Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΛΟΥΚΑ ΣΤΑ ΣΧΙΔΙΑ (15 07 2011)

«Όπου και να πάω η Ελλάδα με πληγώνει».
Γιώργος Σεφέρης

Το θέρος θέλω να με βρίσκει στη Θάσο. Μια ιδιαίτερη σχέση έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια και συνεχώς επιστρέφω. Υπάρχουν πολλοί τόποι στην Ελλάδα που μπορούν να σε μυήσουν σε αυτό που Έλληνες και ξένοι έχουν αποθεώσει: το ελληνικό καλοκαίρι, την ψυχή της Ελλάδας. Ξένοι που βρίσκονται τυχαία για τουρισμό μαγεύονται και εγκαθίστανται μόνιμα, αγοράζουν σπίτια, βαπτίζονται, παντρεύονται. Μια άλλου είδους ξενική εισβολή, όπου για πολλοστή φορά η «κατακτημένη» Ελλάδα επιβάλλεται στον κατακτητή.
Η μαγεία βρίσκεται στην απλότητα. Αυτήν την απλότητα του ελληνικού καλοκαιριού και του πολιτισμού την έχουν υμνήσει οι μέγιστοι ποιητές, από τον Αρχίλοχο ως τον Σολωμό, τον Παλαμά, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Ελύτη. Αλλά, «όπου και να πάω η Ελλάδα με πληγώνει». Υπάρχει και η άλλη πλευρά, η σκοτεινή.
Αυτός ο τόπος πηγαίνει μόνος του. Κάτι αδιόρατο, ανέγγιχτο απ’ τις μαγαρισιές των θνητών διαχειριστών, των τυχερών που μας έλαχε αυτός ο τόπος – κάτι θεϊκό θαρρείς οδηγεί αυτόν τον τόπο μέσα από την αιωνιότητα. Δεν εξηγείται αλλιώς. Η νεοελληνική αθλιότητα θα είχε σακατέψει εντελώς καθετί σε αυτή τη γωνιά της Ευρώπης, αν περνούσε από το χέρι της.
Η Θάσος έχει πολλούς αρχαιολογικούς χώρους, μιας και η ιστορία της χάνεται στις χιλιετίες. Μάλιστα φέτος γιορτάζονται τα 100 χρόνια από την έλευση των αρχαιολόγων της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, προς τιμήν της οποίας έχει ονομαστεί κεντρικός δρόμος της πρωτεύουσας, του Λιμένα. Και εκεί, όπως και στην Αλυκή, είχα πάει τα προηγούμενα χρόνια και είχα περιηγηθεί στα ερείπια των αρχαίων κατοίκων τους. Φέτος αποφάσισα να κινηθώ σε λιγότερο γνωστούς προορισμούς, βασιζόμενος στις καφέ πινακίδες που σε κατευθύνουν.
Κατεβαίνοντας την ανατολική πλευρά του νησιού συναντώ την ταμπέλα: «Άγιος Ιωάννης Λουκάς, αρχαία εγκατάσταση». Πολύ περίεργη λέξη η «εγκατάσταση» για αρχαιολογικό χώρο. Στρίβω πάνω σε απότομη στροφή και μπαίνω σε άθλιο χωματόδρομο, όπου με το ζόρι χωράει ένα αυτοκίνητο. Κι επειδή στο τέρμα της κατηφόρας βρίσκεται και η ομώνυμη παραλία, η κίνηση είναι αρκετή και δύσκολη. Τέλος πάντων, φτάνω στο χώρο της «εγκατάστασης». Τι είναι τούτο; Δυο μάρμαρα και δυο πέτρες πεταμένα και μερικά χωμάτινα τοιχία στο έδαφος. Καμιά σειρά και προπάντων: καμιά ενημέρωση. Τι εγκατάσταση είναι αυτή; Ποιας εποχής; Ποιος ήταν ο Άγιος Ιωάννης Λουκάς; Πουθενά μια πινακίδα που να εξηγεί περιληπτικά την Ιστορία, ένα σχεδιάγραμμα του τόπου. Τίποτα.
Αφού πήρα την πρώτη ψυχρολουσία, βγήκα με το ζόρι στον αυτοκινητόδρομο και συνεχίσανε την παραθαλάσσια πορεία του. Σε λίγα χιλιόμετρα, άλλη καφέ πινακίδα: «Σχίδια, αρχαίος πύργος και αγροικία». Η στροφή, πάλι στο αντίθετο ρεύμα, λίγα μόλις μέτρα μετά την πινακίδα. Κι αν γλιτώσεις από κανέναν που έρχεται από απέναντι, δε γλιτώνεις από τον χωματόδρομο που κατεβαίνεις. Ο προηγούμενος ήταν σαν autobank μπροστά του! Τα νεροφαγώματα είναι τέτοια που μετά βίας κατεβαίνει 4Χ4. Η κούρσα δεινοπαθεί. Ευτυχώς η απόσταση είναι μικρή. Αλλά η απογοήτευση μεγάλη. Μια σκουριασμένη καγκελόπορτα με αλυσίδα και λουκέτο! Λουκέτο, καθημερινή και 12 η ώρα! Μια άθλια περίφραξη και ό, τι αρχαίο θα μπορούσες να δεις απ’ έξω, είναι πνιγμένο στην πρασινάδα. Παίρνω το μονοπάτι δεξιά - ίσως να οδηγούσε σε άλλη είσοδο. Μάταια. Μόνο μιαν αποφορά από την αυτοσχέδια υπαίθρια τουαλέτα των παρακείμενων κατασκηνωτών. Κι από ενημέρωση, τα ίδια, δηλαδή μηδέν. Τίνος ο πύργος και η αγροικία, ποιας εποχής; Σκοτάδι πίσσα. Δεύτερη ψυχρολουσία, πού κουράγιο να συνεχίσω για Θημωνιά; Αγκομαχώντας να βγάλω το αμάξι στον άσφαλτο, αποφάσισα να γυρίσω πίσω. Αρκετά για μια μέρα.
Τι να πρωτοπείς. Να προσπαθήσεις να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα. Θυμάμαι τα δικά μας ερείπια, της Τερπνής. Βίοι παράλληλοι, το κακό είναι γενικό. Μού ‘ρχονται στο νου και κείνα τα υπουργικά εμέσματα περί «δυναμικής της κοινωνίας» και προσπαθώ να μπω στη λογική τους. Πόσοι «λοξοί» θα θελήσουν να επισκεφτούν τα Σχίδια, τον Άγιο Ιωάννη Λουκά, την Τερπνή; Δεν υπάρχουν και πολλοί. Οι περισσότεροι ταυτίζουν τις διακοπές με ταβέρνα, φαΐ και πιοτό, ήλιο και θάλασσα, οι νεότεροι με ξεσάλωμα. Και συνήθως κουβαλάν στα νησιά τις συνήθειες και τις ανέσεις της καθημερινότητάς τους. Ούτε κουβέντα για επαφή και γνωριμία με τον τόπο που επισκέπτονται, ούτε σκέψη για μια στάλα Ιστορίας. Λίγοι θα παρακάμψουν στα χαλάσματα, οι πιο πολλοί ξένοι του Βορρά, μαγνητισμένοι από μια ιδέα, ένα είδωλο Ελλάδας (τον Μύθο) που μαθαίνουν στα σχολεία της πατρίδας τους και περιμένουν να τον βρουν ολοζώντανο. Μάταια.
Ο νεοέλληνας απέχει παρασάγγας από το αρχαίο ιδανικό, τη ρίζα για την οποία τόσο σεμνυνόμαστε και την κραδαίνουμε απειλητικά σε όποιον μας θίξει. Θα κλαίγαμε γοερά αν δημοσιευόταν μια στατιστική για το πόσοι επισκεπτόμαστε τα μόνα ζωντανά απομεινάρια των – κατά τ’ άλλα – ένδοξων προγόνων: τα μνημεία και τη βιβλιογραφία. Κι έτσι μόνο έρχομαι εν μέρει να δικαιολογήσω την αδιαφορία των Αρχών για αυτούς τους χώρους. Δεν εκφράζουν κανέναν, δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Κι επειδή όλα μετριούνται από τις Αρχές λογιστικά, στενά οικονομίστικα, η ερήμωση είναι αυτό που λογικά συνεπάγεται. Αλλά, ούτε μια ενημερωτική πινακίδα; Ούτε ένα κυβικό χαλικιού να στρωθεί ο δρόμος; Και το λουκέτο; Προς τι; Μήπως παραβιάσει κανένας τα ξεπαρατημένα;
Και μας τους λίγους, τους παράξενους, που ψάχνουμε που και που μια αίσθηση της συνέχειας στον τόπο, μια επαφή με την ατμόσφαιρα των αιώνων και των ανθρώπων που πέρασαν, τι μας μένει; Να στραφούμε στα βιβλία για να ψάξουμε αυτό που μπορούμε να το αγγίξουμε στην πραγματικότητα. Να αναζητούμε μέσα σε τέσσερις τοίχους μιας βιβλιοθήκης, μέσα σε χάρτινες σελίδες τον Άγιο Ιωάννη Λουκά και τα Σχίδια (ή τα Σκίδια, όπως τα λένε οι ντόπιοι) και όχι στους αληθινούς αρχαίους τοίχους που η πρόσβαση και η ενημέρωση είναι απαγορευμένο αγαθό.
Και θα συνεχίσουμε να κουνάμε το κεφάλι με νόημα και θα αρχίσουμε πλέον να μπαίνουμε στον πειρασμό της πώλησης και των νησιών, και των μνημείων, και των ονομάτων, και του ίδιου μας του εαυτού, μπας και αναλάβουν άλλοι να τα αναδείξουν και να τα φωτίσουν. Αφού εμείς οι ίδιοι πρώτοι τα ξεπουλήσαμε με την αδιαφορία και την άρνησή μας.