Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Η ΜΑΥΡΗ ΟΨΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΟΛΑΓΝΕΙΑΣ (16 10 2009)


Για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια, φίλοι μου στέλνουν στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μήνυμα - έκκληση για παιδάκι που έχει εξαφανιστεί. Για πολλοστή φορά, η φωτογραφία ενός παιδιού με τα χαρακτηριστικά του και τα στοιχεία του γεμίζει την οθόνη του υπολογιστή, με την παράκληση να προωθηθεί το μήνυμα σε κάθε δυνατό παραλήπτη, μια παράκληση – ικεσία στο θεό της τεχνολογίας, ως έσχατη (ίσως και πρωταρχική) ελπίδα εντοπισμού. Και καλούνται οι παροικούντες το διαδίκτυο να απλώσουν τον ιστό, σε μια συλλογική προσπάθεια οργανωμένης κοινότητας προς βοήθεια του συνανθρώπου.
Αυτή η «πολλοστή» φορά τριβελλίζει το μυαλό και γεννάει ερωτήματα. Ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου, αυτού του κόσμου, αλλά και για το πώς φτάσαμε ως εδώ.
Δεν ξέρω αν είναι εφικτό να γυρίσουμε τη σκέψη μας μερικές δεκαετίες πίσω. Οι πιο παλιοί μπορούν να ανασύρουν ασπρόμαυρες μνήμες από το ’60 και το ’70, ενώ οι νεότεροι από τη δεκαετία του ’80. Μέχρι εκεί. Στα τέλη αυτής της δεκαετίας αρχίζουν να πραγματώνονται αλλαγές στην ελλαδική κοινωνία, αλλαγές που ως τότε φάνταζαν μακρινές και θεωρούσαμε πως ανήκαν μόνο στις προηγμένες κοινωνίες της Δύσης. Και, δόξα τω Θεώ, ο κινηματογράφος και τα ΜΜΕ είχαν φροντίσει να μας δώσουν μια καλή εικόνα των χαρακτηριστικών των εν λόγω κοινωνιών.
Βασικό χαρακτηριστικό οι απρόσωπες σχέσεις. Οι άνθρωποι των μεγαλουπόλεων της Εσπερίας συμβιώνουν στον - πολεοδομικώς και εργασιακώς - περιορισμένο και πιεσμένο χωροχρόνο τους, δίχως να γνωρίζουν ουσιαστικά ο ένας τον άλλον, ο γείτονας το γείτονα, ο διπλανός το διπλανό. Ο ατομικισμός υπερισχύει του συλλογικού τρόπου σκέψης και δράσης, η ιδιοτέλεια σκεπάζει κάθε ηθική αρχή και κάθε κώδικα αξιών που αρμόζει σε αυτό που ορίζουμε ως ανθρώπινη κοινωνία και αυτάρεσκα θέλουμε να λέμε ότι ξεχωρίζει από τις αγέλες ή τα κοπάδια.
Άλλο χαρακτηριστικό, απότοκο του προηγούμενου: συνάνθρωποι παρατημένοι, ξεφτίδια της ζωής, να μοιράζουν τη μέρα τους ανάμεσα στη ζητιανιά και τα συσσίτια των φιλανθρωπικών οργανώσεων και τη νύχτα τους ανάμεσα σε παγκάκια και πεζοδρόμια. Άνθρωποι που μπορεί να είχαν μια φυσιολογική ζωή και κάποια στιγμή τους ξέρασε το σύστημα και βρέθηκαν από το ζενίθ στο ναδίρ. Άνθρωποι – ποντίκια, λεροί, κάτω από γέφυρες, μέσα σε χαρτόκουτα, στο περιθώριο της καθημερινότητας των πολλών, στο κατώφλι της κοσμοπολίτικης ζωής και των αναμμένων φώτων της πόλης.
Τρίτο χαρακτηριστικό, εξίσου συνδεόμενο με τις ανθρώπινες σχέσεις, κυρίως τις ενδοοικογενειακές: οι εικόνες παιδιών, μαθητών δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα οποία οπλοφορώντας σκορπίζουν το θάνατο στο σχολικό τους περιβάλλον, στοχοποιώντας στα πρόσωπα καθηγητών και συμμαθητών όλους όσοι αδιαφόρησαν για αυτά, τα πλήγωσαν, τα υποτίμησαν, τα απέρριψαν. Συνακόλουθα, βλέπουμε ληστές, εμπόρους ναρκωτικών και λευκής σαρκός, απαγωγείς και γενικά, κάθε φαινόμενο κοινωνικής παθογένειας.
Αδιάψευστο τεκμήριο για όλα αυτά ο κινηματογράφος της εποχής, μέσα από τις παραγωγές του οποίου πέρασαν και σε μας αυτές οι εικόνες εκσυγχρονισμού και προόδου. Και αν κάτσουμε να το αναλύσουμε ακόμα περισσότερο, θα δούμε κι άλλα θάματα σε πολλούς τομείς: στη νοοτροπία του εύκολου και άκοπου πλουτισμού (βλέπε ριάλιτι τηλεπαιχνίδια), στον τρόπο ζωής και ψυχαγωγίας κλπ.
Όλα αυτά στις δυτικές κοινωνίες μέχρι και τη δεκαετία του ’80. Και αν ρίξουμε μια ματιά στην ελλαδική κοινωνία του σήμερα, τι βλέπουμε; Βλέπουμε την ίδια κατάσταση στις σχέσεις των κατοίκων των μεγαλουπόλεων. Συμβαίνει να μη γνωρίζουν οι άνθρωποι ποιος κάθεται δυο ορόφους κάτω από το διαμέρισμά τους. Να συναντιούνται στο ασανσέρ και να μη χαιρετιούνται. Να μη γνωρίζουν αν είναι ένοικος της πολυκατοικίας ή ξένος. Και ας μη μιλήσουμε για τις διπλανές πολυκατοικίες.
Φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε δεδομένους στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη τους άστεγους! Κλοσάρ στη Θεσσαλονίκη! Άνθρωποι στα παγκάκια, στα πάρκα, τυλιγμένοι στα νάυλον, αφημένοι στη μοίρα τους. Και λίγοι, ως ελάχιστοι αυτοί που ενδιαφέρονται. Φτάσαμε να το θεωρούμε φυσιολογικό και απλά το προσπερνάμε, μην μας αγγίξει η δυστυχία τους. Σηκώνουμε το γιακά, κλεινόμαστε ολοένα στον εαυτό μας, στους λίγους δικούς μας, κλείνουμε τα αυτιά και τα μάτια στη συμφορά του άλλου, να ξορκίσουμε το κακό, να το αποκλείσουμε από το σπίτι μας.
Και πριν λίγο καιρό, έκανε και την εμφάνιση του το πρώτο, υποτυπώδες κρούσμα οπλοφορίας μαθητή. Ο εκδυτικισμός στα πρότυπα του εκσυγχρονισμού σιγά σιγά ολοκληρώνεται. Κι από την άλλη, οι απαγωγές παιδιών αυξάνονται. Οι γονείς δεν τολμάν πλέον να αφήσουν τα παιδιά από τα μάτια τους ούτε καν στη Νιγρίτα, όχι στις πρωτεύουσες. Υπαρκτή ήταν η φήμη πέρσι για μαύρο ύποπτο αυτοκίνητο που γυρνούσε στην περιοχή, για δήθεν πλασιέ εγκυκλοπαιδειών κλπ. Ακόμα και τα πιο απλά πράγματα γίνονται επικίνδυνα, στη σκέψη ότι κάποιος μπορεί να παραμονεύει να αρπάξει το παιδί. Με αποτέλεσμα να αυξάνονται πολύ τα μέτρα προστασίας και να πέφτουμε στην άλλη παγίδα, στον κίνδυνο να γίνουν τα παιδιά αγοραφοβικά, ανίκανα να εμπιστευθούν άνθρωπο, να ανοιχτούν σε φιλίες, στην ομαλή κοινωνικοποίηση.
Η αλήθεια όμως, είναι ότι πλέον ζούμε σε έναν κόσμο αγριεμένο, γεμάτο θυμό και ατομικισμό στα όρια της μισανθρωπίας, γι’ αυτό και επικίνδυνο. Συνεπώς, οι άμεσοι κοινωνικοποιητές (γονείς, σχολείο) παλαντζάρουν επικίνδυνα ανάμεσα στην εξοικείωση του παιδιού με την πραγματική, άθλια εικόνα του πραγματικού κόσμου και την ιδεατή εικόνα ενός κόσμου αξιών, ηθικής και ανθρωπισμού, που είναι απαραίτητη όμως στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού. Πώς να συμβουλεύσεις ένα παιδί να βοηθάει το συνάνθρωπο, όταν ξέρεις ότι ο εκάστοτε συνάνθρωπος μπορεί να είναι ο λύκος στα σκεπάσματα της γιαγιάς;
Ζούμε σε έναν κόσμο θυμωμένο. Σε έναν κόσμο βγαλμένο από τις χολυγουντιανές υπερπαραγωγές προπαγάνδας. Τα πρότυπα της δυτικόφερτης παθογένειας έγιναν πλέον υπαρκτή πραγματικότητα στην Ελλάδα και θα περάσουν με τη σειρά τους μέσα σε μια δεκαετία (αν δεν έχουν ήδη περάσει) και στις χώρες του πρώην σιδηρού παραπετάσματος, που διψάνε κι αυτές με τη σειρά τους για εκσυγχρονισμό και βαδίζουν στα χνάρια μας. Τα βλέπαμε στα σινεμά, στις εφημερίδες και τις ειδήσεις και δεν τα πιστεύαμε. Και τώρα τα λουζόμαστε. Και γουρλώναμε τα μάτια απορημένοι, όταν, φοιτητές, πρωτακούγαμε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 από τα χείλη «προοδευτικών» καθηγητών μας τις λέξεις «πολυπολιτισμός» και «παγκοσμιοποίηση»...