Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ «ΠΡΑΣΙΝΟ ΚΟΚΟΡΙ» (12 04 2012)

Ένα πασχαλιάτικο διήγημα του Τεύκρου Μιχαηλίδη.


«Πόσες ώρες είχαν περάσει; Είχε πια χάσει το λογαριασμό. Απ’ τη στιγμή που ο Δάσκαλος, μ’ εκείνο το τραγικό “Τετέλεσται”, είχε παραδώσει το πνεύμα, δεν είχε σταματήσει να τρέχει σε δρόμους και σοκάκια μας Γερουσαλήμ σαν κυνηγημένος. Όχι “σαν”. Ένιωθε κυνηγημένος. Ήταν κυνηγημένος! Το μουρμουρητό του ανέμου, τ’ αλυχτίσματα των σκυλιών, οι σκιές των δέντρων ακόμα κι οι σιωπηλές κόχες των σπιτιών έμοιαζαν όλα να τον αποστρέφονται, να τον αποδιώχνουν με την ίδια αδυσώπητη μομφή: “Προδότη!” Ένιωσε το στόμα του να στεγνώνει, τη γλώσσα του να κολλάει στον ουρανίσκο, το λαιμό του να σφίγγεται. Διψούσε. Έσκυψε να πιει από το κελαρυστό νερό μιας κρήνης. Μα κι αυτή σαν τον αντίκρισε στέρεψε μη θέλοντας να δροσίσει το λαρύγγι του προδότη.
Έξαφνα από κάπου άκουσε γέλια και φωνές. Σήκωσε το κεφάλι. Βρισκόταν μπροστά σ’ ένα καπηλειό. “Το Πράσινο Κοκόρι” έγραφε η ταμπέλα του, κι είχε από πάνω μας ένα καταπράσινο πετεινάρι, στεφανωμένο μ΄ έναν ήλιο, ένα ημικύκλιο απ’ όπου ξεφύτρωναν κάμποσα άγρια τριγωνικά δόντια. Αναθάρρησε. Εκεί, εκεί θα έβρισκε λίγο νερό, μια λεμονάδα, μια μπίρα, οτιδήποτε να δροσίσει το μέσα του που φλεγόταν. Τρικλίζοντας κατευθύνθηκε μας την πόρτα. Δυο γιγαντόμορφοι φουσκωτοί του έφραξαν το δρόμο.
“Για πού το ‘βαλες παλικάρι;” Ρώτησε άγρια ο ένας.
“Κάτι να πιω, διψώ”, ψέλλισε. “Έχω να πληρώσω” βιάστηκε να προσθέσει βγάζοντας απ’ την τσέπη του ένα από τα αργύρια.
“Φύλαξε τον παρά σου κακομοίρη”, του είπε ο άλλος φουσκωτός. “Εδώ είναι πρώτο μαγαζί. Δεν κάνει για μούτρα σαν κι εσένα”.
Τους κοίταξε τον ένα μετά τον άλλο, ικετευτικά. “Το ξέρω, δεν είμαι παρά ένας προδότης. Μα διψώ. Αφήστε με∙ μόνο μια γουλιά να πιω και θα φύγω αμέσως. Κανέναν δε θα ενοχλήσω”.
Το βλέμμα του φουσκωτού μαλάκωσε. “Τι λέει ετούτος μωρέ Βάγγο; Κατάλαβες;”
“Ό,τι άκουσες, άκουσα Τεό”, απάντησε ο Βάγγος. “Λέει πως είναι κι αυτός προδότης”.
“Και σαν τι έχεις προδώσει παλικάρι;”, ρώτησε αυτός που τον έλεγαν Τεό.
“Πρόδωσα το Δάσκαλό μου, πρόδωσα το Χριστό”, είπε με συντριβή ο Ιούδας, ενώ μέσα του έσβηνε κι η τελευταία ελπίδα πως θα ξεδιψάσει. Με έκπληξη είδε το χαμόγελο ν’ ανθίζει στα πρόσωπα των φουσκωτών.
“Το Χριστό, ε;” είπε με μάτια που έλαμπαν από συγκίνηση ο Τεό. «Καλωσορίσατε και συγγνώμη που δε μας αναγνωρίσαμε αμέσως. Βάγγο, οδήγησε τον κύριο μέσα και φρόντισε να του αποδοθούν οι τιμές που του αξίζουν. Μόνο καλύτερα να ενημερώσεις τον κύριο Νικ», πρόσθεσε χαμηλόφωνα. «Έχει αυτός τον τρόπο του να το πει στο αφεντικό». Έκανε μια μεγάλη υπόκλιση και άνοιξε την πόρτα ενώ ο Βάγγος παραμέριζε κάνοντάς του χώρο να περάσει πρώτος.
Έκπληκτος ο Ιούδας προχώρησε στη μεγάλη αίθουσα. Γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι φορτωμένο με μεζέδες και ποτά ήταν καθισμένοι όλοι τους. Ο Εφιάλτης, ο Τζόρτζι Παπακό, η Ωραία Άννα, ο Πήλιος Γούσης, ο Κουίσλιγκ, ο Τσολάκογλου. Στην κορυφή του τραπεζιού ανάμεσα στο Ρίκο και τον Νίκ βρισκόταν ο Τζεφ. Ήταν ο μόνος που δεν έπινε ουίσκι. Καθόταν σ’ ένα ποδήλατο γυμναστικής κι έμοιαζε να βρίσκεται στον κόσμο του χωρίς να αντιλαμβάνεται τι ακριβώς γινόταν.
Ο Ιούδας έκανε μερικά βήματα μέσα στην αίθουσα. Όλοι εκτός από τον Τζεφ σηκώθηκαν να τον υποδεχτούν ανταλλάσσοντας μεταξύ τους ψίθυρους θαυμασμού ανάμεικτους με κάποια δόση ζήλιας. Τους μιμήθηκαν κι οι θαμώνες από τα γύρω τραπέζια. Οι περισσότεροι του ήταν άγνωστοι. Αναγνώρισε μόνο τον Κούφι, τον Ντρου και τον Πάνο τον Βλάσφημο. Με ιδιαίτερο σεβασμό ο Βάγγος τον οδήγησε δίπλα στον Τζεφ, που με έκδηλη δυσφορία μετακίνησε λίγο το ποδήλατό του για να χωρέσει μια καρέκλα ακόμα, ανάμεσα σ’ εκείνον και τον Ρίκο.
“Τι θα πάρετε”, ρώτησε αμέσως ο Φώτης, το γκαρσόνι.
“Λίγο νερό”, τραύλισε ο Ιούδας. Όλοι γέμισαν τα ποτήρια τους και περίμεναν όρθιοι να του γεμίσει ο Φώτης το δικό του. “Στον Ιούδα, το δάσκαλο, το φωτεινό μας παράδειγμα, τον πρώτο ανάμεσά μας”, είπε ο Τζόρτζι Παπακό υψώνοντας το ποτήρι.
“Στον Ιούδα”, απάντησαν οι άλλοι, αδειάζοντας το ποτήρι τους. Ύστερα όλοι μαζί ξέσπασαν σε επευφημίες και χειροκροτήματα.
“Αλήθεια, πες μας”, ρώτησε ο Νικ όταν ησύχασαν κάπως τα πράματα, “πόσο τον πούλησες το Χριστό;”
“Τριάντα αργύρια”, απάντησε μηχανικά ο Ιούδας που εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει τι συμβαίνει.
Στο άκουσμα της τιμής έπεσε μια παγωμάρα στην ομήγυρη. Μ’ ένα νεύμα ο Ρίκο έδωσε στο Βάγγο και τον Τεό τη διαταγή του. Αυτοί βιάστηκαν ν’ αρπάξουν τον Ιούδα απ’ μας μασχάλες και σηκωτό τον έσυραν μέχρι την πόρτα. Εκεί μ’ ένα συντονισμένο «έι οπ» τον έστειλαν να κυλιστεί στο χώμα, πέντε-έξι μέτρα μακριά απ’ την είσοδο του “Πράσινου Κόκορα”.
Βγαίνοντας από το Νιρβάνα του ο Τζέφ στράφηκε στο Νικ να τον ρωτήσει τι συμβαίνει.
“Τίποτα μωρέ”, απάντησε αυτός. “Ένας φτηνιάρης γύφτουλας είχε τη φιλοδοξία να κάτσει ανάμεσά μας. Άκου μόνο τριάντα αργύρια για τον ίδιο το Χριστό. Κάτι τέτοια λαμόγια είναι που χαλάν την πιάτσα”. Έφτυσε με περιφρόνηση στο πάτωμα κι άναψε το πούρο του».

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

tefcrosmichaelides.wordpress.com

Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr