Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ

ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 1ο

Γενικά δε μ' αρέσει να εκθειάζω το παρελθόν. Με ενδιαφέρει κυρίως ιστορικά - λαογραφικά ή και πολιτισμικά. Έτσι, μπορεί να γοητεύει σε κάποια παράμετρό του ή αντίστοιχα να απογοητεύει σε καποια άλλη. Δεν υπάρχει το ιδανικό έτσι γενικά και αόριστα: το απόλυτο καλό έχει να κάνει με το παρελθόν, ενώ στις μέρες μας όλα έχουν εκφυλιστεί: οι άνθρωποι, η γλώσσα, οι τρόποι, οι σχέσεις κλπ. Θεωρώ ότι όλα είναι σχετικά, αν και κατανοώ την ανάγκη των μεγαλύτερων να στρέφονται στα χρόνια των νειάτων τους: ήταν τα καλύτερα χρόνια τους (και είναι για όλους μας)! Η στροφή στην παιδική και εφηβική ηλικία του καθενός ως διαδικασία συντήρησης (εξ ου και άκρως συντηρητική) και η λογική εξιδανίκευση δημιουργεί πολλά εξιδανικευμένα παρελ
θόντα (αν μπορώ να το πω): ένα για κάθε γενιά. Θέλω λοιπόν να βλέπω το παρελθόν καθαρά, όπως και το παρόν, και να προκρίνω τα στοιχεία που μετά λόγου γνώσεως έχουν μια κάποια αξία για έναν σύγχρονο.
Όταν όμως γράφει για το παρελθόν ο Σωτήρης Δημητρίου και ζωντανεύει με την πένα του τον πολιτισμό του παρελθόντος στα ηπειρώτικα χωριά της Μουργκάνας, στα ελληνοαλβανικά σύνορα, τότε σωπαίνεις και παρακολουθείς ευλαβικά τη ζωντάνια της γλώσσας και την βαθύτητα των σκέψεων:

"Είδα το χωριό μου και τα συκαρμαθιασμένα γειτονικά χωριά, πριν ακόμα περιχαρακωθούν στο κράτος, και θαύμασα τον σφριγηλό πολιτισμό τους. Τα πιο πολλά πράγματα - με δυσκολία βέβαια - τα έφτιαχναν μόνοι τους. Αλλά αυτή η δυσκολία τούς έμαθε να ξεχωρίζουν το σημαντικό και το απαραίτητο και ενστάλαζε στα αντικείμενα αφοσιωμένον χρόνο.
Στα οικιακά σκεύη αλλά και στις λαμπρές φορεσιές τους ήταν έκδηλη η καλαισθησία, που δε γινόταν ποτέ φανταχτερή και ξεχωριστή γιατί την ισορροπούσε η παράλληλη χρηστικότης.
Τον τρόπο και τα υλικά τον έμαθαν και τους τα πρόσφερε η φύση. όπως μου είχε πει χαρακτηριστικά η μάνα μου, έκαναν ως και το ξύλο μαλλί. Το λινάρι με το μαγγάνι και τα σπαρτίκοβα ρούχα απ' τον σπάρτο. Στέργιες κλωστές αθάνατες, με κρουστά χρώματα.
Ο γείκος με τα σκεπάσματα της νεαρής γυναίκας ήταν σαν τον επιτάφιο - καθώς άκουσα - απ' την χρωματική πανδαισία. Γεράνιο, πορτοκαλί, κίτερο, λούτζινο, τριανταφυλλί, χρυσαφί, όλα τα χρώματα φτιαγμένα με τα χεράκια τους. Την κορυφή του δε την στόλιζαν κεντήματα. Ασπροκέντι, καθώς τα έλεγαν.
Αυτές τις ευγενείς χειροτεχνίες - διότι περί αυτού επρόκειτο - τις έκαναν αλληλοβοηθούμενοι από σπίτι σε σπίτι στα νυχτέρια με τις λάμπες, ή κάτω απ' τα αστέρια του ουρανού, αν ήταν θέρος. Έφευγαν, στο ξεφλούδισμα του σπάρτου, τα γέλια και τα τραγούδια τους ν' ανταμώσουν τα μυριάδες αστέρια του χαμηλού ουρανού.
Επίσης η ατομική φαντασία τους εκινείτο στα όρια της συλλογικής φαντασίας. Έτσι, το κάθε χρηστικό έργο τέχνης ήταν και δεν ήταν αναμενόμενο. Δεν ένιωθαν την ανάγκη της συνεχούς εκπλήξεως. Ή μάλλον οι πολύ μικρές εκπλήξεις ήταν οι κρίκοι στις αργλες διαδοχές των καιρών. Συνεπώς και οι αφομοιώσεις τους ήταν φυσικές. Γενεές επί γενεών γεννιόντουσαν, μεγάλωναν και πέθαιναν με το ίδιο καζάνι, με το ίδιο βεργί, με το ίδιο μπρίκι.
Έτσι η σχέση τους με τη φύση ήταν ισοβαρής. Οι μορφές που της αποσπούσαν ήταν οι απολύτως απαραίτητες. η φύση τούς αποζημίωνε εμμέσως, εξ αυτής της συμπεριφοράς, γιατί είχαν ελάχιστες μέριμνες. Δεν έσπαγαν το κεφάλι τους κατά το κοινώς λεγόμενο. Αυτά τα πράγματα με την πολύχρονη χρηστική συμβίωση αγάλια-αγάλια γινόντουσαν ανθρωποπράγματα.
Η συνύπ;αρξή τους με το φυσικό τους περιβάλλον ήταν αρμονική. Δρόμος ήταν το μονοπάτι που άνοιγαν τα πόδια τους ή τα πόδια των ζώων τους στους αιώνες. Έναν τόπο στο χωριό μου τον έλεγαν Μάνα Κουτσουπιά γιατί έκαν πολύ καρπό. Στάρια και καλαμπόκια. Στους δε χορούς τους αλαφροπατούσαν με συστολή τη γη. Στρωτά, καθώς έλεγαν.
Τα σπίτια τους παιγνιωδώς ενταγμένα στην φύση - με υλικά παρμένα απ' τον περίγυρο - δεν την επισκίαζαν. Εκτός ίσως απ' το γαλάζιο - γεράνιο ή σαξ το έλεγαν - και το άσπρο χρώμα στα παραθύρια. Αλλά για πολύ λίγο, γιατί αμέσως το βλέμμα τους πήγαινε στα κιτρινοπορτοκαλί γερίφαλα - στους γκατιφέδες - και στο βασιλικό που στόλιζαν τα πρεβάζια. Επίσης το σπίτι τους ήταν ως μέγεθος στην ανθρώπινη κλίμακα. Σπίτι όσο χωρείς και χωράφι όσο θωρείς, έλεγαν. Εντούτοις είαν απλοχώρια και γιατί δεν είχαν περίσσια πράγματα και γιατί τα πρόσωπα εγκολπώνονταν το ένα το άλλο, δεν προσέκρουαν ακόμα οι ατομικότητες.
Ίσως είχε την προτεραιότητα η φύση καθώς απορροφούσε τους πολλούς κραδασμούς της εγγενούς ανθρώπινης βίας. Ιδίως τα πιο παλιά χρόνια αυτό γινόταν κατά κυριολεξία απ' το πατημένο χώμα των οικιακών τους χώρων. Η αντένα του ανθρώπινου σώματος διοχέτευε συνεχώς στη γη τις εντυπώσεις της ζωής.
Ούτε έπασχαν οι χωριανικοί άνθρωποι από αχορτασιά. Πολλές γκορτσιές τις άφηναν γκορτσιές, δεν τις μπόλιαζαν. Σαν να ήξεραν ότι η κατώτερη σχέση που μπορούμε να έχουμε με τη φύση είναι η επιθυμία χρησιμοποίησής της. Όπως εξάλλου συμβαίνει και με τους ανθρώπους που είναι μέρος της φύσεως.
Κάλλια να ξέρεις πέρι να 'χεις, λέγανε για τα ιδιωτικά πλούτη. Όμως ήταν μεγάλη τιμή και όνειρο ζωής να φτιάξουν το λαμπρό σχολείο στο χωριό τους ή την ευείδωτη εκκλησία. Όχι βέβαια για την υστεροφημία. Δεν ένιωθαν την ανάγκη να αφήσουν το ίχνος τους".

Συνεχίζεται...