Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

ΕΠΙΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ (23 10 2009)

Οι τελάληδες των τηλεπαραθύρων μάς ανήγγειλαν προ μηνών ότι περνάμε πλέον μια οικονομική κρίση. Μεγάλες ασφαλιστικές εταιρείες και τράπεζες έβαλαν λουκέτο, golden boys and girls κλαψούριζαν μουσκεύοντας με τα δάκρυά τους τις παχυλές αποζημιώσεις τους και διάφορες άλλες επιχειρήσεις βρήκαν την ευκαιρία να απαλλαγούν από «πλεονάζον» προσωπικό φορτώνοντας τις απολύσεις και τις περικοπές στην κρίση.
Άλλοι λένε ότι η κρίση χτύπησε και μας, άλλοι λένε ότι ακόμα δεν έχει έρθει προς τα μέρη μας. Η καθημερινή τριβή με τον κόσμο δείχνει μια ανησυχία, αλλά δεν συμπεραίνει ακόμα κάτι τόσο δραματικό. Όμως, είτε η κρίση είναι εδώ, είτε είναι προ των πυλών, οφείλουμε να αναζητήσουμε ένα αποκούμπι για όσους τα βγάζουν ούτως ή άλλως δύσκολα πέρα, για όσους μετράνε ακόμα και το λεπτό του ευρώ.
Κρίσιμη στιγμή για την δημιουργία της σημερινής κατάστασης ήταν η μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ. Τότε ήταν που χάθηκαν οι ισορροπίες, όταν χωρίς την απαραίτητη κρατική επαγρύπνηση πέρασε στο υποσυνείδητο του Έλληνα ότι το κέρμα του ευρώ ταυτίζεται με το σιδερένιο κατοστάρικο. Κι αυτό γιατί το σύστημα της δραχμής δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στα κέρματα. Το σύστημα του ευρώ όμως, απαιτεί μια τέτοια σημασία, στην οποία δεν ήταν συνηθισμένος ο Έλληνας. Κι έτσι, βρήκαν οι επιτήδειοι την ευκαιρία να προσαρμόσουν τις τιμές τους σε αυτήν την αντιστοιχία, σε αυτήν την αυτόματη και λανθασμένη αντίληψη για την αξία των κερμάτων. Και οι τιμές πήραν την ανηφόρα και το δίευρο σήμερα το έχεις για ψιλά, ενώ τις περίπου 700 δραχμές αντίστοιχα τις υπολόγιζες. Ίσως θα έπρεπε να κυκλοφορήσουν χαρτονομίσματα του ενός και δύο ευρώ. Έτσι η προσαρμογή θα ήταν ευκολότερη και ανώδυνη, όμως οι Ευρωπαίοι εταίροι μας είχαν άλλη άποψη. Και φτάσαμε σήμερα να μιλάμε για συνανθρώπους μας που βρίσκονται – όπως λένε – «κάτω από το όριο της φτώχειας».
Και όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, η μεγάλη βοήθεια για αυτό το κομμάτι του πληθυσμού έρχεται από τις...πολυεθνικές εταιρείες. Πώς γίνεται αυτό; Με τις λεγόμενες «ιδιωτικές ετικέτες» που έχουν λανσάρει εδώ και λίγα χρόνια οι μεγάλες επιχειρήσεις στο χώρο των σούπερ μάρκετ. Είναι προφανές ότι σε ένα τέτοιο κατάστημα θα ξοδέψει το κάθε νοικοκυριό τα περισσότερα χρήματα προσπαθώντας να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Και οι έρευνες δείχνουν ότι ένα όλο και μεγαλύτερο ποσοστό αρχίζει σιγά σιγά να αίρει τις προκαταλήψεις και τις επιφυλάξεις του και να εμπιστεύεται προϊόντα όχι κάποιας γνωστής μάρκας, αλλά με ετικέτα του αντίστοιχου σούπερ μάρκετ που τα πουλάει.
Στην αρχή βέβαια ο κόσμος δεν τολμούσε να κάνει αυτή την επιλογή. Ιδίως ο καχύποπτος Έλληνας δε βασιζόταν να καταναλώσει ένα προϊόν που δεν ήταν επώνυμο, που δεν είχε περάσει μέσα από την «αγιοποιητική» λειτουργία της διαφήμισης, που είχε τόσο μεγάλη διαφορά στην τιμή από αυτά που συνήθιζε να αγοράζει. Και το θεωρούσε για όλα αυτά, κατώτερης ποιότητας. Οπωσδήποτε αυτό δεν είναι λάθος. Η εξευτελιστικά χαμηλή τιμή μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες (καθόλου διαφήμιση, φθηνά εργατικά χέρια στις χώρες παραγωγής, λιγότερα έξοδα στο δίκτυο μεταφοράς κλπ), αλλά δεν μπορείς να αποκλείσεις σε πολλές περιπτώσεις και την υποβάθμιση της ποιότητας. Και μια δοκιμή ήταν αρκετή για να το καταλάβεις.
