Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009


ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ (05 06 2009)
“...μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Dépôt.”


Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι ακουμπάνε κάτω τα ποδήλατά τους, κάθονται οκλαδόν στην άκρη και κοιτάζοντας τη θάλασσα συζητάνε. Σε λίγο, το κορίτσι σηκώνεται, τινάζεται, παίρνουν τα ποδήλατά τους και φεύγουν.
Τουρίστες πηγαινοέρχονται, κάτασπροι, κατα μόνας ή σε γκρουπ, με τις φωτογραφικές μηχανές κρεμασμένες στο λαιμό τους, ευγενικά ζητούν τη συνδρομή περαστικών για μία πόζα, με το χαρακτηριστικά αντιαισθητικό πέδιλο με κάλτσα, βερμούδα και πουκαμίσα, κάθε ηλικίας μικρομεσαίοι βόρειοι που αναζητούν το αρχαιοελληνικό κάλλος. Το καλοκαίρι ήρθε.
Οι καφετέριες γεμάτες από τις «φυλές» της παραλίας, όπως έχουν εδώ και χρόνια καθοριστεί από τα εξειδικευμένα περιοδικά που πουλάνε στυλ.
Αφρικανοί αναρίθμητοι διαλαλούν την πραμάτεια τους: cd, γυαλιά ηλίου, πίνακες ζωγραφικής. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το να πεις έναν μαύρο «μαύρο» είναι ρατσιστικό, ενώ αν τον πεις «έγχρωμο» είναι πολιτικά ορθό. «Μαύρος» είναι η απόδοση της πραγματικότητας. Δεν πρέπει να ενοχλεί, όπως δεν ενοχλεί το να πεις κάποιον «λευκό». Το «έγχρωμος» είναι το προσβλητικό.
Μια κοπέλα βαδίζει με αθλητική περιβολή και ακουστικά στα αυτιά. Κάποτε τα λέγαμε walkman, τώρα λέγονται mp3. Η μουσική, απαραίτητη συνοδεία στον περίπατο.
Ένας κουστουμαρισμένος, γραβατωμένος κύριος με μουστάκι και γυαλιά ηλίου, βαδίζει και μιλάει χειρονομώντας. Δίπλα του και πίσω του πεντ’ έξι παρατρεχάμενοι, επίσης με μαύρα γυαλιά και handsfree στα αυτιά. Μάλλον πρόκειται για κάποιο σημαίνον πρόσωπο...
Μια παρέα νεαρών, αγόρια και κορίτσια, χαλάνε τον κόσμο με τις φωνές τους. Στα χέρια τους κρατούν κάποια βιβλία – διακρίνω «Εμπορικό Δίκαιο» - και παγωτά. Περίοδος εξεταστικής...
Μια κοπέλα προσπαθεί να παρκάρει μικρό αυτοκίνητο ανάμεσα σε δύο άλλα. Δυσκολεύεται, κόβει την κυκλοφορία, αγχώνεται. Ένα παλληκάρι, ψύχραιμο, με τα χέρια στις τσέπες την καθοδηγεί. Τα καταφέρνει με την τέταρτη και προσέρχεται να πάρει τη θέση της στην παρέα που την περιμένει στην καφετέρια. Χωρίς το παλληκάρι.
Κάποιο φανάρι άναψε και η ουρά των αυτοκινήτων κόβει τη θέα. Το βλέμμα ανεβαίνει στον ουρανό από το μεσοδιάστημα των αυτοκινήτων και της τέντας. Ένα αεροπλάνο απογειώθηκε από το «Μακεδονία» προς άγνωστη κατεύθυνση.
Σε κάθε κολώνα κολλημένοι δυο τρεις καραμανλήδες και κανα δυο παπανδρέου από πάνω. Αν έφτανε η σκάλα, μπορεί οι νεολαίοι των κομμάτων – οι επίδοξοι αυριανοί υπουργοί και βουλευτές – να σκέπαζαν και τις λάμπες. Ευρωεκλογές και οι μούρες των μεγάλων αρχηγών (αλλά και των μικρότερων) έχουν κορνιζοποιηθεί σε κάθε δυνατό σημείο, μήπως και τους λησμονήσουμε.
Ένας πατέρας κρατάει από το χέρι το μικρό του γιο. Τον ανεβάζει στους ώμους και συνεχίζει τη βόλτα σκύβοντας κάθε τόσο για να αποφύγει τις ομπρέλες και τα κλαδιά των δέντρων.
Ένα όχημα του ΕΚΑΒ – το 212 – περνάει στριγγλίζοντας τις σειρήνες του, μεταφέροντας κάποιον συνάνθρωπο που υπακούει στα προστάγματα της μοίρας. Σε λίγο θα ακολουθήσει και το 208.
