Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

«ΠΕΡΝΑΝΕ ΠΑΝΩ ΜΑΣ ΤΑ ΤΡΟΧΟΦΟΡΑ...» (26 09 2008)
(Άλκης Αλκαίος)

Σε όλους μας έχει τύχει να επισκεφτούμε για κάποιο λόγο – επαγγελματικό, τουριστικό ή άλλο - μια οποιαδήποτε ελληνική (ή ξένη) πόλη. Αν έχουμε το χρόνο να την εξερευνήσουμε, θα πάμε οπωσδήποτε να δούμε τα τυχόν μνημεία του παρελθόντος της. Αν πάλι η συγκεκριμένη πόλη δεν έχει τέτοια μνημεία, μας μένει να χαρούμε τη συγκαιρινή παρουσία της: τη διαμόρφωσή της, την πλατεία της, τα μαγαζιά της. Σε όλες ανεξαιρέτως, ακόμη και στις μικρότερες, θα βρούμε χώρο πεζοδρομημένο για αυτές τις στιγμές. Σε όλες, εκτός από μία...
Εδώ θα συναντήσουμε την παγκόσμια πρωτοτυπία να έχει γίνει προσπάθεια πλακόστρωσης του μισού κεντρικού δρόμου για να τον απολαμβάνουν τα... λεωφορεία και τα φορτηγά! Και κάθε τόσο να χρειάζεται επιδιόρθωση από τις φθορές που προκαλούνται. Ένας πεζόδρομος για μη πεζούς.
Παράλληλα, με αυτά τα ημίμετρα δημιουργούνται και προβλήματα με την κυκλοφορία. Γιατί είμαστε συνηθισμένοι να θεωρούμε τον δημόσιο δρόμο κτήμα μας και να παρκάρουμε ή να διπλοπαρκάρουμε όπου θέλουμε. Ακόμα και μπροστά στις ειδικές ράμπες (σε όσα πεζοδρόμια, τέλος πάντων, αυτές υπάρχουν) για καρότσια μωρών ή αναπήρων! Ο αυτονόητος σεβασμός σε αυτούς που δυσκολεύονται να λειτουργούν όπως η πλειοψηφία παρακάμπτεται - αν ποτέ υπήρξε- μπροστά στη νεοελληνική νοοτροπία του ατομισμού, της ψευτομαγκιάς, του «κάνω ό,τι γουστάρω», του «έλα μωρέ, ας σκαρφαλώσει στο πεζοδρόμιο». Για ποιον πολιτισμό μιλάμε;
Πληροφορούμαι τις προθέσεις του Δήμου για προσπάθεια μεταβολής της κατάστασης. Αντιλαμβάνομαι ακόμη, ότι τα βελτιωτικά σχέδια προσκρούουν σε επαγγελματικά «συμφέροντα». Η πολιτική όμως ασκείται για το κοινό και όχι το ιδιωτικό καλό. Για το συμφέρον της πόλεως, των δημοτών. Και ένας χώρος στο κέντρο χωρίς αυτοκίνητα, μηχανάκια, κορναρίσματα, μαρσαρίσματα, μποτιλιαρίσματα δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για αυτό, χωρίς να αποβαίνει σε βάρος των επαγγελματιών.
Πρώτα-πρώτα λειτουργικά: ένας χώρος για να παίζουν άφοβα τα παιδιά, για να κυκλοφορούν οι γονείς με τα καρότσια, για να σουλατσάρουν οι ηλικιωμένοι, για να τον εκμεταλλευτούν οι μαγαζάτορες, για να κάθεται οποιοσδήποτε να απολαύσει φαγητό, γλυκό, καφέ, ποτό. Για να αποτελεί και πόλο έλξης για όσους ντόπιους ή κοντοχωριανούς αναζητούν τέτοιες συνθήκες στις Σέρρες. Μέρα ή νύχτα.
Έπειτα και οπτικά-αισθητικά: μια πεζοδρομημένη (για πεζούς) πλατεία, χωρίς αυτοκίνητα, ξεκουράζει τον άνθρωπο, τον ηρεμεί, οι συνθήκες γίνονται ανθρωπινότερες και δίνεται η ευκαιρία για περεταίρω αξιοποίηση του πρασίνου και των σιντριβανιών που ήδη υπάρχουν. Περισσότερα δέντρα, θάμνοι, λουλούδια, νερά: πόλη ανθρώπινη.
Καταλαβαίνω ότι πολλοί μπορεί να έχουν τις αντιρρήσεις τους, για τους δικούς τους λόγους. Όλα όμως μπορούν να τακτοποιηθούν με συζήτηση, αλληλοσεβασμό και επιχειρήματα. Ποιος δε θέλει τον τόπο του ομορφότερο και ελκυστικότερο για το συλλογικό συμφέρον; Ποιος δε θέλει μια πλατεία, έναν πεζόδρομο, άδειο από αυτοκίνητα και γεμάτο κόσμο; Θέτοντας ως αφετηρία αυτή την ομοφωνία, όλα τα υπόλοιπα μπορούν να τακτοποιηθούν: και από που θα περνάν τα αυτοκίνητα, και που θα παρκάρουν, και όλα.
Ο Ελύτης, πάλι, φωτοδότης: «Φεύγω με μια ματιά, ματιά πλατιά, όπου ο κόσμος ξαναγίνεται, όμορφος, από την αρχή, στα μέτρα της καρδιάς». Η καλή διάθεση απαιτείται.
tezjorge@yahoo.gr

«ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ...» (19 09 2008)


Έχουμε, εμείς οι Έλληνες, ένα στοιχείο που μπορούμε να καυχιόμαστε ότι είμαστε από τους λίγους λαούς που τους χαρακτηρίζει: έχουμε την τύχη να μιλάμε την ίδια γλώσσα εδώ και χιλιάδες χρόνια σ’ αυτόν τον τόπο. Γράφει ο Ελύτης: «Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλ' αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές».
«Με ελάχιστες διαφορές». Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η γλώσσα είναι κάτι ζωντανό. Όσο υπάρχουν άνθρωποι να τη μιλούν, τόσο υπάρχει και αυτή. Και καθώς η ανθρωπότητα δε μένει ποτέ στάσιμη, αλλά εξελίσσεται, έτσι και η γλώσσα. Οι αιώνες της τουρκοκρατίας άφησαν το στίγμα τους – γενικά στη νοοτροπία – αλλά μπόλιασαν και τη γλώσσα με λέξεις που πλέον μας φαίνονται τόσο οικείες και θα ήταν παράλογο να ζητάμε την απαλοιφή τους από τα ελληνικά. Ειδικά στην περιοχή μας, δε νοείται συνομιλία χωρίς «μπαξέ», «ντουβάρι», «ντουλάπι», κ.α. Το ίδιο συνέβη και με την αλληλεπίδραση με άλλους όμορους λαούς, όπως οι Ιταλοί ή οι Σλάβοι.
Φυσικά, δεν πήραμε μόνο. Δώσαμε κιόλας. Πλουτίσαμε τις γλώσσες όλων των λαών με ελληνικές λέξεις, κυρίως στους τομείς της επιστήμης, της φιλοσοφίας, της τέχνης. Αυτό εξηγείται εύκολα, καθώς οι απαρχές όλων αυτών, αλλά κυρίως το θεωρητικό υπόβαθρό τους, που αφορά και στην ορολογία, βρίσκονται στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Γνωστές οι ομιλίες Ελλήνων, όπως ο Ξ. Ζολώτας, όπου χρησιμοποιώντας μόνο ελληνικές λέξεις μιλούσαν αγγλικά και απευθύνονταν (και γίνονταν κατανοητοί) σε ξενόφωνο ακροατήριο. Έκπληξη προκαλεί ακόμα, και το πλήθος των λέξεων που τις θεωρούμε ξένες, αλλά δεν είναι παρά ελληνικές που τις ξαναπήραμε πίσω από τους ξένους ως αντιδάνεια.
«Επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια». Η αρχαία ελληνική γλώσσα, με τις διάφορες διαλέκτους της έφτασε στο σήμερα. Παραλλαγμένη, οπωσδήποτε – αλλιώς θα πέθαινε – αλλά ίδια. Τα ποντιακά, τα κυπριακά και όλα τα τοπικά ιδιώματα κρατούν σφριγηλά μέσα στο γλωσσικό τους σώμα τα αρχαία ελληνικά. Και γι’ αυτό δεν πρέπει να ντρεπόμαστε για τη ντοπιολαλιά μας. Η προφορά και οι λέξεις που απέχουν από την κοινή ελληνική της γραμματικής και του αθηνοκεντρικού κράτους, είναι αυτές που διαμορφώθηκαν από τις ανάγκες επικοινωνίας των ανθρώπων της περιοχής, των συνθηκών που επικράτησαν κλπ. Όπως λέμε λοιπόν ότι όλες οι γλώσσες του κόσμου είναι ισότιμες γιατί η καθεμία επιτελεί το σκοπό της επικοινωνίας, έτσι πρέπει να λέμε και για τις τοπικές παραλλαγές της γλώσσας. Και χαίρομαι ιδιαίτερα όταν βλέπω ανθρώπους να κοπιάζουν για τη ντοπιολαλιά και να έχουμε έτσι εκδόσεις, όπως «Τα Τερπνιώτικα και τα Νιγριτινά» του Πασχαλούδη, το «Νόστιμον Ξυλότρος» του Κωντσιλίδη, και άλλα.
Η μόνη «γλώσσα» που δεν εξελίσσεται είναι των πολιτικών. Φορτωμένη με τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, παραμένει στάσιμη, δύσκαμπτη, ανίκανη να αγγίξει τους νέους, την καθημερινότητα, τα προβλήματα. Ξύλινη. Όταν ανοίγει το στόμα του ένας πολιτικός, ανάλογα με το χώρο στον οποίο ανήκει, ξέρεις τι ακριβώς θα πει. Και αντίστροφα, αν ακούσεις μια ομιλία, από το λεξιλόγιο καταλαβαίνεις πού εντάσσεται ο ομιλητής, χωρίς να τον ξέρεις. Τα ίδια κλισέ, οι ίδιοι διαχωρισμοί. Κουράζουν, και για αυτό ίσως ο κόσμος τους αποστρέφεται. Οι εξαιρέσεις αυτονόητες.
Ο Ελύτης, ο μέγας αυτός λάτρης, μύστης και υπηρέτης του ελληνισμού, συμπλήρωνε ότι αυτά τα στοιχεία της συνέχειας και της ιστορικότητας της γλώσσας, δεν είναι για να υπερηφανευόμαστε, αλλά για συναισθανθούμε και το βάρος που έχουμε, το ηθικό χρέος απέναντι στη γλώσσα. Γιατί η γλώσσα δεν είναι μόνο όργανο επικοινωνίας, αλλά και φορέας αξιών: «Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις». Είμαστε όμως έτοιμοι να ανταποκριθούμε;

tezjorge@yahoo.gr
ΛΙΓΕΣ ΩΡΕΣ ΔΙΧΩΣ ΡΕΥΜΑ (12 09 2008)

Αναμφισβήτητη η παρουσία και η χρησιμότητα της τεχνολογίας στην καθημερινότητά μας. Η απαρίθμηση των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών σε κάθε σπίτι εξάγει σημαντικό διψήφιο αριθμό για αποτέλεσμα και κάνει εφιαλτικές τις στιγμές διακοπής ρεύματος, όπως αυτές στις οποίες μας συνήθισε η ΔΕΗ το καλοκαίρι που έφυγε. Είναι όμως απολύτως έτσι τα πράγματα;
Ανασκαλεύοντας τον 20ο αιώνα, εντοπίζουμε ραγδαία ανάπτυξη των τεχνολογιών και των εφαρμογών τους στις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Για την Ελλάδα όμως, η δεκαετία του ’80 ήταν εκείνη που έμπασε τα ακριβοθώρητα επιτεύγματα της τεχνολογίας σε κάθε σπίτι και της επαρχίας, καθώς τα αστικά κέντρα πάντα προηγούνται: τότε εγκαταλείπονταν οι σκάφες και τα καζάνια για να αντικατασταθούν επάξια από τα πλυντήρια, τότε οι ασπρόμαυρες τηλεοράσεις πλημμύρισαν χρώμα, τότε τα καινούργια αυτοκίνητα, τα βίντεο κλπ. Η χαρά του πρωτοφανέρωτου σε συνδυασμό με απλόχερες διευκολύνσεις στο φόρτο της νοικοκυράς, του εργαζόμενου και κάθε ανθρώπου.
Αμέτρητα τα θετικά στοιχεία, δεν το συζητάμε. Εξίσου όμως βαρύνουν και τα αρνητικά, δεν χρειάζεται να εμβαθύνουμε. Καλό είναι όμως να αναρωτηθούμε τι μας στέρησε ο ιλιγγιώδης ρυθμός εισβολής της τεχνολογίας στη ζωή μας. Τι μας λείπει περισσότερο. Οι διακοπές του ρεύματος μας δίνουν εύγλωττα την απάντηση: η έλλειψη ανθρώπινης επαφής.
Οι καλοκαιριάτικες ώρες χωρίς ρεύμα, και μάλιστα με το που έπεφτε το σκοτάδι, έδωσαν την ευκαιρία σε πολλούς να ζήσουν κάτι πρωτόγνωρο. Οι μεγαλύτεροι βέβαια αναπόλησαν τα περασμένα, με τα κεριά και τις λάμπες λαδιού ή πετρελαίου, το διάβασμα στο λιγοστό φως, το τελείωμα της δύσκολης μέρας με τη δύση του ήλιου, το πέσιμο στο στρώμα με το τρεμοπαίξιμο του καντηλιού. Αγία ηρεμία. Κι ας ξημέρωνε μια ακόμη δύσκολη μέρα.
Κάποιοι νεότεροι πάλι, βίωσαν μια πραγματικότητα που ίσως αρμόζει να λέγεται ανθρώπινη: μια ατμόσφαιρα ζεστής οικογενειακής επαφής, σπιτικής θαλπωρής, ανακούφισης. Επιτέλους, έμπαιναν στο σπίτι χωρίς το άγχος να προλάβουν να ανοίξουν τον υπολογιστή για συμπληρωματική εργασία ή ενημέρωση∙ χωρίς τον ορυμαγδό των δελτίων ειδήσεων και τα γαυγίσματα των μόνιμων παντοξερολόγων∙ μια αίσθηση παλιάς γειτονιάς έξω από τα παράθυρα∙ μια μοναδική ευκαιρία να καθίσουν ήρεμα στο τραπέζι, να συζητήσουν ανθρώπινα, να σκεφτούν, να δουν τα παιδιά τους ή να χαζέψουν τον έναστρο ουρανό που πλήρης αποκαλύπτονταν μπροστά τους, ζωντανός, φαντασμαγορικός, χωρίς την αντανάκλαση των φώτων της πόλης. Κάποιοι έκλεισαν και τα κινητά τους...
Εκεί στο σμίξιμο των δεκαετιών του ’80 και του ’90, ο Κώστας Χατζής τραγουδούσε μαζί με τη Μαρινέλλα: «Μας κόψαν απόψε το φως, δεν έχει tv ευτυχώς». Προς Θεού, δεν είναι δαίμονας η τεχνολογία∙ δεν την εξοβελίζουμε. Στο κάτω-κάτω δεν ζούμε πλέον χωρίς αυτήν, ο πολιτισμός μας βασίζεται σε αυτήν και ακαριαία θα καταρρεύσει αν την απαρνηθούμε. Έλα όμως που είναι και η νοσταλγία για το απλό, για το αθώο, για το παιδικό και ο πολυπράγμων άνθρωπος του ψηφιακού 21ου αιώνα ψάχνει απεγνωσμένα και λίγες τέτοιες στιγμές...

tezjorge@yahoo.gr

Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ (05 09 2008)


Όσο μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου, η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ήταν πάντα ένα γεγονός που προκαλούσε το ενδιαφέρον ως ταξίδι στη συμπρωτεύουσα, αλλά επέφερε την απογοήτευση από τα εκτιθέμενα προϊόντα: από απλώς αδιάφορα ως ανόητα. Μπαίνοντας λοιπόν στον Σεπτέμβρη και πλησιάζοντας η έναρξη της φετινής Δ.Ε.Θ., είναι ευκαιρία να θυμηθούμε τη μεγαλύτερη – ίσως – προσφορά της για πολλούς Έλληνες: την ανακάλυψη του φραπέ!
Για όσους δε γνωρίζουν, ήταν το 1957, όταν ο Δ. Βικόνδιος, υπάλληλος γνωστής εταιρείας καφεδοειδών, καθώς δεν έβρισκε ζεστό νερό να ετοιμάσει τον καφέ του, πειραματίστηκε με κρύο και άνοιξε έτσι το δρόμο για μια από τις πιο αγαπημένες καθημερινές συνήθειες του Έλληνα.
Ο φραπέ λοιπόν, εκτόπιζε σιγά σιγά τον λεγόμενο «ελληνικό» ή «τούρκικο» από τις προτιμήσεις κυρίως της νεολαίας. Αν και για να είμαστε ακριβείς, ο φραπέ (ή επί το ελληνικότερον «φραπές») είναι ο μόνος πραγματικά ελληνικός καφές, «γεννημένος» στην Ελλάδα και αποτελώντας μοναδική παγκόσμια πατέντα! Ναι, ο φραπές έγινε σήμα κατατεθέν της Ελλάδας, στοιχείο αναπόσπαστο της ελληνικής ταυτότητας και αναγνώρισής της απανταχού της γης. Και είναι γεγονός ότι ταιριάζει και στη φυσιογνωμία μας.
Με μέσο όρο χρόνου κατανάλωσης ενός φραπέ περίπου 90 λεπτά, καταλαβαίνουμε ότι ο καφές αυτός ταυτίζεται με τη δυνατότητα επικοινωνίας και συζήτησης, ενδεικτικό της παρέας και της κοινωνικότητας. Δεν είναι ο δυτικός εσπρέσσο, που πρέπει να τον πιεις όρθιος σε δυο λεπτά. Αποτελεί αφορμή για ανταλλαγή απόψεων σε μη στρεσογόνο περιβάλλον, για γέλιο, δηλαδή για αποφόρτιση, ένα παυσίπονο για το άγχος της βιοτής. Στη διάρκεια ενός φραπέ, μπορείς να ακούσεις τις παρέες να αναπτύσσουν σοβαρές ή όχι θεωρίες, να εξομολογούνται όνειρα απραγματοποίητα, να αφηγούνται ιστορίες – πραγματικές ή πλασματικές – του παρελθόντος. Ακόμα και μόνος, με μια εφημερίδα, ο φραπές είναι απόλαυση!
Από την άλλη μεριά όμως, έχει ταυτιστεί και με τις αρνητικές πλευρές του νεοέλληνα: καθρεφτίζει μια νοοτροπία προχειρότητας, άμετρης ραθυμίας, νωθρότητας και χαβαλέ. Από το φραπέ «με τις 36 ζάχαρες» του Χάρρυ Κλυνν ως τον γελοίο υποχόνδριο Έλληνα Κροίσο με εννέα γράμματα και το μπαλκονάτο δίδυμο των «χαλαρών» Θεσσαλονικέων του Λαζόπουλου αναδύεται το ίδιο θλιβερό κακέκτυπο.
Η αλήθεια ωστόσο, είναι κάπου στη μέση. Τον φραπέ τον απολαμβάνει κάθε τύπος νεοέλληνα: από τον εργασιομανή ως τον άεργο και από τον κουλτουριάρη (που μπορεί βέβαια να προτιμά καπουτσίνο) ως τον χειρώνακτα. Και αυτό συμβαίνει γιατί ο φραπές θεραπεύει όλες τις αισθήσεις: την όραση άμα τη εμφανίσει, την όσφρηση με το μαυλιστικό του άρωμα, την ακοή καθώς τα παγάκια αναμοχλεύονται και φυσικά τη γεύση.
Και να θυμάστε: με φραπέ, καλή παρέα και άνεση χρόνου έχουμε την αποδοτικότερη ψυχοθεραπεία! Στην υγειά σας!

tezjorge@yahoo.gr
ΕΝΑΥΣΜΑ ΕΞΙΣΟΡΡΟΠΗΣΗΣ (27 08 2008)

Ο άνθρωπος, ομολογουμένως, δεν είναι μόνο σώμα. Είναι αντάμα ψυχή και πνεύμα. Καλές οι χωμάτινες, υλικές απολαύσεις, αλλά μήπως πάψαμε να κρατάμε τις ισορροπίες εις βάρος του είναι μας;
Καλή τροφή για το πνεύμα και την ψυχή είναι και η λογοτεχνία. Ποια λογοτεχνία όμως; Τα βιβλία σήμερα γράφονται με το κιλό, κατά παραγγελία και με πλαφόν παραγωγής: τόσα βιβλία πρέπει να γράψεις το χρόνο! Οι τίτλοι που διαφημίζονται, ενδεικτικοί της κατάντιας: σάχλες από νεόκοπους, αλλά και παλαιάς κοπής συγγραφείς, ανεξαρτήτως φύλου, που προσπαθούν να εντυπωσιάσουν με ακατάσχετη χυδαιολογία∙ με βρισίδι. Με τη δικαιολογία του δήθεν προοδευτισμού, της απελευθέρωσης ή της ντεμέκ ρεαλιστικής αναπαράστασης της πραγματικότητας: αφού έτσι μιλάμε! Και πουλάνε.
Πως όμως θα γλυτώσουμε από την παγίδα; Αλάνθαστος ο δρόμος∙02 πυξίδα: θα εμπιστευτούμε ανθρώπους που γνωρίζουμε την κρίση τους, την αισθητική τους, το λόγο τους.
Με αυτόν τον τρόπο γνώρισα και εγώ έναν νέο λογοτέχνη: τον Ισίδωρο Ζουργό. Το βιβλίο του «Στη σκιά της πεταλούδας», συγκλονιστικό. Παραμονές Δεκαπενταύγουστου, ένας άντρας και μια γυναίκα αποκλείονται σε ένα ασανσέρ στην έρημη μεγαλούπολη. Με εναλλαγές στην αφήγηση, ταξιδεύει από το χτες στο σήμερα και παρουσιάζει έτσι φάση-φάση όλο τον νεοελληνικό 20ο αιώνα μέσα από τις ζωές των προγόνων των ηρώων, δένοντας τη μοίρα τους με αριστουργηματικό τρόπο. Χωριά, πόλεις, άνθρωποι της Μακεδονίας, στέκια της Θεσσαλονίκης ζωντανεύουν στις αράδες του. Τρόποι ζωής, συνήθειες (ξεχασμένες;), κάθε καρυδιάς καρύδι. Και η Νιγρίτα μέσα. Και όχι, μη φανταστείτε φινάλε γλυκανάλατο, παλιάς ελληνικής ταινίας. Η αγωνία μέχρι το τέλος.
Καλό είναι λοιπόν η στήλη να προτείνει. Αναγνώσματα, θεάματα, ακροάματα. Που και που. Κάτι σαν έναυσμα, γιατί η ισορροπία που λέγαμε πρέπει να τηρείται. Και η ανάγνωση λογοτεχνίας δεν είναι πράγμα δύσκολο, ούτε βαρετό, ούτε κουραστικό, όπως σας έχουν πει.

- Πρόσφατα κυκλοφόρησε και το νέο βιβλίο του Ι. Ζουργού, με τίτλο «Η αηδονόπιτα». Αδημονώ να το διαβάσω.


tezjorge@yahoo.gr