Η ουσία είναι όμως, ότι ο οικονομικά βασανισμένος είναι πρόθυμος να κάνει και κάποια παραχώρηση στην ποιότητα των αγαθών που καταναλώνει, αν είναι να βάλει στην άκρη ένα αξιοσέβαστο ποσό που θα γλυτώσει από την αντίστοιχη αγορά που θα έκανε σε διάσημα προϊόντα. Δεν τον πειράζει πλέον να δεχτεί ότι τα τρόφιμα, τα ποτά και όλα όσα χρειάζεται ένα σπιτικό είναι λιγότερο εύγευστα ή αποτελεσματικά, αν καταφέρει να εξοικονομήσει 20-30 ευρώ από την εν λόγω αγορά. Και η αλήθεια είναι ότι τα προϊόντα με ιδιωτική ετικέτα έχουν πολλές φορές το 1/4 ή και το 1/5 της τιμής των άλλων προϊόντων. Ο μόνος φόβος ήταν να μην είναι αυτά τα αγαθά επικίνδυνα για την υγεία.
Πλέον όμως, με την πάροδο του χρόνου και τη σταδιακή δοκιμή, απομακρύνθηκε κάθε είδους αμφιβολία. Και στο κάτω κάτω, δεν είναι δυνατό η κάθε εταιρεία σούπερ μάρκετ να διαθέτει δικό της εργοστάσιο που να παράγει π.χ. απορρυπαντικά, άλλο εργοστάσιο που να εμφιαλώνει γάλα, αναψυκτικά, κρασιά, να συσκευάζει όσπρια, καφέ και κάθε ετερόκλητο αγαθό. Άρα, υπάρχει συνεργασία με τις ίδιες τις εταιρείες που παράγουν τα γνωστά, επώνυμα αντίστοιχα προϊόντα και αλλάζουν μόνο τη φίρμα στη συσκευασία και ίσως υποβαθμίζουν ελαφρώς και την ποιότητα. Οπότε, και οι κανόνες ελέγχου της αξιοπιστίας του προϊόντος είναι οι ίδιοι, και ίσως και πιο αυστηροί για αυτά τα προϊόντα, καθώς είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ψάξουν να βρουν ψεγάδι και να τα κατηγορήσουν (ή να αλληλοκατηγορηθούν μέσα στον ανταγωνισμό) λόγω της αύξησης του μεριδίου που έχουν στην αγορά.
Η παγκοσμιοποίηση είναι αυτή που άνοιξε το δρόμο στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο των σούπερ μάρκετ να μπουν στην τοπική κοινωνία κάθε χώρας και να διεκδικήσουν μέσα στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς την επιβίωση και το κέρδος τους. Κι αυτές οι πολυεθνικές είναι οι πρώτες που εφάρμοσαν αυτήν την τακτική με τα δικά τους προϊόντα. Όμως, και οι ελληνικές αντίστοιχες επιχειρήσεις, που είδαν τα δικά τους έσοδα να μειώνονται, προέβησαν αμέσως σε συγχωνεύσεις, σε συνομοσπονδίες και πλάσαραν κι αυτές προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, έτσι ώστε να μην εξαφανιστούν από το προσκήνιο.
Κατά συνέπεια, τα μίνι μάρκετ της γειτονιάς, τα μπακάλικα, είναι αυτά που θίγονται ιδιαίτερα από αυτές τις εξελίξεις, αναγκάζονται όμως να αναπροσαρμόσουν τη λειτουργία τους καλύπτοντας άλλες ανάγκες των ανθρώπων. Έτσι, μπορεί πλέον λίγοι να επιλέγουν το μαγαζάκι της γωνίας για να γεμίσουν το καρότσι τους, αλλά θα στραφούν σε αυτό τις ώρες που η αγορά είναι κλειστή και θα χρειαστούν δυο τρία πράγματα της στιγμής. Για αυτό και αυτά τα μαγαζιά, που είναι ως επί το πλείστον οικογενειακές επιχειρήσεις, πρέπει να μένουν ανοιχτά ως αργά τη νύχτα και να λειτουργούν ακόμα και τις Κυριακές.
Θέλουμε, λοιπόν, να είμαστε όσο γίνεται τοπικιστές. Τα λεφτά μας να πηγαίνουν στις τσέπες των συμπολιτών μας και όχι στους λογαριασμούς μεγιστάνων της πρωτεύουσας ή του εξωτερικού. Θέλουμε η απόδειξη να λέει ΔΟΥ Νιγρίτας και όχι Πειραιώς ή Αθηνών. Δεν θέλουμε όμως από την άλλη να στηρίξουμε και τους συμπολίτες μας που βρίσκουν δεκάδες θέσεις εργασίας στα εν λόγω πολυκαταστήματα; Γιατί κι αυτό είναι όφελος για την τοπική κοινωνία. Και προ πάντων θέλουμε να στηρίξουμε και τη δική μας τσέπη. Και δε μιλάμε για αυτούς που έτσι κι αλλιώς δεν θα τους κάνει καμία διαφορά η εξοικονόμηση 20 ή 30 ευρώ. Μιλάμε για αυτούς που αυτό το ποσό είναι τόσο σημαντικό όσο ήταν και το δεκαχίλιαρο πριν την ισοπεδωτική έλευση του ευρώ.