Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 5ο)



  ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 5ο (Συνέχεια από το 4o μέρος)



[…] "Επίσης η κοινότητα είχε καταφέρει να δέσει κόμπο τον ισχυρότατο άνεμο της ατομικότητας προς τα πάνω. Οι προς τα άνω διαφοροποιήσεις πλούτου, ικανοτήτων, ενδυμασίας, λεκτικής ικανότητας ήταν ελάχιστες, αδιόρατες ή, αν υπήρχαν όπως της ομορφιάς επί παραδείγματι, δεν είχαν βαρύτητα στην συλλογική συνείδηση. Ιδίως η ομιλία ήταν εμπραγμάτως ποιητική και ρέουσα σε όλους τους ανθρώπους του χωριού, κυρίως στις γυναίκες. Και το αξιοθαύμαστο, άκρως διαφορετική και συγχρόνως πανομοιότυπη.
   Έτσι, απαλλαγμένα τα πρόσωπα απ’ τη βασανιστική, ακόρεστη μέριμνα της ατομικής ανόδου, δεν είχαν καμιά έπαρση σώματος και νου, κανένα ετεροκαθορισμένο απωθημένο. Επίσης, κανέναν ψυχαναγκασμό για το καθημερινό μπάνιο του σώματος και κυρίως της κεφαλής. […]
   Κανέναν ψυχαναγκασμό για την άθληση όπως έχουν σήμερα τα άτομα κατά τον περίφημο ελεύθερο χρόνο τους. Η σωματική κίνηση στο χωριό – η εργασία ας την πούμε – εμπεριείχε την άσκηση, την πνευματικότητα και την ψυχική συμμετοχή σε μια παιγνιώδη ολότητα. Η ασχολία με το αμπέλι – πάντα όμοια και ποτέ ίδια – στην διάρκεια ενός έτους μέχρι την καρποφορία, μέχρι τον μούστο και το κρασί ήταν σαν ένα νοερό νόστιμο βιβλίο.
   Το αμπέλι – όπως και το βιβλίο άλλωστε – σε θέλει όλον το χρόνο μέσα. Κάθε μέρα σαν το μικρό παιδί, όπως άκουσα. Οι σελίδες του ήταν οι αυγούλες στα αμπέλια με την απλωμένη ολούθε – στις ρίζες, στα αμπελόφυλλα, στις ρόγες και στο χώμα – μυστική δρώσα δύναμη. […]
   Τέλος, καμιά ανησυχία για καθήκοντα πέραν των φυσικών – και εν πολλοίς ευχαρίστων – για την επιβίωση. Την υγειά μας να ‘χουμε κι απέ τ’ άλλα ά’ τα να πάνε όπως το νερό, καθώς λέγανε.
   Ακόμα και η γέννα ήταν ενταγμένη στην φυσική ροή. Σαν ρυάκι που κυλάει. Πολλές γυναίκες γεννούσαν στα χωράφια. Το απολαίνανε σε μια άκρη, όπως άκουσα. Φανταστείτε ψυχική ελευθερία ήδη εν τη γενέσει για το νήπιο. […]
   Δεν ένιωθαν οι άνθρωποι την ανάγκη να ταξιδέψουν. Κάθε ημέρα στο χωριό ήταν ένα πολύσημο ταξίδι στο πάντα καινούργιο σκηνικό της, ένας συσταλμένος ενιαύσιος που διεύρυνε με θετική υποκειμενικότητα τον χρόνο. Ο απόηχός της ζωγραφιζόταν τις νύχτες στα βαριά βλέφαρα, ως όνειρα στον μυστήριο, νήδυμο ύπνο. […]
   Οι διαφορές από χωριό σε χωριό – γλώσσας, εθίμων, φορεμάτων, πρακτικών βιωτής και εν γένει χωριανικού ύφους – ήταν ανεξάντλητες αλλά και μόλις διακριτές. Ακολουθούσαν τις ανεπαίσθητες αλλαγές της φύσεως από παράλληλο σε παράλληλο. Κάθε χωριό, και παρακλάδι αυτής της όμοιας μα και τόσο διαφορετικής ζωής.
   Καθημερινή ήταν η έκπληξη από εκείνη την εσαεί άγουρη και εν ταυτώ πολύχυμη ζωή, καθημερινώς νέες, αβίαστες, παιγνιώδεις και εκπληκτικές γλωσσικές μορφές ανάβλυζαν. Έφταναν στ’ αυτιά μαζί με το πέταγμα της πασχαλίτσας, το βούισμα της ζούζας, το φτερούγισμα του κοτσυφιού, απ’ τις γυναίκες που βλαστολόγαγαν, κορφολογούσαν, βοτάνιζαν, έβοσκαν τα γίδια, έκοβαν κλαρί.
   Η κρυσταλλώδης ησυχία του τοπίου ενεργούσε ως υψηλής πιστότητας αγωγός αυτών των διασταυρούμενων φωνούλων που στάλαζαν απτό νόημα και ομορφιά σ’ όλην την πλάση".

Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου