Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ (16 04 2010)

Οι λόγοι που ο Νεοέλληνας δε συγκινείται στην έκκληση βοήθειας για την απόσβεση του δημόσιου χρέους.

Αμφιθυμία προκαλεί η διαφήμιση που σκαρφίστηκαν οι κυβερνητικοί σύμβουλοι για να προβάλλουν στον κόσμο τη σωτήρια λύση που οσμίστηκαν οι πολιτικοί τους εργοδότες. Η διαφήμιση που μας γνωρίζει τον αριθμό λογαριασμού που ανοίχτηκε για να προσφέρουμε εμείς, οι πολίτες, τον οβολό μας προς στήριξη της προσπάθειας για απόσβεση του δημόσιου χρέους. Αμφιθυμία, γιατί απ’ τη μια ζορίζει τον πατριωτισμό μας, ενώ απ’ την άλλη, όταν καθαρίζει ο νους, προκαλεί τη χλεύη και ίσως και καμιά μούντζα στην τηλεόραση συνοδευόμενη από μια φρασεολογία-βοθρολογία, που δεν μπορεί να αναφερθεί στην εφημερίδα...
Για το πρώτο συναίσθημα δε χρειάζεται να πούμε και πολλά. Αν μετρήσουμε στο τέλος το ποσό που θα μαζευτεί, αναλογικά με τον πληθυσμό, το πιο πιθανό είναι να αμφισβητηθεί έντονα ο πατριωτισμός μας! Μάλλον λίγοι θα είναι οι ρομαντικοί που θα σπεύσουν στις τράπεζες για να βοηθήσουν το κράτος να βγει απ’ το αδιέξοδο. Ρομαντικοί ή αφελείς. Ή παιδιά, που σπάζουν τους κουμπαράδες τους – πρότυπα αλλοτινών εποχών που θα μπορούσαν να είναι και σημερινά υπό άλλες προϋποθέσεις - μέσα στην αθωότητά τους. Γενικά όμως, δεν αναμένονται ουρές στα γκισέ...
Πρέπει να μελετήσουμε όμως, το δεύτερο συναίσθημα. Να δούμε δηλαδή, πώς έφτασε ο Έλληνας, όχι μόνο να μη θέλει να βοηθήσει το κράτος, αλλά να το απεχθάνεται κιόλας. Ή μήπως ήταν πάντα έτσι;
Ο βασικότερος λόγος που ο Έλληνας νιώθει το κράτος σαν κάτι ξένο, είναι ιστορικός. Η αρχή της σχέσης αυτής πολίτη-κράτους εντοπίζεται στην περίοδο του Όθωνα και της Αντιβασιλείας, στις απαρχές δηλαδή του ελληνικού κράτους. Μέχρι τότε οι Έλληνες ζούσαν σε οργανωμένες κοινότητες. Ας αφήσουμε τις πόλεις - κράτη της αρχαιότητας και τη βυζαντινή «ομάδα του χωρίου» και «μητροκωμία», κι ας μείνουμε στους αιώνες της τουρκοκρατίας. Ο ελληνικός πληθυσμός, παρότι σκλαβωμένος, διατήρησε και ανέπτυξε την κοινοτική του οργάνωση στα πρότυπα των παραδόσεών του. Δηλαδή σε πρότυπα που γέννησε ο ίδιος αυτός λαός, σε αυτόν τον ίδιο τόπο, πρότυπα που του ταίριαζαν.
Αν θυμηθούμε τις κοινότητες που άκμασαν αυτά τα χρόνια στον ελλαδικό χώρο (Μαντεμοχώρια στην Χαλκιδική, Αμπελάκια, 24 χωριά του Βόλου, κοινοτικές ομοσπονδίες στην Ήπειρο, κ.α.), βασισμένες στην αυτονομία και την αυτοδιοίκηση, με τις όποιες διαφορές μεταξύ τους ή τρωτά σημεία στη λειτουργία τους, έχουμε μια εικόνα του ιδανικού – για τον Έλληνα – «κρατικού» μορφώματος: δεν υπάρχει κράτος, οι αντίστοιχες αρμοδιότητες ανήκουν στις κοινότητες, στους ίδιους τους πολίτες!
Έτσι λοιπόν, με τους δημογέροντες επικεφαλής, άλλοτε εκλεγμένους απ’ τους συντοπίτες, άλλοτε κληρονομικώ τω χρίσματι, προόδευσαν «των Ελλήνων οι κοινότητες και φτιάξαν άλλους γαλαξίες». Οργανώθηκαν σε επαγγελματικούς συνεταιρισμούς για τη συλλογική ευημερία και πήραν και τα όπλα όποτε χρειάστηκε. Η Αντιβασιλεία του Όθωνα όμως, δεν υπολόγισε καθόλου την ελληνική συνέχεια στην κοινοτική οργάνωση και θέλησε να δημιουργήσει ένα κράτος στα πρότυπα του βαυαρικού: διοίκηση, εκπαίδευση, εκκλησιαστικά θέματα, στρατός, όλα μια καθαρή αντιγραφή του βαυαρικού συστήματος. Φόρεσαν δηλαδή στον Έλληνα ένα ρούχο ξένο, που δεν το ζήτησε και δεν του ταίριαζε. Μια μορφή οργάνωσης που δε βλάστησε σε αυτόν τον τόπο και δεν ήταν εύκολο να την αποδεχτεί και να την αγαπήσει. Του ήταν ξένη. Εκεί βρίσκεται η ρίζα της απέχθειας του σημερινού Έλληνα προς το κράτος και κάθε τι το κρατικό.
Άλλος σημαντικός λόγος είναι το ότι ο κόσμος ταυτίζει στη συνείδησή του το κράτος με τις δημόσιες υπηρεσίες και τους πολιτικούς. Κάθε φορά που παρίσταται ανάγκη για συναλλαγή με το κράτος, ο Έλληνας εισπράττει απογοήτευση, θυμό, αγανάκτηση. Πριν τον «εξευρωπαϊσμό» μας (αλλά εν πολλοίς και σήμερα), οι δημόσιες υπηρεσίες ήταν σήμα κατατεθέν και πίθος των Δαναΐδων για τη σάτιρα. Γραφειοκρατία, κωμικές καταστάσεις όπου ο ένας υπεύθυνος σε έστελνε στον άλλον και τούμπαλιν, αγένεια των δημοσίων υπαλλήλων και αλαζονεία σε βαθμό που να ξεχνάν πως είναι υπάλληλοι του πολίτη και να συμπεριφέρονται ως αφεντικά και – το σημαντικότερο –η δουλειά σου δεν τελείωνε ποτέ. Πάντα κάποιο χαρτί θα έλειπε, ο υπάλληλος θα απουσίαζε, η ουρά θα σε απωθούσε. Κι ας μην αναφερθούμε στη μουντή, γκρίζα αισθητική των δημόσιων κτιρίων που προκαλούσε την ασφυξία... Πώς να αγαπήσεις και να βοηθήσεις ένα τέτοιο κράτος;
Όσο για τους πολιτικούς, αυτοί πάντα βρίσκονται στο επίκεντρο της κριτικής – όχι άδικα – και φέρουν μεγάλο μέρος της ευθύνης για την απέχθεια προς το κράτος. Η εν γένει παρουσία τους την τελευταία 35ετία έφερε τη χώρα σε αυτή τη δεινή θέση και περιμένουμε πάλι από τους άλλους να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά. Και όσο αυτοί ορίζουν το κράτος και η εικόνα τους δε βελτιώνεται, δεν πρόκειται να βελτιωθεί και η εικόνα του πολίτη για το κράτος. Αντίθετα θα μεγαλώνει η αδιαφορία του, με ό, τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Και εν προκειμένω συνεπάγεται βαρηκοΐα του πολίτη στην απεγνωσμένη ζητιανιά του κράτους για βοήθεια.



▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓

 Σε περασμένο τεύχος του περιοδικού «Εικόνες», που είχε αφιέρωμα στον Στρατή Μυριβήλη, αναφέρεται ότι ο μεγάλος λογοτέχνης («Η ζωή εν τάφω», «Η Παναγιά η γοργόνα», «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», κ.α.) βρίσκεται στρατιώτης στη Νιγρίτα το 1916-17, και μάλιστα έχει οργανώσει και στρατιωτικό θίασο. Στη σχετική φωτογραφία είναι ο δεύτερος καθιστός από αριστερά. Σημαντική πληροφορία και θα ήταν ενδιαφέρον να γνωρίζαμε περισσότερα από την εδώ παρουσία και εμπειρία του.

Ο Μυριβήλης διδάσκει θεατρικό έργο σε στρατιωτικό θίασο, στο Μακεδονικό Μέτωπο (Νιγρίτα 1916-17). (Προέλευση: «Η μεσοπολεμική πεζογραφία», εκδ. Παν. Σοκόλη, τ. ΣΤ', Αθήνα 1993, σ. 106)

 Την Παρασκευή 9 του μηνός ο ΣΥ.ΠΟ.ΔΡΑ.Ν. είχε μια όμορφη κρητική βραδιά στην παλαίστρα του Αγ. Αθανασίου, δίχως όμως ικανοποιητική παρουσία κόσμου. Ίσως θα έπρεπε να γίνει καλύτερη διαφήμιση των εκδηλώσεων. Πολλοί δεν γνώριζαν. Και αν κατάλαβα καλά, υπάρχει μια ελαφριά «ψυχρασία» με τον Δήμο; Πολλά πολιτιστικά έχουμε στη Νιγρίτα, έχουμε και φατρίες...
 Αυτή η ταλαιπωρία με τους κατασκαμμένους δρόμους για την αλλαγή των σωλήνων ύδρευσης, μέχρι πότε θα κρατήσει;