Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

«Η ΜΑΓΙΚΗ ΦΛΟΓΕΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ» (Μέρος β') (11 03 2011)


Ένα παραμύθι του Τζιάννι Ροντάρι.
Συνέχεια από το προηγούμενο


ΠΡΩΤΟ ΤΕΛΟΣ

Τα αυτοκίνητα τρέχανε κατά το ποτάμι. Το παλικάρι χωρίς να σταματήσει να παίζει τη φλογέρα περίμενε πάνω στη γέφυρα.
Όταν σίμωσε το πρώτο αυτοκίνητο– που από σύμπτωση ήτανε το αυτοκίνητο του δήμαρχου– ακούστηκε μια πιο δυνατή νότα.
Θαρρείς και ήταν το σύνθημα: το αυτοκίνητο έκανε μία βουτιά στο ποτάμι και το ρεύμα το πήρε πέρα μακριά. Ύστερα ένα δεύτερο αυτοκίνητο βούτηξε κατακέφαλα, ένα τρίτο και σιγά σιγά το ένα μετά το άλλο, δύο δύο μαζί ή τσαμπιά ολόκληρα βουτούσανε τ΄ αυτοκίνητα στο ποτάμι μ΄ ένα τελευταίο μουγκρητό της μηχανής ή ένα γρύλισμα από το κλάξον και το ρεύμα τα παράσερνε μακριά.
Στους δρόμους εκεί που ήτανε πριν τα αυτοκίνητα, τώρα κατέβαιναν θριαμβευτικά τα παιδιά, με τα μπαλόνια τους, τα καροτσάκια με τις κούκλες ή με τα τρίκυκλα ποδηλατάκια τους και οι μαμάδες σεργιάνιζαν όλο χαμόγελο.
Ό κόσμος όμως τραβούσε τα μαλλιά του, τηλεφωνούσε στους πυροσβέστες και διαμαρτυρότανε στην αστυνομία.
Πως αφήνετε αυτόν τον τρελάρα; Σταματήστε τον. Συλλάβετέ τον, κάντε τον να πάψει να παίζει αυτή την καταραμένη τη φλογέρα.
Ρίχτε τον κι αυτόν στο ποτάμι μαζί με τη φλογέρα του…
Ακόμα κι ο δήμαρχος οργίστηκε.
Να καταστρέψει όλα τα όμορφα μας αυτοκίνητα!
Τόσα λεφτά που κάνουν….
Και το βούτυρο ακρίβυνε….
Κάτω ο δήμαρχος. Να παραιτηθεί.
Κάτω η φλογέρα.
Εγώ θέλω το αυτοκίνητό μου.
Οι πιο τολμηροί κάνανε να πέσουν πάνω στο παλικάρι, μα σταματήσανε άθελά τους πριν τον αγγίξουν. Στον αέρα υψώθηκε κάτι σαν αόρατος τοίχος να τον προστατέψει απ΄ αυτούς τους παλικαράδες που βαρούσανε στο τσάμπα γροθιές και δίδανε κλοτσιές σαν να ‘ χανε μπροστά τους ένα αληθινό ντουβάρι.
Το παλικάρι περίμενε ώσπου να πέσει στο ποτάμι και το τελευταίο αυτοκίνητο, ύστερα βούτηξε κι αυτό, κολύμπησε ίσαμε την απέναντι όχθη κι αφού έκανε μια βαθιά υπόκλιση στον κόσμο που στεκότανε στην άλλη όχθη και κοίταζε σαν χαμένος, γύρισε την πλάτη και χάθηκε μέσα στο δάσος.


ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΕΛΟΣ

Τα αυτοκίνητα τρέχανε κατά το ποτάμι κι ένα μετά το άλλο βουτούσανε μέσα μ΄ένα γρύλισμα του κλάξον. Τελευταίο βούτηξε το αυτοκίνητο του δήμαρχου. Κείνη την ώρα η μεγάλη πλατεία είχε γεμίσει παιδιά που παίζανε και τα ξεφωνητά τους σκέπαζαν τα κλαψουρίσματα του κόσμου, που έβλεπε τα αυτοκίνητα του να τα παρασέρνει το ρεύμα πέρα μακριά.
Τέλος, το παλικάρι έπαψε να παίζει τη φλογέρα, σήκωσε τα μάτια και τότε είδε το πλήθος που ερχότανε απειλητικό καταπάνω του με τον κύριο δήμαρχο μπροστά.
Είστε ευχαριστημένος, κύριε δήμαρχε;
Τώρα θα σου δείξω εγώ ευχαρίστηση! Νομίζεις πως έκανες μια σπουδαία πράξη; Ξέρεις πόσο κόπο και πόσα λεφτά κάνει ένα αυτοκίνητο; Ωραίος τρόπος να λύσεις το πρόβλημα της κυκλοφορίας….
Μα εγώ……εσείς δε μου είπατε…
Δεν αξίζεις πεντάρα τσακιστή. Τώρα, αν δεν θέλεις να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου πίσω από τα κάγκελα, άρπα τη φλογέρα σου και κάνε να ξαναβγούνε από το ποτάμι όλα τα αυτοκίνητα. Και πρόσεξε καλά: τα θέλω όλα από το πρώτο ως το τελευταίο.
Μπράβο! Σπουδαία! Ζήτω ο κύριος δήμαρχος!
Το παλικάρι υπάκουσε. Τ΄ αυτοκίνητα στον ήχο της μαγικής φλογέρας ξαναβγήκανε από το ποτάμι και τρέχανε στις πλατείες και τους δρόμους να πιάσουμε τη θέση που είχανε πρώτα, διώχνοντας τα παιδιά με τα μπαλόνια και τα ποδήλατα.
Κι όλα ξαναγίνανε όπως πρώτα
Το παλικάρι άφησε την πολιτεία καταλυπημένο και δεν ξανάκουσε πια κανείς γι΄ αυτό.

ΤΡΙΤΟ ΤΕΛΟΣ

Τα αυτοκίνητα τρέχανε ….τρέχανε. Τρέχανε κατά το ποτάμι σαν τα ποντίκια εκείνου του παλιού παραμυθιού; Μα πιο παραμύθι; Τρέχανε.... τρέχανε…. Κάποια στιγμή δεν είχε μείνει πια ούτε ένα σ΄ όλη την πόλη. Άδειοι οι δρόμοι και οι πλατειούλες. Που χάθηκαν;
Τεντώστε τ΄ αυτιά σας και θ΄ ακούσετε. Τώρα είναι κάτω από την γη. Αυτό το παράξενο παλικάρι με τη μαγική φλογέρα του έκανε να σκάφτουνε υπόγειοι δρόμοι κάτω από τους δρόμους, πλατείες κάτω από τις πλατείες. Κι εκεί τρέχουνε τ΄ αυτοκίνητα. Σταματούνε μια στιγμή για να μπει μέσα ο ιδιοκτήτης τους και πάλι δρόμο. Τώρα υπάρχει χώρος για όλους. Κάτω από τη γη τα αυτοκίνητα και πάνω οι πολίτες που θέλουν να κόβουν βόλτες συζητώντας για τη κυβέρνηση, για το ποδόσφαιρό, για το φεγγάρι και τα παιδιά που παίζουν και οι γυναίκες που πάνε στην αγορά.
Τι βλάκας, φώναζε ο δήμαρχος γεμάτος ενθουσιασμό, τι βλάκας που ήμουνα να μην το σκεφτώ πιο πριν!
Στο παλικάρι εκείνη η πολιτεία έστησε έναν ανδριάντα. Μάλιστα δύο. Έναν στην πάνω μεγάλη πλατεία και έναν στην κάτω, ανάμεσα στα αυτοκίνητα που τρέχουνε ασταμάτητα στις υπόγειες σήραγγες».

Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ο συγγραφέας διαλέγει το αγαπημένο του τέλος για κάθε ιστορία. Για την δικιά μας γράφει: «Το τέλος που προτιμώ εγώ είναι το τρίτο. Χρειάζεται να σας εξηγήσω το γιατί; Δε νομίζω.»
Ο Ροντάρι διαθέτει την κοινή λογική. Εμείς;

Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr



▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓




 Πεζόδρομος Ηλία Ηλιού, Αγρίνιο. Στη Νιγρίτα πότε;