Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

"ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ '85"

Σε μια ψησταριά στο Βαρδάρι, με ένα αποφυλακισμένο τζάνκι. Μια συγκλονιστική εξομολόγηση.
 (απόσπασμα σχετικό με το Άγιο Όρος)

Από τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο.


"Ο Μανόλης Σ. είναι σεσημασμένος κλέφτης, τοξικομανής, τσιλιαδόρος σε μπορντέλα και έμπορος ναρκωτικών· έχει κάνει μιαν απόπειρα φόνου κι από τα 17 του χρόνια είναι στη φυλακή. Γύριζε μαζί μου από το Άγιον Όρος. Μιλούσαμε όλη τη μέρα- του είπα να αφήσω ανοιχτό το μαγνητόφωνο και δέχτηκε. Φτάσαμε το βράδυ στη Θεσσαλονίκη, άφησε τα πράγματά του στο σταθμό και φάγαμε στην ψησταριά "3 αδέρφια" στο Βαρδάρι. Πάνω στο κρασί δάκρυσε μια δυο φορές, αξύριστος και κίτρινος. Η συνομιλία μας δεν έχει την παραμικρή επεξεργασία. Δημοσιεύθηκε το 1985 στο περιοδικό Τέταρτο (επί διευθύνσεως Μάνου Χατζιδάκι).



- Στο Άγιον Όρος πώς βρέθηκες; 

- Μια συγχωριανή μου καθηγήτρια, φιλόλογος, διδάσκει στα παιδιά που μεγαλώσαμε μαζί στη γειτονιά, ήξερε τον εφημέριο Ν... Και του ‘στειλε αυτήν την επιστολή και με φώναξε αυτή. «Έτσι κι έτσι», με συμβούλεψε τι πρέπει να κάνω - «αν θέλεις πήγαινε», μου λέει. «Εγώ έκανα αυτήν την ενέργεια για σένα, γιατί σε ξέρω από μικρό παιδί και σ’ αγαπάω. Να πας να ηρεμήσεις». Και πραγματικά, να πούμε, πήγα και ηρέμησα... Πολύ τη βρήκα - πολύ ωραία: σου μιλάγανε όλοι με καλοσύνη, ούτε διπλωματικά ούτε βρόμικα. Όταν μάθανε το πρόβλημά μου ενδιαφερθήκανε πιο πολύ για μένα. Ο ηγούμενος ήξερε απ’ αυτά κι ήτανε πολύ καλός άνθρωπος - ο ηγούμενος ειδικά μπήκε στην καρδιά μου, πολύ τον πήγα. Λεβέντης. «Ό, τι σου συμβεί, να με πάρεις τηλέφωνο - ξέρω γω. Και μέχρι τα Χριστούγεννα να μην κάνεις καμιά αμαρτία, να κοινωνήσεις». Και μου εξήγησε ποιες αμαρτίες: «Ούτε με γυναίκα να πας -κάνε υπομονή- και μέχρι να πεθάνεις να δίνεις δυο χιλιάδες από το μισθό σου στους φτωχούς». Όμως εγώ λέω να πηγαίνω στην Ομόνοια που βγαίνουνε κάτι παιδιά από τη φυλακή και δεν έχουνε να φάνε να τα δίνω τα δυο χιλιάρικα σ’ αυτούς. Και μέχρι τώρα έδινα, όταν είχα -κι αν δεν είχα να τους δώσω να κοιμηθούνε τους πήγαινα να τους κεράσω ένα φαΐ στην Αγορά- ξέρεις τι είναι να βγαίνεις από την φυλακή και να μην έχεις σπίτι να πας; Σου ‘ρχεται να πας να τραβήξεις ένεση μπροστά στον μπάτσο για να σε γυρίσει πίσω. Πειράζει να δίνω τα λεφτά μου εκεί; Το ίδιο δεν είναι; Ε;

 - Έτσι νομίζω. 

- Θα ξαναπάω στο Άγιον Όρος. Μετά τα Χριστούγεννα. Μου φάνηκε όμως παράξενο, τόσοι άνθρωποι πώς αντέχουνε. Αλλά βρήκα την απάντηση σε κάτι βιβλία που διάβασα εκεί. Το βράδυ καθόμουνα και διάβαζα πολύ με τη λάμπα. Μου δώσανε ένα κομποσκοίνι να λέω κάθε φορά την προσευχή του Ιησού: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλό». Και πραγματικά όλοι οι άγιοι -άγιοι τώρα!- απ’ αυτό ξεκινήσανε. Αυτοσυγκεντρώνεσαι, διώχνεις τις κακές σκέψεις. Δεν σκέφτεσαι παρανοϊκά ή τρελά πράγματα... Μακριά απ’ τις φασαρίες, μ’ εκείνη τη γλυκύτητα, να πούμε. Δεν μπορεί να είναι τόσα άτομα ηλίθιοι! Εμείς έχουμε χάσει το τρένο. Όλοι το ‘χουμε χάσει - καθένας με τον τρόπο του. Κι όλοι ψάχνουμε να βρούμε την ίδια άκρη - αλλά δεν μπορούμε να φανταστούμε τι είναι εκεί." 

Πηγή: www.lifo.gr




Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ή ΤΗΣ ΟΡΑΣΗΣ;

Απόσπασμα από κείμενο του Μάριου Πλωρίτη, δημοσιευμένο στο "Βήμα" στις 17/9/2000


"Αν ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός ήταν πολιτισμός του λόγου (ομιλίας και λογικής), αντίθετα στην αρχαία Αίγυπτο, στα ανατολικά βασίλεια, στο Βυζάντιο, στον δυτικό Μεσαίωνα, κυριαρχούσε ο πολιτισμός της όρασης, ο οπτικός πολιτισμός: «σχολείο» της μέγιστης πλειοψηφίας των ανθρώπων ­ που ήταν αγράμματοι και δεν έπαιζαν κανένα πολιτικό ρόλο ­ ήταν οι επιβλητικοί, εικονοστόλιστοι και αγαλματοστόλιστοι ναοί και άλλα μεγαλόπρεπα οικοδομήματα, που πρόβαλλαν και υμνούσαν την ιστορία και τη θρησκεία του τόπου, ενώ η απολυταρχική εξουσία επιβαλλόταν στους υπηκόους όχι μόνο με τη βία αλλά και με τη χλιδή και τη λάμψη των πομπωδών δημόσιων εμφανίσεών της. Το άνωθεν οργανωμένο θέαμα ήταν το βασικό μέσο πληροφόρησης των «κάτω» και ειρηνικής επιβολής των «άνω»."

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

"ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ Η ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ"

Απόσπασμα από άρθρο του Μανουέλ Αριάγκα στην "Καθημερινή" (19-20 Σεπτεμβρίου 2015) με αφορμή την κατάσταση στη χώρα μας.

"Όπως ωμά το έθεσε ένας Έλληνας φίλος στο Twitter, ίσως αυτό που χρειαζόμαστε είναι «λιγότερη δημοκρατία και περισσότερη ικανότητα».
Χωρίς συζήτηση, διαφωνώ. Οι παθολογίες της σύγχρονης πολιτικής σχετίζονται ελάχιστα με τα ατομικά χαρακτηριστικά των πολιτικών, που εκλέγουμε – ή των πολιτών που τους ψηφίζουν. Το πρόβλημα είναι δομικής φύσεως. Ο κοινοβουλευτισμός δημιουργεί μία τάξη επαγγελματιών πολιτικών, οι οποίοι είναι προορισμένοι να αποτύχουν στην υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος. Ταυτόχρονα, περιορίζει τους πολίτες στον ρόλο των ψηφοφόρων – μια δουλειά στην οποία είναι εύκολο για ευφυείς, καλοπροαίρετους ανθρώπους να κάνουν κακές επιλογές.
Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν πολλοί, η μοναδική διέξοδος από αυτό το έλος είναι να έχουμε περισσότερη δημοκρατία. Για παράδειγμα, ήρθε η στιγμή να αναβιώσουμε τον αρχαιοελληνικό θεσμό των κληρωτών, τοποθετώντας απλούς πολίτες στο κέντρο των πολιτικών συστημάτων μας. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, αναρίθμητες εμπειρίες σε περιοχές από τον Καναδά ως την Αυστραλία, τις ΗΠΑ, την Ιρλανδία, την Ολλανδία και την Ισλανδία έχουν επιβεβαιώσει ότι επιτροπές απλών πολιτών επιλεγμένες με κλήρωση –όπως οι ένορκοι στα ποινικά δικαστήρια πολλών χωρών– είναι απολύτως ικανές να αναλύουν και να αποφασίζουν για τα πιο περίπλοκα πολιτικά ζητήματα. Και το κυριότερο, το κάνουν παραμένοντας απρόσβλητοι τόσο από τις προκαταλήψεις, που διαπνέουν τις αποφάσεις των επαγγελματιών πολιτικών, όσο και από την έλλειψη πληροφόρησης και κριτικής σκέψης, που εμποδίζουν τους ψηφοφόρους να κάνουν τις σωστές επιλογές στην κάλπη.
Αρχικά, τέτοιες προτάσεις προκαλούν έκπληξη. Για ένα υπερβολικά μεγάλο διάστημα διδαχθήκαμε να εξιδανικεύουμε την ηγεσία και τις ατομικές ικανότητες – ενώ στο μεταξύ παραμελούσαμε τα βασικά δομικά στοιχεία που αναπόφευκτα διαμορφώνουν τη συμπεριφορά εκείνων που εκλέγουμε. Η δυσάρεστη αλήθεια είναι ότι απλούστατα δεν διαθέτουμε έναν αξιόπιστο μηχανισμό για την παραγωγή και την ανάδειξη «μεγάλων ηγετών» που θα μας κυβερνούν με σύνεση.
Επομένως, έχει έρθει η στιγμή να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό και είναι ξεκάθαρο ότι, για τους καλύτερους και τους χειρότερους λόγους, η σημερινή Ελλάδα βρίσκεται στην ιδανική θέση για να επιχειρήσει κάτι τέτοιο. Ας αφήσουμε επιτέλους τους παλιούς βασιλιάδες στην άκρη και ας δώσουμε στους απλούς πολίτες πραγματική πολιτική εξουσία. Άλλωστε, ποιος πιστεύει στ’ αλήθεια ότι θα κάνουν χειρότερη δουλειά από όσους εκλέγαμε μέχρι τώρα";
* Ο Πορτογάλος Μανουέλ Αριάγκα είναι λέκτωρ στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. Μόλις κυκλοφόρησε το τελευταίο του βιβλίο στα ελληνικά, «Για την επανεκκίνηση της δημοκρατίας», μτφρ. Ηλίας Παπαζαχαρίας, εκδόσεις Αιώρα.

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΘΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ





Μεγαλοβδομάδα και φέτος, στον κύκλο του Χρόνου οι απανταχού Χριστιανοί συμπαρίστανται στα πάθη του Θεανθρώπου. Θεός και Άνθρωπος. Πάθη θεϊκά και ανθρώπινα. Ανθρώπινα πάθη.
   Συμμετέχουμε νοερά, τελετουργικά στα Πάθη, έχοντας την βεβαιότητα της Ανάστασης του Μ. Σαββάτου. Από τα Πάθη στην Ανάσταση, λίγες μέρες υπέφερε ο Θεάνθρωπος ως τη Λύτρωση της Ανάστασης. Πόσες μέρες, μήνες ή χρόνια μπορεί να βιώνουν οι άνθρωποι – όχι ξένοι, όχι μακρινοί, δικοί μας άνθρωποι – τα δικά τους ανθρώπινα πάθη προσδοκώντας, δίχως καμιά βεβαιότητα, την δική τους Ανάσταση;
   Μεγάλη Πέμπτη, μπαίνοντας στον Αϊ Γιώργη αργά το βράδυ να προσκυνήσω τον Σταυρωμένο, είδα στα αριστερά στασίδια έναν άλλον σταυρωμένο κι αναστημένο. Έναν άνθρωπο δικό μας. Τον είχα δει και τις προηγούμενες μέρες μετά από πολύν καιρό, όταν βγήκε, χαιρετηθήκαμε εγκάρδια. Βλέποντάς τον όμως ξανά, σε τούτον τον χώρο της Εκκλησιάς, σε τούτον τον χρόνο της Μεγάλης Πέμπτης, κυκλωμένο από οικογένεια και φίλους, ο νους μου δεν μπόρεσε να αποφύγει σκόρπιους τους στίχους του Σικελιανού:

«[…]Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Βήµα σάµπως κύµα απλώθη
το φως ως µε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη µέση
απ’ τά «Χριστός Άνέστη » µιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: «Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!»
Και να, ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάµπασµα, ο Βαγγέλης
που τον λογιάζαν όλοι για χαµένο
στον πόλεµο - και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, µε ποδάρι ξύλινο,
και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κυττάζαν όλοι
µε τα κεριά στο χέρι, τον κυττάζαν
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
τού Στειριού, µια στην όψη, µια στο πόδι,
μα ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έµπαινε πιο µέσα!
Και τότε, - µάρτυράς µου να ‘ναι ό στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος, -
απ’ το στασίδι πού ‘µουνα στηµένος
ξαντίκρυσα τη µάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το µαντίλι, να χιµήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
(έτσι όπως το είδα ο στίχος µου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος),
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιµο: «Μάτια µου, Βαγγέλη!»
Κι ακόµα, - µάρτυράς µου να ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος,-
ξοπίσωθέ της, όσες µαζευτήκαν
από το βράδυ της Μεγάλης Πέφτης, […]»

(Άγγελος Σικελιανός, Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, 1935)

      Άραγε, ποιος μπορεί να ένοιωσε βαθύτερα τα πάθη του Χριστού από τον (κάθε) Βαγγέλη; Ποια ένοιωσε καλύτερα τον πόνο της Παναγίας από την μάνα και την οικογένεια του (κάθε) Βαγγέλη; Κι όλοι εμείς οι υπόλοιποι, σαν τον χορό της αρχαίας τραγωδίας, κοιτάμε, ξανακοιτάμε αδιάκριτα, αλλά πόσο μπορούμε να νοιώσουμε είτε τα θεϊκά, είτε τα ανθρώπινα πάθη; Επιδερμικά μόνο.

Ανθρώπινα πάθη. Το 1935, το 2015. Στο Στείρι, στη Νιγρίτα. Στου Όσιου Λουκά το Μοναστήρι, στου Αϊ Γιώργη το Ναό. Παντού και πάντοτε. Στον πόλεμο. Κάθε είδους, μορφής, τιμήματος, κάθε φταίχτη, κάθε αθώου ή ενόχου.

Στη φυλακή...

Στην απουσία που γίνεται παρουσία. Αυτό σημαίνει «Ανάσταση».

   Από τα Πάθη στην Ανάσταση. Ο Χριστός τον Σταυρό, ο Βαγγέλης το ξύλινο ποδάρι. Χριστός Ανέστη, αλλά και Βαγγέλης, Κώστας, Γιάννης, Γιώργος, Νίκος Ανέστη. 

Και Αλέκος Ανέστη.