Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

Ο ΤΥΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΟΙΝΟ (15 01 2010)

Κάποτε οι εφημερίδες ήταν είδος πολυτελείας. Τις διάβαζαν σχετικά λίγοι – κατά κανόνα μορφωμένοι. «Κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα» έγραφε ο Καρυωτάκης στην «Πρέβεζα». Ή άνθρωποι που είχαν τα μυαλά τους ανοιχτά και προσπαθούσαν να τα ανοίξουν ακόμα περισσότερο. Πάντως, το σίγουρο είναι ότι η εφημερίδα που διάλεγε ο καθένας τον στιγμάτιζε, ήταν ένα στοιχείο της ταυτότητάς του, του ιδεολογικού και πολιτικού προσανατολισμού του και έφτανε στα χέρια του αναγνώστη χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια από πλευράς των εκδοτών, παρά μόνο με την ποιότητα των περιεχομένων της.
Καταλάβαινες εύκολα, λόγου χάρη, τι ψήφιζε κάποιος που κατέβαζε από τα μανταλάκια του Στάμου μια «Βραδυνή», αν ξεδιάλεγε από την ξύλινη προθήκη του Φοινικόπουλου μια «Αυριανή» ή αν τύλιγε τα παλιότερα χρόνια κάτω από τη μασχάλη του έναν «Ριζοσπάστη», κοιτάζοντας καχύποπτα δεξιά κι αριστερά. Σήμερα βέβαια τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι εφημερίδες, όπως και τα κόμματα άλλωστε, έχουν βάλει νερό στο κρασί τους και ακολουθώντας τη διαγράμμιση της παγκοσμιοποίησης, μοιάζουν ολοένα και περισσότερο μεταξύ τους. Αρκετές μάλιστα, σχεδόν έχουν υποστεί μετάλλαξη, ούτως ώστε να έχουμε χάσει το μπούσουλα και να μη μπορούμε να αντιληφθούμε την κατεύθυνσή τους. Και αυτοί που σήμερα κοιτάζουν καχύποπτα δεξιά κι αριστερά, κρύβουν κάτω από τη μασχάλη τον «Στόχο».
Άλλαξαν τα πράγματα. Εφημερίδες στηρίγματα της «Αλλαγής» κάνουν δεξιά στροφή, άλλες της «συντηρητικής» ιδεολογίας κάνουν ανοίγματα σε θέσεις «προοδευτικές», οι ακροαριστεροί συμφωνούν σε πολλά με τους ακροδεξιούς και σε γενικές γραμμές φαίνεται ότι πλέον τα κριτήρια για τη γραμμή μιας εφημερίδας έπαψαν να είναι αμιγώς οι ιδεολογίες, καθώς κι αυτές ακόμα θυσιάζονται μπροστά στο φάσμα του ανταγωνισμού και της ανάγκης αναπροσαρμογής των μεθόδων προώθησης του προϊόντος ενόψει νέων καιρών και κερδών .
Νέες πρακτικές λοιπόν για τις τελευταίες δεκαετίες του Τύπου στην Ελλάδα. Τώρα δεν είναι αρκετό το περιεχόμενο, δε φτάνουν οι συντάκτες – διαμάντια, οι έρευνες, οι αποκλειστικότητες, η διακίνηση ιδεών. Τώρα, για να πουληθεί μια εφημερίδα πρέπει να τυλιχτεί σε νάυλον που θα εμπεριέχει το δόλωμα: ταινίες σε dvd, cd με «αγαπημένα» τραγούδια «αγαπημένων» καλλιτεχνών, ένθετα ποικίλης ύλης που ενδιαφέρουν το κοινό, παιδικά περιοδικά και, κατά καιρούς, ό, τι μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου σε μπιχλιμπίδια και «χρήσιμα», «έξυπνα» δώρα. Κι όταν έγιναν αυτές οι αλλαγές, καινούργιο κοσκινάκι μου και που να σε κρεμάσω. Έπεσαν με τα μούτρα όλοι να αγοράζουν τις εφημερίδες. Οι εφημεριδοπώλες έβγαλαν τεφτέρια για να «κρατάν» τα φύλλα για αυτούς που τα προπλήρωναν για να μην τυχόν τα χάσουν. Αυξήθηκαν όπως είναι φυσικό οι πωλήσεις και γέμισαν τα ράφια και οι βιβλιοθήκες των σπιτιών με ταινίες τόσες, που είναι αδύνατο να καθίσει κάποιος και να τις δει όλες.