Μια πενταμελής latin κομπανία αμφιβόλου προελεύσεως, με κιθάρες, ακορντεόν και ντέφια, με ψαθάκια στα μελαχροινά κεφάλια, δίνουν ρυθμό ζωντανά με «volare» και «amor amor», ψάχνοντας την επιβράβευση στα κέρματα των καθήμενων που θα κουδουνίσουν στο προτεταμένο ντέφι.
Ένας Ασιάτης πουλάει ρολόγια χειρός.
Ένας υπέρβαρος υπάλληλος της Δημοτικής Αστυνομίας σφυρίζει. Το απόγευμα μιλάει στην Πλατεία Αριστοτέλους μεγάλος πολιτικός (ο άλλος μίλησε χτες) και μάλλον ο έλεγχος είναι αυστηρότερος. Οι οδηγοί των παράνομα παρκαρισμένων αυτοκινήτων πετάγονται από τις καφετέριες και άρον άρον τα περισσότερα οχήματα εξαφανίζονται. Η κοπέλα που αγκομάχησε να παρκάρει πριν ένα δεκάλεπτο, αναγκάζεται να ξεπαρκάρει. Κρίμα ο κόπος της. Όσα μένουν, κοσμούνται πλέον με μία κλήση κάτω από τον υαλοκαθαριστήρα. Ο ορίζοντας άνοιξε.
Γυναίκες και γιαγιάδες στην υπηρεσία παιδιών και εγγονιών περνούν καροτσάδα προς τον Λευκό Πύργο.
Ένας μεσήλικας αθίγγανος με κοστούμι, μουστάκι, χαιτούλα και φαβορίτα, ευγενέστατα προτείνει στα ζευγάρια ή στις κοπέλες ένα δοχείο με τριαντάφυλλα, χωρίς ικανοποιητικά αποτελέσματα.
Ποδηλάτες κάθε φύλου και ηλικίας περνάνε συνεχώς με τις διαστημικές κάσκες ή με ακουστικά, μόνοι ή με παρέα. Κανα δυο έχουν και ειδικό πλαστικό κάθισμα για να κάθονται και τα παιδιά.
Τα τρία από τα τέσσερα αυτοκίνητα που απομακρύνθηκαν για να γλυτώσουν την κλήση, επανέρχονται. Ο αστυνομικός έφυγε, το αμάξι είναι μπροστά στα μάτια μας, αν ξανάρθει, το ξαναπαίρνουμε. Ξαναπαρκάρει και η κοπέλα με το μικρό αυτοκίνητο. Εύκολα αυτή τη φορά, ο χώρος ήταν άδειος.
Στα ανοιχτά του Θερμαϊκού αραγμένα φορτηγά πλοία. Άγνωστη η προέλευση, άγνωστο το φορτίο, άγνωστοι και οι άνθρωποι που ζουν δουλεύοντας κρυμμένοι στα αμπάρια και τα μηχανοστάσια. Από μια τέτοια σκοπιά πρέπει να έβλεπε και ο Καββαδίας τη Θεσσαλονίκη και της έγραψε δυο ομώνυμα ποιήματα.
Κοντοκουρεμένος άντρας περνάει απέναντι κρατώντας από το λουρί μικροκαμωμένο λυκόσκυλο. Κι άλλα σκυλιά – γελοία περιποιημένα – σέρνουν τα αφεντικά τους στα πεζοδρόμια.
Ηλικιωμένες κυρίες, αρχόντισσες του κέντρου της παλιάς Θεσσαλονίκης, αρκούντως μακιγιαρισμένες, περνούν από μπροστά, σοβαρές, με ύφος επιτιμητικό – ίσως και υποτιμητικό – αποπνέοντας τη νοσταλγική ανωτερότητα της δικής τους εποχής.
Στο βάθος, κλειστά ακόμη τα κιόσκια από την Έκθεση βιβλίου. Άραγε, αυτοί που θα κουνούν το απόγευμα πρασινογάλαζα πλαστικά σημαιάκια και θα κραυγάζουν κομματικά εμετικά συνθήματα, θα περάσουν μια βόλτα από αυτούς τους πάγκους ή θα στοιβαχτούν χωρίς χρονοτριβή στα κερασμένα λεωφορεία για να επιστρέψουν στην επαρχία έχοντας εκπληρώσει το καθήκον τους;
Εδώ και μια εικοσαετία δεν άλλαξε τίποτα. Μόνο εμείς αλλάζουμε και ερμηνεύουμε τα πράγματα μέσα από τα καινούρια φίλτρα που φοράνε στα μάτια μας τα χρόνια που περνάνε. Απομεσήμερο στην παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης, φωτογραφικά στιγμιότυπα - σκέψεις στις αρχές του καλοκαιριού.

tezjorge@yahoo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου