπος της. Όσα μένουν, κοσμούνται πλέον με μία κλήση κάτω από τον υαλοκαθαριστήρα. Ο ορίζοντας άνοιξε.
Γυναίκες και γιαγιάδες στην υπηρεσία παιδιών και εγγονιών περνούν καροτσάδα προς τον Λευκό Πύργο.
Ένας μεσήλικας αθίγγανος με κοστούμι, μουστάκι, χαιτούλα και φαβορίτα, ευγενέστατα προτείνει στα ζευγάρια ή στις κοπέλες ένα δοχείο με τριαντάφυλλα, χωρίς ικανοποιητικά αποτελέσματα.
Ποδηλάτες κάθε φύλου και ηλικίας περνάνε συνεχώς με τις διαστημικές κάσκες ή με ακουστικά, μόνοι ή με παρέα. Κανα δυο έχουν και ειδικό πλαστικό κάθισμα για να κάθονται και τα παιδιά.
Τα τρία από τα τέσσερα αυτοκίνητα που απομακρύνθηκαν για να γλυτώσουν την κλήση, επανέρχονται. Ο αστυνομικός έφυγε, το αμάξι είναι μπροστά στα μάτια μας, αν ξανάρθει, το ξαναπαίρνουμε. Ξαναπαρκάρει και η κοπέλα με το μικρό αυτοκίνητο. Εύκολα αυτή τη φορά, ο χώρος ήταν άδειος.
Στα ανοιχτά του Θερμαϊκού αραγμένα φορτηγά πλοία. Άγνωστη η προέλευση, άγνωστο το φορτίο, άγνωστοι και οι άνθρωποι που ζουν δουλεύοντας κρυμμένοι στα αμπάρια και τα μηχανοστάσια. Από μια τέτοια σκοπιά πρέπει να έβλεπε και ο Καββαδίας τη Θεσσαλονίκη και της έγραψε δυο ομώνυμα ποιήματα.
Κοντοκουρεμένος άντρας περνάει απέναντι κρατώντας από το λουρί μικροκαμωμένο λυκόσκυλο. Κι άλλα σκυλιά – γελοία περιποιημένα – σέρνουν τα αφεντικά τους στα πεζοδρόμια.
Ηλικιωμένες κυρίες, αρχόντισσες του κέντρου της παλιάς Θεσσαλονίκης, αρκούντως μακιγιαρισμένες, περνούν από μπροστά, σοβαρές, με ύφος επιτιμητικό – ίσως και υποτιμητικό – αποπνέοντας τη νοσταλγική ανωτερότητα της δικής τους εποχής.
Στο βάθος, κλειστά ακόμη τα κιόσκια από την Έκθεση βιβλίου. Άραγε, αυτοί που θα κουνούν το απόγευμα πρασινογάλαζα πλαστικά σημαιάκια και θα κραυγάζουν κομματικά εμετικά συνθήματα, θα περάσουν μια βόλτα από αυτούς τους πάγκους ή θα στοιβαχτούν χωρίς χρονοτριβή στα κερασμένα λεωφορεία για να επιστρέψουν στην επαρχία έχοντας εκπληρώσει το καθήκον τους;
Εδώ και μια εικοσαετία δεν άλλαξε τίποτα. Μόνο εμείς αλλάζουμε και ερμηνεύουμε τα πράγματα μέσα από τα καινούρια φίλτρα που φοράνε στα μάτια μας τα χρόνια που περνάνε. Απομεσήμερο στην παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης, φωτογραφικά στιγμιότυπα - σκέψεις στις αρχές του καλοκαιριού.

tezjorge@yahoo.gr

29 ΜΑΪΟΥ 1453: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ (29 05 2009)




Διάταξη αντιπάλων δυνάμεων και κυριότερες φάσεις της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης


Τον χειμώνα του 1451 ο Μωάμεθ, παρά τις διαβεβαιώσεις του για ειρήνη, άρχισε να ανεγείρει στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, σε έδαφος το οποίο τυπικά εξακολουθούσε να είναι βυζαντινό, το κάστρο Μπογάζ Κεσέν («ο κόφτης των Στενών» στα τουρκικά), το σημερινό Ρούμελη Χισάρ, ακριβώς απέναντι από το κάστρο Αναντολού Χισάρ. Δεν υπήρχε πλέον αμφιβολία ότι ο Μωάμεθ ετοιμαζόταν να εξουδετερώσει την Κωνσταντινούπολη, η οποία εξακολουθούσε να στέκεται σφήνα ανάμεσα στις ασιατικές και στις ευρωπαϊκές κτήσεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το Μπογάζ Κεσέν ολοκληρώθηκε στα τέλη Αυγούστου του 1452 και ο Μωάμεθ, αφού το επιθεώρησε και έδωσε εντολή να βυθίζεται κάθε πλοίο το οποίο θα αρνιόταν να σταματήσει για έλεγχο, έφθασε ως τα τείχη της Κωνσταντινούπολης και μελέτησε τις οχυρώσεις επί τρεις ημέρες.
Οι προθέσεις του Μωάμεθ ήταν πλέον ξεκάθαρες. Τον Μάρτιο του 1453 συγκεντρώθηκαν στην Καλλίπολη γύρω στα 150 πλήρως εξοπλισμένα πολεμικά πλοία, με ναύαρχο τον βουλγαρικής καταγωγής εξωμότη Σουλεϊμάν Μπαλτόγλου. Με τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς, ο στρατός του Μωάμεθ θα πρέπει να έφθανε τις 100.000 άνδρες, μεταξύ των οποίων και Έλληνες μισθοφόροι!
H μεγαλύτερη ωστόσο απειλή για τα τείχη της Κωνσταντινούπολης ήταν τα κανόνια του Ουρβανού, Ούγγρου μηχανικού ο οποίος είχε επιδιώξει προηγουμένως να προσφέρει τις γνώσεις του στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο αλλά αυτός ούτε τα χρήματα διέθετε, ούτε τα υλικά που χρειάζονταν για να κατασκευαστούν κανόνια. Ετσι ο Ουρβανός πήγε στον Μωάμεθ και εκτός των άλλων, το αριστούργημά του ήταν ένα κανόνι που το πάχος του μπρούντζου του ήταν 20 εκατοστά, το μήκος της κάννης του οκτώ μέτρα και μπορούσε να εκτοξεύσει βλήμα βάρους περίπου 300 κιλών σε απόσταση 1.500 μέτρων.
Ολα αυτά τα μάθαιναν φυσικά στην Κωνσταντινούπολη και ο αυτοκράτορας προσπαθούσε να οργανώσει όσο μπορούσε καλύτερα την άμυνα της πόλης περιμένοντας τη βοήθεια που του είχε υποσχεθεί ο πάπας. Στο μεταξύ η Δύση είχε αλλάξει γνώμη για τον Μωάμεθ και η πολυπόθητη βοήθεια προς τους Βυζαντινούς καθυστερούσε. Ως απόδειξη καλής θέλησης προς τους ρωμαιοκαθολικούς, στις 12 Δεκεμβρίου του 1452 ο αυτοκράτορας οργάνωσε επιτέλους το περίφημο συλλείτουργο στην Αγία Σοφία, όπου μνημονεύτηκαν ο πάπας και ο απών πατριάρχης Μάμμας και αναγνώστηκαν οι όροι της συμφωνίας της Φλωρεντίας. H ένωση των δύο Εκκλησιών είχε τυπικά επιτευχθεί αλλά η βοήθεια από τη Δύση δεν ερχόταν.
H ενετική όμως παροικία της Κωνσταντινούπολης διέθεσε στον αυτοκράτορα όλους τους μάχιμους άνδρες της και όλα της τα πλοία. Επίσης, διάφοροι θαρραλέοι Γενουάτες τέθηκαν υπό τις διαταγές του Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόνγκο, ο οποίος κατέφθασε τον Ιανουάριο του 1453 στην Πόλη φέρνοντας μαζί του 700 καλά εξοπλισμένους στρατιώτες. Επιπλέον υπήρχαν και μερικοί Ισπανοί και Κρητικοί. Ακόμη και ο ξάδερφος του Μωάμεθ, πρίγκιπας Ορχάν αποφάσισε να πολεμήσει με τη φρουρά του εναντίον τον ομοφύλων του. Συνολικά η δύναμη των υπερασπιστών της Πόλης δεν ξεπερνούσε τους 7.000 άνδρες, εκ των οποίων οι 5.000 ήταν Βυζαντινοί και οι άλλες 2.000 διάφοροι αλλοεθνείς εθελοντές. Αλλά η πραγματική άμυνα βασιζόταν στα πανίσχυρα τείχη της πόλης, τα οποία είχαν στο μεταξύ επισκευαστεί, η τάφρος γύρω από το χερσαίο μέρος είχε καθαριστεί και ο Κεράτιος Κόλπος είχε κλείσει με την αλυσίδα του.
Τον Μάρτιο του 1453 ο στρατός του Μωάμεθ άρχισε τμηματικά να συγκεντρώνεται έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Το μεγάλο κανόνι του Ουρβανού, πάνω σε ειδικά φτιαγμένο τροχοφόρο που το έσερναν 60 βόδια και 500 άνδρες, έφθασε και αυτό. Ο Μωάμεθ εμφανίστηκε στις 5 Απριλίου επικεφαλής των 12.000 επιλέκτων γενιτσάρων του και έστησε τη χρυσοκόκκινη σκηνή του στην Κοιλάδα του Λύκου, μερικές εκατοντάδες μέτρα έξω από την πύλη του Αγίου Ρωμανού.
Στο μεταξύ ο τουρκικός στόλος, αφού κατέλαβε τα Πριγκιποννήσια, περιπολούσε τις ακτές της Προποντίδας ώστε να μην μπορεί να πλησιάσει κανένα σκάφος για ανεφοδιασμό της Πόλης.
Στις 6 Απριλίου ο Μωάμεθ, τηρώντας το ισλαμικό τυπικό, έστειλε στην Πόλη μήνυμα λέγοντας ότι αν του παραδινόταν δεν θα πείραζε τους πολίτες της ενώ σε αντίθετη περίπτωση δεν θα έδειχνε τον παραμικρό οίκτο. H απάντηση ήταν αρνητική και η επίθεση των Τούρκων άρχισε αμέσως. Τα κανόνια του Ουρβανού προξενούσαν σοβαρές ζημιές στα τείχη κοντά στη Χαρίσια πύλη, αλλά τη νύχτα οι πολιορκημένοι τα επισκεύαζαν ικανοποιητικά.
Στο μεταξύ στην Πόλη οι προμήθειες όλο και λιγόστευαν. Το πρωί της Παρασκευής 20 Απριλίου οι σκοποί πάνω στα τείχη προς τη θάλασσα είδαν με αγαλλίαση να πλησιάζουν προς την Προποντίδα τρεις(!!!) γενοβέζικες γαλέρες που είχε μισθώσει ο πάπας φορτωμένες με όπλα και προμήθειες και ένα μεγάλο βυζαντινό μεταγωγικό με κυβερνήτη τον Φλαντανελά, που είχε σταλεί στη Σικελία για να αγοράσει σιτάρι. Τα πλοία ωστόσο τα είδαν και οι Τούρκοι και αμέσως ο στόλος του Μπαλτόγλου κινήθηκε εναντίον τους. H ναυμαχία ήταν σίγουρα άνιση, αλλά οι Γενουάτες και οι Ελληνες ήταν καλύτεροι ναυτικοί από τους Τούρκους και τα πλοία τους πολύ περισσότερο ευέλικτα. Τα τουρκικά πλοία συγκρούονταν μεταξύ τους σπάζοντας τα κουπιά τους. Τρεις ώρες κράτησε η θύελλα του Φλαντανελλά και διέλυσε κυριολεκτικά τον τουρκικό στόλο. Από τη λύσσα του ο ίδιος ο Μωάμεθ σπιρούνισε το άλογό του και χώθηκε βαθιά στη θάλασσα ανήμπορος να σταματήσει την καταστροφή και τον διασυρμό του. Τελικά, μόλις έπεσε το σούρουπο, τα τέσσερα σωτήρια πλοία γλίστρησαν μέσα στην ασφάλεια του Κερατίου Κόλπου.
H αποτυχία αυτή έκανε τον Μωάμεθ να αναζητήσει τρόπο για να εισχωρήσει στον Κεράτιο Κόλπο. Και αφού δεν μπορούσε να σπάσει το φράγμα, ακολούθησε τη συμβουλή ενός ιταλού μηχανικού να μεταφέρει τα πλοία του από την ξηρά. Πράγμα που έκανε, ενώ ταυτόχρονα κρατούσε τους Βυζαντινούς απασχολημένους με τους συνεχείς βομβαρδισμούς στα χερσαία τείχη της Πόλης. Οι χιλιάδες εργάτες που είχε στη διάθεσή του ο σουλτάνος κατασκεύασαν κιλλίβαντες οι οποίοι ποντίστηκαν στη θάλασσα από την πλευρά του Γαλατά, δέθηκαν πάνω τους τα πλοία και μετά τα τράβηξαν με τροχαλίες. Με τον τρόπο αυτόν (ή σέρνοντάς τα πάνω σε σανίδες αλειμμένες με λίπος), τη νύχτα της 22 προς 23 Απριλίου, γύρω στα 70 πλοία μεταφέρθηκαν μέσα στον Κεράτιο Κόλπο. H απόπειρα του ηρωικού Ενετού Τζιάκομο Κόκο να πυρπολήσει τα τουρκικά πλοία απέτυχε, αλλά ο τουρκικός στόλος στον Κεράτιο έμεινε αδρανής.
Ο Μωάμεθ αποφάσισε να εξαπολύσει την τελική επίθεση στις 29 Μαΐου. Εξι ημέρες πριν, στις 23 Μαΐου, ο σουλτάνος είχε ζητήσει και πάλι από τον αυτοκράτορα να του παραδώσει την Πόλη και ο Κωνσταντίνος απάντησε με τα λόγια που έχει καταγράψει ο Φραντζής: «Το δε την πόλιν σοι δούναι, ούτ' εμόν εστιν ούτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».
Το βράδυ της 28ης Μαΐου έγινε λιτανεία και Λειτουργία στην Αγία Σοφία. H επίθεση άρχισε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Οι Τούρκοι βασίστηκαν στον όγκο των δυνάμεών τους. Οι λιγοστοί υπερασπιστές της πόλης ωστόσο συνέχιζαν να τους αποκρούουν, τόσο που μια κάποια ελπίδα έλαμψε για λίγο. Αλλά σε κάποια στιγμή ο Ιουστινιάνης τραυματίστηκε και ζήτησε από τους άνδρες του να τον μεταφέρουν στο πλοίο του. H γραμμή της άμυνας έσπασε. Ο Κωνσταντίνος μάταια τον παρακάλεσε να μη φύγει. Τότε ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας ξήλωσε από τη στολή του τα διακριτικά που μπορούσαν να προδώσουν το αξίωμά του και όρμησε προς τα τείχη. Δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς.
Με το ξημέρωμα ο Μωάμεθ έριξε στη μάχη τους γενιτσάρους του. Τα κανόνια είχαν προξενήσει ένα μεγάλο άνοιγμα στα εξωτερικά τείχη και, όπως λέγεται, μέσα από την πόλη δεν είχαν κλείσει καλά μια μικρή και από χρόνια αχρησιμοποίητη πύλη, την Κερκόπορτα. Τα στίφη των Τούρκων ξεχύθηκαν στα σπλάχνα της Βασιλεύουσας, η οποία παραδόθηκε σε αδυσώπητη λεηλασία, σφαγή και υποδούλωση. Εάλω η Πόλις!


tezjorge@yahoo.gr
EUROVISION: Ο «ΘΕΣΜΟΣ» ΤΗΣ ΚΟΜΠΟΣΤΑΣ (22 05 2009)

Πάει κι αυτό, πέρασε. Μείναμε με την έβδομη - αν δεν απατώμαι – θέση, καταϊδρωμένοι, διαψεύδοντας τα εγχώρια προγνωστικά που ήθελαν τον εθνικό μας Sakis να παίρνει τα σώβρακα των αλλοδαπών διεκδικητών. Κανάλια και περιοδικά συντηρούσαν ένα κλίμα αδιαμφισβήτητης πρωτιάς (ή τουλάχιστον αξιοπρεπούς συναγωνισμού), ασκώντας τον καθ’ έξιν και κατ’ εξακολούθησιν προπαγανδιστικό τους ρόλο, εκουσίως εθελοτυφλώντας και πλαστογραφώντας την πραγματικότητα. Και – φυσικό επακόλουθο – ο Νορβηγός βιολιτζής μας άφησε χιλιόμετρα (εκατοντάδες βαθμούς) πίσω.
Η ιστορία βέβαια ξεκινά μήνες πριν. Όταν πυρετωδώς αγωνιούν να «επιλέξουν» το καλύτερο κομμάτι για να μας «εκπροσωπήσει» στον «διαγωνισμό». Ποιο κομμάτι; Ποιο καλύτερο; Οι γνωστοί διαμορφωτές του συρμού της σύγχρονης μουσικής, τάτσι- μίτσι – κότσι, αποφασίζουν, προτείνουν ή αναθέτουν τη δουλειά σε επίσης γνωστούς ανεκδιήγητους στιχουργούς, συνθέτες της συμφοράς και αοιδούς που προξενούν ρίγη συγκίνησης στα δεκάχρονα. Στη συνέχεια, φουλ προβολή για να πείσουν και όλους τους άλλους ότι η κομματάρα μας θα σκίσει! Να παρασύρουν, διαφημίζοντας την ποιότητα της ανυπαρξίας, και το σημαντικότερο: να περάσουν το μήνυμα ότι μας «εκπροσωπούν».
Ποιους εκπροσωπούν και τι είναι η Eurovision; Όχι, δεν είναι ένα «πανηγυράκι» μόνο, όπως θέλουν να το περάσουν. Δεν είναι μόνο χαβαλές και «χα χα χα, χου χου χου» και «τι είχαμε, τι χάσαμε». Είναι ένα καθαρά και συγκεκριμένα πολιτικό φαινόμενο. Είναι ένα παιχνίδι σε διεθνές επίπεδο που φανερώνει πολλά για τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται, ενεργούν, αποφασίζουν. Πέρα από τις προτιμήσεις που φανερώνουν οι «συμμαχίες» με τα 12άρια, η πολιτική διάσταση του φαινομένου εστιάζεται και στο εξής: στην ισοπεδωτική επικράτηση της αγγλικής γλώσσας. Ελάχιστες οι χώρες που προτιμούν να εκφραστούν στο δικό τους ιδίωμα και να τολμήσουν να διαγωνιστούν προβάλλοντας τη δική τους φωνή, γλώσσα, προφορά – ταυτότητα, εν γένει.
Πολιτική χροιά επίσης, έχει και το γεγονός της καθολικής επικράτησης της ομογενοποιημένης πλέον δυτικοευρωπαϊκής μοντέρνας μουσικής. Που δεν παρουσιάζεται όμως μόνο από δυτικοευρωπαϊκές χώρες, αλλά σχεδόν από το σύνολο των διαγωνιζομένων. Παριστάμενοι – μαϊμούδες, πιθηκίζουν ρυθμούς, ήχους και γελοίους στίχους, που δεν είναι δικοί τους. Όλοι μέσα στο μπλέντερ, και άντε να καταλάβεις από που προέρχεται αυτό που ακούς και βλέπεις. Ευτυχώς όμως κάποιοι υποψήφιοι δε δειλιάζουν να προσπαθήσουν να ενσωματώσουν στα τραγούδια και τις χορογραφίες τους κάτι – έστω και τυποποιημένο, σαν στάχτη στα μάτια – από τη δικιά τους κουλτούρα και ως αποτέλεσμα μπορεί και να δούμε μερικά ασιατικά, ανατολίτικα ή και αφρικανικά στοιχεία (ας λέγεται «Euro-vision), που σπαν τη μονοτονία, την αφόρητη βαρεμάρα, την κακόγουστη αντιαισθητική ηλιθιότητα.
Έτσι λοιπό, τα τελευταία χρόνια πέφτουμε και εμείς θύματα της αισθητικής της κομπόστας, που προβάλλεται ως η δέουσα για τον εν λόγω διαγωνισμό και φαμπρικάρουμε τραγουδάκια για να κερδίσουμε! Ούτε υπόνοια φυσικά για να προωθηθεί ένα τραγούδι που να αποπνέει πολιτισμό, ήθος, ανώτερη μουσική παιδεία. Μα δεν θα προχωρήσει, δεν είναι αυτό που θέλουν. Πως θα μπορούσε να σταθεί ένας Θεοδωράκης, ένας Χατζηδάκις, ένας Ξαρχάκος ή τόσοι άλλοι, μπροστά στους φωστήρες της σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης – με την κακή έννοια – μουσικής μας «διανόησης»; Άπατοι θα πήγαιναν! Αφού οι άνθρωποι γουστάρουν ζουμ-μπαζούμ, χλιμιντρίσματα, κουνήματα, γκλάμουρ εμφανίσεις και αγγλικό στίχο για κλάματα.
Ανόητοι είναι μάλλον οι Ιταλοί που σνομπάρουν τον «θεσμό». Τι ανοησία, να θεωρούν οι φρατέλλοι ότι έχουν έναν πολιτισμό, μια μουσική –και όχι μόνο - παράδοση και αρνούνται να μπουν σε ένα τέτοιο παιχνίδι ξεπουλήματος ρεζιλέματος και ματαιοδοξίας. Και μήπως αν συμμετείχαν θα είχαν περισσότερα να κερδίσουν; Θα γραφόταν η χώρα τους στα ηχηρά κατάστιχα του συγκλονιστικού κοσμοϊστορικού αυτού διαγωνισμού; Θα πουλούσαν μερικές παραπάνω κόπιες από τα cd με την επιτυχία τους; Σπουδαία τα – εφήμερα – λάχανα. Τώρα, με την αποχή τους είναι πιο κερδισμένοι. Διασώζουν, μόνοι αυτοί (αν δεν ξεχνάω κανέναν), την ανωτερότητα, τη μοναδικότητα, την αίσθηση της συνειδητοποιημένης (μετά λόγου γνώσεως), άρα γνήσιας αντίστασης στου μηχανισμούς της αλλοτρίωσης και της ισοπέδωσης. Κι ας έχουν κι αυτοί στην εγχώρια παραγωγή τους σαχλαμάρες και πατάτες για τραγούδια.
Τελευταίο έρχεται και το οικονομικό θέμα. Ιλιγγιώδες το ποσό που ξοδεύεται για τη διοργάνωση. Δεν τολμάω όμως να σκεφτώ και το ποσό που σπαταλά η χώρα μου για τη δική μας συμμετοχή. Πόσα εκατομμύρια πετιούνται από δω κι από κει για την όλη διαδικασία από την αρχή μέχρι το τέλος: για τα επιχώρια προκριματικά, την άσκηση του χορού, την προώθηση του άσματος εις την αλλοδαπήν για να εκμαιεύσουμε ψήφους βαρβάρων, την πολυάριθμη κουστωδία παρατρεχάμενων του σταρ, την πολύωρη κάλυψη από την κρατική ραδιοτηλεόραση με επιλογές παρουσιαστών, αν μη τι άλλο, «ελαφρές» ή και «αλαφρές». Άλλοτε δε και τόσο χαζοχαρούμενες, που υποπίπτουν σε τραγικά σφάλματα. Ούτε βέβαια τολμάω να συλλογιστώ τι τρύπες θα καλύπτονταν, μεσούσης της κρίσεως, στα ανοιχτά προβλήματα του τόπου. Και εκεί είναι που σε πιάνει η αηδία.
Αλλά θα μου πεις, «άρτον και θεάματα». Εντάξει, το γνωστό «όπιο του λαού». Θεάματα όμως. Όχι χαρωπούς τραγουδιστούληδες και κλίμα ελληνικού πρωινάδικου με ύφος «τι καλά περνάμε»! Και μην ξεχνάμε και τον άρτον...
tezjorge@yahoo.gr

Ο ΛΑΪΚΟΣ ΜΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ: Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ (15 05 2009)


Πάνε χρόνια πια, που πιτσιρικάδες περιμέναμε ανάμεσα στα λιγοστά παιδικά προγράμματα των δύο κρατικών καναλιών να έρθει η ώρα εκείνη που θα προβάλλονταν ο Καραγκιόζης. Τα χρόνια πέρασαν, τα παιδικά αυξήθηκαν (αλλά και εν πολλοίς μεταλλάχτηκαν), αλλά η φωνή του Ευγένιου Σπαθάρη με συνοδεία τη χαρακτηριστική μουσική και τα επιφωνήματα -ατάκες των ηρώων μένει ακόμα στη μνήμη. Και ενώ ο Καραγκιόζης θα συνεχίσει να ζει, ο μεγάλος αυτός υπηρέτης του, ο Σπαθάρης, πέρασε πριν λίγες μέρες στην αιωνιότητα.
Κι ενώ οπωσδήποτε υπήρξαν κι άλλοι σπουδαίοι καραγκιοζοπαίκτες, ο Σπαθάρης φαντάζει ανυπέρβλητος, κυρίως λόγω αναμφίβολης αξίας, αλλά και λόγω της αδιάσειστης εντύπωσης που χαράχτηκε στα παιδικά χρόνια. Κι ο θάνατός του μας δίνει την ευκαιρία τιμής ένεκεν να πούμε λίγα λόγια για το θέατρο σκιών. Πρώτα πρώτα, δεν είναι τούρκικο. Πέρα από τους θρύλους και τις παραδόσεις, πιθανότερη προέλευση θεωρείται η Κίνα, αν και υπάρχουν αναφορές και στην αρχαία Ελλάδα, καθώς ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» κάνει μια αναλογία σχετική με τους «θαυματοποιούς» που με τη βοήθεια της φωτιάς προβάλλουν σκιές πάνω από ένα μικρό τοίχο. Αλλά και ο Αριστοτέλης στο «Περί κόσμου» αναφέρει τους «νευροσπάστες», οι οποίοι με σπάγκους (νεύρα) κινούσαν φιγούρες ζώων. Συνδέεται ακόμα και με τα στοιχεία που υπάρχουν για τον τρόπο που τελούνταν τα Ελευσίνια μυστήρια.
Στην Κίνα, τέλος πάντων, πιστεύεται πως η γέννησή του οφείλεται στο απλό γεγονός ότι οι Κινέζοι κάλυπταν τα παράθυρα τους με χαρτί. Το βράδυ, καθώς το εσωτερικό του σπιτιού φωτιζόταν, οι σκιές των ενοίκων προσέφεραν ένα ονειρικό θέαμα στους περαστικούς. Από εκεί είναι πιθανότερο να το υιοθέτησαν οι λαοί του ανεπτυγμένου Βυζαντίου, παρά οι νομάδες και απολίτιστοι Τούρκοι, όπως υποστηρίζει ο μελετητής Ι.Τ. Παμπούκης. Και όταν οι Τούρκοι εμφανίζονται στις βυζαντινές χώρες, το παραλαμβάνουν μαζί με άλλα πολιτιστικά στοιχεία και καθώς η θρησκεία τους απαγορεύει την επί σκηνής ανθρώπινη παρουσία, τους άρεσε ιδιαίτερα.
Μετά την απελευθέρωση (αν και ο Πουκεβίλ αναφέρει παράσταση Καραγκιόζη στα 1820), οι Έλληνες αγάπησαν και αναμόρφωσαν τον Καραγκιόζη. Οι τούρκικες φιγούρες, όπως ο Πασάς ή ο Βεληγκέκας είναι ελληνικά δημιουργήματα! Δεν υπάρχουν στο τουρκικό θέατρο σκιών. Άλλωστε δε θα μπορούσε να επιτρέπεται η σάτιρα αξιωματούχων από το μπερντέ. Σαν αληθινό θέατρο, καθρεφτίζει τη νεοελληνική πραγματικότητα. Για αυτό προστέθηκαν επιπλέον και όλες οι φιγούρες που πλαισιώνουν τον Καραγκιόζη (Μπάρμπα Γιώργος, Χατζηαβάτης, Νιόνιος, Σολομών, Μορφονιός, Σταύρακας κ.α.), για τους συμβολισμούς των οποίων χρειάζεται ολόκληρη μελέτη. Άλλαξε παράλληλα και το ρεπερτόριο: βλέπουμε κωμική παρουσίαση της καθημερινής ζωής, εμπνεύσεις από παραμύθια ή παραδόσεις, καθώς και ιστορικά ή ηρωικά έργα.
Πρέπει να σημειωθεί βέβαια, ότι στην αρχή θεωρούνταν κακόφημο θέαμα, με βωμολοχίες και αισχρές υποθέσεις των έργων – τουρκικά κατάλοιπα. Η κριτικές της εποχής ήταν επιθετικές, αλλά ο κόσμος συνέρρεε, μιας και δεν υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις. Πρώτος γνωστός καραγκιοζοπαίκτης είναι ο πρόσφυγας μπάρμπα Γιάννης ο Μπράχαλης, αλλά αυτός που αναμόρφωσε τον Καραγκιόζη είναι ο Δημήτριος Σαρντούνης ή Μίμαρος.
Όπως γράφει στο έργο του «Εφήβων και μη» ο Γιώργος Ιωάννου «...Ο Καραγκιόζης είναι η θεατρική δημιουργία του λαϊκού μας πολιτισμού. Έχει όλα τα γνωρίσματα του κατά παράδοση δημιουργήματος, μόνο που έχουν χαθεί στην ανωνυμία τα ονόματα των εργατών του. Ο Καραγκιόζης είναι έργο ομαδικό, δουλεμένο από πάρα πολλούς ανθρώπους, από το λαό ολόκληρο. Και δεν αναφέρομαι μονάχα στα άφθονα λαογραφικά στοιχεία που είναι πολλαπλώς σφιχτοδεμένα μέσα στα έργα του, αναφέρομαι και στη θεατρική μορφή. Γι’ αυτό και βλέπουμε να θεωρείται εντελώς φυσικό ο ένας καραγκιοζοπαίχτης να επαναλαμβάνει τα θέματα ή τα μοτίβα του άλλου, χωρίς κανείς να εγείρει ζήτημα δημιουργία ή επανάληψης. Έτσι εξηγείται και η τόση σύγχυση που υπάρχει για το ποιος ακριβώς πρωτοδημιούργησε το ένα ή το άλλο έργο, το μοτίβο ή τη φιγούρα. Βέβαια, ο κάθε καλλιτέχνης, καθώς τα ξαναπερνούσε από μέσα του, άφηνε ανάλογα με τις ικανότητές του τα ίχνη της προσωπικότητάς του, πρόσθετε κάτι κι αυτός, όμως δεν ήταν και δεν ένιωθε παρά σαν όργανο της μεγάλης αυτής λαϊκής παραδοσιακής δημιουργίας, που ξεκίνησε ποιος ξέρει από ποια αλλότρια ή ίσως από δικά μας πανάρχαια βάθη.»
Αρκεί να σκεφτούμε πόσες φράσεις από τα έργα του ή εκφράσεις σχετικές με αυτόν – έστω και υποτιμητικές - επιβιώνουν στις μέρες μας, για να δούμε πόσο μπόλιασε την ελληνική κοινωνία ο Καραγκιόζης: «θα φάμε, θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε», «καραγκιόζ μπερντές», «στο γάμο του Καραγκιόζη», «καραγκιόζης», «καραγκιοζιλίκι» και άλλες πολλές. Ο Ιωάννου κλείνει το κείμενό του: « Πρόσφερε, πάντως, πολλά ο καραγκιόζης: ψυχαγωγία, κοινωνική διαφώτιση, πατριωτισμό, ήθος, λαϊκή ενότητα. Και ακόμα, θαυμάσια αισθητική παιδεία». Το τελευταίο, ιδίως, το αποδείκνυε καθημερινά και ο Ευγένιος Σπαθάρης με τη σεμνή και γεμάτη σοφία παρουσία του. Η απουσία του μεγάλη. Το ίδιο και το κληροδότημά του.

tezjorge@yahoo.gr
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΣΕΦΕΡΛΗ - Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡ’ ΗΜΙΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ (08 05 2009)

Πιαστήκαμε τις τελευταίες βδομάδες με τα πασχαλιάτικα του Παπαδιαμάντη, τα πανηγύρια και την Πρωτομαγιά και παραλίγο να μας ξεφύγει μια συγκλονιστική, μοναδική εμπειρία που έτυχε να ζήσουν πολλοί συμπολίτες μας το βράδυ της Ανάστασης. Απείρου κάλλους σκηνές εκτυλίχθηκαν στην Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, με τους ενορίτες και τους παρεπιδημούντες να μην μπορούν να πιστέψουν στα μάτια τους με την απίστευτα αντι-αισθητική, αντι-πνευματική, αντι-θρησκευτική, αντι-κατανυκτική ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί με πρωτοβουλία ποιών; Των επιτρόπων; Των ιερέων; Του Μητροπολίτη; Ποιών;
Εντάξει, η κατάνυξη γενικά, απέχει παρασάγγας από την ελληνική νοοτροπία. Καλά και άγια όλα, η πίστη, τα έθιμα, το τσούγκρισμα και οι λαμπάδες, αλλά «του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει». Ένα δεκάλεπτο πριν την Ανάσταση θα πάει στην Εκκλησία και μετά «Χριστός ανέστη και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού». Σαν τους εχθρούς Του αναστάντος κι εμείς Τον παρατάμε ενώ η λειτουργία συνεχίζεται και διασκορπιζόμαστε στο πιτς φιτίλι. Και ασυγκράτητοι, βουρ για τη μαγειρίτσα. Και αφού γεμίσουν τα στομάχια, μετά θα γεμίσουν τα κλαμπ και τα μπουζούκια.
Ενώ όμως, μπορούμε να δικαιολογήσουμε τους νέους να πάνε στα κλαμπ, μπορούμε να δικαιολογήσουμε τα κλαμπ να έρθουν στην Εκκλησία; Και άντε, τα γιγαντιαίων μεγαβάτ ηχεία κατανοούνται. Οι προβολείς, όμως; Παστέλ χρώματα, σε αποχρώσεις του ροζ, του σιέλ - μια πινελιά απαλού πορτοκαλί - να αναβοσβήνουν φωτίζοντας ή τυφλώνοντας κατάματα τα πρόσωπα των εμβρόντητων παρισταμένων. Το προαύλιο του Αη Γιώργη γέμισε ιριδίζουσες φωταψίες και καθώς ο σκωπτικός χαρακτήρας των ντόπιων δύσκολα αποβάλλεται, ακόμα και στις πιο ιερές στιγμές, σχόλια ψιθυρίζονταν στις μικροπαρέες: μόνο η ντισκομπάλα μας έλειπε και ένας D.J. στα πλατώ για το «Χριστός ανέστη» σε ρυθμούς r’n’b!
Και το αποκορύφωμα: εκεί που περιμένεις τα «πατροπαράδοτα» και συνήθη βαρελότα και πυροτεχνήματα με το άκουσμα της χαρμόσυνης είδησης και τις καμπανοκρουσίες, τι έχουμε; Έχουμε έκρηξη αποκριάτικης στρακαστρούκας και πλημμυρίδα ασημόφυλλου γυαλιστερού στρας χαρτοπόλεμου, λες και βρισκόμασταν σε κάποιο γλέντι μετά από γάμο σε κέντρο κοινωνικών εκδηλώσεων και ο γαμπρός με τη νύφη αλληλοταΐζονται τούρτα ή χορεύουν άγαρμπα κάποιον χορό που πλήρωσαν για να μάθουν – και να ξεχάσουν μετά – για αυτή τη «μοναδική» στιγμή. Το κιτς σε όλο του το μεγαλείο. Και δε βρέθηκε ένας χριστιανός να αποτρέψει – έστω την τελευταία στιγμή – αυτό το πανηγύρι, να πει μια κουβέντα, να μην εκτεθούμε;
Ανάσταση Κυρίου – Άγιο Φως. Δε χρειάζεται πολλά πράγματα: ησυχία και μόνο το φως των λαμπάδων φτάνει∙ και οι πολυέλαιοι περιττοί είναι. Η ίδια η ζωή και η διδασκαλία του Χριστού άλλωστε, αυτό ήταν. Η κατάνυξη και η χαρά μπορεί να εκφραστεί λιτά, ταπεινά, ανεπιτήδευτα. Δε χρειάζεται να γίνει παιδικό πάρτυ ή μοδέρνο happening. Δε χρειάζεται να ξεφτίσει, να ρετουσαριστεί σε εμπορικό προϊόν, αφορμή έμπνευσης για τους Σεφερλήδες, τους Λαζόπουλους και τους Αναστασιάδηδες. Και μάλιστα σε μια εποχή που η Εκκλησία βάλλεται πανταχόθεν και όλοι οι λειτουργοί της οφείλουν να είναι κρυστάλλινοι και μετρημένοι.
Και όλα αυτά τα πρωτόφαντα έρχονται σε αντίθεση με την ίδια την προσπάθεια που καταβάλλεται τα τελευταία χρόνια στην ενορία. Βλέπουμε ευτρεπισμό του Ναού με τον καθαρισμό των αγιογραφιών και την αποκάλυψη της λίθινης καμάρας της κεντρικής εισόδου, το παρεκκλήσι της Παναγίας Ελεούσης και τη σύνδεσή της με τη Νιγρίτα (τοιχογραφία, απολυτίκιο, μεγαλυνάριο), διάφορα προσκυνήματα επισκέπτονται τακτικά την πόλη μας, λιτανείες κλπ.
Και το πιο σημαντικό, μια προσπάθεια να αποκαθαρθούν τα μυστήρια, όσο γίνεται, από τα εξωτερικά τους στοιχεία, όπως με τον περιορισμό του στολισμού στα βαφτίσια, με τις συνεχείς παρακλήσεις για ησυχία ή με τις συστάσεις να μη μεταλαμβάνουν οι γυναίκες με κραγιόν. Τώρα όμως, με ποια καθαρή συνείδηση και χωρίς τον κίνδυνο να φανούμε υποκριτές, μπορούμε να ζητάμε από τους νονούς να μη στολίζουν την κολυμπήθρα, όταν εμείς έχουμε μετατρέψει το Ναό σε λούνα παρκ, και μάλιστα τη νύχτα της Ανάστασης;
Η Ορθοδοξία στην πορεία της στο χρόνο, έχει αποκρυσταλλώσει την εικόνα της, που διαμορφώθηκε με βάση κυρίως το ανθρωπογενές περιβάλλον. Δε μας εκφράζουν τα πλαστικά καντήλια του ρεύματος, οι φραγκομαντόνες, τα αγάλματα, οι στρουμπουλές και φανταχτερές αγιογραφίες, οι ξυρισμένοι παπάδες, οι γυναίκες ιερείς, οι μπάντες, τα τραγούδια και τα παλαμάκια στη Λειτουργία. Μας φτάνει το φως των κεριών, οι σεβάσμιες μορφές λιπόσαρκων αγίων του Πανσέληνου ή του Κόντογλου, οι βυζαντινές μελωδίες, οι εξαϋλωμένες μορφές αγιορειτών γερόντων, εφόδια ικανά να μεταρσιώσουν νου και καρδιά, ώστε να προσεγγίσουν το Θεό. Τα υπόλοιπα, ας τα αφήσουμε για τους άλλους. Απλά, δε μας ταιριάζουν.
tezjorge@yahoo.gr

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ: 123 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ, ΣΤΟ ΣΙΚΑΓΟ (30 04 2009)
Οι “μάρτυρες του Σικάγου”: οι Parsons, Engel, Spies και Fischer απαγχονίστηκαν, ο Lingg (στο κέντρο) αυτοκτόνησε στη φυλακή.

Πρωτομαγιά ξημερώνει την Παρασκευή και για τους περισσότερους από μας η μέρα αυτή δεν είναι τίποτα άλλο, παρά μια ευκαιρία ακόμη για να συνεχίσουμε τα τσιμπούσια που ξεκίνησαν το Πάσχα. Η αγορά κλειστή, οι υπηρεσίες κλειστές, αργία. Και σε συνδυασμό με την μεθυστική άνοιξη, το ξεχειμώνιασμα και το λουλούδιασμα της φύσης (τη χαρά της Δήμητρας για την άνοδο της Περσεφόνης από τον κάτω κόσμο), «πιάνουμε» το Μάη, πλέκουμε στεφάνια, βγάζουμε το φίδι από την τρύπα – εν ολίγοις γεμίζουν κόσμο οι αγροί, στη διαπασών σκυλάδικα ή δημοτικά και κατά το απογευματάκι περισσεύουν στη Γκουλμαράκα, το Τάσιουλουκ, τα Θερμά οι σωροί από πλαστικά απομεινάδια.
Από δω κι από κει, από καμιά αφίσα ή κανένα φυλλάδιο πληροφορείσαι όμως, ότι η Πρωτομαγιά «δεν είναι αργία, είναι απεργία» και το βράδι στα κανάλια βλέπεις και μερικούς «γραφικούς» να διαδηλώνουν με κοκινόμαυρες σημαίες: μα καλά, αυτοί δε γιόρτασαν την Πρωτομαγιά;
Την 1η Μαΐου του 1886, τα εργατικά συνδικάτα του Σικάγο ξεκίνησαν την απεργία τους με αίτημα τη μείωση των καθημερινών ωρών εργασίας από δέκα ή δώδεκα (ανάλογα με την περίπτωση) σε οκτώ. Μετά από δυο μέρες, έξι χιλιάδες φορτοεκφορτωτές είχαν συγκεντρωθεί κοντά σ’ ένα εργοστάσιο ξυλείας για να ακούσουν την ομιλία του Αύγουστου Σπάις, αντιπρόσωπου της κεντρικής Ένωσης των εργατών και μέλους του Διεθνούς Συνδέσμου Εργαζομένων. Πεντακόσιοι απ’ αυτούς έφυγαν προς το εργοστάσιο για να διαδηλώσουν κατά των απεργοσπαστών. Η αστυνομία πυροβόλησε το πλήθος. Ένας διαδηλωτής σκοτώθηκε επιτόπου και τρεις άλλοι υπέκυψαν αργότερα στα τραύματά τους.
Την επόμενη μέρα, μέσα σε συνθήκες τρομερής αγανάκτησης, ορίστηκε συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία Χέιμαρκετ στις 7.30 το βράδυ. Συγκεντρώθηκαν 3.000 άτομα. Ο Σπάις έκανε μια σύντομη προσφώνηση, μα μια καταιγίδα διέκοψε τους επόμενους ομιλητές. Τα 200 άτομα πού έμεινα περικυκλώθηκαν από 180 αστυνομικούς, που άρχισαν να κινούνται προς τη συγκέντρωση. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, μια βόμβα διέσχισε τον αέρα κι έσκασε μπροστά στους αστυνομικούς σκοτώνοντας έναν και τραυματίζοντας πάνω από εβδομήντα. Οι υπόλοιποι άδειασαν τα περίστροφά τους στους πανικόβλητους διαδηλωτές. Τις επόμενες μέρες άλλοι έξι αστυνομικοί πέθαναν από τραύματα που υπέστησαν στην πλατεία Χέιμάρκετ.
Κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος και άρχισαν μαζικά μπλόκα της αστυνομίας. Μετά από εκατοντάδες συλλήψεις, για να δικαστούν παραπέμφθηκαν οι: Άλμπερτ Πάρσονς, Αύγουστος Σπάις, Σάμουελ Φίντεν, Μάικλ Σουάμπ, Άντολφ Φίσερ, Τζορτζ Ένγκελ, Λούις Λινγκ και Όσκαρ Νίμπι. Η δίκη των κατηγορουμένων για τα γεγονότα του Χέιμάρκετ άρχισε στις 21 Ιούνη 1886. Έγινε επιλογή ενόρκων ώστε να αποτελούνται από διευθυντές επιχειρήσεων, εργολάβους και επιχειρηματίες. Όλοι οι συνδικαλιστές κατηγορήθηκαν για ανθρωποκτονία, με το σκεπτικό ότι ο άγνωστος βομβιστής επηρεάστηκε από τα ομιλίες τους και ότι αν ένας ήταν ένοχος και οι άλλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, ήταν όλοι ένοχοι.
Οι κατηγορούμενοι έκαναν απολογίες που έμειναν στην ιστορία. Ο Αύγουστος Σπάις είπε χαρακτηριστικά: «Κύριε δικαστά, Απευθυνόμενος σ’ αυτό το δικαστήριο μιλώ σαν εκπρόσωπος μιας τάξης προς τον εκπρόσωπο μιας άλλης. (…) Αν νομίζετε ότι με το να μας κρεμάσετε μπορείτε να εξαλείψετε το εργατικό κίνημα (…) το κίνημα από το οποίο εκατομμύρια καταπιεσμένοι, εκατομμύρια άνθρωπο που μοχθούν μέσα στη φτώχεια και την αθλιότητα περιμένουν σωτηρία, αν αυτή είναι η γνώμη σας, τότε κρεμάστε μας! Εδώ θα πατήσετε μια σπίθα, αλλά εκεί και λίγο παραπέρα, πίσω σας και μπροστά σας, και παντού, ξεπηδούν φλόγες. Είναι μια υπόγεια φωτιά. Δεν μπορείτε να τη σβήσετε! (…)».
Οι Πάρσονς, Ένγκελ, Σπάις και Φίσερ πέθαναν στην αγχόνη στις 11 Νοέμβρη του 1887. Ο Λιγκλ αυτοκτόνησε ή δολοφονήθηκε στο κελί του. Εκεί που βρίσκεται σήμερα το μνημείο του Χέιμαρκετ είναι χαραγμένα τα τελευταία λόγια του Σπάις: «Θα έλθει η εποχή που η σιωπή μας θα είναι δυνατότερη από τις φωνές που στραγγαλίζετε σήμερα»!
Να λοιπόν που τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς αγώνες και θυσίες. Για να μπορείς σήμερα να θεωρείς δεδομένο το οκτάωρο και τα δικαιώματά σου στην εργασία. Και να που οι καιροί φέρνουν πάλι στο προσκήνιο την ανάγκη να αγωνίζεσαι, όχι τόσο για καινούργιες ή παράλογες διεκδικήσεις, αλλά για να μη στερηθείς αυτά που ήδη έχεις. Μέσα στην λεγόμενη οικονομική κρίση, στην άσβεστη δίψα ασυνείδητων επιχειρηματιών για περισσότερα κέρδη, στους ευφημισμούς τύπου «ελαστική εργασία», στις απολύσεις, στην ανεργία, στα χωρίς αντίκρυσμα πτυχία, στη χρεωκοπία των ταμείων που καλούνται οι εργαζόμενοι να πληρώσουν τα κλεμμένα – μέσα σε όλα αυτά φαντάζει απίστευτα επίκαιρο το Σικάγο του 1886. Και αμείλικτο γεννιέται και το ερώτημα: τι σχέση έχουν οι σημερινοί «συνδικαλιστές» με τους γίγαντες εκείνους αγωνιστές των δικαιωμάτων;
Καλή (εργατική;) Πρωτομαγιά.

tezjorge@yahoo.gr
ΦΙΛΕΟΡΤΟΙ, ΦΙΛΟΘΕΑΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΑΘΛΟΙ:
ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΩΜΑ (24 04 2009)

Ο Θουκυδίδης στον «Επιτάφιό» του, στο εγκώμιο αυτό της Αθήνας των κλασικών χρόνων, βάζει τον Περικλή να λέει και το εξής: «Αλλά και για το πνεύμα μας έχουμε εφεύρει πλείστους όσους τρόπους να το ανακουφίζουμε από τους κόπους, με εορταστικούς αγώνες και θυσίες, τις οποίες έχουμε καθιερώσει καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους...». Φιλέορτοι, φιλοθεάμονες και φίλαθλοι οι αρχαίοι Έλληνες. Αλλά και οι σημερινοί μήπως, δεν συντηρούν ανάλογες εκδηλώσεις, όπου συνταιριάζονται η γιορτή, οι αγώνες και οι - τηρουμένων των αναλογιών - θυσίες; Γιατί κάθε φορά που διαβάζω το εδάφιο αυτό του Θουκυδίδη, νομίζω ότι περιγράφει τα πανηγύρια μας, δυόμισι χιλιάδες χρόνια πρωτύτερα.
Κι ενώ για το πανηγύρι του Αγίου Αθανασίου υπάρχει μια αξιοπρόσεκτη παρουσίαση της συντοπίτισσάς μας Μάγδας Δημάκη στον δεύτερο τόμο των πρακτικών του Συμποσίου για την ιστορία της Νιγρίτας και της Βισαλτίας, για το πανηγύρι του Αγίου Θωμά δεν έχουμε κάτι ανάλογο, μόλο που οι πηγές υπάρχουν. Στο Μακεδονικό Ημερολόγιο του 1911 δημοσιεύεται ένα κείμενο του δασκάλου (εκ Σύρπας) Δημητρίου Δαμάνη, γραμμένο το 1908. Ας δούμε μερικά αποσπάσματα: «Την πρωίαν, αμέσως μετά την θείαν λειτουργίαν, ο δημόσιος κήρυξ, έρχεται εις την κεντρικωτέραν Πλατείαν της κωμοπόλεως, καλουμένην Μεσοχώριον και δίδει το σύνθημα της ενάρξεως της πανηγύρεως. Καθ’ ομάδας πανταχόθεν οι μεν ως απλοί θεαταί, οι δε ως αγωνισταί καταπλημμυρίζουσι την μεγάλην του Μεσοχωρίου Πλατείαν.
Εις απόστασιν ενός τετάρτου της ώρας έξω της Νιγρίτης, επί της κορυφής του προς νότον πρώτου λόφου σταθμεύει ολόκληρον το πλήθος, εν ω οι ιππείς και οι ηρωίδες νεάνιδες προχωρούσι περαιτέρω, μετά ημίσειαν δε ώραν φθάνουσιν εις δεύτερον υπερκείμενον λόφον, από του οποίου καταβαίνουσιν εις κοιλάδα τινά, του Λαγάτρη καλουμένην. Εν τη κοιλάδι ταύτη οι μεν ιππείς αγωνίζονται εις την ιπποδρομίαν, αι δε παρθένοι άδουσαι όλως ιδιάζοντα τη ημέρα εκείνη ηρωικά άσματα, χορεύουσι τον ιερόν λεγόμενον κύκλιον χορόν.
Των άθλων προτιθεμένων τελούνται οι αγώνες του άλματος, του δίσκου και του δρόμου των νέων εξ αποστάσεως ουχί μικράς και επί εδάφους ανωμάλου και σχεδόν κρημνώδους. Ειρήσθω δε ότι ο αγών του δρόμου και εν Νιγρίτη θεωρείται ο σπουδαιότερος των αγώνων. Το δε πλήθος, μηδ’ αυτών των γυναικών εξαιρουμένων, μανιωδώς κραυγάζει, ενθαρρύνον τους δρομείς, εν ω αφ΄ετέρου η μουσική ζωηρότερον παιανίζουσα ζωήν και σθένος μεταδίδει εις τα ατονούντα εκ του δρόμου νεύρα των αγωνιζομένων. Ο νικητής αφικόμενος εις το τέρμα, αίρεται υπό των συμπατριωτών αυτού εις τας χείρας και επιδεικτικώτατα δεικνύεται εις το πλήθος, εν ω αφ’ ετέρου οι συμπατριώται των υπολειφθέντων, σχολιάζοντες τα κατά τον δρόμον, προσπαθούσι μυριοτρόπως να μειώσωσι την αξίαν του νικητού.
Αφ’ ου το πλήθος φθάση εις τινά Πλατείαν των Τσακαλάδων, εκεί αι λευχειμονούσαι νεάνιδες επαναλαμβάνουσιν και πάλιν τον ιερόν χορόν. Μετά δύο ώρας πλήθος συρρέει εις τινά αμφιθεατρικήν Πλατείαν και άρχεται ο αγών της πάλης. Ευθύς δε μετά τούτον άρχεται ο δημόσιος χορός».
Η δεύτερη πηγή έρχεται από τον Η’ τόμο της «Λαογραφίας», το 1921. Εκεί ο Β. Γανώσης, Νομογεωπόνος Δράμας, γράφει: « Αφού τελειώση η εκκλησία, μαζεύονται οι κάτοικοι με τας οικογενείας των και την μεγάλην των στολήν εις ένα μέρος, το οποίον είνε ένας δρόμος και γύρω από αυτόν δύο υψώματα. Ο δρόμος αποτελεί το στάδιον, τα δε υψώματα τα εδώλια των θεατών. Διορίζεται εκ των προτέρων ημερών η Ελλανόδικος Επιτροπή από τους πλέον εγκρίτους. Ως πρώτον αγώνισμα ωρίσθη το λιθάρι, πέτρα ½ οκάς βάρους. Ο κήρυξ εκφωνεί πανηγυρικώς το όνομα του νικητού, όστις λαμβάνει συνήθως ως έπαθλον ένα αρνί, συνήθως δώρον των πιστών εις την εκκλησίαν. Κατόπιν ήτο το αγώνισμα του δρόμου, κατόπιν της ιππασίας. Κατόπιν έρχεται το άλμα, όπερ είνε πάντα τριπλούν και μετά φόρας.
Το απόγευμα, οπόταν πρόκειται να διεξαχθή το αγώνισμα της πάλης, αλλάζουν μέρος και πηγαίνουν εις εν είδος πλατείας από επάνω από το οποίον είνε ύψωμα δια τους θεατάς. Το αγώνισμα τούτο εξακολουθεί όλο το απόγευμα. Οι αγωνισταί φορούν είδος περισκελίδος, έχοντες τον κορμόν γυμνόν. Προσέρχεται δε συνήθως πρώτον ο εις, αφού αλειφθή με λάδι, όστις και προσκαλεί ένα αντίπαλον. Ούτος δεν βραδύνει να φθάση και αρχίζουν τα στριφογυρίσματα, καραδοκούντος του ενός πότε να πλησιάση και να αρπάξη εις κατάλληλον θέσιν τον άλλον. Νικηθείς θεωρείται εκείνος, του οποίου η πλάτη «έφαγε χώμα». Επειδή οι παλαισταί είνε καλά γυμνασμένοι, συνήθως ο αγών διαρκεί αρκετήν ώραν υπό την αδημονίαν των θεατών, οίτινες δίδουν, και την μεγαλυτέραν σημασίαν εις το αγώνισμα τούτο. Επακολουθούν και άλλα ζέυγη παλαιστών. Οι νικηταί δε λαμβάνουν πάντοτε έπαθλον και ένα αρνί, έχουν δε και το δικαίωμα συνοδευόμενοι υπό του ηττηθέντος να προβούν και εις έρανον από τους θεατάς».
Βλέπουμε λοιπόν, ότι παρά τις διαφορές (σε άλλο σημείο π.χ. ο Δαμάνης λέει ότι δεν δέχονταν ξένους ενώ ο Γανώσης αναφέρει Τούρκους – βέβαια, από το 1908 ως το 1921 μπορεί οι Νιγριτινοί να μετέβαλαν γνώμη, να αποκήρυξαν την ξενηλασία!), οι αιωνόβιες πηγές πιστοποιούν αφενός ιστορικά την παλαιότητα του πανηγυριού, αφετέρου την συνέχεια του εθίμου, καθώς αναγνωρίζουμε τα τοπωνύμια, τις συνήθεις και τις διαδικασίες σχεδόν απαράλλαχτες ως σήμερα. Ακόμα και τα πικρόχολα, νιγριτινού ταμπεραμέντου σχόλια των κολλητών των ηττημένων για να πικάρουν και να μειώσουν τον νικητή!
Ο Δαμάνης κλείνει την αναφορά του γράφοντας: «Τα πάτρια ήθη και έθιμα ευτυχώς τηρούνται αγνότατα, διότι ο ψευδοπολιτισμός δεν εισεχώρησεν εισέτι εις τα στρώματα του λαού των χωρίων και κωμοπόλεων». Εισέτι, το 1908. Εισέτι και σήμερα. Και μακάρι να μην εισχωρήσει ποτέ. Καλωσορίζουμε την έναρξη της περιόδου των πανηγυριών.
tezjorge@yahoo.gr

«ΑΛΗΘΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ» (16 04 2009)



Μεγάλη Εβδομάδα και οι απανταχού Ορθόδοξοι βιώνουν την πορεία προς τη μεγαλύτερη χριστιανική γιορτή, την Ανάσταση. Και ποιος είναι ο καταλληλότερος για να μας μεταδώσει την κατανυκτική ατμόσφαιρα με το μοναδικό του τρόπο, τις ανυπέρβλητες περιγραφές, τους απίθανους χαρακτήρες του; Χωρίς ενδοιασμούς, ο Άγιος των γραμμάτων μας, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Μπορεί να χρειαστεί ν’ ανασκαλέψουμε λίγο τα λεξικά, αλλά αξίζει τον κόπο:
«Πέρυσι ὤ! πέρυσι τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μήνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάφῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ῥιζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἷς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾿ Ὀχτωήχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ἄσμα:
Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστὸ τὸν πάντων βασιλέα.
................................................................
Σύρε μητέρα μ᾿ στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
Κ᾿ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῆς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ
Ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
Τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, να᾿ χῆς χαρὲς μεγάλες.
Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δ᾿ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἢ καλῆ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δυὸ ἀρτιβαφὴ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία δυὸ αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκατὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ. [...] Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾿ ἐνῷ σήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ἄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἷς τὸ ὕπαιθρο, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῶ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρᾶς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ καὶ ἢ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ ταφέντα, ὡς τὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἶμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!». Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε Ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον!» (Παιδική Πασχαλιά, Αναμνήσεις).
Στο Πάσχα του κυρ-Αλέξανδρου χωράν και αυτοί που δεν πάτησαν ποτέ στην Εκκλησία, όπως πολλοί από μας, όπως και ο «Αλιβάνιστος» του ομώνυμου διηγήματος: «Ὁ γέρων ἐφαίνετο ἀληθὴς λυκάνθρωπος. Ἐφόρει εἶδος ράσου, ἀπροσδιορίστου χρώματος, καὶ μαύρην σκούφιαν, εἶχε μακρὰν κόμην, μαύρην ἀκόμη, καὶ ψαρά, σγουρὰ γένεια. Ἐδυσανασχέτει διότι τὸν ἐκράτει μὲ τὴν ρωμαλέαν χεῖρα του ὁ Μπαρέκος, κ᾿ ἤθελε νὰ φύγῃ.
- Ἄφσε με, νὰ ζήσῃς! Δὲν μπορῶ!... τί Ἀνάστασι νὰ κάμω ῾γω... τί μὲ θέλετ᾿ ἐμένα... Ἐσεῖς κάμετε Ἀνάστασι. Μὲ γειά σας, μὲ χαρά σας!... Πάω στὸ καλύβι μου, ῾γώ!
Τότε ὁ παπα-Γαρόφαλος ἔλαβε τὸν λόγον·
- Νἄχης τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ, παιδί μου! Ἔλα! ... Νὰ πάρῃς εὐλογία! ... Νὰ μοσχοβολήσ᾿ ἡ ψυχή σου! Ἔλα ν᾿ ἀπολάψῃς τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας! Μὴν ἀδικῇς τὸν ἐαυτόν σου! Μὴν κάνῃς τοῦ ἐχτροῦ τὸ θέλημα! ... Πάτα τὸν πειρασμό! Ἔλα, Κόλια! Ἔλα, Νικόλαε, ἔλα! Νικόλαε μακάριε! Ὁ ἅγιος Νικόλαος νὰ σὲ φωτίσῃ!
Ὁ μπάρμπα-Κόλιας ἤθελε νὰ ἔλθῃ, ἀλλ᾿ ἐντρέποντο. Ἐπαραξενεύετο πολύ. Θὰ ἐπεθύμει νὰ τὸν ἀπῆγον διὰ τῆς βίας.
Ὁ Μπαρέκος, ὡς νὰ εἶχεν εἰσδύσει εἰς τὰ ἐνδόμυχα τῆς ψυχῆς του, ἔκραξε τοὺς δυὸ ἄλλους βοσκοὺς πλησίον του. Οὗτοι, ἡμιπαίζοντες, ἡμισπουδάζοντες, ἔβαλαν τὰς χεῖρας των εἰς τοὺς βραχίονας καὶ τὰς ὠμοπλάτας τοῦ Κόλια. Ἐν πομπῇ καὶ παρατάξει τὸν ἀπήγαγον, κάτω νεύοντα, ἐπιθυμοῦντα ν᾿ ἀκολουθήσῃ, καὶ τείνοντα ν᾿ ἀποσκιρτήσῃ. [...]Μετὰ τὴν Ἀπόλυσιν, ἅμα οἱ ἄνδρες ἐξῆλθον, ὁ Σταμάτης συναντήσας τὸν Κόλιαν τὸν ἐχαιρέτισε:
- Χριστὸς ἀνέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλὴ ὥρα ἦτον ποὺ σ᾿ ηὗρα χτές.
Καὶ ὁ γέρων ἐρημίτης ἀπήντησεν:
- Ἀληθῶς ἀνέστη, βρέ! Δὲν εἶμαι ἀλιβάνιστος!».
Και τέλος, η Κυριακή του Πάσχα, γλέντι στην ύπαιθρο, με τους αγνούς ανθρώπους μια άλλης εποχής, που ευτυχώς δεν έχουν εντελώς σωθεί στις μέρες μας και χρωματίζουν με το κέφι και το χιούμορ τους τις παρέες: «Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπάρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνει, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικότατα δι᾿ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων. Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπάρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἐπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς: «Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰώνας!» Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν: «Γειά σας! Καλὴ γειά! Διάφορο! Καλὴ καρδιά! Παπᾶ μ᾿, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾿! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπᾶ σ᾿ καὶ τὰ παιδάκια σ᾿! Ξάδελφε Θοδωρῆ, νὰ ζήσεις νὰ τὰ χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτ᾿, ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾿, νὰ τρέξεις καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Σ᾿μπεθέρα Κρατήρα, νὰ χαίρεσαι, μ᾿ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνεψιὲ Γιώργη, τίμια στέφανα! Στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε! Κουμπάρα Κυπαρίσσου, μὲ μιὰ καλὴ νύφη νὰ ζήσεις νὰ χαρεῖς! Ἐβίβα ὅλοι! Τέ-πέρ-τέ. Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Συμπεθέρα Ξανθή, καλὴ λευτεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα με τὸ καλό!». Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξε ἡ πόσις. [...] Εἶτα ἤρχισαν τὰ ἄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπάρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο. Ἀλλ᾿ ὁ πλέον ἰδιόρρυθμος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπάρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς τακτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῶα· πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτώνα μὲ ἀνοικτὰς θυρίδας, βραχείαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε, φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμει Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτόκαρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπάρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιές» ἢ «χαλκοδέρες». Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτον ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπάρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε - νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα! Ὁ μπάρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη, κατ᾿ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς:
Κ᾿στὸ - μπρὲ – Κ᾿ στὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν
θανάτων θάνατον μπατήσας
κι ἔντοις ἔντοις μνήμασι
ζωήν, παμμακάριστε!
Καὶ ὅμως, μεθ᾿ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδεὶς ποτὲ ἔψαλλεν ἱερὸν ἄσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἑξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν...» μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθείσαν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ...»
Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!» (Εξοχική Λαμπρή).
Καλό Πάσχα!
tezjorge@yahoo.gr