Δεν χρειάζεται φυσικά να αναφερθώ στην ποιότητα πολλών από τις προσφορές. Ταινίες στα αζήτητα και μουσική να σε πάρω να φύγουμε. Δεν πειράζει όμως. Ο άλλος θέλει να κάνει την ταινιοθήκη του και να διευρύνει τα μουσικά του ακούσματα. Οπότε, μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Και δεν πρέπει να ξεχάσω ότι μέσα και στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης, πολλές εφημερίδες συνεργάζονται με περιοδικά και κυκλοφορούν μαζί σε συμφέρουσα τιμή. Ακόμη, η τακτική αυτή έφτασε μέχρι το σημείο να συμπεριλαμβάνονται στις προσφορές τους και βιβλία. Βέβαια στην αγορά των βιβλίων η κρίση είναι διαχρονική κι έτσι οι όποιες διαμαρτυρίες εκδοτικών οίκων ούτε που ακούστηκαν.
Σημεία των καιρών. Οι εφημερίδες δεν πωλούνται πλέον στο κοινό απλά και μόνον για τα γραπτά τους. Και κατά συνέπεια, η εισαγωγή στοιχείων μάρκετινγκ προκάλεσε την αντίδραση πολλών ανθρώπων του Τύπου, καθώς θεώρησαν ότι έτσι θίγεται η δουλειά τους, υποβαθμίζεται ο ρόλος και η λειτουργία τους και φτάνουν πολλές φορές στο εξευτελιστικό σημείο να πληρώνονται για να πεταχτούν στον κάλαθο των αχρήστων. Πολλές φορές έτυχε να δω άνθρωπο να αγοράζει μια εφημερίδα, να κρατάει την προσφορά και να πετάει χωρίς καν να την ξεφυλλίσει, την ίδια την εφημερίδα. Έτσι λοιπόν, όταν οι άνθρωποι αυτοί βλέπουν τις πωλήσεις να ανεβαίνουν, χαίρονται ή αναρωτιούνται;
Σημεία των καιρών. Η κατά γενική ομολογία αδιαφορία των νέων ανθρώπων, αλλά και πολλών ωριμότερων για την πολιτική, τους πολιτικούς, τους πολιτικάντηδες και τα τεκταινόμενα σε αυτόν τον χώρο, εκφράζεται με σαφή τρόπο και σε αυτήν την αλλαγή πορείας. Έπρεπε οι εφημερίδες να βρουν τρόπους να τραβήξουν ξανά την προσοχή του κοινού. Η απολιτίκ ταυτότητα και συμπεριφορά μεγάλου ποσοστού της κοινωνίας ανάγκασε τους εκδότες να στραφούν σε αυτές τις νέες πρακτικές προσέγγισης του κόσμου, που όχι μόνο δε βλάπτουν, αλλά και οι περισσότερες κεντρίζουν το ενδιαφέρον του. Αρκεί να πληρούν τις ποιοτικές προϋποθέσεις και να μην καπελώνουν τις στήλες των συντακτών υποβαθμίζοντάς τες.
Συμπερασματικά, μπορούμε να θεωρήσουμε ευπρόσδεκτα όσα καλά μας προσφέρει η αγαπημένη μας εφημερίδα, κι ας εκτοξεύουν την τιμή της. Αρκεί όμως η εφημερίδα μας να μην κάνει εκπτώσεις στο επίπεδο των συντακτών της. Να μην εφησυχάζει με τα μεγάλα νούμερα στις πωλήσεις λόγω των προσφορών και αποδυναμώνει το έμψυχο δυναμικό της. Αρκεί να μην παραβλέψει την ποιότητα για την ποσότητα. Να μη σταματήσει να ασκεί τον πρωταρχικό της ρόλο του ελέγχου της εξουσίας, της αποκάλυψης των ατασθαλιών, της γόνιμης κριτικής. Και προπάντων, αν αυτό πλέον είναι δυνατό, να μην ενέχεται με κανέναν τρόπο σε αυτό που ονομάζεται διαπλοκή και τόσο κακό έκανε στη λειτουργία των ΜΜΕ στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Ο ΑΪ ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ (08 01 2010)


(Δεν είναι παραμύθι...)



Ένα από τα πιο σημαίνοντα πρόσωπα στην παιδική λογοτεχνία, κορυφαίος παραμυθάς, προικισμένος λεξιπλάστης, με ιστορίες που φέρνουν το σήμερα μέσα στην παράδοση αλλά και στον κόσμο των παιδιών καλλιεργώντας τη γνώση και τη φαντασία, είναι ο Ευγένιος Τριβιζάς. Σε ένα επίκαιρο έργο του με τίτλο «Ο Αϊ Βασίλης στη φυλακή με τους 83 αρουραίους» περιγράφει τα απίθανα επεισόδια του Αϊ Βασίλη που δέχεται κλήση από αστυφύλακα και οδηγείται στο δικαστήριο (και τελικά στη φυλακή) με τις κατηγορίες για παράνομη στάθμευση ελκήθρου, για απόπειρα δωροδοκίας αστυνομικού οργάνου (του έδωσε για δώρο ένα γλειφιτζούρι σε σχήμα σφυρίχτρας!), για φθορά ξένης ιδιοκτησίας κατ’ επανάληψιν (ο τάρανδος μάσησε το πηλίκιο του αστυφύλακα!), για κακοποίηση ταράνδων (χαριτόβρυτες κυρίες οικολογικών ενώσεων ευαισθητοποιήθηκαν!), για αθέμιτο ανταγωνισμό κατά παράβασιν της εμπορικής νομοθεσίας περί ενιαίας τιμής δώρων (οι έμποροι παιχνιδιών θίχτηκαν!) και για παραβίαση του εναέριου χώρου! Ποινή: 183 χρόνια φυλακή και πολτοποίηση των δώρων!

Πρωτοχρονιάτικο το παραμύθι, κι όχι πρωταπριλιάτικο. Και το ερώτημα είναι αν η τέχνη εμπνέεται από την πραγματικότητα. Ακούω παράπονα συνδημοτών για επίμονες προσπάθειες να γράψουν τα σταθμευμένα αυτοκίνητα τους έξω από το σπίτι τους γιατί παρεμπόδιζαν την κυκλοφορία. Όχι πουθενά στο κέντρο, όχι. Στις εσχατιές της Νιγρίτας και με ετσιθελική θρασύτητα για την οποία ενημερώθηκε και ο διοικητής και κατεβλήθησαν προσπάθειες προς επίλυσιν του θέματος, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι κλήσεις κόπηκαν και μαθαίνω ότι πηγαίνουν υπέρ Δήμου.
Και δεν εξετάζουμε τη νομιμότητα του θέματος. Έστω ότι ο κώδικας επιβάλλει ποινή εν τοιαύτη περιπτώσει. Όλη η σκληρότητα και η αυστηρότητα πρέπει να ξεκινά από τους απόμακρους μαχαλάδες, απ’ όπου περνάνε τρεις κι ο κούκος και όχι απ’ το θρυλικό – πλέον – κέντρο της μοναδικής στην Ευρώπη πόλης χωρίς πεζόδρομο; Εκεί δεν πρέπει να βολτάρουν ακατάπαυστα οι αστυφύλακες και να στολίζουν τα παρμπρίζ με ροζ χαρτάκια, μπας και γλυτώσουμε από αυτήν την αφόρητη κατάσταση; Η Αστυ-νομία οφείλει να επιβάλλει το νόμο στο άστυ και το άστυ ξεκινά από το κέντρο κι απλώνεται στην περιφέρεια, όχι το αντίστροφο.
Στο κέντρο είναι τα τριπλοπαρκαρίσματα, τα μποτιλιαρίσματα, οι ασυνείδητοι, το χάος. Και η μεγάλη απόδειξη της γελοιότητας είναι όταν κάποιος ξένος πρέπει εποχούμενος να διασχίσει το κέντρο της Νιγρίτας με κατεύθυνση από Σέρρες προς Πλατεία Μπογατσοπούλου. Τι κάνει ο ξένος; Μπαίνει αντίθετα στο μονόδρομο της Αθ. Αργυρού καθώς όντας νοήμων, συλλογάται ότι αποκλείεται να περνάει αυτοκίνητο πάνω απ’ τον πλακοστρωμένο «πεζόδρομο» (απ’ τη «σωστή» δηλαδή, για μας, κατεύθυνση!), όπως γίνεται φυσικά σε όλες τις πολιτισμένες πόλεις του κόσμου. Αμ δε! Εδώ είναι Νιγρίτα, δεν είναι παίξε γέλασε.
Μίλησα πιο πάνω για «στόλισμα» και θυμήθηκα ακόμα ότι γίναμε μάρτυρες (και θα γίνουμε ακόμα περισσότερο μιας και επιλήφθηκαν του θέματος και τα κανάλια) μιας πολύ ευφάνταστης φωτοτυπίας μιας άλλης κλήσης. Μιας κλήσης που – σαν παραμύθι του Τριβιζά – επέβαλε πρόστιμο για παράνομη στάθμευση σε ένα ...χριστουγεννιάτικο δέντρο! Το δέντρο στήθηκε από γνωστό κατάστημα τη πόλης στο κέντρο, μέσα σε δρόμο, που όμως δεν είναι δρόμος αλλά πλακόστρωτο, όπου μπήκαν πρόσφατα κολωνάκια για να χωράει ένα αυτοκίνητο, αλλά ποτέ δεν είναι ανοιχτός ούτε από πάνω, ούτε από κάτω μεριά λόγω σταθμευμένων οχημάτων, που είναι και δρόμος και πεζόδρομος μαζί και γενικά είναι άλλη μια περίπτωση που αναδεικνύει το μπάχαλο στον ρυμοτομικό τομέα της πόλης, αλλά και τις μεσοβέζικες λύσεις της δημοτικής ατολμίας
Έστω λοιπόν, ότι είναι και αυτή η κλήση νομότυπη. Δε γίνεται να στήνεται δέντρο στη μέση της λεωφόρου. Πώς γίνεται όμως να εγκαλείται το δέντρο και όχι τα παρκαρισμένα οχήματα που κλείνουν ολημερίς κι ολονυχτίς το δρόμο κι απ’ τις δυο πλευρές; Και στο κάτω κάτω, Χριστούγεννα ήταν. Το δέντρο ομόρφαινε το τοπίο, τα αυτοκίνητα όχι. Η λαμαρίνα βλάπτει τα μάτια, όχι τα στολισμένα κλαδιά (έστω και πλαστικά).
Έχουμε λοιπόν δυο παρόμοιες περιπτώσεις, όπου τα όργανα της τάξεως έκαναν το καθήκον τους σύμφωνα με το γράμμα του νόμου και όχι με την ουσία του. Και γεννάται το ερώτημα: μόνοι τους εντόπισαν τις παραβάσεις, αυτεπάγγελτα, ή κάποιοι καλοθελητές της γειτονιάς ενοχλήθηκαν σφόδρα με τις εν λόγω καταστάσεις και θιγμένοι ζήτησαν την παρέμβαση του Νόμου; Γιατί και στο παραμύθι του Τριβιζά κάποιοι γείτονες σιγοντάρουν την ενοχή και τη σύλληψη του Αϊ Βασίλη! Η λογική λέει ότι κάτι τέτοιο θα συνέβη, πράγμα που στοιχειοθετεί ατράνταχτα για άλλη μια φορά την πανάρχαια ελληνική συνήθεια της ρουφιανιάς, του φθόνου, του μίζερου επαρχιωτισμού, της έλλειψης διάθεσης συγκατάβασης, του δόγματος «της κατσίκας του γείτονα» ( για όσους δεν το ξέρουν, κάποιος που πέθανε η κατσίκα του και του δόθηκε η ευκαιρία να πραγματοποιηθεί μια ευχή του, δεν ευχήθηκε να ζωντανέψει η κατσίκα του, αλλά να πεθάνει και η κατσίκα του γείτονα) – με ένα λόγο της κατίσχυσης του ατομικού συμφέροντος.
Κι έτσι, τι να σου κάνει κι ο αστυφύλακας; Ακόμα κι αν αισθάνεται τον τραγέλαφο, είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει τη διαδικασία. Ακόμα κι αν αντιλαμβάνεται ότι το κατά Βουλγαράκην «κάθε τι νόμιμο είναι και ηθικό» δεν είναι παρά μια μπαρούφα ολκής, ένας βερμπαλισμός που μασκαρεύτηκε γνωμικό για να εντυπωσιάσει – ακόμα και τότε, οφείλει να εφαρμόσει τον κανονισμό. Απαρέγκλιτα. Όμως η καουμπόικη συμπεριφορά πώς εξηγείται; Ευελπιστούσα ότι από τότε που συμπεριλήφθηκε η Αστυνομία στα μηχανογραφικά, θα άλλαζε η κατάσταση προς το καλύτερο. Όμως, ή είναι νωρίς ακόμα ή η ιστορία επαναλαμβάνεται και τα μορφωμένα νέα παιδιά που αποζήτησαν επαγγελματική αποκατάσταση τα καταπίνει το σύστημα και τα κάνει κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν. Κι οπωσδήποτε καμία γενιά δε γεννάει μόνο αγγελούδια.
Ας ελπίσουμε για το καλύτερο. Ο Άγγελος Τερζάκης έγραφε το 1963: «Για να γίνει ένας λαός άξιος της Δημοκρατίας, πρέπει πρώτα να πάψει να πιστεύει στον χωροφύλακα. Να βλέπει σ’ αυτόν το σύμβολο της εξουσίας κι όχι την ενσάρκωσή της. Να μην τον κρίνει απαραίτητο στο κάθε του βήμα, επιτηρητή και παιδαγωγό» (Προσανατολισμός στον αιώνα). Οι περισσότεροι δε θέλουμε και πολλά πάρε δώσε με την Αστυνομία κι όταν για οποιονδήποτε λόγο μπαίνουμε στο τμήμα, σφιγγόμαστε. Από την άλλη όμως, το 100 είναι το πρώτο που θα καλέσουμε αν βρεθούμε σε σχετική ανάγκη. Και τότε είναι που οφείλει να δείξει τον καλό της εαυτό, όταν πρόκειται για την προστασία του πολίτη. Για να μη μείνει και η «μεταρρύθμιση» της μετονομασίας του Υπουργείου σε «Προστασίας του Πολίτη» άλλος ένας λεκτικός εντυπωσιασμός, για να μη δίνεται τροφή ούτε για σχόλια σε δήθεν προοδευτικούς που με το παραμικρό βάλλουν κατά της Αστυνομίας, ούτε για έμπνευση σε παραμυθάδες να σκαρώνουν ιστορίες που αντιγράφουν την πραγματικότητα.