Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 7ο)



    ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 7ο (Συνέχεια από το 6o μέρος)



 […] Αλλά και ο κόσμος των χωριών, μετά το πενήντα κυρίως, με τη μαζική φυγή δεν τίμησε τα μητρώα του. Απ’ άκρου εις άκρον της χώρας μας, μάλιστα, ονόμασε βλάχικα όλη την παράδοσή του. Θυμάμαι πόσο ντρεπόμουν ως παιδί – κατά τη δεκαετία του εβδομήντα – να κουβαλήσω το καλάθι με τα σταφύλια που μας έστελναν απ’ το χωριό με το λεωφορείο.
   Ήδη είχαν αρχίσει όλοι να θέλγονται απ’ τις απροσμέτρητες ρεπλίκες πραγμάτων της δυτικής βιομηχανίας. Εύκολη δικαιολογία η φτώχεια κι ας τους έζησε το χώμα τους σε συνθήκες κατοχής.
   Στις πόλεις πλέον του εσωτερικού – κυρίως στην Αθήνα – αλλά και του εξωτερικού, οι άνθρωποι των χωριών, άτομα πια, δεν είχαν ευχαριστημό. Το μέγιστο καλό τους το έκαναν ψείρα και το ελάχιστο κακό τους τους φαίνονταν βουνό. Στην καλύτερη περίπτωση ο σοφότερος – επίσης ενδοστραμμένος- παλεύει για την κατάστηση της εσωτερικής γαλήνης που δεν έρχεται ποτέ. Ίσως είναι ο πιο δυστυχής, γιατί συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει ευτυχία, στοιχειώδης ξεγνοιασιά εν πάση περιπτώσει, κατά μόνας. Ότι αφ΄ης στιγμής ορίσουμε την ευτυχία και την επιδιώξουμε, ήδη την έχουμε απολέσει.
   Έξω απ’ τους χωριανικούς κύκλους ο δρόμος τους ήταν μια απέραντη ευθεία, αδεξίωτη, χωρίς σταθμούς και με το τέλος που γρήγορα μάζευε. Απ’ τα ζυμωμένα με την ψυχή τους τοπωνύμια του χωριού, στα ξένα, εσαεί αναφομοίωτα τοπωνύμια των μεγαλουπόλεων. Απ’ τα πέντε αγαπημένα μονοπάτια, στις άφιλες λεωφόρους.
   Στις όχθες αυτής της ευθείας υπήρχαν χιλιάδες λουστραρισμένες επιλογές. Αλλά ό, τι και να επέλεγαν, πάντα η ζυγαριά έγερνε στο βάρος των εγκαταλειμμένων επιλογών που άφηναν βαριά σκιά επάνω τους. Έχασαν τον αφαλό τους και τους ταλάνιζαν διαρκώς αλλοπρόσαλλες, κεντρόφυγες δυνάμεις. Οι διαβάτες στους δρόμους ήταν περίφροντες, κουτσοκεφαλισμένοι.
   Μια φορά κατηφόριζα την Συγγρού για την θάλασσα. Σ’ ένα περίπτερο σταμάτησα να πάρω νερό. Έψαξα στα ψυγεία, δεν βρήκα και κίνησα να απομακρυνθώ. Τι θέλετε; μου είπε ο περιπτεράς. Ήταν μάλλον αλλοεθνής. Ένα μικρό νερό, του λέω. Να τα, μου έδειξε την δροσερή σειρά ψηλά στο ψυγείο. Οι έλληνες άντρες, μου λέει, κοιτάζετε χαμηλά. Γιατί άραγε;
   Ενώ απομακρυνόμουν, σκέφτηκα ότι κακώς περιόρισε την έλλειψη σθένους – αν αυτό εννοούσε – μόνον στους έλληνες άντρες.
   Στις μεγαλουπόλεις λύθηκε ο κόμπος προς τα πάνω. Δεν είχαν πια όρια τα άτομα, δεν είχαν αλληλοέλεγχο, εξέλιπαν οι βεβαιότητες. Αλλά και δεν είχε όρια το χάος της ζωής που το χωριό είχε καταφέρει εν πολλοίς να μορφοποιήσει παρηγορητικά.


   […] Στο χωριό επιμεριζόταν η ευτυχία αλλά και η δυστυχία. Ούτε η χαρά ήταν υπέρμετρη ούτε ο πόνος αβάσταχτος. Τα άτομα στις πόλεις διεκδίκησαν την αθροιστική ευτυχία των προσώπων του χωριού. Αλλά αντί αυτής – πάντα ανέφικτης (ένα λαχταριστό ψωμί που δεν παύει ποτέ να το φουσκώνει η μαγιά του) – συνήθως γεύονται, απαρηγόρητοι κιόλας, την αθροιστική δυστυχία τους.
   Ακόμα και τα άσχημα όνειρα στις μεγαλουπόλεις αποτελούσε χοντράδα να τα διηγηθείς, τόσο οι άνθρωποι έτρεμαν το κακό και το απεμπολούσαν. Ενώ θυμάμαι τη μάνα μου να λέει – δυστυχώς πάλι τηλεφωνικώς – λαχταρίζω απ’ τα έρημα τα εινόρατα, μωρ’ γιαδερφούλα μου. Ήβλεπα ένα παλιοείνορο, στην Σταρόδα – τι με χάλευε εκεί; - αυτό κι αυτό. Σκιάζομαι για το παιδί.

Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου