Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 6ο)

  ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 6ο (Συνέχεια από το 5o μέρος)





"Με την παγίωση του νεοελληνικού κράτους τα χωριά σιγά-σιγά έπαψαν να δημιουργούν πολιτισμό. Κατ’ αρχάς με την εθνική εκπαίδευση η οποία περιφρόνησε βαθύτατα την μητρική γλώσσα και τους γλωσσικούς τρόπους των χωρικών. Δεν φυτεύει η εκπαίδευση λέξεις. Μάλλον ξεριζώνει αυτές που φυτεύει η ζωή.
   Όταν κανένα παιδάκι ξεχνιόταν και του ξέφευγε καμιά απ’ τις σπαραχτικές λέξεις της ψυχής, ο δάσκαλος επενέβαινε βιαίως.
   Τα όργανα αυτού του κράτους που δεν μπορούσαν να φτιάξουν τίποτα με τα χέρια τους, ούτε καμιά λέξη τους μπορούσε να προσφέρει ηδύτητα στην ακοή, όχι μόνο πελέκησαν τον κορμό αυτού του λαϊκού πολιτισμού αλλά δεν άφησαν ούτε μια ριζούλα του.
   Με τεχνικές, επείσακτες μεθόδους – μεθόδους τρόμου και εξετάσεων εν πολλοίς – αντικατέστησαν την αβίαστη ψυχική γλωσσική παραγωγή. Τότε άραγε θα αποκτήσει ομορφιά ο κελαηδισμός των πουλιών όταν κάποιο είδος γραφής τον καλουπώσει; Ή μήπως ο άνεμος μπορεί να εγκλωβιστεί στο άλφα, στο όμικρον και στα άλλα καλούπια των γραμμάτων; Μα δεν μιλάμε για εθνική γραφίδα αλλά για εθνική γλώσσα.
   Να διδάξουν ποιους; Άκουγα την μάνα μου και τις θείες μου – υπέργηρες πια – να μιλάνε και με πλημμύριζε μια ξέγνοιαστη θαλπωρή, άγγιζα μια πολύ μακρινή μου ολότητα. Όταν έλεγα σε καμιά γυναίκα του χωριού μου τι ωραία που μιλάει, με κοιτούσε με δυσπιστία και απορία. Τόσο η σχολική μόρφωση, η γραπτότητα, δηλαδή το επιμέρους, εκτόπισε το όλον.
   Η ξένη – κατ’ ουσίαν – γλώσσα των σχολείων μάρανε σιγά-σιγά τον ανθοβολώνα της αβίαστης γλωσσικής παραγωγής. Διαμεσολάβησε απ’ τα μύχια της ψυχής στην ομιλία, με αποτέλεσμα να εκφέρεται ο τύπος και το ψυχικό φορτίο της ουσίας να λιμνάζει.
   […] Μονάχα στα κάθε είδους κράσπεδα και υπόγεια των πόλεων όπου μετώκησαν οι χωριάτες – και πάντως μακριά απ’ τα σχολεία – δημιουργείται ενδιαφέρον πλην όχι πλέον αθώος και αφελής λόγος.
   Το μαζικό, διαμεσολαβημένο από πολλές μεριές άτομο άρχισε να παίρνει την θέση του προσώπου.
   Επειδή γλώσσα και τρόπος ζωής πάνε μαζί – η ομιλία τους ήταν το απαύγασμα της σωματικότητάς τους – σταμάτησαν να φτιάχνουν πράγματα και ρούχα δικά τους. Ήδη θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι στο χωριό μου κάποιος είχε περάσει και μάζεψε όλες τις ξύλινες εγχάρακτες σφραγίδες που στόλιζαν και ιερουργούσαν το ψωμί τους. Πού να βρίσκονται άραγε;
   Στα αστικά κέντρα όπου συνέρρεαν άρχισε να διαμορφώνεται ως κύρια ιδιότητά τους η αγοραστική ιδιότητα. Ήθελε το κρατικό μόρφωμα φόρους για την λειτουργία του. Οι βιτρίνες με τα βιοτεχνικά πανομοιότυπα αγαθά δεν βρήκαν αντιστάσεις.
   Στις πόλεις η γλώσσα, στερούμενη τις πηγές της, ρήχυνε. Ρηχή γλώσσα – κι ας είχε όση έκταση ήθελαν με την επίκτητη γνώση της εκπαιδεύσεως – σήμαινε και επισφαλή ψυχική και διανοητική υγεία – δεν υπήρχε γνήσια αντιστοιχία συναισθήματος, σκέψεως και εκφοράς – σήμαινε και λησμονιά των τρόπων τους, σήμαινε και λιγότερα αναχώματα προς την χειραγώγηση, σήμαινε λιγότερο παιχνίδι και νοστιμιά στην κύρια ψυχαγωγία του ανθρώπου που είναι ο γλωσσικός τρόπος του άλλου, σήμαινε λιγότερες διηγήσεις και λιγότερη διάθεση γι’ αυτές, σήμαινε τέλος φτενότερο στρώμα ψυχικής υποδοχής της ζωής.
   Άρχισαν τα άτομα να θέλουν να διακριθούν, να κάνουν περιουσίες και περίβλεπτα σπίτια, να ξεχωρίσουν, να φανούν. Απαρνήθηκαν αγάλι-αγάλι τον δικό τους ατίμητο πλούτο χάριν των μετρήσιμων ένυλων και άυλων αγαθών. Η αλληλόραση που τα νομιμοποιούσε χάλκευε εξαρτήσεις αλλά εξ αυτού και υποδόρια μνησικακία. Σιγά-σιγά λυνόταν ο κόμπος των προσώπων προς τα πάνω και άρχισαν να φαίνονται τα άτομα.
   Και ενώ προ κράτους οι διαφορές από χωριό σε γειτονικό χωριό ήταν πάμπολλες, τώρα η ενοποίηση τρόπων, ενδυμασίας, εργασίας και γλώσσας έκανε το θέατρο της ζωής πληκτικό και ανήσυχο.
   Και περιέργως, όσο ο παρονομαστής της ζωής γινόταν σταθερά κοινότερος σ’ όλη την χώρα, τόσο η ξενότης των ομοεθνικών και ομοκρατικών ατόμων γινόταν μεγαλύτερη. Έφτανε στα όρια της εχθρότητος.
   Πιο μεγάλη ψυχική συγγένεια θα έβρισκε κανείς σ’ έναν αυτόφωτο αγρότη της Γερμανίας ή της Τουρκίας επί παραδείγματι με έναν της Ελλάδος – αυτοί, η γη και το γέννημα – παρά μεταξύ δύο ομοιοτρόπως διαμεσολαβημένων ομοεθνών.
   Η πλαστή ενότητα ερχόταν απ’ το κράτος με τους τρομοκρατικούς και διαιρετικούς θεσμούς και τις εύνοιές του.
   Οι ομοεθνείς, όταν σκέφτονταν την ψυχή τους, την εσωτερική εικόνα τους την περιόριζαν μέσα σ’ αυτήν την ευτελή περικοκλάδα του χάρτη.
   Η ψυχικά αυτόφωτη Πόβλα, το χωριό μου, επί παραδείγματι, έγινε Αμπελώνα – ούτε καν Πόβλα – Φιλιατών Θεσπρωτίας Ηπείρου Ελλάδος".

Συνεχίζεται...