Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 6ο)

  ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 6ο (Συνέχεια από το 5o μέρος)





"Με την παγίωση του νεοελληνικού κράτους τα χωριά σιγά-σιγά έπαψαν να δημιουργούν πολιτισμό. Κατ’ αρχάς με την εθνική εκπαίδευση η οποία περιφρόνησε βαθύτατα την μητρική γλώσσα και τους γλωσσικούς τρόπους των χωρικών. Δεν φυτεύει η εκπαίδευση λέξεις. Μάλλον ξεριζώνει αυτές που φυτεύει η ζωή.
   Όταν κανένα παιδάκι ξεχνιόταν και του ξέφευγε καμιά απ’ τις σπαραχτικές λέξεις της ψυχής, ο δάσκαλος επενέβαινε βιαίως.
   Τα όργανα αυτού του κράτους που δεν μπορούσαν να φτιάξουν τίποτα με τα χέρια τους, ούτε καμιά λέξη τους μπορούσε να προσφέρει ηδύτητα στην ακοή, όχι μόνο πελέκησαν τον κορμό αυτού του λαϊκού πολιτισμού αλλά δεν άφησαν ούτε μια ριζούλα του.
   Με τεχνικές, επείσακτες μεθόδους – μεθόδους τρόμου και εξετάσεων εν πολλοίς – αντικατέστησαν την αβίαστη ψυχική γλωσσική παραγωγή. Τότε άραγε θα αποκτήσει ομορφιά ο κελαηδισμός των πουλιών όταν κάποιο είδος γραφής τον καλουπώσει; Ή μήπως ο άνεμος μπορεί να εγκλωβιστεί στο άλφα, στο όμικρον και στα άλλα καλούπια των γραμμάτων; Μα δεν μιλάμε για εθνική γραφίδα αλλά για εθνική γλώσσα.
   Να διδάξουν ποιους; Άκουγα την μάνα μου και τις θείες μου – υπέργηρες πια – να μιλάνε και με πλημμύριζε μια ξέγνοιαστη θαλπωρή, άγγιζα μια πολύ μακρινή μου ολότητα. Όταν έλεγα σε καμιά γυναίκα του χωριού μου τι ωραία που μιλάει, με κοιτούσε με δυσπιστία και απορία. Τόσο η σχολική μόρφωση, η γραπτότητα, δηλαδή το επιμέρους, εκτόπισε το όλον.
   Η ξένη – κατ’ ουσίαν – γλώσσα των σχολείων μάρανε σιγά-σιγά τον ανθοβολώνα της αβίαστης γλωσσικής παραγωγής. Διαμεσολάβησε απ’ τα μύχια της ψυχής στην ομιλία, με αποτέλεσμα να εκφέρεται ο τύπος και το ψυχικό φορτίο της ουσίας να λιμνάζει.
   […] Μονάχα στα κάθε είδους κράσπεδα και υπόγεια των πόλεων όπου μετώκησαν οι χωριάτες – και πάντως μακριά απ’ τα σχολεία – δημιουργείται ενδιαφέρον πλην όχι πλέον αθώος και αφελής λόγος.
   Το μαζικό, διαμεσολαβημένο από πολλές μεριές άτομο άρχισε να παίρνει την θέση του προσώπου.
   Επειδή γλώσσα και τρόπος ζωής πάνε μαζί – η ομιλία τους ήταν το απαύγασμα της σωματικότητάς τους – σταμάτησαν να φτιάχνουν πράγματα και ρούχα δικά τους. Ήδη θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι στο χωριό μου κάποιος είχε περάσει και μάζεψε όλες τις ξύλινες εγχάρακτες σφραγίδες που στόλιζαν και ιερουργούσαν το ψωμί τους. Πού να βρίσκονται άραγε;
   Στα αστικά κέντρα όπου συνέρρεαν άρχισε να διαμορφώνεται ως κύρια ιδιότητά τους η αγοραστική ιδιότητα. Ήθελε το κρατικό μόρφωμα φόρους για την λειτουργία του. Οι βιτρίνες με τα βιοτεχνικά πανομοιότυπα αγαθά δεν βρήκαν αντιστάσεις.
   Στις πόλεις η γλώσσα, στερούμενη τις πηγές της, ρήχυνε. Ρηχή γλώσσα – κι ας είχε όση έκταση ήθελαν με την επίκτητη γνώση της εκπαιδεύσεως – σήμαινε και επισφαλή ψυχική και διανοητική υγεία – δεν υπήρχε γνήσια αντιστοιχία συναισθήματος, σκέψεως και εκφοράς – σήμαινε και λησμονιά των τρόπων τους, σήμαινε και λιγότερα αναχώματα προς την χειραγώγηση, σήμαινε λιγότερο παιχνίδι και νοστιμιά στην κύρια ψυχαγωγία του ανθρώπου που είναι ο γλωσσικός τρόπος του άλλου, σήμαινε λιγότερες διηγήσεις και λιγότερη διάθεση γι’ αυτές, σήμαινε τέλος φτενότερο στρώμα ψυχικής υποδοχής της ζωής.
   Άρχισαν τα άτομα να θέλουν να διακριθούν, να κάνουν περιουσίες και περίβλεπτα σπίτια, να ξεχωρίσουν, να φανούν. Απαρνήθηκαν αγάλι-αγάλι τον δικό τους ατίμητο πλούτο χάριν των μετρήσιμων ένυλων και άυλων αγαθών. Η αλληλόραση που τα νομιμοποιούσε χάλκευε εξαρτήσεις αλλά εξ αυτού και υποδόρια μνησικακία. Σιγά-σιγά λυνόταν ο κόμπος των προσώπων προς τα πάνω και άρχισαν να φαίνονται τα άτομα.
   Και ενώ προ κράτους οι διαφορές από χωριό σε γειτονικό χωριό ήταν πάμπολλες, τώρα η ενοποίηση τρόπων, ενδυμασίας, εργασίας και γλώσσας έκανε το θέατρο της ζωής πληκτικό και ανήσυχο.
   Και περιέργως, όσο ο παρονομαστής της ζωής γινόταν σταθερά κοινότερος σ’ όλη την χώρα, τόσο η ξενότης των ομοεθνικών και ομοκρατικών ατόμων γινόταν μεγαλύτερη. Έφτανε στα όρια της εχθρότητος.
   Πιο μεγάλη ψυχική συγγένεια θα έβρισκε κανείς σ’ έναν αυτόφωτο αγρότη της Γερμανίας ή της Τουρκίας επί παραδείγματι με έναν της Ελλάδος – αυτοί, η γη και το γέννημα – παρά μεταξύ δύο ομοιοτρόπως διαμεσολαβημένων ομοεθνών.
   Η πλαστή ενότητα ερχόταν απ’ το κράτος με τους τρομοκρατικούς και διαιρετικούς θεσμούς και τις εύνοιές του.
   Οι ομοεθνείς, όταν σκέφτονταν την ψυχή τους, την εσωτερική εικόνα τους την περιόριζαν μέσα σ’ αυτήν την ευτελή περικοκλάδα του χάρτη.
   Η ψυχικά αυτόφωτη Πόβλα, το χωριό μου, επί παραδείγματι, έγινε Αμπελώνα – ούτε καν Πόβλα – Φιλιατών Θεσπρωτίας Ηπείρου Ελλάδος".

Συνεχίζεται...

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 5ο)



  ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 5ο (Συνέχεια από το 4o μέρος)



[…] "Επίσης η κοινότητα είχε καταφέρει να δέσει κόμπο τον ισχυρότατο άνεμο της ατομικότητας προς τα πάνω. Οι προς τα άνω διαφοροποιήσεις πλούτου, ικανοτήτων, ενδυμασίας, λεκτικής ικανότητας ήταν ελάχιστες, αδιόρατες ή, αν υπήρχαν όπως της ομορφιάς επί παραδείγματι, δεν είχαν βαρύτητα στην συλλογική συνείδηση. Ιδίως η ομιλία ήταν εμπραγμάτως ποιητική και ρέουσα σε όλους τους ανθρώπους του χωριού, κυρίως στις γυναίκες. Και το αξιοθαύμαστο, άκρως διαφορετική και συγχρόνως πανομοιότυπη.
   Έτσι, απαλλαγμένα τα πρόσωπα απ’ τη βασανιστική, ακόρεστη μέριμνα της ατομικής ανόδου, δεν είχαν καμιά έπαρση σώματος και νου, κανένα ετεροκαθορισμένο απωθημένο. Επίσης, κανέναν ψυχαναγκασμό για το καθημερινό μπάνιο του σώματος και κυρίως της κεφαλής. […]
   Κανέναν ψυχαναγκασμό για την άθληση όπως έχουν σήμερα τα άτομα κατά τον περίφημο ελεύθερο χρόνο τους. Η σωματική κίνηση στο χωριό – η εργασία ας την πούμε – εμπεριείχε την άσκηση, την πνευματικότητα και την ψυχική συμμετοχή σε μια παιγνιώδη ολότητα. Η ασχολία με το αμπέλι – πάντα όμοια και ποτέ ίδια – στην διάρκεια ενός έτους μέχρι την καρποφορία, μέχρι τον μούστο και το κρασί ήταν σαν ένα νοερό νόστιμο βιβλίο.
   Το αμπέλι – όπως και το βιβλίο άλλωστε – σε θέλει όλον το χρόνο μέσα. Κάθε μέρα σαν το μικρό παιδί, όπως άκουσα. Οι σελίδες του ήταν οι αυγούλες στα αμπέλια με την απλωμένη ολούθε – στις ρίζες, στα αμπελόφυλλα, στις ρόγες και στο χώμα – μυστική δρώσα δύναμη. […]
   Τέλος, καμιά ανησυχία για καθήκοντα πέραν των φυσικών – και εν πολλοίς ευχαρίστων – για την επιβίωση. Την υγειά μας να ‘χουμε κι απέ τ’ άλλα ά’ τα να πάνε όπως το νερό, καθώς λέγανε.
   Ακόμα και η γέννα ήταν ενταγμένη στην φυσική ροή. Σαν ρυάκι που κυλάει. Πολλές γυναίκες γεννούσαν στα χωράφια. Το απολαίνανε σε μια άκρη, όπως άκουσα. Φανταστείτε ψυχική ελευθερία ήδη εν τη γενέσει για το νήπιο. […]
   Δεν ένιωθαν οι άνθρωποι την ανάγκη να ταξιδέψουν. Κάθε ημέρα στο χωριό ήταν ένα πολύσημο ταξίδι στο πάντα καινούργιο σκηνικό της, ένας συσταλμένος ενιαύσιος που διεύρυνε με θετική υποκειμενικότητα τον χρόνο. Ο απόηχός της ζωγραφιζόταν τις νύχτες στα βαριά βλέφαρα, ως όνειρα στον μυστήριο, νήδυμο ύπνο. […]
   Οι διαφορές από χωριό σε χωριό – γλώσσας, εθίμων, φορεμάτων, πρακτικών βιωτής και εν γένει χωριανικού ύφους – ήταν ανεξάντλητες αλλά και μόλις διακριτές. Ακολουθούσαν τις ανεπαίσθητες αλλαγές της φύσεως από παράλληλο σε παράλληλο. Κάθε χωριό, και παρακλάδι αυτής της όμοιας μα και τόσο διαφορετικής ζωής.
   Καθημερινή ήταν η έκπληξη από εκείνη την εσαεί άγουρη και εν ταυτώ πολύχυμη ζωή, καθημερινώς νέες, αβίαστες, παιγνιώδεις και εκπληκτικές γλωσσικές μορφές ανάβλυζαν. Έφταναν στ’ αυτιά μαζί με το πέταγμα της πασχαλίτσας, το βούισμα της ζούζας, το φτερούγισμα του κοτσυφιού, απ’ τις γυναίκες που βλαστολόγαγαν, κορφολογούσαν, βοτάνιζαν, έβοσκαν τα γίδια, έκοβαν κλαρί.
   Η κρυσταλλώδης ησυχία του τοπίου ενεργούσε ως υψηλής πιστότητας αγωγός αυτών των διασταυρούμενων φωνούλων που στάλαζαν απτό νόημα και ομορφιά σ’ όλην την πλάση".

Συνεχίζεται...

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 4ο)



 ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 4ο (Συνέχεια από το 3o μέρος)



"Τα πυκνότατα έθιμα του χωριού μεγέθυναν τον χρόνο, παρείχαν την ασφάλεια των εσαεί πρωτότυπων επαναλήψεων, των σταθερών διαιώνιων αναμονών.
Θρησκευτικές τελετές, τελετές εθίμων, γεωργικές τελετές – που τις πιο πολλές φορές υπήρχε αλληλοεισδοχή μεταξύ τους – σφυρηλάτησαν ένα ισχυρό ψυχικό ανάχωμα στην γραμμικότητα του χρόνου, στο χαώδες μέλλον. Μάλιστα ήταν περιβεβλημένες οι τελετές τους με εμπράγματη – ας την πούμε – ποίηση. Τα καλέσματα για τον γάμο λόγου χάρη ήσαν οπώρες ανάλογα με την  εποχή.
Ο γάμος στον  τόπο μου σήμερα είναι ένα κράμα εμπορίου και επιδείξεως. Όταν δε πρωτοχορεύει  γαμπρός ή η νύφη, συναθροίζονται ανταγωνιστικά στην πίστα όσο πιο πολλοί συγγενείς  τους γίνεται και χτυπούν παλαμάκια.
Οι κύκλοι του χωριού – αλώνι, έθιμα, εποχές, με αποκορύφωμα τον κύκλο του χορού – ακριβώς επειδή ήταν πολύ ορισμένοι χρονικά και βέβαιοι στην διαδοχή τους, κατέληξαν να είναι εκτός χρόνου ή μάλλον να σταθεροποιούν έναν εκπληκτικά διευρυμένον χρόνο. Επίσης δημιουργούσαν πηγές διηγήσεως και αίσθημα πλησμονής.
Ίσως η μόνη διάκριση του ημερονυκτίου χρόνου ήταν το έφεξε και βασίλεψε ο ήλιος και το πήγε γιόμα, που τους το έδειχνε το παιχνίδισμα των  φωτοσκιάσεων του ήλιο με ένα ορισμένο τόπο. Καθώς μου αφηγήθηκε η μάνα μου, όπως γύριζε ο ήλιος πήγαινε ο ίσκιος στην χαλικαριά της Λιντίζντας. Πάει ο ίσκιος στην σκάλα της Λιντίζντας, να βγουν τα γίδια, ήκουγες απ΄τις γυναίκες. Όπως λέει μια αφρικανική παροιμία, στις πόλεις έχουν τα ρολόγια, εμείς έχουμε τον χρόνο.
Οι μήνες τους ήταν χρόνος ανακατεμένος με την φύση, με τις γεωργικές ασχολίες και με την  θρησκεία. Ο Ιούνιος ήταν Θερτής, ο Ιούλιος Αλωνάρης, ο Σεπτέμβριος Τρυητής, ο Οκτώβρης ΑΪ - Δημήτρης, ο Νοέμβριος Αξιάρχης κι ο Δεκέμβριος Αντριάς. Και μια και είμαστε  στον χειμώνα, δείτε πω ς αναγγέλλεται ο ερχομός του. Του Αϊ – Μηνός εμήνυσα, του Αϊ-Φιλίππου κίνησα, αυτού κοντά του Αϊ Νικολός, έρχομαι μοναχός μου. Από κάθε λέξη αυτής της παροιμίας εκλύονται αρχετυπικά συναισθήματα θαλπωρής, παραμυθιού και αγαθοσύνης.
Αλλά και η γιορτή με το καθημερινό, η ανάπαυλα με τον κάματο, το σύνηθες με το ιδιαίτερο, αποτελούσαν μια αρραγή ολότητα. Δεν ήταν διακριτή καμιά όψη της ζωής, αλλά όλες χωνεμένες η μία στην άλλη. Δεν δούλευαν, ούτε αναπαυόντουσαν, απλώς ζούσαν.
Ισχυρό επίσης ψυχικό ανάχωμα ήταν και οι κοινωνικές βεβαιότητες. Μια δυο επιλογές προκαθορισμένες εν πολλοίς απ΄ την κοινότητα είχαν οι χωριανικοί άνθρωποι, που παραδόξως μεγάλωναν την ελευθερία τους, ήταν απαλλαγμένοι απ΄ την πάντοτε ανικανοποίητη  ατομική ευθύνη επιλογής. Δεν υπήρχε το κόστος της χαμένης ευκαιρίας γιατί η κοινότητα εκινείτο σε σταθερές βασικές συντεταγμένες.
Επίσης ο αλληλοέλεγχος, η αμοιβαία λογοδοσία, τους απελευθέρωνε ψυχικά γιατί έθετε όρια – αλληλωφέλιμα συνήθως – συμπεριφοράς. Η κούραση τους ήταν γλυκιά, σωματική, επιφανειακή και όχι ψυχική.
Καθοδηγούμενο – κατ΄ ουσίαν προστατευόμενο – το καθένα πρόσωπο  δεν είχε την βασική ευθύνη για την ζωή του. Έτσι απολάμβανε μια διαρκή ψυχική αρμονία – ακόμα κι αν ήταν κακότυχο – δεν το ταλάνιζαν οι συγκρούσεις για τις εγκαταλελειμμένες – ουσιαστικά ανύπαρκτες, επειδή είναι άπειρες – επιλογές. Το καλύτερο δεν το ξέρει κανένας και καμιά. Ο άνθρωπος είναι κακοδιάλεχτος, έλεγαν στο χωριό μου.
Έτσι, για την αναποδιά, για την κακή έκβαση, έφταιγε η μοίρα. Άλλη μια παρηγορητική και εν ταυτώ αθωωτική βεβαιότητα. Η μοίρα τα ξέρει, ήταν στην μοίρα της, έτσι τα ΄θελε η μοίρα, έτσι είχε γράψει η έρημη,
Τέλος, ύψιστη βεβαιότητα, ανθηρή και κραταιά, μπολιασμένη με το παιγνίδισμα του εθίμου, ήταν η βεβαιότητα του Θεού.
Πέφτω κάνω τον σταυρό μου
Κι άγιο έχω στο πλευρό μου.
Φίλος του Θεού λογιούμαι
Και κανέναν δεν φοβούμαι.
Έλεγαν τα μικρά παιδιά πριν από την κατάκλιση.
Αν θελήσει ο Θεός λέγανε για μια προσδοκία τους δεν μπορούμε να πιάκομε το χέρι του Θεού λέγανε για το κακό, έχει ο Θεός να κάνει λέγανε για μια παρ΄ ελπίδα επιτυχή έκβαση, της έχει την ορμή ο Θεός λέγανε για την  φροντίδα του Θεού, και έστριψε το μάτι ο Θεός για το αναπάντεχο κακό. Και το πλέον απάνθρωπο πένθος έβρισκε παραμυθία κάτω από την σκεπή της βιωμένης πίστεως.
Εγώ προσωπικά ως ενδιάμεσος κρίκος δεν ζυμώθηκα με την καθημερινή θρησκευτικότητα του χωριανικού ανθρώπου. Έτσι κατέληξα – το λιγότερο θλιβερό – αγνωστικιστής, ευτυχώς χωρίς καμία υπερηφάνεια και έπαρση και με απόλυτο σεβασμό για τους θρησκευόμενους. Κατάσταση που κολάκευε την επιφάνεια της νοήσεώς μου, αλλα άφηνε αθεράπευτα τα μύχια της ψυχής μου. Μόνον μερικές καλές στιγμές αντάμωναν τα όρια του αγνωστικισμού και της ενθεότητος. Δεν την ήθελα τέτοια προσωπική πείρα που κι απ΄ αυτήν την μεριά ροκάνιζε την ποιητική ολότητα. Πείρα που με έκανε να αποκτήσω και την αίσθηση του πικρού χιούμορ. Έχασα όμως όλη την ιλαρή και αθώα συγχρόνως αίσθηση του χωρατού και των μεσελέδων.
Όσο έτρεφε ο ποιητικός τους λόγος τις ψυχές τους, άλλο τόσο τις έτρεφε και η σιωπή. Αυτή η πολύσημη σιωπή της φύσεως, που τον καμβά της κεντούσαν απρόσμενοι φυσικοί ήχοι, ο κούκος, το αηδόνι, η αίγα, το τριζόνι, ο αγέρας, το γομάρι, ο αχός της λακκιάς, τα μελίσσια, η ανθογέννησις. Αυτοί οι ήχοι, υφάδια στο στημόνι της σιωπής, δημιούργησαν την  προσωδιακή ομιλία τους. Η σιωπή της νύχτας επίσης,- ιδίως της θερινής – τους συνέδεε με τον ήχο του ουρανού.
Φαίνεται πως η εξωτερική στέρηση – στέρηση με το χυδαίο νόημα του ακόρεστου ατομιστή – η εξωτερική δυσκολία εν πάση περιπτώσει, συμβάδιζε με την εσωτερική ευδία. Ξεσουμπέκιαστη ζωή, όπως έλεγαν για την απουσία του άγχους".

Συνεχίζεται...












Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 3ο)

ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 3ο (Συνέχεια από το 2ο μέρος)




"Οι ποικιλμοί και οι αναπαλμοί της ομιλίας, κυρίως των γυναικών, αγαλλίαζαν την ακοή και την ψυχή. Η εκφορά και η ουσία ταίριασαν ίσως ιδανικά σ’ ένα ευφρόσυνο αμάλγαμα.
Όταν μιλούσαν εκείνες οι γυναίκες, νόμιζες ότι κάποιος ουράνιος υποβολέας τους ψιθυρίζει τα λόγια. Ότι κάποιος ευφάνταστος μουσικός κινεί τις άπειρες χορδές των αντιστοιχιών ζωής και γλώσσας. Ξεπηδούσαν ακάλεστες οι λέξεις και έσκαγαν σαν λουλουδένια μπουμπούκια στους αιθέρες καθαρίζοντας πάλι και πάλι την ψυχή και τον νου. Γλώσσα και ζωή ζυμώθηκαν αξεδιάλυτα, με μαγιά την έκπληξη, την λύπη, την χαρά.
Το σμίλεμα των αιώνων απέδωσε ένα πλήρες ψυχαγωγικό γλωσσικό σώμα που υπερέβαινε κατά πολύ τις πρακτικές ανάγκες. Με τη σειρά της η γλώσσα οδηγούσε τον νου τους προς την λογική, την καρδιά τους προς την φιλοκαλία και, το σπουδαιότερο ίσως, ζύμωνε την ψυχή τους κάνοντάς την ελεήμονη.
Οδηγούσε η γλώσσα σ’ ένα ηθικό στερέωμα – ασκίαχτο απ’ τα σκοτάδια της χαιρεκακίας – και δημιουργούσε συνεχώς στο χωριό δακρυρόεσσα φιλαλληλία. Κοντά στην χαλαρή εγγύτητα της πολυμελούς οικογένειας υπήρχε η εγγύτητα του χωριού. Ούτε απάνθρωπος ήταν ο πόνος του πένθους εντός της οικογένειας, ούτε υπήρχε αδιαφορία στο χωριανικό κακό.
Με τη σειρά της η βαθύριζη αυτή ευσπλαχνία έτρεφφε νέους γλωσσικούς ανθούς. Εντούτοις όπως ήπια ήταν η εμπλοκή τους με τη φύση, ήταν επίσης ήπια η όσμωσις γλώσσας και συναισθημάτων. Πάλι δεν ξεπερνούσε η ατομική φαντασία το χωριανικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα να εκλείπουν οι εσωτερικοί οδυρμοί.
Αλλά το πόσο ευρύχωρο και υψηλότατο ήταν αυτό το πλαίσιο το καταδεικνύει το τραγούδι τους. Αυτή η απαράμιλλη μελωδική λογοτεχνία. Ριζωμένο σε σπάνιους χυμούς της γλώσσας και σοφά κεντημένο με μεταφορικό λόγο, ταξίδευε στον χρόνο συμπυκνωμένη ψυχική εμπειρία, υψηλή αισθητική και βαθιά κοινωνική γνώση. Και μάλιστα, ως σύμπλοκο φαινόμενο. Στίχου, τραγουδιού και χορού. Πλοκαριά, για να θυμηθώ μια ωραία λέξη του χωριού μου. Το δείχνει επίσης ο αποσταγμένος παροιμιακός τους λόγος. Ρακή ματαβγαλμένη κατά την έκφρασή τους.
Είχε τρομερό κύρος η συμπαράστασή τους στους πονεμένους, γιατί ήταν αληθινή και πάσχουσα.
Θυμόμουν την υπέργηρη μάνα μου να παίρνει αμέσως τηλέφωνο συμπαραστάσεως όταν μάθαινε κανένα κακό. Το καλό το ‘χει ο καθένας μοναχός του, έλεγε, το κακό μοιράζεται. Δυστυχώς ο κατακερματισμένος πλέον χωριανικός της κόσμος της εμπόδιζε την φυσική παρουσία.
Αδερφούλα μου, πήρα να μάθω τα μαύρο χαμπέρια σας, άρχιζε, και ένιωθα πως στην άλλη άκρη της γραμμής – πολλές φορές στα πέρατα του κόσμου – τα λόγια της  και κυρίως τα δάκρυα έπεφταν σαν βάλσαμο.
Ή άλλες φορές ερωτούσε λεπτομέρειες ανήκουστες για τη διακριτικότητα του ατομιστή της πόλης και ένιωθα τους ερωτώμενους να της απαντούν με ανακούφιση και δια μακρών. Ε μωρ’ αδερφούλα, έρθαν όλα μαζεμένα. Άντα κινάει ένα, κινάνε όλα.
Ήταν απροσμέτρητη η ευγνωμοσύνη του συμπονούμενου προς τον συμπάσχοντα. Είχε, είχαν, την παρρησία της συμπόνιας.
Αλλά και το καλό τους το έλεγαν ανεπιφύλακτα – όχι βέβαια αδιακρίτως – γιατί ένιωθαν την ευχαρίστηση εκείνου που το άκουγε.
Να σου πω ένα χαρίλι αδερφούλα, έλεγαν για έναν αρραβώνα, για μία γέννηση – απόχτηση καθώς έλεγαν – για ένα τελέσφορο προξενιό.
Επίσης περιβεβλημένη με υψηλό γλωσσικό κύρος ήταν η αλήθεια τους για το επέκεινα, με αποτέλεσμα – από έναν ακόμα δρόμο – την παραδοχή του θανάτου.
Ιδίως οι στιγμές της οδύνης και του πένθους στις γυναίκες είχαν ανυψωθεί σε μια ιερή συνομιλία του χώματος και του ουρανού.
Καλό ταξίδι μωρ’ γιαδερφούλα μου, σ’ αυτόν τον δρόμο τον αγύριστο. Σήκου να χαιρετήσεις τα παιδάκια σου και τις αδερφούλες σου. Θα καϊτερούν πολλοί εκεί. Να πας να βρεις τον Χρήστο μου και άμα δεν τον βρεις εσύ, θα ‘ρθει να σε βρει αυτός και να του πεις καλά λόγια.
Κι επειδή καθένας είχε τη γλογκιά του καθώς έλεγαν, σε καθέναν που έμπαινε στη νεκρική κάμαρη, αρχίνιζαν.
Έρθε και η μαύρο Θυμίγια. Θα βρεις εκεί μια νιούτσικη, θα βρεις την μαύρο Αρετή της. Να της δώκεις χαιρετίσματα.
Ανασήκωναν δε και φωτογράφιζαν το φέρετρο εν μέσω των συγγενών και των χωριανών για τους μετανάστες της Αμερικής και της Αυστράλιας.
Η σπορά και ο θέρος, η γέννα και ο θάνατος των οικείων ζώων τους μπόλιαζαν αυτήν την γλώσσα με την κραταιά γνώση ότι όλα πεθαίνουν και όλα αναγεννώνται. Έπεφταν ολόσωμα και ολόψυχα στην καρδιά του πένθους, πλάι στον νεκρό και ίσως γι’ αυτό απ’ την άλλη μέρα κιόλας αχνόφεγγε μια χαραμάδα φωτός. Ήξεραν να πενθούν γι΄ αυτό και ήξεραν και να χαίρονται, ήξεραν να μοιρολογούν γι’ αυτό και τραγουδούσαν.
Στις μεγαλουπόλεις ο θάνατος είναι επίσης κοντά – όπως πάντα – αλλά ταυτόχρονα τοποθετημένος πολύ μακριά, σχεδόν ανύπαρκτος. Ο νεκρός απομακρύνεται με σπουδή, και μια φαιδρή λεπτότητα, ένας γελοίος καθωσπρεπισμός απαγορεύει τον θρήνο. Συνεπίκουρος στην εμπόδιση της εξωτερίκευσης του πένθους, ο γιατρός με τα παυσίλυπα χάπια.
Έχει ασκηθεί το άτομο των μεγαλουπόλεων να καταπίνει, εκτός απ’ το κορυφαίο του πένθος, όλα τα θεωρούμενα αρνητικά συναισθήματα όπως της οργής, της στενοχώριας, της πικρίας, αναστέλλοντας και παρακάμπτοντας την βιωματική διαδικασία του χωριανικού ανθρώπου, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της ψυχής. Το λευκό πένθος του ατόμου που δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να φαίνεται αδύναμο. Κατά ευρεία ερμηνεία μπορούμε εδώ να πούμε την παροιμία σήμερα θάφτουμε και αύριο κλαίμε".

Συνεχίζεται...