Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 4ο)



 ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 4ο (Συνέχεια από το 3o μέρος)



"Τα πυκνότατα έθιμα του χωριού μεγέθυναν τον χρόνο, παρείχαν την ασφάλεια των εσαεί πρωτότυπων επαναλήψεων, των σταθερών διαιώνιων αναμονών.
Θρησκευτικές τελετές, τελετές εθίμων, γεωργικές τελετές – που τις πιο πολλές φορές υπήρχε αλληλοεισδοχή μεταξύ τους – σφυρηλάτησαν ένα ισχυρό ψυχικό ανάχωμα στην γραμμικότητα του χρόνου, στο χαώδες μέλλον. Μάλιστα ήταν περιβεβλημένες οι τελετές τους με εμπράγματη – ας την πούμε – ποίηση. Τα καλέσματα για τον γάμο λόγου χάρη ήσαν οπώρες ανάλογα με την  εποχή.
Ο γάμος στον  τόπο μου σήμερα είναι ένα κράμα εμπορίου και επιδείξεως. Όταν δε πρωτοχορεύει  γαμπρός ή η νύφη, συναθροίζονται ανταγωνιστικά στην πίστα όσο πιο πολλοί συγγενείς  τους γίνεται και χτυπούν παλαμάκια.
Οι κύκλοι του χωριού – αλώνι, έθιμα, εποχές, με αποκορύφωμα τον κύκλο του χορού – ακριβώς επειδή ήταν πολύ ορισμένοι χρονικά και βέβαιοι στην διαδοχή τους, κατέληξαν να είναι εκτός χρόνου ή μάλλον να σταθεροποιούν έναν εκπληκτικά διευρυμένον χρόνο. Επίσης δημιουργούσαν πηγές διηγήσεως και αίσθημα πλησμονής.
Ίσως η μόνη διάκριση του ημερονυκτίου χρόνου ήταν το έφεξε και βασίλεψε ο ήλιος και το πήγε γιόμα, που τους το έδειχνε το παιχνίδισμα των  φωτοσκιάσεων του ήλιο με ένα ορισμένο τόπο. Καθώς μου αφηγήθηκε η μάνα μου, όπως γύριζε ο ήλιος πήγαινε ο ίσκιος στην χαλικαριά της Λιντίζντας. Πάει ο ίσκιος στην σκάλα της Λιντίζντας, να βγουν τα γίδια, ήκουγες απ΄τις γυναίκες. Όπως λέει μια αφρικανική παροιμία, στις πόλεις έχουν τα ρολόγια, εμείς έχουμε τον χρόνο.
Οι μήνες τους ήταν χρόνος ανακατεμένος με την φύση, με τις γεωργικές ασχολίες και με την  θρησκεία. Ο Ιούνιος ήταν Θερτής, ο Ιούλιος Αλωνάρης, ο Σεπτέμβριος Τρυητής, ο Οκτώβρης ΑΪ - Δημήτρης, ο Νοέμβριος Αξιάρχης κι ο Δεκέμβριος Αντριάς. Και μια και είμαστε  στον χειμώνα, δείτε πω ς αναγγέλλεται ο ερχομός του. Του Αϊ – Μηνός εμήνυσα, του Αϊ-Φιλίππου κίνησα, αυτού κοντά του Αϊ Νικολός, έρχομαι μοναχός μου. Από κάθε λέξη αυτής της παροιμίας εκλύονται αρχετυπικά συναισθήματα θαλπωρής, παραμυθιού και αγαθοσύνης.
Αλλά και η γιορτή με το καθημερινό, η ανάπαυλα με τον κάματο, το σύνηθες με το ιδιαίτερο, αποτελούσαν μια αρραγή ολότητα. Δεν ήταν διακριτή καμιά όψη της ζωής, αλλά όλες χωνεμένες η μία στην άλλη. Δεν δούλευαν, ούτε αναπαυόντουσαν, απλώς ζούσαν.
Ισχυρό επίσης ψυχικό ανάχωμα ήταν και οι κοινωνικές βεβαιότητες. Μια δυο επιλογές προκαθορισμένες εν πολλοίς απ΄ την κοινότητα είχαν οι χωριανικοί άνθρωποι, που παραδόξως μεγάλωναν την ελευθερία τους, ήταν απαλλαγμένοι απ΄ την πάντοτε ανικανοποίητη  ατομική ευθύνη επιλογής. Δεν υπήρχε το κόστος της χαμένης ευκαιρίας γιατί η κοινότητα εκινείτο σε σταθερές βασικές συντεταγμένες.
Επίσης ο αλληλοέλεγχος, η αμοιβαία λογοδοσία, τους απελευθέρωνε ψυχικά γιατί έθετε όρια – αλληλωφέλιμα συνήθως – συμπεριφοράς. Η κούραση τους ήταν γλυκιά, σωματική, επιφανειακή και όχι ψυχική.
Καθοδηγούμενο – κατ΄ ουσίαν προστατευόμενο – το καθένα πρόσωπο  δεν είχε την βασική ευθύνη για την ζωή του. Έτσι απολάμβανε μια διαρκή ψυχική αρμονία – ακόμα κι αν ήταν κακότυχο – δεν το ταλάνιζαν οι συγκρούσεις για τις εγκαταλελειμμένες – ουσιαστικά ανύπαρκτες, επειδή είναι άπειρες – επιλογές. Το καλύτερο δεν το ξέρει κανένας και καμιά. Ο άνθρωπος είναι κακοδιάλεχτος, έλεγαν στο χωριό μου.
Έτσι, για την αναποδιά, για την κακή έκβαση, έφταιγε η μοίρα. Άλλη μια παρηγορητική και εν ταυτώ αθωωτική βεβαιότητα. Η μοίρα τα ξέρει, ήταν στην μοίρα της, έτσι τα ΄θελε η μοίρα, έτσι είχε γράψει η έρημη,
Τέλος, ύψιστη βεβαιότητα, ανθηρή και κραταιά, μπολιασμένη με το παιγνίδισμα του εθίμου, ήταν η βεβαιότητα του Θεού.
Πέφτω κάνω τον σταυρό μου
Κι άγιο έχω στο πλευρό μου.
Φίλος του Θεού λογιούμαι
Και κανέναν δεν φοβούμαι.
Έλεγαν τα μικρά παιδιά πριν από την κατάκλιση.
Αν θελήσει ο Θεός λέγανε για μια προσδοκία τους δεν μπορούμε να πιάκομε το χέρι του Θεού λέγανε για το κακό, έχει ο Θεός να κάνει λέγανε για μια παρ΄ ελπίδα επιτυχή έκβαση, της έχει την ορμή ο Θεός λέγανε για την  φροντίδα του Θεού, και έστριψε το μάτι ο Θεός για το αναπάντεχο κακό. Και το πλέον απάνθρωπο πένθος έβρισκε παραμυθία κάτω από την σκεπή της βιωμένης πίστεως.
Εγώ προσωπικά ως ενδιάμεσος κρίκος δεν ζυμώθηκα με την καθημερινή θρησκευτικότητα του χωριανικού ανθρώπου. Έτσι κατέληξα – το λιγότερο θλιβερό – αγνωστικιστής, ευτυχώς χωρίς καμία υπερηφάνεια και έπαρση και με απόλυτο σεβασμό για τους θρησκευόμενους. Κατάσταση που κολάκευε την επιφάνεια της νοήσεώς μου, αλλα άφηνε αθεράπευτα τα μύχια της ψυχής μου. Μόνον μερικές καλές στιγμές αντάμωναν τα όρια του αγνωστικισμού και της ενθεότητος. Δεν την ήθελα τέτοια προσωπική πείρα που κι απ΄ αυτήν την μεριά ροκάνιζε την ποιητική ολότητα. Πείρα που με έκανε να αποκτήσω και την αίσθηση του πικρού χιούμορ. Έχασα όμως όλη την ιλαρή και αθώα συγχρόνως αίσθηση του χωρατού και των μεσελέδων.
Όσο έτρεφε ο ποιητικός τους λόγος τις ψυχές τους, άλλο τόσο τις έτρεφε και η σιωπή. Αυτή η πολύσημη σιωπή της φύσεως, που τον καμβά της κεντούσαν απρόσμενοι φυσικοί ήχοι, ο κούκος, το αηδόνι, η αίγα, το τριζόνι, ο αγέρας, το γομάρι, ο αχός της λακκιάς, τα μελίσσια, η ανθογέννησις. Αυτοί οι ήχοι, υφάδια στο στημόνι της σιωπής, δημιούργησαν την  προσωδιακή ομιλία τους. Η σιωπή της νύχτας επίσης,- ιδίως της θερινής – τους συνέδεε με τον ήχο του ουρανού.
Φαίνεται πως η εξωτερική στέρηση – στέρηση με το χυδαίο νόημα του ακόρεστου ατομιστή – η εξωτερική δυσκολία εν πάση περιπτώσει, συμβάδιζε με την εσωτερική ευδία. Ξεσουμπέκιαστη ζωή, όπως έλεγαν για την απουσία του άγχους".

Συνεχίζεται...












Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 3ο)

ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 3ο (Συνέχεια από το 2ο μέρος)




"Οι ποικιλμοί και οι αναπαλμοί της ομιλίας, κυρίως των γυναικών, αγαλλίαζαν την ακοή και την ψυχή. Η εκφορά και η ουσία ταίριασαν ίσως ιδανικά σ’ ένα ευφρόσυνο αμάλγαμα.
Όταν μιλούσαν εκείνες οι γυναίκες, νόμιζες ότι κάποιος ουράνιος υποβολέας τους ψιθυρίζει τα λόγια. Ότι κάποιος ευφάνταστος μουσικός κινεί τις άπειρες χορδές των αντιστοιχιών ζωής και γλώσσας. Ξεπηδούσαν ακάλεστες οι λέξεις και έσκαγαν σαν λουλουδένια μπουμπούκια στους αιθέρες καθαρίζοντας πάλι και πάλι την ψυχή και τον νου. Γλώσσα και ζωή ζυμώθηκαν αξεδιάλυτα, με μαγιά την έκπληξη, την λύπη, την χαρά.
Το σμίλεμα των αιώνων απέδωσε ένα πλήρες ψυχαγωγικό γλωσσικό σώμα που υπερέβαινε κατά πολύ τις πρακτικές ανάγκες. Με τη σειρά της η γλώσσα οδηγούσε τον νου τους προς την λογική, την καρδιά τους προς την φιλοκαλία και, το σπουδαιότερο ίσως, ζύμωνε την ψυχή τους κάνοντάς την ελεήμονη.
Οδηγούσε η γλώσσα σ’ ένα ηθικό στερέωμα – ασκίαχτο απ’ τα σκοτάδια της χαιρεκακίας – και δημιουργούσε συνεχώς στο χωριό δακρυρόεσσα φιλαλληλία. Κοντά στην χαλαρή εγγύτητα της πολυμελούς οικογένειας υπήρχε η εγγύτητα του χωριού. Ούτε απάνθρωπος ήταν ο πόνος του πένθους εντός της οικογένειας, ούτε υπήρχε αδιαφορία στο χωριανικό κακό.
Με τη σειρά της η βαθύριζη αυτή ευσπλαχνία έτρεφφε νέους γλωσσικούς ανθούς. Εντούτοις όπως ήπια ήταν η εμπλοκή τους με τη φύση, ήταν επίσης ήπια η όσμωσις γλώσσας και συναισθημάτων. Πάλι δεν ξεπερνούσε η ατομική φαντασία το χωριανικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα να εκλείπουν οι εσωτερικοί οδυρμοί.
Αλλά το πόσο ευρύχωρο και υψηλότατο ήταν αυτό το πλαίσιο το καταδεικνύει το τραγούδι τους. Αυτή η απαράμιλλη μελωδική λογοτεχνία. Ριζωμένο σε σπάνιους χυμούς της γλώσσας και σοφά κεντημένο με μεταφορικό λόγο, ταξίδευε στον χρόνο συμπυκνωμένη ψυχική εμπειρία, υψηλή αισθητική και βαθιά κοινωνική γνώση. Και μάλιστα, ως σύμπλοκο φαινόμενο. Στίχου, τραγουδιού και χορού. Πλοκαριά, για να θυμηθώ μια ωραία λέξη του χωριού μου. Το δείχνει επίσης ο αποσταγμένος παροιμιακός τους λόγος. Ρακή ματαβγαλμένη κατά την έκφρασή τους.
Είχε τρομερό κύρος η συμπαράστασή τους στους πονεμένους, γιατί ήταν αληθινή και πάσχουσα.
Θυμόμουν την υπέργηρη μάνα μου να παίρνει αμέσως τηλέφωνο συμπαραστάσεως όταν μάθαινε κανένα κακό. Το καλό το ‘χει ο καθένας μοναχός του, έλεγε, το κακό μοιράζεται. Δυστυχώς ο κατακερματισμένος πλέον χωριανικός της κόσμος της εμπόδιζε την φυσική παρουσία.
Αδερφούλα μου, πήρα να μάθω τα μαύρο χαμπέρια σας, άρχιζε, και ένιωθα πως στην άλλη άκρη της γραμμής – πολλές φορές στα πέρατα του κόσμου – τα λόγια της  και κυρίως τα δάκρυα έπεφταν σαν βάλσαμο.
Ή άλλες φορές ερωτούσε λεπτομέρειες ανήκουστες για τη διακριτικότητα του ατομιστή της πόλης και ένιωθα τους ερωτώμενους να της απαντούν με ανακούφιση και δια μακρών. Ε μωρ’ αδερφούλα, έρθαν όλα μαζεμένα. Άντα κινάει ένα, κινάνε όλα.
Ήταν απροσμέτρητη η ευγνωμοσύνη του συμπονούμενου προς τον συμπάσχοντα. Είχε, είχαν, την παρρησία της συμπόνιας.
Αλλά και το καλό τους το έλεγαν ανεπιφύλακτα – όχι βέβαια αδιακρίτως – γιατί ένιωθαν την ευχαρίστηση εκείνου που το άκουγε.
Να σου πω ένα χαρίλι αδερφούλα, έλεγαν για έναν αρραβώνα, για μία γέννηση – απόχτηση καθώς έλεγαν – για ένα τελέσφορο προξενιό.
Επίσης περιβεβλημένη με υψηλό γλωσσικό κύρος ήταν η αλήθεια τους για το επέκεινα, με αποτέλεσμα – από έναν ακόμα δρόμο – την παραδοχή του θανάτου.
Ιδίως οι στιγμές της οδύνης και του πένθους στις γυναίκες είχαν ανυψωθεί σε μια ιερή συνομιλία του χώματος και του ουρανού.
Καλό ταξίδι μωρ’ γιαδερφούλα μου, σ’ αυτόν τον δρόμο τον αγύριστο. Σήκου να χαιρετήσεις τα παιδάκια σου και τις αδερφούλες σου. Θα καϊτερούν πολλοί εκεί. Να πας να βρεις τον Χρήστο μου και άμα δεν τον βρεις εσύ, θα ‘ρθει να σε βρει αυτός και να του πεις καλά λόγια.
Κι επειδή καθένας είχε τη γλογκιά του καθώς έλεγαν, σε καθέναν που έμπαινε στη νεκρική κάμαρη, αρχίνιζαν.
Έρθε και η μαύρο Θυμίγια. Θα βρεις εκεί μια νιούτσικη, θα βρεις την μαύρο Αρετή της. Να της δώκεις χαιρετίσματα.
Ανασήκωναν δε και φωτογράφιζαν το φέρετρο εν μέσω των συγγενών και των χωριανών για τους μετανάστες της Αμερικής και της Αυστράλιας.
Η σπορά και ο θέρος, η γέννα και ο θάνατος των οικείων ζώων τους μπόλιαζαν αυτήν την γλώσσα με την κραταιά γνώση ότι όλα πεθαίνουν και όλα αναγεννώνται. Έπεφταν ολόσωμα και ολόψυχα στην καρδιά του πένθους, πλάι στον νεκρό και ίσως γι’ αυτό απ’ την άλλη μέρα κιόλας αχνόφεγγε μια χαραμάδα φωτός. Ήξεραν να πενθούν γι΄ αυτό και ήξεραν και να χαίρονται, ήξεραν να μοιρολογούν γι’ αυτό και τραγουδούσαν.
Στις μεγαλουπόλεις ο θάνατος είναι επίσης κοντά – όπως πάντα – αλλά ταυτόχρονα τοποθετημένος πολύ μακριά, σχεδόν ανύπαρκτος. Ο νεκρός απομακρύνεται με σπουδή, και μια φαιδρή λεπτότητα, ένας γελοίος καθωσπρεπισμός απαγορεύει τον θρήνο. Συνεπίκουρος στην εμπόδιση της εξωτερίκευσης του πένθους, ο γιατρός με τα παυσίλυπα χάπια.
Έχει ασκηθεί το άτομο των μεγαλουπόλεων να καταπίνει, εκτός απ’ το κορυφαίο του πένθος, όλα τα θεωρούμενα αρνητικά συναισθήματα όπως της οργής, της στενοχώριας, της πικρίας, αναστέλλοντας και παρακάμπτοντας την βιωματική διαδικασία του χωριανικού ανθρώπου, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της ψυχής. Το λευκό πένθος του ατόμου που δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να φαίνεται αδύναμο. Κατά ευρεία ερμηνεία μπορούμε εδώ να πούμε την παροιμία σήμερα θάφτουμε και αύριο κλαίμε".

Συνεχίζεται...

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 2ο)

ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 2ο (Συνέχεια από το 1ο μέρος)


"Αλλά και η γλώσσα τους έμοιαζε να είναι χειροποίητη. Πηγή της αέναη, η θαλερή ανθρωποφύση. Τροφοδότης της τα φεύγοντα σύννεφα του φθινοπώρου, το σμίξιμο του ανέμου με τις χελιδρονιές, τα κοτσύφια της λακκιάς, το βουητό της μέλισσας, το βλασταροντυμένο ρυάκι, η ησυχία και η μουσική της θερινής νύχτας, το δέος του χιονισμένου βοριά.
Ανταπόδοση σ’ αυτήν την μυστηριακή συμφωνία ήσαν οι φωνούλες των γυναικών που έμοιαζαν να βγαίνουν από ψιλόηχες ασημένιες καμπανούλες.
Η ευχαρίστησή τους ήταν κυρίως αυτή που αντλούσαν απ’ τους συγχωριανούς τους και πρωτίστως απ’ τον γλωσσικό τους τρόπο. Δεν είχαν ένδοξες ημέρες να θυμούνται παρά τις διηγήσεις των νεκρών τους, ούτε σπουδαία πράγματα να αναμένουν. Δεν ήθελαν την οριζόντια εξάπλωση, τους έφτανε η δική τους ρίζα.
Αλλά όσο μπορούσε να μετρηθεί η έκταση κάθε επιφάνειας του χωριού – μέχρι τα φύλλα, μέχρι τα λιθάρια και τις μερμηγκοφωλιές, μέχρι τα ξεραμένα γκασέλια – άλλο τόσο μπορούσαν να μετρηθούν οι δεξιότητες και οι εκφράσεις των χεριών και της γλώσσας.
Το χωριό ήταν σαν φυσικό θέατρο. Εναλλάσσονταν οι άνθρωποι ολημερίς απ’ τη σκηνή στην ράμπα. Τα βλέμματα καθημερινώς λάξευαν τις συμπεριφορές με γνώμονα το υπέρτερο, δοκιμασμένο στους αιώνες χωριανικό βλέμμα.
Τέτοιο ήταν το βάθος των σχέσεων με τους χωριανούς και τους κοντοχωριανούς, που κάθε άνθρωπος είχε ως παρανόμι το όνομα ενός άλλου ανθρώπου που μια ηθική ιδιότητά του προσιδίαζε προς αυτόν. Επί παραδείγματι οι αδερφές της μάνας μου ήταν η Πήγια και Γκόζιο, η Λίκα και Μπακούλο, η Σοφιά – Γκαμπότσιο, η Όλγα – Κώστα Φώτος, η Λένη – Νικόλα Κώτσιαινα. Και βέβαια ήταν για κακές ιδιότητες συνήθως που εδίδετο το παρανόμι, φαντάζομαι για λόγους παιδευτικούς.
Ας πούμε για την Λένη μόνον. Η Νικόλα Κώτσιαινα  ήταν πολύ εργατική και έχανε το μέτρο. Μια φορά που έσπαιρε στάρι στο βουνόπλο, κάθισε λιγάκι να φάει μια χαψιά ψωμί. Μόλις απόφαγε, ίσια το μετάνιωσε και είπε. Ούι η μαύρη να μου ‘χε γένει σκασμός, να μου ‘χε γένει. Αν δεν είχα κάτσει, θα τον έβγαζα τούτον τον έργον στην κορφή.
Τόσο εργατική ήταν και η Λένη. Μάλιστα όταν τα γεράματα της αφαίρεσαν δυνάμεις, την έβλεπες πάλι στους κήπους της να σκαλίζει καθισμένη σ’ ένα σκαμνί.
Το θετικό παρανόμι ήταν σπάνιο και αποτελούσε μεγάλη τιμή. Έπρεπε εκδήλως να ξεχωρίζουν τόσο ο τιμώμενος όσο και ο παραδειγματικός. Πάντως το καλό όνομα – καλό ‘κουσμα όπως έλεγαν – ήταν η ύψιστη τιμή και επιδίωξις του χωριανικού ανθρώπου.
Κέντρο της ζωής τους ήταν ο συγχωριανός και ο κοντοχωριανός τους. Ήταν αξιοθαύμαστη η γνώση τους του συγγενικού δέντρου – και των πιο νωπών βλασταριών – κάθε ανθρώπου. Ήταν ευρύχωρη και αστόμωτη ακόμα η μνήμη τους και είχε καλόν χώρο για τα ουσιώδη της ζωής.
Κάποιο καλοκαίρι ήρθε ένας γέροντας στο σπίτι μας στην Ηγουμενίτσα και γύρευε τη μάνα μου. Ποιος είσαι; του λέει. Ο Σωτήρη Ζντρίνης, της λέει αυτός. Ξάδερφος της μάνας μου, όλη του τη ζωή μετανάστης στην Αυστραλία. Ούι μωρ’ αδερφούλη μου, έβαλε τα γουργιατά η μάνα μου. Αναρωτιέμαι εδώ – κατά κάποιο τρόπο εκτός κειμένου – μήπως άξιζε αυτή η πολύχρονη απουσία για τις λίγες φωτοστεφανωμένες στιγμές του ανταμώματος.
Ήταν εποχές που ο ξάδερφος ήταν και αδερφός, η αδερφή και μάνα, ο αδερφός και πατέρας. Οι φίλοι σταυραδέρφια με αίμα απ’ την παλάμη, ευλογημένα από τον παπά σε τελετή. Σταυρομανάδες, μότραιμες, ζόνιες, σταυροθυγατέρες, αδερφοξάδερφα, μαλέκες, μπαρμπάδες, όλο το χωριό, όλα τα κοντοχώρια, ένα σφιχτοδεμένο, ανθηρό σώμα. Η πρώτη κουβέντα γνωριμίας ήταν για την καταγωγή. Πούθ’ είσαι, ποιόνου είσαι και τι φαμίλια έχεις. Ίσως ασύνειδα υπάκουαν στο κύριο ζητούμενο του ανθρωπίνου είδους.
Ως αστείο λέγεται στον τόπο μου το εξής. Ένας γέροντας ρώτησε έναν Κινέζο – απ’ τους πολλούς που έχουν μαγαζί στην Ηγουμενίτσα – από πού κατάγεται. Πούθ’ είσαι; Απ’ το Πεκίνο, του λέει εκείνος. Ποιάνου είσαι απ’ το Πεκίνο; του λέει ο γέροντας".

Συνεχίζεται...

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ

ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 1ο

Γενικά δε μ' αρέσει να εκθειάζω το παρελθόν. Με ενδιαφέρει κυρίως ιστορικά - λαογραφικά ή και πολιτισμικά. Έτσι, μπορεί να γοητεύει σε κάποια παράμετρό του ή αντίστοιχα να απογοητεύει σε καποια άλλη. Δεν υπάρχει το ιδανικό έτσι γενικά και αόριστα: το απόλυτο καλό έχει να κάνει με το παρελθόν, ενώ στις μέρες μας όλα έχουν εκφυλιστεί: οι άνθρωποι, η γλώσσα, οι τρόποι, οι σχέσεις κλπ. Θεωρώ ότι όλα είναι σχετικά, αν και κατανοώ την ανάγκη των μεγαλύτερων να στρέφονται στα χρόνια των νειάτων τους: ήταν τα καλύτερα χρόνια τους (και είναι για όλους μας)! Η στροφή στην παιδική και εφηβική ηλικία του καθενός ως διαδικασία συντήρησης (εξ ου και άκρως συντηρητική) και η λογική εξιδανίκευση δημιουργεί πολλά εξιδανικευμένα παρελ
θόντα (αν μπορώ να το πω): ένα για κάθε γενιά. Θέλω λοιπόν να βλέπω το παρελθόν καθαρά, όπως και το παρόν, και να προκρίνω τα στοιχεία που μετά λόγου γνώσεως έχουν μια κάποια αξία για έναν σύγχρονο.
Όταν όμως γράφει για το παρελθόν ο Σωτήρης Δημητρίου και ζωντανεύει με την πένα του τον πολιτισμό του παρελθόντος στα ηπειρώτικα χωριά της Μουργκάνας, στα ελληνοαλβανικά σύνορα, τότε σωπαίνεις και παρακολουθείς ευλαβικά τη ζωντάνια της γλώσσας και την βαθύτητα των σκέψεων:

"Είδα το χωριό μου και τα συκαρμαθιασμένα γειτονικά χωριά, πριν ακόμα περιχαρακωθούν στο κράτος, και θαύμασα τον σφριγηλό πολιτισμό τους. Τα πιο πολλά πράγματα - με δυσκολία βέβαια - τα έφτιαχναν μόνοι τους. Αλλά αυτή η δυσκολία τούς έμαθε να ξεχωρίζουν το σημαντικό και το απαραίτητο και ενστάλαζε στα αντικείμενα αφοσιωμένον χρόνο.
Στα οικιακά σκεύη αλλά και στις λαμπρές φορεσιές τους ήταν έκδηλη η καλαισθησία, που δε γινόταν ποτέ φανταχτερή και ξεχωριστή γιατί την ισορροπούσε η παράλληλη χρηστικότης.
Τον τρόπο και τα υλικά τον έμαθαν και τους τα πρόσφερε η φύση. όπως μου είχε πει χαρακτηριστικά η μάνα μου, έκαναν ως και το ξύλο μαλλί. Το λινάρι με το μαγγάνι και τα σπαρτίκοβα ρούχα απ' τον σπάρτο. Στέργιες κλωστές αθάνατες, με κρουστά χρώματα.
Ο γείκος με τα σκεπάσματα της νεαρής γυναίκας ήταν σαν τον επιτάφιο - καθώς άκουσα - απ' την χρωματική πανδαισία. Γεράνιο, πορτοκαλί, κίτερο, λούτζινο, τριανταφυλλί, χρυσαφί, όλα τα χρώματα φτιαγμένα με τα χεράκια τους. Την κορυφή του δε την στόλιζαν κεντήματα. Ασπροκέντι, καθώς τα έλεγαν.
Αυτές τις ευγενείς χειροτεχνίες - διότι περί αυτού επρόκειτο - τις έκαναν αλληλοβοηθούμενοι από σπίτι σε σπίτι στα νυχτέρια με τις λάμπες, ή κάτω απ' τα αστέρια του ουρανού, αν ήταν θέρος. Έφευγαν, στο ξεφλούδισμα του σπάρτου, τα γέλια και τα τραγούδια τους ν' ανταμώσουν τα μυριάδες αστέρια του χαμηλού ουρανού.
Επίσης η ατομική φαντασία τους εκινείτο στα όρια της συλλογικής φαντασίας. Έτσι, το κάθε χρηστικό έργο τέχνης ήταν και δεν ήταν αναμενόμενο. Δεν ένιωθαν την ανάγκη της συνεχούς εκπλήξεως. Ή μάλλον οι πολύ μικρές εκπλήξεις ήταν οι κρίκοι στις αργλες διαδοχές των καιρών. Συνεπώς και οι αφομοιώσεις τους ήταν φυσικές. Γενεές επί γενεών γεννιόντουσαν, μεγάλωναν και πέθαιναν με το ίδιο καζάνι, με το ίδιο βεργί, με το ίδιο μπρίκι.
Έτσι η σχέση τους με τη φύση ήταν ισοβαρής. Οι μορφές που της αποσπούσαν ήταν οι απολύτως απαραίτητες. η φύση τούς αποζημίωνε εμμέσως, εξ αυτής της συμπεριφοράς, γιατί είχαν ελάχιστες μέριμνες. Δεν έσπαγαν το κεφάλι τους κατά το κοινώς λεγόμενο. Αυτά τα πράγματα με την πολύχρονη χρηστική συμβίωση αγάλια-αγάλια γινόντουσαν ανθρωποπράγματα.
Η συνύπ;αρξή τους με το φυσικό τους περιβάλλον ήταν αρμονική. Δρόμος ήταν το μονοπάτι που άνοιγαν τα πόδια τους ή τα πόδια των ζώων τους στους αιώνες. Έναν τόπο στο χωριό μου τον έλεγαν Μάνα Κουτσουπιά γιατί έκαν πολύ καρπό. Στάρια και καλαμπόκια. Στους δε χορούς τους αλαφροπατούσαν με συστολή τη γη. Στρωτά, καθώς έλεγαν.
Τα σπίτια τους παιγνιωδώς ενταγμένα στην φύση - με υλικά παρμένα απ' τον περίγυρο - δεν την επισκίαζαν. Εκτός ίσως απ' το γαλάζιο - γεράνιο ή σαξ το έλεγαν - και το άσπρο χρώμα στα παραθύρια. Αλλά για πολύ λίγο, γιατί αμέσως το βλέμμα τους πήγαινε στα κιτρινοπορτοκαλί γερίφαλα - στους γκατιφέδες - και στο βασιλικό που στόλιζαν τα πρεβάζια. Επίσης το σπίτι τους ήταν ως μέγεθος στην ανθρώπινη κλίμακα. Σπίτι όσο χωρείς και χωράφι όσο θωρείς, έλεγαν. Εντούτοις είαν απλοχώρια και γιατί δεν είχαν περίσσια πράγματα και γιατί τα πρόσωπα εγκολπώνονταν το ένα το άλλο, δεν προσέκρουαν ακόμα οι ατομικότητες.
Ίσως είχε την προτεραιότητα η φύση καθώς απορροφούσε τους πολλούς κραδασμούς της εγγενούς ανθρώπινης βίας. Ιδίως τα πιο παλιά χρόνια αυτό γινόταν κατά κυριολεξία απ' το πατημένο χώμα των οικιακών τους χώρων. Η αντένα του ανθρώπινου σώματος διοχέτευε συνεχώς στη γη τις εντυπώσεις της ζωής.
Ούτε έπασχαν οι χωριανικοί άνθρωποι από αχορτασιά. Πολλές γκορτσιές τις άφηναν γκορτσιές, δεν τις μπόλιαζαν. Σαν να ήξεραν ότι η κατώτερη σχέση που μπορούμε να έχουμε με τη φύση είναι η επιθυμία χρησιμοποίησής της. Όπως εξάλλου συμβαίνει και με τους ανθρώπους που είναι μέρος της φύσεως.
Κάλλια να ξέρεις πέρι να 'χεις, λέγανε για τα ιδιωτικά πλούτη. Όμως ήταν μεγάλη τιμή και όνειρο ζωής να φτιάξουν το λαμπρό σχολείο στο χωριό τους ή την ευείδωτη εκκλησία. Όχι βέβαια για την υστεροφημία. Δεν ένιωθαν την ανάγκη να αφήσουν το ίχνος τους".

Συνεχίζεται...