Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

ΠΑΛΙ ΣΑΣ ΔΙΝΩ ΟΡΑΜΑ (23 03 2012)

Η ανάγκη για πνευματικούς ανθρώπους
σε δύσκολες εποχές.

Κάθε φορά που επιβάλλεται ένα απολυταρχικό καθεστώς, οι πρώτοι που κλείνουν θέση για πολυτελή resort με όλα τα κομφόρ (χαμάμ, σάουνες, σπα, μασάζ κλπ) σε εξωτικά νησιά του Αιγαίου, όπως η Μακρόνησος, η Γυάρος, ο Αϊ Στράτης, είναι οι καλλιτέχνες – με την γνήσια σημασία της λέξης. Γιατί αυτοί; Απλούστατα, διότι η ρωμαλέα γνήσια τέχνη τους έχει τα φόντα να ξεσηκώσει πυξ-λαξ τον κοιμισμένο, αποχαυνωμένο πολίτη, να τον ξυπνήσει∙ να γίνει – με μια κουβέντα – η αλογόμυγα του Σωκράτη που τσιμπάει και συνεφέρει τον εφησυχασμένο άνθρωπο.
Εδώ και μερικές δεκαετίες, μετά την πτώση της χούντας, δεν έχουμε απολυταρχικό καθεστώς. Με την επανίδρυση της Δημοκρατίας και την εξελικτική πορεία της χώρας στα πρότυπα των φθονούμενων δυτικών καταναλωτικών κοινωνιών, συντελείται και μια άλλη – αξεχώριστη – στροφή: παράλληλα με την μεταστροφή προς τα ολοένα και αυξανόμενα υλικά αγαθά και απολαύσεις, αντιστρόφως ανάλογα έχουμε και την απομάκρυνση από πνευματικά αγαθά και πνευματικούς ανθρώπους. Λογικό. Για να μπορέσουμε να αποθεώσουμε τον κόσμο της ύλης, έπρεπε πρώτα να θάψουμε την εξαιρετική πνευματική ποιότητα, να την κάνουμε να φαίνεται γραφική, ελιτίστικη, σαν κάτι ξένο, που δεν μας αφορά. Στη θέση της να προωθήσουμε ευτελισμένους δήθεν καλλιτέχνες, που να μας χαϊδεύουν τ’ αυτιά και να συντηρούν την απάθεια και την προσκόλληση στον μηχανισμό της άκριτης κατανάλωσης.
Αποτέλεσμα αυτής της (στοχευμένης;) κατεύθυνσης είναι και οι ερωτήσεις που προκύπτουν: που πήγαν οι ποιητές; Τα ξερονήσια της εξορίας έθρεψαν την έμπνευση του Ρίτσου, του Θεοδωράκη, οι φυλακές γιγάντωσαν τον Αναγνωστάκη, οι συνθήκες οι απάνθρωπες έδωσαν θαύματα του λόγου και κυρίως: ελπίδα και όραμα σε έναν λαό όταν τις χρειάστηκε. Ναι, η ποίηση μπορεί να το κάνει αυτό.
Και σήμερα; Σε μια μεταφορικά εποχή της εξορίας (δεν είναι μόνο τα ξερονήσια) και της φυλακής (δεν είναι μόνο το σιδερόφρακτο κελλί), δεν χρειάζεται ο Έλληνας ελπίδα και όραμα; Ποιος θα του τις δώσει; Οι ξοφλημένοι πολιτικοί, τα θλιβερά υποκατάστατα της υποκουλτούρας που γεμίζουν τις πίστες με πιάτα και γαρύφαλλα; Οι αγράμματοι θρασείς που με μια εκπομπή στα κανάλια νομίζουν ότι μετατρέπονται σε τιτάνες της διανόησης; Ποιοι; Που πήγαν οι ποιητές;
Υπάρχουν ποιητές σήμερα; Ποιος θα μας τους γνωρίσει, αυτούς και το έργο τους; Και πώς θα μπορέσουμε μετά από τόσα χρόνια απαιδευσιάς – σχεδόν έχθρας για καθετί ανώτερο, απέχθειας για κάθε μορφή τέχνης – να τους αναζητήσουμε και κυρίως να τους καταλάβουμε; Να νιώσουμε την ζωοδότρα πνοή του έργου τους; Από ποια μέσα ενημέρωσης περιμένουμε να μας τους συστήσουν; Ποιος θα μας ξυπνήσει;
Δοκιμασμένη η λύση. Οι κραταιοί τεχνίτες του λόγου, τα «βουνά» της ποίησης, ατσαλωμένοι μέσα σε εποχές μαύρες. Πιο μαύρες από σήμερα. Ημέρα Ποίησης η 21η Μαρτίου. Ταπεινή συνεισφορά, το ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού «Όταν», από την συλλογή «Κατά Σαδδουκαίων», 1953:




«Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω σένα να μιλάς εγώ πάντα σωπαίνω.
Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
όταν ακούω να γελούν
όταν ακούω πάλι να μιλούν εγώ πάντα σωπαίνω.
Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
θ' ανοίξω το στόμα μουθα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
οι νέοι έξαλλοι θ' ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

Πάλι σας δίνω όραμα».