Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

«Η ΜΑΓΙΚΗ ΦΛΟΓΕΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ» (04 03 2011)

Ένα παραμύθι του Τζιάννι Ροντάρι.

Το 1980 ο Ιταλός συγγραφέας και θεωρητικός της Λογοτεχνίας Τζιάννι Ροντάρι κυκλοφόρησε μια συλλογή με παιδικά παραμύθια με τίτλο « Παραμύθια για να σπάτε κέφι», που εκδόθηκαν στην Ελλάδα από τον Κέδρο σε μετάφραση της Άλκης Ζέη και εικονογράφηση της Σοφίας Ζαραμπούκα. Η ιδιομορφία αυτής της συλλογής είναι ότι σε κάθε παραμύθι ο Ροντάρι προτείνει τρεις διαφορετικούς επιλόγους για κάθε γούστο ( για να σπάσουμε κέφι) και στο τέλος παραθέτει ποιον προτιμάει εκείνος. Επειδή λοιπόν « η ίδια η ιστορία μπορεί να τελειώνει ανάλογα με την φαντασία του καθένα», όπως γράφει η Άλκη Ζέη στο οπισθόφυλλο, θα αντιγράψουμε σήμερα μία όχι τυχαία επιλεγμένη ιστορία και την άλλη εβδομάδα θα δούμε τους τρεις διαφορετικούς επιλόγους. Σας προειδοποιώ ότι, κάθε ομοιότητα με πρόσωπα οι καταστάσεις είναι συμπτωματική:

«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μαγική φλογέρα. Είναι ένα παλιό παραμύθι που το ξέρουν όλοι. Μιλάει για μια πολιτεία που είχε γεμίσει ποντίκια κι ένα παλικάρι παίζοντας τη μαγική φλογέρα του έκανε όλα τα ποντίκια να τον ακολουθήσουν, τα ΄φτασε ως το ποτάμι και πέσανε μέσα και πνίγηκαν. Ύστερα ο δήμαρχος δεν ήθελε να πληρώσει και το παλικάρι ξανάρχισε να παίζει τη φλογέρα και τον ακολούθησαν όλα τα παιδιά της πόλης ως πέρα μακριά.
Και τούτο εδώ το παραμύθι μιλάει για μια μαγική φλογέρα: Μπορεί να ήταν και η ίδια με το παλιό παραμύθι, μπορεί και όχι.
Αυτή τη φορά ήτανε μια πολιτεία που είχε ξεχειλίσει στα αυτοκίνητα. Είχανε γεμίσει οι δρόμοι, τα πεζοδρόμια, οι στοές. Αυτοκίνητα παντού: μικρά σαν κουτάκια, μακριά σαν βαπόρια, με ρυμούλκες, με τροχόσπιτα. Ακόμα νταλίκες, φορτηγά, φορτηγάκια.
Ήταν τόσα πολλά που προχωρούσανε πολύ δύσκολα, τρακάρανε, σπάζανε τα φτερά, κοπανούσανε τους προφυλακτήρες, ξεχαρβάλωναν οι εξαεριστήρες, Τέλος, πληθύνανε τόσο που δεν μπορούσανε να προχωρήσουνε καθόλου και μένανε καρφωμένα στη θέση τους.
Έτσι, ο κόσμος πήγαινε με τα πόδια. Δεν ήτανε όμως και τόσο εύκολο να περπατήσει κανείς, γιατί τ’ αυτοκίνητα άφηναν λίγο χώρο για τους πεζούς. Έπρεπε λοιπόν εκείνοι να λοξοδρομούνε, να πηδούνε πάνω από τα αυτοκίνητα ή να περνούν από κάτω. Κι από το πρωί ως το βράδυ άκουγε κανείς:
- Οχ!
- Ήτανε ένας πεζός που είχε κουτουλήσει σε μια νταλίκα
- Οχ! Αχ!
Ήτανε δύο πεζοί που είχαν κουτουλήσει μεταξύ τους, ενώ στριμωχνότανε να περάσουν κάτω από ένα φορτηγό.
Ο κόσμος κόντευε να τρελαθεί από το κακό του.
- Πρέπει να τελειώνει αυτή η κατάσταση!
- Πρέπει να κάνουμε κάτι!
- Γιατί ο δήμαρχος δε βρίσκει μια λύση;
Ο δήμαρχος άκουγε όλες αυτές τις διαμαρτυρίες και μουρμούριζε.
- Όσο για να σκεφτώ, σκέφτομαι. Σκέφτομαι νύχτα μέρα. Σκεφτόμουνα ακόμα κι ανήμερα τα Χριστούγεννα. Το κακό είναι πως δεν μου κατεβαίνει καμία ιδέα. Δεν ξέρω τι να κάνω, τι να πω, που να βρω άκρη. Και το κεφάλι μου δεν είναι πιο ξερό από των άλλων.
Μια μέρα παρουσιάστηκε στο δημαρχείο ένα παράξενο παλικάρι. Φορούσε ένα σακάκι από προβιά, τσόκαρα στα πόδια κι ένα αλλόκοτο κούκο στο κεφάλι. Έμοιαζε σαν λατερνατζής, χωρίς όμως να ‘χει λατέρνα. Όταν ζήτησε να δει το δήμαρχο, ο φρουρός του απάντησε πολύ ξερά:
- Άφησε τον ήσυχο. Δεν έχει κέφι για σερενάτες.
- Μα εγώ δεν έχω λατέρνα.
- Τόσο το χειρότερο. Αν δεν έχεις ούτε λατέρνα, τότε γιατί να σε δεχτεί ο δήμαρχος
- Πες του πως θέλω να αδειάσω την πόλη, να λύσω το πρόβλημα με τα αυτοκίνητα.
- Τι είπες; Άντε δρόμο. Τέτοια αστεία ούτε να τα ξεστομίζεις
- Πηγαίνετε με στο δήμαρχο και σας ορκίζομαι πως δε θα το μετανιώσετε.
Τόσο πολύ επέμενε που ο φρουρός αναγκάστηκε να τον αφήσει να περάσει και να πάει στο δήμαρχο.
- Καλή σας μέρα, κύριε δήμαρχε
- Βιάζεσαι να μου πεις καλημέρα. Για μένα, καλημέρα θα ΄ναι όταν…
- ....η πόλη αδειάσει από τ΄αυτοκίνητα. Εγώ ξέρω το πώς…
- Ξέρεις; Και ποιος στο έμαθε; Μια γίδα;
- Δεν έχει σημασία ποιος μου το έμαθε. Δεν χάνετε τίποτα, αν μ΄αφήσετε να δοκιμάσω. Κι αν μου υποσχεθείτε κατιτί, ως αύριο το πρωί δε θα ΄χετε πια σπαζοκεφαλιές.
- Για ν΄ ακούσουμε τι πρέπει να υποσχεθώ.
- Από αύριο στη μεγάλη πλατεία να επιτρέπεται να παίζουν υα παιδιά και να τη γεμίσετε κούνιες, αλογάκια, τσουλήθρες, τραμπάλες, μπάλες και αετούς.
- Τη μεγάλη πλατεία;
- Τη μεγάλη πλατεία.
- Και δε ζητάς τίποτ’ άλλο;
- Τίποτ’ άλλο.
- Τότε, έγινε. Το υπόσχομαι. Ας δώσουμε τα χέρια. Πότε αρχίζεις;
- Τώρα δα, κύριε δήμαρχε….
- Εμπρός ας μη χάνουμε ούτε δευτερόλεφτο.
Το παράξενο παλικάρι δεν έχασε ούτε δευτερόλεφτο. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε μια μικρή φλογέρα καμωμένη από ξύλο μουριάς. Κι αμέσως μέσα στο γραφείο το δήμαρχου άρχισε να παίζει έναν αλλόκοτο σκοπό. Βγήκε παίζοντας από το δημαρχείο, διέσχισε την πλατεία και τράβηξε κατά το ποτάμι.
Και ξάφνου…..
Κοιτάξτε! Τι κάνει αυτό το αυτοκίνητο; Πήρε μπρος μόνο του.
Κι εκείνο κει!
Εεεε! Αυτό είναι δικό μου! Ποιος μου κλέβει το αυτοκίνητο. Κλέφτες! Κλέφτες!
Δε φαίνεται κανένας κλέφτης . όλα τα αυτοκίνητα παίρνουνε μπρος μόνα τους. Αυξάνουν ταχύτητα…. Τρέχουνε….
Ποιος ξέρει που πάνε.
Τα αυτοκίνητό μου! Σταμάτα, σταμάτα! Θέλω το αυτοκινητάκι μου!
Από κάθε μεριά της πόλης ξεμπουκάρανε τρέχοντας τα αυτοκίνητα με πάταγο. Ακουγότανε ένας θόρυβος από μουγκρητά μηχανής, εξατμίσεις, κλάξον, σειρήνες…
Και τρέχανε… τρέχανε μόνα τους.
Μα αν έστηνε κανείς προσεκτικά αυτό, μέσα απ΄ όλον αυτόν τον σαματά θα ξεχώριζε πιο δυνατό και πιο επίμονο τον ήχο της φλογέρας με τον παράξενο, τόσο παράξενο σκοπό». […]
Επαναλαμβάνω ότι, κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και πράγματα ανήκει στο χώρο της φαντασίας, αλλά τι να κάνεις, δεν σ΄αφήνουν να αγιάσεις….
Συνεχίζεται στο επόμενο φύλλο.

Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr


▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος Ιωαννίνων. Στη Νιγρίτα πότε;