Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 9ο)

    ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 9ο (Συνέχεια από το 8o μέρος)






   Αναγωγικά το μέλλον έτεινε να γίνει προφυλαγμένο και γνωστό. Όχι με τις λυτρωτικές, κυκλικές βεβαιότητες ου χωριανικού ανθρώπου αλλά με την μηχανική του επανάληψη. Έτσι η λαχτάρα για το άγνωστο αύριο, αυτή η ζωοποιός δύναμη, άρχισε επίσης να εκλείπει. Ακόμα και στα παιδιά η έκπληξη θάμπωσε ίσως και από την πλήθη πραγμάτων και θεαμάτων.
   Οι απαιτήσεις του ατόμου απ΄ τα άλλα άτομα ήταν πια τεράστιες. Εντούτοις θα τολμούσε να προσεγγίσει κάποιον που θεωρούσε σπουδαίο, ιδανικό, μόνον εφόσον το ίδιο γινόταν σπουδαίο. Εξωτερικώς βέβαια και μετρήσιμα. Μέχρι τότε ένιωθε ανάξιο, ουτιδανό και ας είχε καταφέρει να κάνει πράγματα- και βέβαια κι οι άλλοι στα μάτια του ήταν ανάξιοι και περιφρονήσιμοι.
   Η ενοχή για την πάντοτε διαφεύγουσα ιδανικότητα –ακόμα και για το σωματικό βάρος – κυριαρχούσε. Όπως ήταν πανταχού παρούσα και η ενοχή προς τον σκοπό της παντοτινής υγείας και νεότητας. Ένα κακό έκαναν οι ανθρώπινες πράξεις ή παραλήψεις προς αυτές και εννιά η ενοχή τους.
   Και βέβαια περνούσαν τα χρόνια και δεν γινότανε ποτέ κανείς σπουδαίος όπως το εννοούσε η άπληστη ατομικότης που ήθελε συνεχώς κάρβουνο στον φούρνο της. Είχαν πλάκα οι τυχαίες συναντήσεις ανθρώπων που είχαν συνδεθεί σε νεαρότερες, πιο ανιδιοτελείς και ξεκούραστες ηλικίες. Ενθουσιάζονταν, έδιναν υποσχέσεις να συναντηθούν το γρηγορότερο. Μόλις χώριζαν, ο φίλος γινόταν μια αχνή λαμπυρίδα χαμένη στα νεφελώματα των σχεδίων τους.  Ποτέ δεν έσβηνε τελείς και αποτελούσε μια πολύ μακρινή υπόμνηση κάποιας άλλης ζωής.
   Παραδόξως, στις πολυάνθρωπες πόλεις ο κοινωνικός κύκλος του ανθρώπου συρρικνώθηκε. Συνέβαλλε σ΄ αυτό και η επιλεκτικότης του με γνώμονα την ποικίλη μετρήσιμη, κοινωνική επιτυχία των συνανθρώπων του. Επίσης συνέβαλλε και ο παιδαριώδης εγωισμός. Σπάνια έκανε κάποιος την πρώτη κίνηση. Και  η ελάχιστη κοινωνικότητα, το ερωτικό ζευγάρι, η δυαδική σχέση έγινε – στην ύστερη ατομοκρατία- βασανιστική γιατί συνοδευόταν μονίμως απ τις αμφιβολίες της επιλογής. Αμφιβολίες που επέτεινε η ανικανότητα θαυμασμού ή έστω εκτιμήσεως. Πώς να θαυμάσεις κάποιον, όταν ομφαλός της γης είσαι εσύ; Πώς να επικεντρωθείς σε έναν άνθρωπο, όταν θέλεις να τους γοητεύεις όλους; Το δε ζευγάρι αυτοαναλώνεται στον μικρότατο κύκλο του- περίπου κουκίδα- και το συνοδεύει πάντα ο φόβος της προσωρινότητας της απορρίψεως,, της εμφανίσεως του αξιότερου ανταγωνιστή. Χειρότερα ακόμα, το συνοδεύει ο φόβος που ροκανίζει τα σωθικά για την μόνιμη ασφάλεια, την μόνιμη ευτυχία, για την απόδοση της επενδύσεως.
   Η εγκυμοσύνη είχε γίνει όλως ιδιαίτερη χαρμοφοβική αρρώστια. Όλος ο κόσμος περιστρεφόταν γύρω απ΄ την εγκυμονούσα. Ο γιατρός έκανε τις ωδίνεις ελάχιστες με παυσίπονες ενέσεις. Και λόγω των μεγάλων σε ηλικία πρωτοτόκων – εξαιτίας της καριέρας- τις απάλειφε με καισαρικές τομές. Οι γυναίκες γεννούσαν πλέον με ραντεβού.
   Η αρχέγονη κραυγή του πόνου της κατ΄ εξοχήν βιωματικής διαδικασίας της γεννήσεως, παρακαμπτόμενη, δεν λύτρωσε την γυναίκα απ το ψυχικό φορτίο και δεν έσπαγε την μεμβράνη της ακοής του εμβρύου για να ξορκίσει τον απύθμενο φόβο της νέας πραγματικότητας του. Αλλά και οι κραυγές της ηδονής τελούσαν υπό καταστολή. Σπάνια πια τις άκουγες στις μεγαλουπόλεις. Κι αυτές μόνον απ τις γυναίκες που φαίνεται πως ήταν, ακόμα, πιο κοντά στην φύση.
   Είναι σε ενδιαφέρουσα, καθώς έλεγαν για την εγκυμονούσα κι αυτή ξαναγύριζε αυτό το παθολογικό ενδιαφέρον με αλαζονεία βλέμματος και σώματος. Βάδιζε  κυριαρχικά με την κοιλιά προτεταμένη, σαν παγώνι. Βεβαίως, αυτήν την κατάστασης την απορροφούσε το έμβρυο. Απ την δεύτερη κιόλας μέρα τα γέννα, το ζωώδες κλάμα του αποκτούσε χρώματα κοινωνικά εκβιασμού, μαργιολιάς, ψευτιάς, υποκρισίας.
   Η τελετή της βαφτίσεως γινόταν μέσα σε μια παράκρουση επιδείξεως. Στόλιζαν δε την είσοδο της εκκλησίας με σχηματισμούς πολύχρωμων μπαλονιών. Αυτό το πλάσμα εσωτερίκευε άρριζη σπουδαιότητα απ τα προσηλωμένα επάνω του μάτια
των γεννητόρων. Όταν λιγάκι ανάθηλε, διεκδικούσε το δικό του δωμάτιο αυτονομίας για να κλειστεί μέσα γκαρσονιέρα μέσα στο διαμέρισμα. Σαν να εκδικιόταν για τον ρόλο του ομφαλού της γης που του προετοίμαζαν.
   Κάποια συγκεχυμένη προοδευτικότητα, δε, είχε αναγάγει τα παιδιά σε ισότιμους αν όχι σε υπέρτερους συνομιλητές. Μόνον ευγνωμοσύνη θα ένιωθαν οι νέοι αν οι γονείς τους επέβαλλαν όρια στον αβέβαιο απ΄ την φύση του ψυχισμός τους. Επίσης οι νέοι ζούσαν εξαιρετικά προφυλαγμένοι. Άκουσα το εξής  από μία γερόντισσα. Πως θα ζήσουν τα παιδιά; Φίδι που τα ΄φαγε δεν παίρνουν τούτο να το πάνε εκεί.
   Η ολοκληρωτική προσήλωση των γονιών στα παιδιά τους τους οδήγησε στην αδιαφορία – μην πω στην χαιρεκακία- για τα άλλα παιδιά. Ίσως αυτό να είναι το παράρριζο της αδιαφορίας του ατόμου για το –εν γένει- κοινό. Η ρίζα είναι μάλλον η παθολογική φιλαυτία όσα κλείνει η πόρτα μας, κατά την λαϊκή έκφραση.
   Κύρια ψυχική ιδιότητα των ατόμων στις μεγαλουπόλεις ήταν η κακεντρέχεια γιατί με το ποικίλο καλό που διπλανού τους έπεφτε η δική τους ανυπέρβλητη αξία, και με το κακό του μεγάλωνε. Ήταν αυτή η χαιρεκακία μη ομολογημένο κοινό μυστικό, γιατί –ευτυχώς- τους δημιουργούσε ακόμα ντροπή.
   Στο γραμμικό πλέον χρόνο τους οι ελάχιστες γιορτές – εξάλλου οι καθημερινές τους έγιναν όλες Κυριακές καταναλώσεως – ήταν γιορτές αγορών.
   Συρρικνώθηκαν οι ταφικές τελετές έως εξαφανίστηκαν Την αδιαφορία για τα μεγάλα της ζωής την στηλίτευαν οι χωριανικοί άνθρωποι με την παροιμία, κάνουν χρόνια και σαράντα μαζί. Σε αντίθεση με τον χωριανικό τρόπο, όπου βάσταγαν λύπη καθώς έλεγαν.
   Έπαψε πια κι αυτό το ελάχιστο του εθίμου να δίνουν αυγό και κουλούρι το Πάσχα. Μια ύστατη τελευταία άνθηση στα κάλαντα έγινε με τα παιδιά των μεταναστών που όμως έσβησε κι αυτή.  Ακόμα και την Πρωταπριλιά δεν έλεγαν πια παιγνιώδη ψέματα τους εξέλειπε η ελάχιστη διάθεση. Ακόμα και τις Απόκριες βαριόταν να φτιάξουν αλευρόκολλα, να βρουν καλάμι και χαρτί, πάρα αγόραζαν τους πλαστικούς άρτους με τις ποδοσφαιρικές ομάδες. Όχι μόνον δεν ήξεραν να φυτέψουν μια ρίζα ντομάτα αλλά κατάντησαν να αγοράζουν και τις σαλάτες τους απ τα σουπερ μάρκετ. Οι υπερεθνικές εταιρείες – οι πωλητές- βρήκαν τρόπο να κάνουν εμπορεύματα τα ελεύθερα αγαθά. Συχνά πυκνά έβλεπα, πριν πεθάνω, περιπατητές να κρατούν μπουκάλια με νερό.
   Ο χρόνος, ήδη κατακερματισμένος και μετρήσιμος έτεινε να γίνει το πιο ακριβό αγαθό. Οι γονείς για παράδειγμα δεν προσέφεραν τον χρόνο τους στα παιδιά τους,. Τον εξαγόραζαν με παιχνίδια, ποικίλες παροχές και χρήματα όπως εξαγοραζόταν και ο δικός τους εργασιακός χρόνος. Ίσως βέβαια φοβόντουσαν την βαθύτερη εμπλοκή μαζί τους. Επίσης βαθιά δυσφορούσαν οι άνθρωποι για τον χρόνο που διέθεταν στους ηλικιωμένος. Ίσως εξαιτίας εξ αυτού σπανίως τους άγγιζαν. Αλλά και γενικότερα ο χρόνος τους στους άλλους ανθρώπους δεν ήταν ολόκαρδος.

Συνεχίζεται...