Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 4ο)



 ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 4ο (Συνέχεια από το 3o μέρος)



"Τα πυκνότατα έθιμα του χωριού μεγέθυναν τον χρόνο, παρείχαν την ασφάλεια των εσαεί πρωτότυπων επαναλήψεων, των σταθερών διαιώνιων αναμονών.
Θρησκευτικές τελετές, τελετές εθίμων, γεωργικές τελετές – που τις πιο πολλές φορές υπήρχε αλληλοεισδοχή μεταξύ τους – σφυρηλάτησαν ένα ισχυρό ψυχικό ανάχωμα στην γραμμικότητα του χρόνου, στο χαώδες μέλλον. Μάλιστα ήταν περιβεβλημένες οι τελετές τους με εμπράγματη – ας την πούμε – ποίηση. Τα καλέσματα για τον γάμο λόγου χάρη ήσαν οπώρες ανάλογα με την  εποχή.
Ο γάμος στον  τόπο μου σήμερα είναι ένα κράμα εμπορίου και επιδείξεως. Όταν δε πρωτοχορεύει  γαμπρός ή η νύφη, συναθροίζονται ανταγωνιστικά στην πίστα όσο πιο πολλοί συγγενείς  τους γίνεται και χτυπούν παλαμάκια.
Οι κύκλοι του χωριού – αλώνι, έθιμα, εποχές, με αποκορύφωμα τον κύκλο του χορού – ακριβώς επειδή ήταν πολύ ορισμένοι χρονικά και βέβαιοι στην διαδοχή τους, κατέληξαν να είναι εκτός χρόνου ή μάλλον να σταθεροποιούν έναν εκπληκτικά διευρυμένον χρόνο. Επίσης δημιουργούσαν πηγές διηγήσεως και αίσθημα πλησμονής.
Ίσως η μόνη διάκριση του ημερονυκτίου χρόνου ήταν το έφεξε και βασίλεψε ο ήλιος και το πήγε γιόμα, που τους το έδειχνε το παιχνίδισμα των  φωτοσκιάσεων του ήλιο με ένα ορισμένο τόπο. Καθώς μου αφηγήθηκε η μάνα μου, όπως γύριζε ο ήλιος πήγαινε ο ίσκιος στην χαλικαριά της Λιντίζντας. Πάει ο ίσκιος στην σκάλα της Λιντίζντας, να βγουν τα γίδια, ήκουγες απ΄τις γυναίκες. Όπως λέει μια αφρικανική παροιμία, στις πόλεις έχουν τα ρολόγια, εμείς έχουμε τον χρόνο.
Οι μήνες τους ήταν χρόνος ανακατεμένος με την φύση, με τις γεωργικές ασχολίες και με την  θρησκεία. Ο Ιούνιος ήταν Θερτής, ο Ιούλιος Αλωνάρης, ο Σεπτέμβριος Τρυητής, ο Οκτώβρης ΑΪ - Δημήτρης, ο Νοέμβριος Αξιάρχης κι ο Δεκέμβριος Αντριάς. Και μια και είμαστε  στον χειμώνα, δείτε πω ς αναγγέλλεται ο ερχομός του. Του Αϊ – Μηνός εμήνυσα, του Αϊ-Φιλίππου κίνησα, αυτού κοντά του Αϊ Νικολός, έρχομαι μοναχός μου. Από κάθε λέξη αυτής της παροιμίας εκλύονται αρχετυπικά συναισθήματα θαλπωρής, παραμυθιού και αγαθοσύνης.
Αλλά και η γιορτή με το καθημερινό, η ανάπαυλα με τον κάματο, το σύνηθες με το ιδιαίτερο, αποτελούσαν μια αρραγή ολότητα. Δεν ήταν διακριτή καμιά όψη της ζωής, αλλά όλες χωνεμένες η μία στην άλλη. Δεν δούλευαν, ούτε αναπαυόντουσαν, απλώς ζούσαν.
Ισχυρό επίσης ψυχικό ανάχωμα ήταν και οι κοινωνικές βεβαιότητες. Μια δυο επιλογές προκαθορισμένες εν πολλοίς απ΄ την κοινότητα είχαν οι χωριανικοί άνθρωποι, που παραδόξως μεγάλωναν την ελευθερία τους, ήταν απαλλαγμένοι απ΄ την πάντοτε ανικανοποίητη  ατομική ευθύνη επιλογής. Δεν υπήρχε το κόστος της χαμένης ευκαιρίας γιατί η κοινότητα εκινείτο σε σταθερές βασικές συντεταγμένες.
Επίσης ο αλληλοέλεγχος, η αμοιβαία λογοδοσία, τους απελευθέρωνε ψυχικά γιατί έθετε όρια – αλληλωφέλιμα συνήθως – συμπεριφοράς. Η κούραση τους ήταν γλυκιά, σωματική, επιφανειακή και όχι ψυχική.
Καθοδηγούμενο – κατ΄ ουσίαν προστατευόμενο – το καθένα πρόσωπο  δεν είχε την βασική ευθύνη για την ζωή του. Έτσι απολάμβανε μια διαρκή ψυχική αρμονία – ακόμα κι αν ήταν κακότυχο – δεν το ταλάνιζαν οι συγκρούσεις για τις εγκαταλελειμμένες – ουσιαστικά ανύπαρκτες, επειδή είναι άπειρες – επιλογές. Το καλύτερο δεν το ξέρει κανένας και καμιά. Ο άνθρωπος είναι κακοδιάλεχτος, έλεγαν στο χωριό μου.
Έτσι, για την αναποδιά, για την κακή έκβαση, έφταιγε η μοίρα. Άλλη μια παρηγορητική και εν ταυτώ αθωωτική βεβαιότητα. Η μοίρα τα ξέρει, ήταν στην μοίρα της, έτσι τα ΄θελε η μοίρα, έτσι είχε γράψει η έρημη,
Τέλος, ύψιστη βεβαιότητα, ανθηρή και κραταιά, μπολιασμένη με το παιγνίδισμα του εθίμου, ήταν η βεβαιότητα του Θεού.
Πέφτω κάνω τον σταυρό μου
Κι άγιο έχω στο πλευρό μου.
Φίλος του Θεού λογιούμαι
Και κανέναν δεν φοβούμαι.
Έλεγαν τα μικρά παιδιά πριν από την κατάκλιση.
Αν θελήσει ο Θεός λέγανε για μια προσδοκία τους δεν μπορούμε να πιάκομε το χέρι του Θεού λέγανε για το κακό, έχει ο Θεός να κάνει λέγανε για μια παρ΄ ελπίδα επιτυχή έκβαση, της έχει την ορμή ο Θεός λέγανε για την  φροντίδα του Θεού, και έστριψε το μάτι ο Θεός για το αναπάντεχο κακό. Και το πλέον απάνθρωπο πένθος έβρισκε παραμυθία κάτω από την σκεπή της βιωμένης πίστεως.
Εγώ προσωπικά ως ενδιάμεσος κρίκος δεν ζυμώθηκα με την καθημερινή θρησκευτικότητα του χωριανικού ανθρώπου. Έτσι κατέληξα – το λιγότερο θλιβερό – αγνωστικιστής, ευτυχώς χωρίς καμία υπερηφάνεια και έπαρση και με απόλυτο σεβασμό για τους θρησκευόμενους. Κατάσταση που κολάκευε την επιφάνεια της νοήσεώς μου, αλλα άφηνε αθεράπευτα τα μύχια της ψυχής μου. Μόνον μερικές καλές στιγμές αντάμωναν τα όρια του αγνωστικισμού και της ενθεότητος. Δεν την ήθελα τέτοια προσωπική πείρα που κι απ΄ αυτήν την μεριά ροκάνιζε την ποιητική ολότητα. Πείρα που με έκανε να αποκτήσω και την αίσθηση του πικρού χιούμορ. Έχασα όμως όλη την ιλαρή και αθώα συγχρόνως αίσθηση του χωρατού και των μεσελέδων.
Όσο έτρεφε ο ποιητικός τους λόγος τις ψυχές τους, άλλο τόσο τις έτρεφε και η σιωπή. Αυτή η πολύσημη σιωπή της φύσεως, που τον καμβά της κεντούσαν απρόσμενοι φυσικοί ήχοι, ο κούκος, το αηδόνι, η αίγα, το τριζόνι, ο αγέρας, το γομάρι, ο αχός της λακκιάς, τα μελίσσια, η ανθογέννησις. Αυτοί οι ήχοι, υφάδια στο στημόνι της σιωπής, δημιούργησαν την  προσωδιακή ομιλία τους. Η σιωπή της νύχτας επίσης,- ιδίως της θερινής – τους συνέδεε με τον ήχο του ουρανού.
Φαίνεται πως η εξωτερική στέρηση – στέρηση με το χυδαίο νόημα του ακόρεστου ατομιστή – η εξωτερική δυσκολία εν πάση περιπτώσει, συμβάδιζε με την εσωτερική ευδία. Ξεσουμπέκιαστη ζωή, όπως έλεγαν για την απουσία του άγχους".

Συνεχίζεται...












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου