Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

«Η ΕΞΟΔΟΣ» (29 04 2011)

Ένα αφιέρωμα στη συγκλονιστική ιστορία του
Μεσολογγίου.

Κάθε χρόνο, κοντά στις μέρες του Πάσχα θέλω να αφιερώσω ένα σημείωμα στο Μεσολόγγι. Στις 22 Απριλίου 1826 έγινε η περίφημη Έξοδος, όμως όλο το ιστορικό της πολιορκίας που κράτησε ένα χρόνο και έκλεισε με την Έξοδο είναι ένα από τα συγκλονιστικότερα της ελληνικής – και όχι μόνο – Ιστορίας. Την ατμόσφαιρα και τις συνθήκες τις αναπαριστά εκπληκτικά ο Ισίδωρος Ζουργός στην «Αηδονόπιτα», όμως αντί για μυθιστορηματική, θα παραθέσουμε σήμερα μια ιστορική προσέγγιση από τον Καρλ Μέντελσον – Μπαρτόλντι, μέσα από το έργο του «Επίτομη Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης»:

«Τότε πια φάνηκε η απελπιστική θέση του Μεσολογγίου. Ο Ιμπραήμ έγραψε στη φρουρά να παραδοθεί με τον όρο να φύγουν, αν θέλουν, από την πόλη ή να μείνουν ανενόχλητοι υπό την προστασία του.
«Δεν ελπίζαμεν – απάντησαν οι αδάμαστοι υπερασπιστές απορρίπτοντας τις προτάσεις- να σας περάσει μια τέτοια φαντασία, οπού 8.000 άρματα αιματωμένα ζητήσατε και να σας τα δώσωμεν με τα χέρια μας, τα οποία άρματα είναι η ζωή μας… Θα γενεί εκείνο που απεφάσισεν ο Θεός, το οποίον δεν το ηξεύρετε ούτε η Υψηλότης σας ούτε ημείς κι ας γίνει το θέλημά του».
Το μόνο σημείο που κατείχαν οι Έλληνες μέσα στη λιμνοθάλασσα ήταν το νησάκι Κλείσοβα, που το υπεράσπιζαν 131 μαχητές και κάμποσοι εθελοντές που έφτασαν την τελευταία στιγμή υπό τον Κίτσο Τζαβέλλα. Στις 6 Απριλίου 2.000 Αλβανοί του Κιουταχή επιχείρησαν να πατήσουν το νησί, αλλά αποκρούστηκαν με μεγάλες απώλειες. Ο Ιμπραήμ, θέλοντας να δείξει την υπεροχή των Αιγυπτίων, διέταξε δύο αλλεπάλληλες εφόδους, αλλά οι αμυνόμενοι τους πέταξαν στα ρηχά νερά της λιμνοθάλασσας. Στη μάχη της Κλείσοβας οι Έλληνες είχαν 35 νεκρούς, ενώ οι Τούρκοαιγύπτιοι πάνω από 1.000.
Ο θρίαμβος της Κλείσοβας ήταν ο τελευταίος των Ελλήνων. Απόπειρα του Μιαούλη στο πρώτο 15θήμερο του Απριλίου αν εφοδιάσει την πόλη, απέτυχε. Η τύχη του Μεσολογγίου κρεμόταν σε μία τρίχα. Στις αποθήκες της πόλης βρισκόταν στάρι μόνο για δύο μέρες. Οι κάτοικοι, σκελετωμένοι και κίτρινοι σαν πτώματα, έπεφταν νεκροί στους δρόμους από την πείνα. Τα σπίτια ήταν ερείπια από τις βόμβες. Στα μάτια όμως τόσο των αντρών όσο και των γυναικών έλαμπε η σταθερή και ακλόνητη απόφαση να πολεμήσουν ως τον τελευταίο. Στα «Ελληνικά χρονικά» την εφημερίδα των πολιορκημένων που εξέδιδε ο φιλέλληνας Ελβετός Μάγερ, αναγράφεται ότι 1.740 ήταν οι νεκροί της πείνας, ενώ 100.000 βόμβες είχαν πέσει στην πόλη.»Εντούτοις – γράφει ο Μαγερ- είναι φαιδρόν θέαμα ο ζήλος και η αφοσίωσις της φρουράς εν μέσω τοσούτων στερήσεων. Μετ’ ολίγας ημέρας οι ήρωες ούτοι θέλουσιν είναι ασώματα πνεύματα! Εν ονόματι του γενναίου ημών στρατού διακηρύττω ότι ωρκίσθημεν εις τον Θεόν να υπερασπίσωμεν σπιθαμήν προς σπιθαμήν το Μεσολόγγιον, να μην ακούσωμεν οιανδήποτε περί συνθηκολογίας πρότασιν και να ταφώμεν ημείς αυτοί υπό τα ερείπια. Η τελευταία ημών ώρα πλησιάζει. Η ιστορία θέλει μας δικαιώσει και οι μεταγενέστεροι θέλουσι κλαύσει την μοίραν ημών!».
Στην ηρωική φρουρά έμπαινε πια το δίλημμα ή να πεθάνει μέσα στα τείχη ή να επιχειρήσει με το σπαθί στο χέρι να σπάσει τον εχθρικό κλοιό και να φύγει. Αν και οι υπερασπιστές δυσκολεύονταν να χωριστούν από το έδαφος τους, που είχε δοξαστεί με τον ιερό αγώνα τους και ποτιστεί με το αίμα των αδελφών τους, ωστόσο πάρθηκε απόφαση να κάψουν κάθε κινητή περιουσία και, βάζοντας στη μέση τα γυναικόπαιδα, να περάσουν με τα ξίφη στο χέρι το εχθρικό στρατόπεδο τη νύχτα της 22 Απριλίου.
Υπήρχαν ελπίδες ότι ένα μέρος τουλάχιστον θα γλίτωνε και ότι ο Καραϊσκάκης θα αποσπούσε με επίθεση από τα νώτα την προσοχή του εχθρού. Ο Καραϊσκάκης, άρρωστος βαριά στο κρεβάτι, έδωσε εντολή να επιτεθούν οι δυνάμεις του, αλλά από τους 2.000 μόλις μερικές εκατοντάδες κινήθηκαν με επικεφαλής τον Κώστα Μπότσαρη, Φτάνοντας το μικρό σώμα στον Άγιο Συμεών στις 22, έδωσε σημείο της παρουσίας του στους πολιορκημένους με πυροβολισμούς.
Αλλά ο Ιμπραήμ και ο Κιουταχής ξέροντας από προδοσία την απόφαση για την έξοδο, έστειλαν εναντίον του Μπότσαρη 2.000 Αλβανούς και τον ανάγκασαν σε υποχώρηση.
Οι πολιορκούμενοι δεν κατάλαβαν ότι απέτυχε ο εξωτερικός αντιπερισπασμός. Μαζεύτηκαν λοιπόν κοντά στους προμαχώνες του Ρήγα και του Μονταλαμπέρ και άκουσαν από τον Νότη Μπότσαρη το σχέδιο της εξόδου. Αυτός έδωσε διαταγή στους πιο ικανούς μαχητές να παραταχτούν κοντά στους προμαχώνες και μέσα στην τάφρο. Μόλις θ΄άκουγαν τους πυροβολισμούς από τον Ζυγό, έπρεπε να χωριστούν σε δύο σώματα: το ένα θα ορμούσε κατά του στρατοπέδου του Κιουταχή, το δε άλλο, με τα γυναικόπαιδα στη μέση, κατά του στρατοπέδου του Ιμπραήμ. Τόπος συγκέντρωσης ορίστηκε το αμπέλι του Κότσικα, δυόμιση ώρες μακριά από το Μεσολόγγι.
Το σχέδιο όμως τούτο δεν στάθηκε δυνατό να εκτελεστεί όπως έπρεπε. Ο πληθυσμός ήταν 9.000 κι απ΄ αυτούς μόνο 300 αξιόμαχοι. Ήρθαν τα μεσάνυχτα και από τις κορυφές του Ζυγού, απ όπου αναμενόταν επανάληψη του συνθήματος, δεν ακουγόταν τίποτε. Οι μαχητές χάνοντας την υπομονή τους όρμησαν έξω από την τάφρο φωνάζοντας:
- Εμπρός!
- Ενώ οι μαχητές ακράτητοι υπερπηδούσαν τα ορύγματα, τα γυναικόπαιδα που έρχονταν από πίσω στριμώχνονταν άτακτα σε τέσσερις γέφυρες που είχαν ριχτεί πάνω από την τάφρο. Εν τω μεταξύ, οι κανονιές των Τούρκων άρχισαν να κατασπαράζουν τις σάρκες της μάζας. Και τότε, μέσα στην γενική σύγχυση, ακούστηκε μία φωνή:
- Πίσω! Πίσω! Στα κανόνια μας!
Άγνωστο αν η φωνή προήλθε από προδοσία ή απελπισία. Ολόκληρο το πλήθος πανικόβλητο γύρισε πίσω τρέχοντας, ενώ τα στίφη των Τούρκων έπεσαν επάνω τους σκοτώνοντας και καίγοντας. Ο όλεθρος είχε πια φτάσει. Χιλιάδες βρήκαν το θάνατο και ανάμεσα τους οι φιλέλληνες Μάγερ, Ρέζερ, Κλέμπ, Σάπαν, Ντίτμαρ, Λίτσοβ, Σπίτσελμπεργκ, ο Ριντέζελ και οι επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, Γρίβας, Στουρνάρας, Σιαδήμας, Τρικούπης και Παπαδιαμαντόπουλος. Ο γηραιός πρόκριτος Καψάλης, αφού περίμενε να γεμίσει Τούρκους το κατάστημα όπου φτιάχναν τα φυσέκια, έδωσε φωτιά στην μπαρούτη και τινάχτηκε στον αέρα με εκατοντάδες γυναικόπαιδα και Τούρκους.
Όταν ο ήλιος ανέτειλε στις 23 Απριλίου φώτισε αποκαΐδια της πόλης και χιλιάδες πτώματα στους δρόμους. Στο νησί Ανεμόμυλοι υπήρχε ακόμη στις 24 μια μικρή εστία αντίστασης, Όταν είδαν την απελπιστική θέση τους, προτίμησαν το θάνατο από την αιχμαλωσία και τινάχτηκαν στον αέρα.
Όσοι κατάφεραν να σπάσουν τον εχθρικό κλοιό αντιμετώπισαν την καταδίωξη του εχθρικού ιππικού και αποδεκατίστηκαν. Ελάχιστοι διασώθηκαν στην κορυφή του Ζυγού. Από τους 9.000 Μεσολογγίτες διασώθηκαν 1.300 άνδρες, 7 γυναίκες και μερικά παιδιά που κατέφυγαν στην Άμφισσα όπου βρήκαν στοιχειώδη προστασία.
Όταν το αλγεινό άγγελμα έφτασε στην Επίδαυρο, όπου ακριβώς τότε είχε συνέλθει η Γ’ Εθνική Συνέλευση, σιγή τάφου επικράτησε επί μισή ώρα. «Εμέτρησε ο καθένας με το νου του τον αφανισμό μας», γράφει ο Κολοκοτρώνης. Ο Γέρος μίλησε ενθαρρύνοντας τους παρισταμένους και συμβούλευσε νέα πολιτικές προπαρασκευές και σχηματισμό νέας κυβέρνησης στο Ναύπλιο.
Με την πολιορκία και την πτώση του Μεσολογγίου και τον ηρωικό εκείνο αγώνα, που θα μείνει αθάνατος όσο ο άνθρωπος θ΄αγαπά την πατρίδα του και θα θυσιάζεται γι΄ αυτήν, είχε πια γραφεί με μεγάλα ματωμένα γράμματα η αδιάλλακτη αντίθεση ανάμεσα στους έλληνες και τους Τούρκους. Ακόμη και η ψοφοδεής ευρωπαϊκή διπλωματία κατάλαβε ότι κάτι έπρεπε να γίνει στην Ανατολή και ότι το ελληνικό κίνημα δεν μπορούσε να συγκαλυφθεί, ούτε να ταφεί σιωπηρά».



Καρλ Μέντελσον – Μπαρτόλντι
Επίτομη Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης
Απόδοση: Ελένη Γαρίδη

Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr



▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓



 Πεζόδρομος Καλαμάτας. Στη Νιγρίτα πότε;

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

«Ο ΤΣΩΡΤΣΙΛ, ΟΙ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ» (15 04 2011)

Ένα κείμενο του του Χαρίδημου Κ. Τσούκα*

«Εσύ νομίζεις ότι, κατά βάθος, υφαίνεις ένα κομμάτι πανί: διότι κάθεσαι μπροστά σε έναν αργαλειό –κι ας είναι άδειος– και κάνεις τις κινήσεις του υφαντή.»
ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ

«Αν είδατε την τηλεοπτική συνέντευξη του Αλέκου Παπαδόπουλου στον Αλέξη Παπαχελά («ΣΚΑΪ», 28/3/2011), είχατε την ευκαιρία να απολαύσετε έναν ευθύβολο, τολμηρό, σχεδόν τσωρτσιλικό, πολιτικό λόγο. Βέβαια, ο κ. Παπαδόπουλος δεν κυβερνά τη χώρα για να μας πει, όπως ο Τσώρτσιλ στη Βουλή των Κοινοτήτων, τον Μάιο 1940, «δεν έχω τίποτα να σας προσφέρω παρά μόνο αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα», αλλά μας προειδοποίησε (όχι για πρώτη φορά) ευθέως: αν συνεχίσουμε όπως πάμε, θα γκρεμοτσακιστούμε. Πολλές και εύστοχες οι επισημάνσεις του, ξεχωρίζω (και επεκτείνω) τρεις.
Πρώτον, ακόμα και σε συνθήκες χρεοκοπίας «δεν έχουν διαμορφωθεί όροι εθνικής αυτογνωσίας» (ο.π.). Κυβερνώντες και κυβερνώμενοι έχουμε εθιστεί στην αυταπάτη• επειδή καθόμαστε μπροστά στον αργαλειό νομίζουμε ότι υφαίνουμε. «Μαλακώνουμε τις λέξεις» (ο.π.), προκειμένου να αποφύγουμε την οδυνηρή αυτοεξέταση. Μιλάμε λ.χ. για «μνημόνιο» όταν τελούμε υπό «διεθνή οικονομικό έλεγχο»• θεωρούμε ότι είμαστε υπό «επιτήρηση», όταν βρισκόμαστε «υπό χρεοστάσιο»• αναρωτιόμαστε αν θα «χρεοκοπήσουμε», ενώ το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα «καταρρεύσουμε». Βαφτίζουμε «μεταρρυθμίσεις» διάφορες «διευθετήσεις». Τα δανεικά και οι κοινοτικές εισροές μάς έκαναν να μπερδέψουμε την «ανάπτυξη» με τη «μεγέθυνση». Ζούμε στη σύγχυση και την άρνηση: νιώθουμε ότι το παιχνίδι τελειώνει, αλλά δεν έχουμε μάθει κάποιο άλλο, γι’ αυτό και γαντζωνόμαστε στο παλιό.
Δεύτερο, ακόμη και σήμερα, η δύναμη του λαϊκισμού είναι κυρίαρχη. Έχουμε μάθει να κατανοούμε τον εαυτό μας κυρίως υπό το πρίσμα του θυματοποιητικού λαϊκισμού (πασπαλισμένο, συνήθως, με εθνικό κουτσαβακισμό). Η ανατολικόστροφη (προνεωτερική) πλευρά μας δεν επιτρέπει στη δυτικόστροφη (νεωτερική) να πάρει τα ηνία. Δεν πρόκειται μόνο για το πελατειακό κράτος, την κατάχρηση εξουσίας και τη διαφθορά. Αυτά είναι τα συμπτώματα. Οι αιτίες της παθογένειας πρέπει να αναζητηθούν στην ιστορικά διαμορφωμένη πολιτική νοοτροπία μας. Ο λαϊκισμός, στο μέτρο που εκφράζει το κυρίαρχο φαντασιακό στην κοινωνία, τροφοδοτεί τη διαρκή θυματοποίηση του «λαού» (μειώνοντας σημαντικά την ικανότητα αυτογνωσίας), θραύει τη σχέση πράξεων και συνεπειών (καλλιεργώντας την ανευθυνότητα και την απληστία), και ενισχύει στο λαό–πελάτη τη νηπιακή επιθυμία να ικανοποιούνται όλες οι επιθυμίες του. Ενώ η θεσμική λογική κανοναρχεί, ελέγχει και ιεραρχεί προτεραιότητες, η λαϊκιστική λογική είναι παρορμητική, ισοπεδώνει και χυλοποιεί.
Τρίτο, και πιο μελαγχολικό, «οι δυνάμεις που διαχειρίζονται (τη χώρα) είναι οι δυνάμεις που την έφεραν στη χρεοκοπία. Και είναι αντίνομο να λέμε, κάποιος ο οποίος οδήγησε μια χώρα στη χρεοκοπία θα τη σώσει. Δεν γίνεται αυτό το πράγμα» (ο.π.). Γιατί; Για τρεις λόγους – νοητικούς, συμβολικούς και ψυχολογικούς. Οι λαϊκιστές και φαύλοι κομματάνθρωποι που έσπρωξαν τη χώρα στη χρεοκοπία δεν διαθέτουν εναλλακτική γλώσσα περιγραφής των προβλημάτων (άρα δεν μπορούν να φανταστούν νέες λύσεις), δεν συμβολίζουν το καινούργιο (άρα αδυνατούν να μας εμπνεύσουν), ούτε έχουν τα «ψυχικά κουράγια» (ο.π.) (άρα δεν μπορούν να επιμείνουν και να συγκρουσθούν). Είναι δύσκολο έως αδύνατο να ξεφύγουν από τον πολιτικό «Κυνόδοντα» όσοι γαλουχήθηκαν, σταδιοδρόμησαν και πλούτισαν στην πολιτική σχολή του Ανδρέα Παπανδρέου.
Γιατί μας εντυπωσιάζει ο λόγος του κ. Παπαδόπουλου; Κατ’ αρχάς νιώθεις ότι δεν κάνει δημόσιες σχέσεις: το ύφος του είναι βλοσυρό, οι λέξεις του συχνά κοφτερές. Διαισθάνεσαι ότι πιστεύει αυτά που λέει, ξέρεις ότι τα έλεγε πάντα. Ως υπουργός διακρίθηκε για τη μεταρρυθμιστική επιμονή του. Ήταν ένας σύγχρονος σοσιαλδημοκράτης σε ένα κόμμα που θύμιζε περισσότερο βαλκανικού τύπου οικογενειακή επιχείρηση, με συγκολλητική ιδεολογία τον αριστερόστροφο λαϊκισμό.
Συγκρίνετε τον «βαρύ» λόγο του κ. Παπαδόπουλου με την κενολογία των πολιτικάντηδων, και δείτε τη διαφορά. Η κυρία με το χαμόγελο–μάσκα, υπόδειγμα αυτοεξυπηρετικής φιλοδοξίας και ρουσφετολογικής φαυλότητας, ανακάλυψε πρόσφατα το εθνικό συμφέρον! «Εάν το πολιτικό σύστημα δεν αντιληφθεί ότι πρέπει να βάλει το συμφέρον της πατρίδας, πάνω από τα κομματικά συμφέροντα, τότε η χώρα θα πάρει τον κάτω δρόμο», ανακοίνωσε η κυρία Μπακογιάννη. Ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών νομίζουν ότι θα μας κάνουν αισιόδοξους με την προσποιητά θετική ρητορική τους («το 2012 έτος ανάπτυξης»), όχι με την ωμή ειλικρίνεια και την αταλάντευτη αποφασιστικότητά τους. Αφού δεν διαθέτουν το τσωρτσιλικό έρμα για να υποσχεθούν ενοχλητικές θυσίες, προσφεύγουν προπαγανδιστικά σε ασκήσεις θετικής ψυχολογίας!
Όταν άκουγες τον Τσώρτσιλ τον καιρό του Πολέμου, είχες την αίσθηση ότι σε κυβερνάει κάποιος που έζησε όλη του τη ζωή γι’ αυτή τη στιγμή. Δεν σου υποσχόταν βέβαιη νίκη, αλλά «ιδρώτα, δάκρυα και αίμα». Ένιωθες ότι μπορείς να τον εμπιστευθείς• οι θυσίες σου θα έπιαναν τόπο. Όταν ακούς τον Παπανδρέου Γ΄, νιώθεις ότι σε κυβερνά ο γιος του ιδρυτή της επιχείρησης που, βαθιά μέσα του, δεν θέλει (και δεν μπορεί) να κάνει αυτή τη δουλειά. Όταν ακούς τα παιδιά της πράσινης νομενκλατούρας –τον Μαγκριώτη και τη Γεννηματά, τον Σκανδαλίδη και τον Παπουτσή, τον Κουσελά και την Αποστολάκη– να μπουρδολογούν στα ΜΜΕ, αντιλαμβάνεσαι πόσο εύκολο είναι να πέσει η χώρα στο γκρεμό που χάσκει μπροστά της• συνειδητοποιείς ότι οι θυσίες σου μάλλον θα πάνε στο βρόντο. Κοιτάζεις από την άλλη μεριά τα παιδιά της γαλάζιας νομενκλατούρας και μελαγχολείς βαθιά• σε πνίγει η απελπισία – κι ο θυμός.
Εξοστρακίσαμε τους ικανούς στρατηγούς από την πόλη. Ας μην απορούμε που μας απέμειναν οι κατσαπλιάδες».

Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας (htsoukas@gmail.com) είναι καθηγητής στα
Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Εφημερίδα Καθημερινή
10 04 2011

Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr



▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓



 Πεζόδρομος Κορίνθου. Στη Νιγρίτα πότε;

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

«ΤΗ ΛΑΜΠΡΗ ΣΤΑ ΨΗΛΩΜΑΤΑ…» (08 04 2011)

Ένα κείμενο του Γιώργου Ιωάννου.

«Τη Λαμπρή τη γιορτάζουμε στο χωριό, ενώ τα Χριστούγεννα στην πόλη. Και τα Χριστούγεννα είναι στο χωριό πολύ ωραία, αλλά ο πατέρας μου φοβάται για τη δουλειά του. Μήπως κλειστούμε από τους πάγους και τα χιόνια και δεν μπορεί να φύγει στην ώρα του. Πάντως, από τότε που θυμάμαι, τη Λαμπρή ανεβαίνουμε πάντοτε και ανοίγουμε για λίγες μέρες το πατρογονικό μας σπίτι. Και άλλοι πολλοί έρχονται εκεί τότε. Το χωριό γεμίζει από ανθρώπους και χαρά. Έχω συνηθίσει να τους βλέπω κάθε χρόνο, θαρρείς και είναι μόνιμοι κάτοικοι. Αλλά, όπως μας λένε, τον άλλο καιρό είναι εκεί πολύ λιγότεροι οι κάτοικοι, οι περισσότεροι μάλιστα ηλικιωμένοι.
Το χωριό μας Γυμνάσιο , ευτυχώς, έχει, έρχονται παιδιά και απ τα γύρω χωριά. Εγώ, καθώς είμαι περίεργος, δεν χάνω και το να κουβεντιάζω με τα παιδιά της ηλικίας μου είτε αυτά είναι του χωριού είτε από την πόλη. Μιλάμε βέβαια για δικά μας ζητήματα, αλλά μιλάμε και για τα μαθήματα και τα σχέδια μας. Είναι ωραία να συζητάς σιγοπερπατώντας μέσα σ΄ εκείνο το ανοιξιάτικο περιβάλλον, χωρίς να σε κυνηγάνε τ΄ αυτοκίνητα.
Εγώ κάνω τον ανήξερο πολλές φορές και ρωτάω. Θέλω να δω τις γνώμες και τη σκέψη των συνομηλίκων μου. Το ίδιο κάνουν κι αυτοί μερικές φορές κι εγώ πρόθυμα και ειλικρινά τους απαντάω. Δεν ξέρω ποια είναι η εντύπωση τους για μένα, αλλά η δική μου είναι πως τα παιδιά της επαρχίας ξέρουν πιο σωστά από μας ορισμένα πράγματα, τόσο από μαθήματα όσο και από γεγονότα. Κάθομαι και σκέφτομαι. Δεν ξέρω που αν το αποδώσω αυτό, άλλη ιδέα είχα εγώ για το χωριό, εμπνευσμένη από τη μαμά μου, κυρίως, που εδώ που τα λέμε δεν βλέπει την ώρα πότε να φύγουμε για την πόλη, να πάμε στο διαμέρισμά μας, στην πολυκατοικία μας – «πουλικατοικία», την έλεγε επιτυχημένα κάποιος – όπου αυτηνής πολύ της αρέσει, αλλά εμένα μου φαίνεται σαν φυλακή. Την ίδια γνώμη έχει κι ο πατέρας μου, μα τι αν κάνει ο καημένος; Έχει τη δουλειά του, τις ευθύνες του, δεν μπορεί να λείψει καθόλου σχεδόν. Και το Πάσχα με το ζόρι ξεγλιστράει. «Αχ, δεν θα πάρω τη σύνταξη; Εδώ θα ΄ρθω να μείνω, εδώ!», λέει αναστενάζοντας, προς μεγάλη αγανάκτηση της μαμάς μου. Ήταν χωριατόπουλο, βλέπεις, και του έχει μείνει η λαχτάρα γι΄ αυτή τη ζωή, αλλά και το καθαρό μυαλό, και η κάποια αλλιώτικη σωματική ευρωστία, μολονότι έφυγε πολύ γρήγορα για τη βιοπάλη. Φαίνεται ότι ο ήλιος, ο αέρας και οι καιροί, και η σκληρή δουλειά, βέβαια μες σ΄ αυτούς τους καιρούς, είναι αποφασιστικά πράγματα. Ψήνουν απ΄ την παιδική ηλικία το κορμί, το σφραγίζουν ανεξίτηλα, όπως, αλίμονο, το σφραγίζει ανέκκλητα και η έλλειψη τους. Κι αλίμονο μου αν αυτό είναι αλήθεια.
Λοιπόν, συζητώντας με τα παιδιά εκεί διαπιστώνω ότι και μαθηματικά ξέρουν περισσότερα και γραμματική ξέρουν περισσότερη απ όλα τα βασικά πράγματα ξέρουν περισσότερα. Και προπαντός – όπως να το πω – τα ξέρουν καλύτερα, σωστότερα, πιο ξεκαθαρισμένα. Βέβαια, μπορεί να μου πει κανείς ότι συζητάω με τους καλούς μαθητές, αλλά δεν πιστεύω. Εγώ δεν κάνω επιλογή στις εκεί παρέες μου. Ακόμα, μπορεί να μου πει ότι αυτά τα παιδιά που λέω είναι του Γυμνασίου ακόμα κι ότι με τον καιρό, όταν πάνε στο Λύκειο, η κατάσταση θα αλλάξει. Αυτό το αποκλείω ολότελα, γιατί οι βασικές και πρώιμες δομές, όπως λέει και κάποιος μεγάλος συγγραφέας, παίζουν καθοριστικό ρόλο στο πνεύμα του ανθρώπου. Όσο για τις περιλάλητες εισαγωγικές στα ανώτατα ιδρύματα, παν εκείνα που ξέραμε. Τα πρόχειρα πασαλείμματα δεν περνά πια Θέλει δουλειά συστηματική για χρόνια, σχολικό θρανία και προσεχτική παρακολούθηση.
Εμείς, βέβαια της πόλης, ξέρουμε αλλά, είμαστε «κοινωνικά μορφωμένοι», όπως άκουσα κάποτε μια κοπελιά να λέει, που καλύτερα να μην κάνω την περιγραφή της. Ωραία κοινωνική μόρφωση…. Να τη χαίρονται. Πάντως, κάτι ξέρουμε περισσότερο, είναι η αλήθεια, μόνο που καμιά φορά στις συζητήσεις μου φαίνεται κάπως σαν να αερολογούμε.
Παρατηρώ ακόμα ότι και στα άλλα μια χαρά είναι κατατοπισμένοι. Δεν είναι πια εκείνο το χωριό που ‘ξέραν οι παλιότεροι. Παρακολουθούν προσεχτικά την τηλεόραση, ακούν ωραία μουσική από το ραδιόφωνο, όταν θέλουν, και διαβάζουν και βιβλία από μια μικρή βιβλιοθήκη. Κι εμείς τα κάνουμε όλα αυτά, βέβαια. Αλλά όλα με μεγάλη βιασύνη, με τσαπατσουλιά. Μας τρώνε οι δρόμοι, μας δηλητηριάζουν τα καυσαέριο, οι αδιάκοποι θόρυβοι μας ρημάζουν.
Βέβαια, δεν λέω, η μεγάλη κοινωνία ξυπνάει αλλιώς τους ανθρώπους, τους δίνει έναν αλλιώτικο ρυθμό ζωής και σκέψης που είναι η λάμψη τους κι ο θάνατός τους.
Η μεγάλη κοινωνία έχει πολλά μέσα, φτάνει να μπορείς να επωφεληθείς. Αλλά πόσοι μπορούν; Και τι να την κάνεις μια ζωή τόσο φαρμακωμένη; Το χωριό έχει χρόνο, ελεύθερο χρόνο πολύ, καθαρή ατμόσφαιρα, ησυχία. Όλα είναι δίπλα σου. Δεν έχει μεγάλες βιβλιοθήκες, αλλά σε μερικά κάτι το βασικό γίνεται. Δεν έχει θέατρα δεν έχει, δεν έχει….
Τελικά νομίζω – γιατί εμένα πολύ με καίει αυτό – ότι πρέπει να γίνει κάποιος συνδυασμός, κάποια συναίρεση. Η πόλη να ξαναποκτήσει μερικά προσόντα του χωριού, γιατί αλλιώς είμαστε χαμένοι. Θέλουμε ησυχία, θέλουμε ανάσα, χρόνο ελεύθερο. Το χωριό πάλι. Θέλει βιβλιοθήκες, θέατρο, καλό κινηματογράφο. Αλλά επιτέλους, ο ελλείψεις του χωριού, αν και τόσο σοβαρές, δεν είναι θανάσιμες για τους ανθρώπους που ζουν ακόμα εκεί πέρα. Με μας εδώ τι θα γίνει, αυτό είναι το ζήτημα.
Βλέπω ότι και τα άλλα παιδιά αυτά πιστεύουν. Κάτι πρέπει μνα κάνουμε – όλοι συμφωνούμε. Μα συνδυάσουμε τα πράγματα, να φέρουμε κάποια ισορροπία. Δεν έχει σημασία. Που είμαστε πολύ νέοι από τώρα. Ναι, πρέπει από τώρα…
Πάντως, κάθε φορά που φεύγω αναβαπτισμένος από το χωριό ή αισιοδοξία μου είναι ενισχυμένη. «Δεν είναι δυνατό, λέω μέσα μου. Η δικιά μας η γενιά πρέπει να διορθώσει αυτά τα πράγματα. Σε αδιέξοδο έχουμε φτάσει. Όταν μεγαλώσουμε… όταν πάρουμε εμείς στα χέρια μας…». Μα σταματώ εδώ τους συλλογισμούς μου».

Περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά»
Τεύχος 30, Απρίλιος 1979

Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr



▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓



 Πεζόδρομος Θήβας. Στη Νιγρίτα πότε;

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

«ΑΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ» 3 (01 04 2011)

Λίγες σκέψεις για το απροσδόκητο.

Έσπασα το χέρι μου. Το τσάκισα. Καμιά φορά, αυτό που υπερβολικά αγαπάς στρέφεται κατά πάνω σου. Και έτσι, ξεροκέφαλος, αρνούμενος όσο γίνεται την άμεση λύση του χειρουργείου, περιμένοντας να δέσει από μόνο του το κάταγμα «κάθομαι άνεργος»1 , κι εφόσον τα μέλη του σώματος υπολειτουργούν, ο νους αρπάζει το πηδάλιο και μέσα στην πρόσκαιρη αναπηρία συνωθούνται οι σκέψεις.
Ανίκανος ο άνθρωπος να αυτοεξυπηρετηθεί, ξάφνου συνειδητοποιεί την ασημαντότητά του. Η στέρηση της αυτονομίας προσγειώνει τον καθένα, ταπεινό ή αλαζόνα, στη γήινη, βροτή πραγματικότητα, τον φέρνει μπρος στην αληθινή όψη των ανθρωπίνων, όπου δεν είναι τίποτε άλλο από ένα κορμί χωματένιο με φυσημένη μέσα του τη θεϊκή πνοή της ψυχής και του πνεύματος, που – τις περισσότερες φορές – δεν ξέρει καλά καλά τι να τα κάνει.
Όσο ο άνθρωπος είναι γερός, αρτιμελής, σπανίως τα συλλογίζεται ή τα υποψιάζεται αυτά – πλην εξαιρέσεων. Νιώθει κρουστός, ανίκητος, ημίθεος. Στην καθημερινότητα όλα του φαίνονται άθυρμα, δεν δίνει σημασία στις φαινομενικώς μικρολεπτομέρειες στις οποίες ανταπεξέρχεται φυσικά, λειτουργικά, σχεδόν αυτόματα. Αυτές οι μικρολεπτομέρειες γίνονται βουνό όμως, όταν ένα σπασμένο χέρι ή πόδι ή ακόμα και ένας πονόδοντος φέρνουν τα απάνω κάτω: «Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο σαν κυκλικό ξυράφι –πώς να το φέρω στα χείλη μου; Όσο κι αν διψώ , - πώς να το φέρω;» 2.
Στις άπλετες ώρες της περισυλλογής αναδύεται μπροστά του η γύμνια του, η μηδαμινότητά του. Ώσπου να αναρρώσει και η ζωή να πάρει ξανά το γνωστό της δρόμο -σε μια κοίτη προκαθορισμένη από την ίδια τη φύση του ανθρώπου. Κι όλα θα ξεχαστούν βουλιαγμένα μέσα στην τύρβη της καθημερινότητας.
Αυτή λοιπόν η κατάσταση της προσωρινής αναπηρίας φανερώνει κι ένα ακόμη χαρακτηριστικό των ανθρωπίνων. Ο άνθρωπος τείνει να υπερεκτιμά το προσωπικό του πρόβλημα, να του δίνει διαστάσεις καταστροφής: Ο δικός μας μικρόκοσμος γιγαντώνεται μπροστά στα αντιστοίχως συρρικνούμενα προβλήματα των άλλων και αποκτά υπεραξία: είμαστε ο ομφαλός της γης, «αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας» 3.
Κι όμως ξανά η ίδια η ζωή – ζυγός ακριβείας - σε προσγειώνει στην πραγματικότητα, αφαιρεί το μεγεθυντικό πρίσμα μέσα από το οποίο ορίζουμε ή μετράμε τον κόσμο και την μαυρίλα του. Ήδη τη μέρα που πήγα στο νοσοκομείο, οι γιατροί στα έκτακτα ήταν εξαφανισμένοι. Όχι δε λουφάριζαν. Ήταν η ώρα που δυο χωριατόπαιδα έπαιζαν με το όπλο του παππού και το ένα, το μικρότερο, κατέληξε μέσα στη ψυχρή αποστείρωση του νοσοκομείου. Κι εγώ απ΄ έξω, ήδη αντιλαμβανόμουνα το εγκάρσιο κάταγμα σαν μια γρατζουνιά σας ένα απλό τσίμπημα από αγκάθι. Το δικό μου πρόβλημα, άμεσα συγκρινόμενο με του διπλανού μου, ήταν ήδη γειωμένο στην πραγματικότητα. Η θεωρία της σχετικότητας.
Μετά από λίγες μέρες φίλος έχασε τον πατέρα του από ανακοπή. Του έμεινε στα χέρια. Άλλος φίλος ταλαιπωρείται μια εβδομάδα στα νοσοκομεία με το παιδί του. Για όλους το δικό τους πρόβλημα είναι το κέντρο του κόσμου μεγαλύτερο ίσως και από το τσουνάμι της Ιαπωνίας και την απειλή της ραδιενέργειας. Και απ΄ τα μνημόνια και απ΄ όλα. Η ανθρώπινη φύση λειτουργεί έτσι, με βάση την εγγύτητα. Όσο πιο κοντά μας είναι κάτι τόσο πιο σημαντικό είναι για την κοντόθωρη και ατομική μας –δηλαδή καθαρά ανθρώπινη - οπτική.
Κι εγώ, «περιωρισμένος και ανεπιτήδειος»4 έχω ένα σπασμένο χέρι…
__________________________________________
1. Απομνημονεύματα στρατηγού Μακρυγιάννη.
2. Γιάννη Ρίτσου, "Η σονάτα του σεληνόφωτος".
3. Οδυσσέα Ελύτη, "Το Άξιον Εστί".
4. Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, "Όνειρο στο κύμα".


http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr



▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓



 Πεζόδρομος Άμφισσας. Στη Νιγρίτα πότε;

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑ. (24 03 2011)

«Εκείνος ο οποίος λαμπρύνει κατ' εξοχήν τις χρυσές δέλτους της ένδοξης ιστορίας του γένους και περιποιεί ιδιαίτερη τιμή στην ανατολική Μακεδονία ειδικότερα, είναι ο μεγαλέμπορος - τραπεζίτης Εμμανουήλ Παπάς, ο οποίος γεννήθηκε στο χωριό Δοβίστα (νυν Εμμανουήλ Παπάς) των Σερρών από πατέρα ιερέα, μορφώθηκε στο εις Σέρρας από του έτους 1735 λειτουργούν ελληνικό σχολείο και αναδείχθηκε σε ένα από τους πλέον επιφανείς άνδρες των Σερρών της εποχής εκείνης, διακρινόμενος για τη θεοσέβεια και τη φιλοπατρία του. Η ευφυία, η τιμιότητα και οι πολυσχιδείς ικανότητές του τον ανέδειξαν σύντομα σε μεγαλέμπορο, τραπεζίτη και κορυφαίο πολίτη, απολαμβάνοντα γενικής εκτιμήσεως.
Ο Εμμανουήλ Παπάς (1772-1821) ξεκίνησε με πολύ λίγες γραμματικές γνώσεις, όπως φαίνεται από τις ιδιόχειρες σημειώσεις του καθώς και με λίγα χρηματικά μέσα, όπως όλοι γενικά οι Έλληνες της εποχής. Ίσως η πρώτη αρχή να ήταν το μπακάλικο της Δοβίστας που είχε αγοράσει ο αδελφός του Γιωργάκης Οικονόμου. Ευφυής όμως και τολμηρός δεν άργησε αρχίζοντας από μικρέμπορος να εξελιχθεί σε μεγαλέμπορο των Σερρών, με καταστήματα στην Κων/πολη και στη Βιέννη, ν' αποκτήσει σημαντική περιουσία, κινητή και ακίνητη, πάνω από 300.000 τάλιρα, να γίνει δανειστής των Τούρκων αγάδων και μπέηδων της περιοχής, να συνάψει στενές σχέσεις μαζί τους και να τους επηρεάζει πολύ, προ πάντων τον πανίσχυρο τοπάρχη Ισμαήλ μπέη, που ήταν στη Μακεδονία ο αντίποδας του Αλή πασά της Ηπείρου.
Με την θερμή υποστήριξη και προστασία του Παπά πολλά ωφελήθηκε η ελληνική κοινότητα των Σερρών. Μετά το θάνατο του Ισμαήλ (1814) ο σπάταλος και άσωτος γιος του, αλλά γενναίος πολεμιστής Γιουσούφ μπέης δημιούργησε τόσο μεγάλα χρέη, 40.000 μαχμουτιέδες (1 περίπου εκατομμύριο χρυσές δραχμές), ώστε ήταν αδύνατο να τα ξεπληρώσει. Όταν ο Παπάς ζήτησε με επιμονή να του ξοφλήσει μέρος τουλάχιστον του δανείου, ο Γιουσούφ του έδωσε μόνο το μισό του χρέος και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει. Τότε ο Παπάς αναγκάστηκε, τον Οκτώβριο του 1817, να φύγει κρυφά στην Κων/πολη, όπως αφηγείται στον μητροπολίτη Σερρών Χρύσανθο, τον οποίο παρακαλεί να προστατεύει την οικογένειά του κατά τη διάρκεια της απουσίας του από τις επιβουλές του Γιουσούφ, ο οποίος είχε βάλει ανθρώπους να του κάψουν το σπίτι. Φοβάται όμως ο Παπάς να μεταφέρει την οικογένειά του στην Πόλη, μήπως ο Γιουσούφ κατά τη μεταφορά της, βάλει ανθρώπους και σκοτώσουν τα παιδιά του. Λυπάται επίσης που άφησε τους συμπολίτες του χωρίς την προστασία του. «Και ο αισχροκερδής διοικητής τώρα θέλει να εύρει τον καιρόν να τους τυραννεί και να τους γυμνώνει επειδή μόνη η νουθεσία και η σκέψη μου εμπόδιζε τας σκευωρίας και τα ενεδρεύματά του».
Στην Κων/πολη γνωρίζεται και συνδέεται με το φιλικό Κωνσταντίνο Παπαδάτο, ο οποίος του κάνει τις προκαταρκτικές κρούσεις για ενδεχόμενη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία· Ο Σερραίος πατριώτης ανταποκρίνεται με ενθουσιασμό. Εκεί, ύστερα από 2 χρόνια, στις 21 Δεκεμβρίου του 1819, σε ηλικία 47 χρόνων μυείται και με "το αφιερωτικό" του προς τον επίσκοπο Σερρών Χρύσανθο υπόσχεται να καταθέσει στο ταμείο της 1.000 γρόσια «ως προοφειλομένην συνδρομή βοηθητική για την δημιουργημένη και μάλλον ήδη ενεργουμένην σχολή της πατρίδος» (όπως συνήθως γινόταν λόγος στα σχετικά έγγραφα της φιλικής εταιρίας), η οποία σχολή λίγες γραμμές παρακάτω αναφέρεται χαρακτηριστικά ως "Σχολή του Πανελληνίου". Ο Παπάς υπόσχεται στο τέλος ότι όταν βεβαιωθεί ότι η σχολή προκόβει, θα συνεισφέρει και άλλα «το κατά δύναμιν όλην ……. Προς καταρτισμό και βελτίωσιν αυτής».
Το πιο παλιό έγγραφο που σώζεται είναι ένα μονόφυλλο γεμάτο ορθογραφικά λάθη με ημερομηνία 1 Μαΐου 1793, στο οποίο ο Εμμανουήλ Παπάς καταγράφει, όπως συνήθιζαν τότε πολλοί Έλληνες, τα ονόματα των 11 παιδιών του κατά σειρά γεννήσεως. Ο Εμμανουήλ Παπάς μέσα σε 22 χρόνια γίνεται ο αρχηγός μιας πολυμελούς, μιας πατριαρχικής οικογένειας, που αποτελείται από 8 αγόρια και 3 κορίτσια (σχεδόν σε κάθε δύο χρόνια αναλογεί και ένα παιδί).
Στην Κων/πολη κατορθώνει ο Παπάς να εισπράξει το χρέος του Γιουσούφ μέσω της Πύλης. Και είναι πολύ πιθανόν ότι μαζί με τον Κ. Κουμπάρη και τον Γ. Σταματά προχώρησε πολύ στη μύηση και άλλων μελών στην Κων/πολη και στην είσπραξη αντιστοίχων ποσών, με τα οποία σκόπευε ο Υψηλάντης να οργανώσει "κάσα" για την χρηματοδότηση του αγώνα. Στις Σέρρες, την απουσία του προσπαθεί να καλύψει ο μεγαλύτερος γιος του Αθανάσιος, ο οποίος τον αντικαθιστά στις διάφορες εργασίες του και ο οποίος δε θα διστάσει να δανείσει ακόμα και άτοκα στους κατοίκους της ιδιαίτερης πατρίδας του πατέρα του• χρήματα που τελικά δεν εισπράχτηκαν ποτέ σε εποχή που κυριολεκτικά οργίαζε η τοκογλυφία.

Ο Εμμανουήλ Παπάς είχε μέτριο ανάστημα. Το πρόσωπό του στηριγμένο σε ένα μακρύ λαιμό, ήταν πράο αλλά γεμάτο ζωή και δραστηριότητα. Ήταν λιγόλογος, μιλούσε με μειλιχιότητα και πρόφερε τις λέξεις αργά και καθαρά. Έπαιρνε το λόγο πάντοτε τελευταίος και επιβάλλονταν με την λογική διατύπωση των γνωμών του. Ο ζήλος του για την απελευθέρωση της Ελλάδας ήταν μεγάλος και η φιλοτιμία του απέραντη.
Δεν υπάρχει κάποια αποτύπωση της φυσιογνωμίας του μεγάλου αυτού τέκνου της Σερραϊκής γης ούτε σε ζωγραφιά, ούτε σε κάποια γκραβούρα της εποχής αλλά ούτε και κάποια περιγραφή του. Η μοναδική αναφέρεται από τον Ευάγγελο Στράτη στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε στα 1914 και από αυτό δανειζόμαστε τα όσα προηγουμένως αναφέραμε σύμφωνα πάντοτε με όσα γράφει για αυτόν ο Σερραίος λόγιος και ιστορικός.
Ο Εμμανουήλ Παπάς εμυήθη στη Φιλική Εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη, στην οποία και διέθεσε όλη τη μεγάλη περιουσία του, αλλά και όλο του το είναι. Πιστός στον όρκο του προς τη Φιλική Εταιρεία, ο Εμμανουήλ Παπάς αναλαμβάνει να εκτελέσει τις οδηγίες που του έδωσε ο αρχηγός και φίλος του Αλέξανδρος Υψηλάντης. Προς τούτο αγοράζει ικανή ποσότητα όπλων και πολεμοφοδίων και στις 23 Μαρτίου 1821 τα φορτώνει σε καράβι και αναχωρεί για το Άγιον Όρος μαζί με τον Ιωάννη Χατζηπέτρου, υπασπιστή του και τον Δημήτριο Οικονόμου, γραμματέα του. Το Άγιον Όρος θεωρούνταν -κακώς βέβαια- ως το καταλληλότερο ορμητήριο για την εξέγερση της Μακεδονίας, όχι μόνο γιατί η χερσόνησος ήταν φυσικά οχυρή, αλλ' ακόμη γιατί οι 3.000 περίπου άνδρες, που μόναζαν στα 20 μοναστήρια και στα 300 περίπου κελλιά, σκήτες, καθίσματα και ησυχαστήρια θα μπορούσαν να αποτελέσουν αξιόλογη στρατιά. Το έδαφος παρουσιαζόταν ώριμο για την εξέγερση, γιατί δυο χρόνια τώρα οι μοναχοί είχαν υποφέρει πολλά από τις αυθαιρεσίες και αργυρολογίες του Τούρκου διοικητή. Έπειτα ορισμένοι φαίνεται ότι είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρία. Στην πραγματικότητα όμως ούτε η κατάλληλη προετοιμασία είχε γίνει, ούτε και οι επαναστατικές ιδέες συμβιβάζονταν με τον ιδεολογικό κόσμο των μοναχών και με το αγιορείτικο καθεστώς.
Το πλοίο στις 23 Μαρτίου του 1821 έφθασε στο Αγιον Ορος και εκεί υποδέχθηκε τον Εμμανουήλ Παπά με μεγάλο ενθουσιασμό ο ηγούμενος της μονής Εσφιγμένου, ο οποίος ήταν προ πολλού μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Την επομένη της αφίξεως του Εμμανουήλ Παπά στο Αγιο Ορος, προσκλήθηκαν σε γενική συνέλευση στη μονή Εσφιγμένου όλοι οι ηγούμενοι και οι προϊστάμενοι των είκοσι μοναστηριών και σκητών, οι οποίοι με μεγάλη προθυμία και συγκίνηση ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Εμμανουήλ Παπά. Ο φλογερός επαναστάτης σκορπίζει ρίγη ενθουσιασμού και συγκίνησης. Οι ηγούμενοι όλων των Μονών τον ανακηρύσσουν «Αρχηγόν και προστάτην της Μακεδονίας», αλλά η επανάσταση που ευαγγελίζονταν θα αποτύχει... Οι πατέρες του Αγίου Όρους άρχισαν υπό άκρα μυστικότητα να υλοποιούν τις εντολές που τους δόθηκαν γιά την επιτυχία του Αγώνα. Ο Παπάς αμέσως δίνει το έναυσμα της επανάστασης.
Το επαναστατικό κίνημα του Εμμανουήλ Παπά έφτασε στο τέλος του σύντομα και άδοξα. Ο διοικητής της Θεσσαλονίκης, Γιουσούφ Μπέης απέστειλε μεγάλη στρατιωτική δύναμη στον Άθω και μόλις έφθασε αυτή, άρχισε να καταπιέζει παντοιοτρόπως τους κατοίκους της περιοχής, πολλοί από τους οποίους αναγκάσθηκαν να καταφύγουν στα βουνά.
Την παραμονή της ημέρας που ορίστηκε για επίθεση κατά του Πολυγύρου (δηλαδή την 16η Μαΐου), οι Τούρκοι στρατιώτες άρχισαν να βρίζουν τους χριστιανούς και να τους απειλούν με γενική σφαγή. Οι κάτοικοι του Πολυγύρου οπλίσθηκαν και ορκίστηκαν επί του Σταυρού, κήρυξαν την επανάσταση και το πρωί της 17ης Μαΐου σκότωσαν τον Τούρκο υποδιοικητή και τους δεκαοκτώ στρατιώτες της φρουράς του και αυθημερόν, για να προλάβουν την είσοδο της επερχόμενης τουρκικής δυνάμεως που αποτελούνταν από χίλιους άνδρες, χωρίστηκαν σε δύο μέρη και επιτέθηκαν, οι μεν κατά του Τσιρίμπαση, οι δε κατά του Χασάναγα, τους οποίους και ανάγκασαν σε υποχώρηση.
Ο Γιουσούφ Μπέης, πληροφορήθηκε τα γεγονότα και κατέσφαξε πολλούς από τους Έλληνες της Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων τον επίσκοπο Κίτρους Ιωσήφ και τους προύχοντες Χριστόδουλο Μπαλάνο, Χρήστο Μενεξέ και Αναστάσιο Κυδωνιάτη.
Το μαρτύριο των Ελλήνων της Θεσσαλονίκης έγινε γνωστό στη Χαλκιδική και στην ανατολική Μακεδονία και έγινε αφορμή να εξαφθεί ακόμα περισσότερο το μίσος κατά των Τούρκων και να γιγαντωθεί ο πόθος για την ελευθερία. Προς τούτο στο Πρωτάτο των Καρυών συγκροτήθηκε υπό τον Εμμανουήλ Παπά γενική συνέλευση και αποφασίστηκε η καθαίρεση του Ζαμπίτη (αστυνόμου) του Άθω, Χασεκή Χαλήλ Μπέη. Παράλληλα, συστάθηκε γενική εφορεία από αντιπροσώπους όλων των ιερών Μονών για την εσωτερική διοίκηση και οικονομική επιμελητεία του πολέμου και προσκλήθηκαν όλοι οι δυνάμενοι να φέρουν όπλα μοναχοί του Αγίου Ορους. Ύστερα απ' αυτά, σε συγκινητική εκκλησιαστική τελετή, κηρύχθηκε η επανάσταση υπό τις ευλογίες του μητροπολίτη Μαρωνείας Κωνσταντίου και αναγορεύθηκε ο Εμμανουήλ Παπάς αρχηγός και προστάτης της Μακεδονίας.
Στις 8 Μαΐου στις Σέρρες συμβαίνουν δραματικά γεγονότα, όμως τελικά η πόλη σώζεται από την άγρια μανία του τουρκικού όχλου. Ταυτόχρονα η Φαίδρα, η γυναίκα του Εμμ. Παπά και η οικογένειά του φυλακίζονται, δημεύεται η περιουσία του και κατάσχονται 13 βαρέλια με χρυσά φλωριά.
Στις 2 Ιουνίου οι δυνάμεις προελαύνουν προς τη Θεσσαλονίκη, αλλά στην ουσία πρόκειται για ένα "ρέμπελο ασκέρι" που δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ενισχύσεις, πολεμοφόδια και το κυριότερο, ηγεσία. Γι' αυτό και η επανάσταση στη Χαλκιδική θα συρρικνωθεί γρήγορα και οι επαναστάτες θα περάσουν τεσσερεισήμισυ μήνες αποκλεισμένοι στις δυο χερσονήσους. Είναι η εποχή που ο Δημήτριος Υψηλάντης ονομάζει τον Παπά "πληρεξούσιο αρχηγό και διοικητή των στρατιωτικών δυνάμεων του Αγίου Όρους, της Κασσάνδρας και της Θεσσαλονίκης".
Η πτώση της Κασσάνδρας και "η αντιδραστική στάση" των μοναχών κάνουν την κατάσταση απελπιστική, ενώ άγριος, αποφασιστικός και ακάθεκτος εισβάλλει στη Χαλκιδική ο Μεχμέτ Εμίν πασάς της Θεσσαλονίκης καταστρέφοντας, καίγοντας, σφάζοντας και ισοπεδώνοντας τα πάντα.
Ο Εμμανουήλ Παπάς αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη Μονή Εσφιγμένου, να μπει σ΄ ένα καράβι και να πάρει την κατεύθυνση για Ύδρα, έχοντας μαζί του το μικρό του γιο, τον Γιαννάκη καθώς και το προσωπικό του αρχείο. Όμως οι μέχρι τότε κακουχίες, η κούραση, αλλά και η απογοήτευση είχαν φθείρει την υγεία του Σερραίου επαναστάτη, με αποτέλεσμα να πάθει καρδιακή προσβολή και να πεθάνει πριν το καράβι φθάσει στην Ύδρα, όταν αυτό περιέπλεε τον Καφηρέα.
Στην Ύδρα θάφτηκε το σώμα του στις 5 Δεκεμβρίου 1821 με τιμές στρατηγού. Στις 17/5/66 τα οστά του μεταφέρθηκαν στις Σέρρες και τοποθετήθηκαν στη βάση του ανδριάντα του ήρωα που κοσμεί την κεντρική πλατεία Ελευθερίας. Από τα παιδιά του ο Αθανάσιος αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και αποκεφαλίστηκε στη Χαλκίδα (1826), ο Ιωάννης σκοτώθηκε στο Νεόκαστρο ( 1825) και ο Νικόλαος στην Αττική».

Από την ιστοσελίδα της Ι.Μ. Εσφιγμένου
Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr



▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓



 Πεζόδρομος Σκουφά, Άρτα. Στη Νιγρίτα πότε;