Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 3ο)

ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 3ο (Συνέχεια από το 2ο μέρος)




"Οι ποικιλμοί και οι αναπαλμοί της ομιλίας, κυρίως των γυναικών, αγαλλίαζαν την ακοή και την ψυχή. Η εκφορά και η ουσία ταίριασαν ίσως ιδανικά σ’ ένα ευφρόσυνο αμάλγαμα.
Όταν μιλούσαν εκείνες οι γυναίκες, νόμιζες ότι κάποιος ουράνιος υποβολέας τους ψιθυρίζει τα λόγια. Ότι κάποιος ευφάνταστος μουσικός κινεί τις άπειρες χορδές των αντιστοιχιών ζωής και γλώσσας. Ξεπηδούσαν ακάλεστες οι λέξεις και έσκαγαν σαν λουλουδένια μπουμπούκια στους αιθέρες καθαρίζοντας πάλι και πάλι την ψυχή και τον νου. Γλώσσα και ζωή ζυμώθηκαν αξεδιάλυτα, με μαγιά την έκπληξη, την λύπη, την χαρά.
Το σμίλεμα των αιώνων απέδωσε ένα πλήρες ψυχαγωγικό γλωσσικό σώμα που υπερέβαινε κατά πολύ τις πρακτικές ανάγκες. Με τη σειρά της η γλώσσα οδηγούσε τον νου τους προς την λογική, την καρδιά τους προς την φιλοκαλία και, το σπουδαιότερο ίσως, ζύμωνε την ψυχή τους κάνοντάς την ελεήμονη.
Οδηγούσε η γλώσσα σ’ ένα ηθικό στερέωμα – ασκίαχτο απ’ τα σκοτάδια της χαιρεκακίας – και δημιουργούσε συνεχώς στο χωριό δακρυρόεσσα φιλαλληλία. Κοντά στην χαλαρή εγγύτητα της πολυμελούς οικογένειας υπήρχε η εγγύτητα του χωριού. Ούτε απάνθρωπος ήταν ο πόνος του πένθους εντός της οικογένειας, ούτε υπήρχε αδιαφορία στο χωριανικό κακό.
Με τη σειρά της η βαθύριζη αυτή ευσπλαχνία έτρεφφε νέους γλωσσικούς ανθούς. Εντούτοις όπως ήπια ήταν η εμπλοκή τους με τη φύση, ήταν επίσης ήπια η όσμωσις γλώσσας και συναισθημάτων. Πάλι δεν ξεπερνούσε η ατομική φαντασία το χωριανικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα να εκλείπουν οι εσωτερικοί οδυρμοί.
Αλλά το πόσο ευρύχωρο και υψηλότατο ήταν αυτό το πλαίσιο το καταδεικνύει το τραγούδι τους. Αυτή η απαράμιλλη μελωδική λογοτεχνία. Ριζωμένο σε σπάνιους χυμούς της γλώσσας και σοφά κεντημένο με μεταφορικό λόγο, ταξίδευε στον χρόνο συμπυκνωμένη ψυχική εμπειρία, υψηλή αισθητική και βαθιά κοινωνική γνώση. Και μάλιστα, ως σύμπλοκο φαινόμενο. Στίχου, τραγουδιού και χορού. Πλοκαριά, για να θυμηθώ μια ωραία λέξη του χωριού μου. Το δείχνει επίσης ο αποσταγμένος παροιμιακός τους λόγος. Ρακή ματαβγαλμένη κατά την έκφρασή τους.
Είχε τρομερό κύρος η συμπαράστασή τους στους πονεμένους, γιατί ήταν αληθινή και πάσχουσα.
Θυμόμουν την υπέργηρη μάνα μου να παίρνει αμέσως τηλέφωνο συμπαραστάσεως όταν μάθαινε κανένα κακό. Το καλό το ‘χει ο καθένας μοναχός του, έλεγε, το κακό μοιράζεται. Δυστυχώς ο κατακερματισμένος πλέον χωριανικός της κόσμος της εμπόδιζε την φυσική παρουσία.
Αδερφούλα μου, πήρα να μάθω τα μαύρο χαμπέρια σας, άρχιζε, και ένιωθα πως στην άλλη άκρη της γραμμής – πολλές φορές στα πέρατα του κόσμου – τα λόγια της  και κυρίως τα δάκρυα έπεφταν σαν βάλσαμο.
Ή άλλες φορές ερωτούσε λεπτομέρειες ανήκουστες για τη διακριτικότητα του ατομιστή της πόλης και ένιωθα τους ερωτώμενους να της απαντούν με ανακούφιση και δια μακρών. Ε μωρ’ αδερφούλα, έρθαν όλα μαζεμένα. Άντα κινάει ένα, κινάνε όλα.
Ήταν απροσμέτρητη η ευγνωμοσύνη του συμπονούμενου προς τον συμπάσχοντα. Είχε, είχαν, την παρρησία της συμπόνιας.
Αλλά και το καλό τους το έλεγαν ανεπιφύλακτα – όχι βέβαια αδιακρίτως – γιατί ένιωθαν την ευχαρίστηση εκείνου που το άκουγε.
Να σου πω ένα χαρίλι αδερφούλα, έλεγαν για έναν αρραβώνα, για μία γέννηση – απόχτηση καθώς έλεγαν – για ένα τελέσφορο προξενιό.
Επίσης περιβεβλημένη με υψηλό γλωσσικό κύρος ήταν η αλήθεια τους για το επέκεινα, με αποτέλεσμα – από έναν ακόμα δρόμο – την παραδοχή του θανάτου.
Ιδίως οι στιγμές της οδύνης και του πένθους στις γυναίκες είχαν ανυψωθεί σε μια ιερή συνομιλία του χώματος και του ουρανού.
Καλό ταξίδι μωρ’ γιαδερφούλα μου, σ’ αυτόν τον δρόμο τον αγύριστο. Σήκου να χαιρετήσεις τα παιδάκια σου και τις αδερφούλες σου. Θα καϊτερούν πολλοί εκεί. Να πας να βρεις τον Χρήστο μου και άμα δεν τον βρεις εσύ, θα ‘ρθει να σε βρει αυτός και να του πεις καλά λόγια.
Κι επειδή καθένας είχε τη γλογκιά του καθώς έλεγαν, σε καθέναν που έμπαινε στη νεκρική κάμαρη, αρχίνιζαν.
Έρθε και η μαύρο Θυμίγια. Θα βρεις εκεί μια νιούτσικη, θα βρεις την μαύρο Αρετή της. Να της δώκεις χαιρετίσματα.
Ανασήκωναν δε και φωτογράφιζαν το φέρετρο εν μέσω των συγγενών και των χωριανών για τους μετανάστες της Αμερικής και της Αυστράλιας.
Η σπορά και ο θέρος, η γέννα και ο θάνατος των οικείων ζώων τους μπόλιαζαν αυτήν την γλώσσα με την κραταιά γνώση ότι όλα πεθαίνουν και όλα αναγεννώνται. Έπεφταν ολόσωμα και ολόψυχα στην καρδιά του πένθους, πλάι στον νεκρό και ίσως γι’ αυτό απ’ την άλλη μέρα κιόλας αχνόφεγγε μια χαραμάδα φωτός. Ήξεραν να πενθούν γι΄ αυτό και ήξεραν και να χαίρονται, ήξεραν να μοιρολογούν γι’ αυτό και τραγουδούσαν.
Στις μεγαλουπόλεις ο θάνατος είναι επίσης κοντά – όπως πάντα – αλλά ταυτόχρονα τοποθετημένος πολύ μακριά, σχεδόν ανύπαρκτος. Ο νεκρός απομακρύνεται με σπουδή, και μια φαιδρή λεπτότητα, ένας γελοίος καθωσπρεπισμός απαγορεύει τον θρήνο. Συνεπίκουρος στην εμπόδιση της εξωτερίκευσης του πένθους, ο γιατρός με τα παυσίλυπα χάπια.
Έχει ασκηθεί το άτομο των μεγαλουπόλεων να καταπίνει, εκτός απ’ το κορυφαίο του πένθος, όλα τα θεωρούμενα αρνητικά συναισθήματα όπως της οργής, της στενοχώριας, της πικρίας, αναστέλλοντας και παρακάμπτοντας την βιωματική διαδικασία του χωριανικού ανθρώπου, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της ψυχής. Το λευκό πένθος του ατόμου που δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να φαίνεται αδύναμο. Κατά ευρεία ερμηνεία μπορούμε εδώ να πούμε την παροιμία σήμερα θάφτουμε και αύριο κλαίμε".

Συνεχίζεται...