Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009


ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΜΑΡΜΑΡΩΝ: ΗΓΓΙΚΕΝ Η ΩΡΑ (03 07 2009)

Τελικά, μπορεί σε ορισμένα πράγματα να αργούμε, αλλά τα καταφέρνουμε περίφημα. Ο λόγος για το νέο Μουσείο της Ακρόπολης. Από το 1976 έγινε αισθητή η ανάγκη για ένα σύγχρονο χώρο που κατάλληλα θα στεγάσει τα αναρίθμητα ευρήματα - δείγματα πολιτισμού ανυπέρβλητου. Φτάσαμε βραδυπορώντας, μετά από πολλούς διαγωνισμούς, στο 2009 να εγκαινιάζεται το έργο που ανέλαβαν ο Bernard Tschumi με τον Μιχάλη Φωτιάδη και να ομολογούν όλοι, όσοι είχαν την ευκαιρία να το επισκεφτούν, ότι θαμπώθηκαν:
Άπλετο φυσικό αττικό φως για την καλύτερη ανάδειξη των εκθεμάτων, μοναδική χωροταξία δίχως ασφυκτικούς διαδρόμους και με ιστορική - χρονολογική ακολουθία της κίνησης του επισκέπτη. Το σημαντικότερο όμως είναι τα τρία επίπεδα, με το τελευταίο να προσανατολίζεται ακριβώς όπως ο Παρθενώνας, τον οποίο μπορείς να βλέπεις απέναντι! Και τα μάρμαρα του Παρθενώνα εκτίθενται όπως ακριβώς ήταν στο ίδιο το μνημείο (όχι όπως τα κλεμμένα στο Βρεττανικό Μουσείο), και μάλιστα τοποθετημένα σε ένα δημιούργημα – αναπαράσταση του Παρθενώνα στις πραγματικές του διαστάσεις!
Συνακόλουθα με τις θριαμβολογίες για τη λειτουργία ενός τέτοιου αρχιτεκτονικού προτύπου στη χώρα μας αναζωπυρώνεται και το θέμα της επιστροφής των ελγίνειων μαρμάρων. Η ιστορία γνωστή: ο λόρδος Έλγιν εξασφάλισε από τους Τούρκους δυνάστες άδεια για μετατόπιση πλακών και κατασκευή εκμαγείων. Η άδεια αυτή βαφτίστηκε «φιρμάνι» και αντί για τις συγκεκριμένες ενέργειες, οι Βρεττανοί προχώρησαν σε αφαίρεση τμημάτων του μνημείου. Η συνέχεια, επίσης γνωστή, με τους διαξιφισμούς και την επιχειρηματολογία εκατέρωθεν να εκτείνονται ως τον 19ο αιώνα. Οι Έλληνες στηρίζονται στην ηθική και αισθητική ανάγκη αποκατάστασης της αδικίας, ενώ οι Άγγλοι παλαιότερα μας θεωρούσαν (ως έθνος νεοσύστατο) βάρβαρους, ικανούς να τα πουλήσουμε(!) σε άλλους και ως τώρα προέβαλλαν την έλλειψη κατάλληλου χώρου στην Ελλάδα και νομικά εμπόδια. Χαρακτηριστική είναι η αρθρογραφία του Κωνσταντίνου Καβάφη στην εφημερίδα «Εθνική» το 1891, όπου ανασκεύαζε τα επιχειρήματα του τότε διευθυντή του Βρεττανικού Μουσείου Τζαίημς Νώουλς.
Η εμμονή και επιμονή αυτή των Άγγλων με τα μάρμαρα, οπωσδήποτε εξηγείται με βάση το κύρος της κατοχής που θα απολέσουν με την επιστροφή. Επιπλέον, μέγιστος παράγοντας είναι και ο οικονομικός, καθώς θα ελαττωθούν σημαντικά οι επισκέπτες του Βρεττανικού Μουσείου, άρα και τα έσοδα. Ενδιαφέρουσα όμως, είναι και η προσέγγιση της καθηγήτριας ψυχολογίας Φωτεινής Τσαλίκογλου, κατά την οποία οι Ευρωπαίοι λάτρεψαν τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό ψάχνοντας να βρουν «ένα φωτεινό μύθο για τις σκοτεινές ρίζες τους. Μια εδραιωμένη στο συλλογικό ασυνείδητο αίσθηση ότι αυτό το παρελθόν ήταν δικό τους».
Όμως, υπάρχουν και σήμερα στην Ελλάδα φωνές που αντιτίθενται στην παλιννόστηση των γλυπτών. Όχι γιατί δεν θεωρούν κλεψιά την ενέργεια του Έλγιν, αλλά γιατί υποστηρίζουν ότι δεν μας αξίζουν πλέον τέτοια μνημεία. Ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς, υποδυόμενος τον συνήγορο του διαβόλου, υποστηρίζει ότι «Οι πολιτισμοί δεν έχουν φυσικούς κληρονόμους, κληρονόμοι αναδείχνονται όσοι αξιοποιούν δημιουργικά το κληροδότημα. Τα γλυπτά του Παρθενώνα ανήκουν στους λαούς που έχουν την καλλιέργεια να κατανοήσουν τη διαχρονική αξία και σημασία τους για τη σύνολη ανθρωπότητα – ανήκουν στους λαούς που αναδείχθηκαν εκ των πραγμάτων κληρονόμοι του αρχαιοκλασικού πολιτισμού. Τέτοιοι είναι, εδώ και αιώνες, μόνο οι λαοί της ευρωπαϊκής Δύσης». Και αφού περνάει γενεές δεκατέσσερις τους Νεοέλληνες για την ποιότητα διανοούμενων και πολιτικών, για την εκβαρβάρωση της αττικής γης, για την κατάντια της γλώσσας και γενικά για ό,τι μας δένει με την αρχαία Ελλάδα, καταλήγει: «H νεολαία σας σήμερα, οι ηλικίες κάτω των τριάντα ετών, δεν καταλαβαίνουν πια όχι την «κοινή» ελληνική, αλλά ούτε και πρόσφατους συγγραφείς σας, όπως ο Παπαδιαμάντης και ο Ροΐδης. Πόσο ποσοστό του πληθυσμού σας έχει διαβάσει έστω και τρεις αράδες του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα, του Θουκυδίδη; Από πού λοιπόν αντλείτε το θράσος να ονομάζετε προγόνους σας τους αρχαίους Έλληνες και να διεκδικείτε κατ’ αποκλειστικότητα τα όσα αυτοί κληροδότησαν στην ανθρωπότητα; Τα γλυπτά του Παρθενώνα σας μάραναν;».
Κι άλλοι, πιο μετριοπαθείς, επισημαίνουν τα ίδια, όπως ο Νίκος Δήμου: «Εάν έπρεπε να επιστραφούν (σ.σ. τα μάρμαρα) οι Έλληνες θα ήταν σοφότεροι, καλύτεροι;». Παράλληλα αμφισβητεί το πραγματικό ενδιαφέρον των Ελλήνων για τα μάρμαρα, ισχυριζόμενος ότι «άλλα αντικείμενα απίστευτης σημασίας είναι διάσπαρτα σε όλη την Ελλάδα και κανείς δεν τα επισκέπτεται»! Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Παντελής Μπουκάλας: «Αν, την ώρα των εγκαινίων του νέου Μουσείου, ένα συνεργείο του BBC προτιμούσε, αντί της Ακροπόλεως, να αναζητήσει τη λυδία λίθο κάνοντας ρεπορτάζ ένα μόλις χιλιόμετρο μακριά, στο ναό της Αγροτέρας Αρτέμιδας, στην οδό Αρδηττού, τι θα συνέβαινε; Αν δηλαδή βλέπαμε και σε τηλεοπτικές εικόνες, οι οποίες πιθανόν θα αναμεταδίδονταν σε πολλές χώρες του κόσμου, την κατάντια του συγκεκριμένου αρχαιολογικού χώρου, που, επαναλαμβάνω, στέκεται απέναντι από την Ακρόπολη, μια ανάσα μακριά της, και όπου ούτε η ειδική πινακίδα δεν φαίνεται καθαρά αφού φέρει μήνες και μήνες τώρα ένα σωρό καλικαντζούρες πάνω της, καθώς και ποικίλα διαφημιστικά αυτοκόλλητα, τι θα κάναμε για να κρύψουμε την ντροπή μας, αν βέβαια νιώθαμε ντροπή σαν κληρονόμοι και διαχειριστές μιας βαρύτατης προίκας;»
Ψύχραιμα προσπαθώντας να εκτιμήσουμε τα πράγματα καταλήγουμε στο – κατά Κώστα Ζουράρι – «συναμφότερον»: ισχύουν ταυτόχρονα και τα δύο. Δηλαδή από τη μια, αναμφισβήτητα οι παρατηρήσεις των καθηγητών ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα - και ας μην πάμε μακριά: πόσοι από μας έχουμε επισκεφτεί (ή πόσοι ξέρουμε ότι υπάρχει) τον αρχαιολογικό χώρο της Τερπνής ή της Βέργης; Και σε τι κατάσταση βρίσκονται αυτοί οι χώροι; Έχουν αναδειχτεί σε επισκέψιμους χώρους περιωπής ή «λίθοι τε και πλίνθοι και ξύλα και κέραμος ατάκτως ερριμμένα» σε έρημη χορταριασμένη γη όπου βόσκουν κατσίκια; Και μην ξεχνάμε ότι αυτά τα μνημεία και η στάση μας απέναντί τους είναι το «πρόσωπό» μας (κοινωνίας, διοικούντων, αρχαιολογικής υπηρεσίας – κράτους) προς τα έξω.
Από την άλλη όμως, ακόμα κι αν το συλλογικό μας επίπεδο δεν είναι αυτό που θα θέλαμε, θετικό είναι που φανερώνεται μια αίσθηση της κληρονομιάς μας, μια αίσθηση της αδικίας, μια – επιδερμική έστω – έννοια για τις ρίζες και τον πολιτισμό - και μάλιστα - μια συστράτευση για τον επαναπατρισμό ανεξαρτήτως πολιτικού χρωματισμού. Και το νέο Μουσείο αποδεικνύει (και θα επιταθεί η απόδειξη αν οι Έλληνες συρρεύσουν και τιμήσουν την προσπάθεια) ότι τα πράγματα βαίνουν προς το καλύτερο και από μόνο του αποτελεί την πιο πετυχημένη διπλωματία, καθώς με την παρουσία του προσκαλεί τα ξενιτεμένα μάρμαρα να λάβουν πάλι τις πανάρχαιες θέσεις τους.
tezjorge@yahoo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου