Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

«ΤΗ ΛΑΜΠΡΗ ΣΤΑ ΨΗΛΩΜΑΤΑ…» (08 04 2011)

Ένα κείμενο του Γιώργου Ιωάννου.

«Τη Λαμπρή τη γιορτάζουμε στο χωριό, ενώ τα Χριστούγεννα στην πόλη. Και τα Χριστούγεννα είναι στο χωριό πολύ ωραία, αλλά ο πατέρας μου φοβάται για τη δουλειά του. Μήπως κλειστούμε από τους πάγους και τα χιόνια και δεν μπορεί να φύγει στην ώρα του. Πάντως, από τότε που θυμάμαι, τη Λαμπρή ανεβαίνουμε πάντοτε και ανοίγουμε για λίγες μέρες το πατρογονικό μας σπίτι. Και άλλοι πολλοί έρχονται εκεί τότε. Το χωριό γεμίζει από ανθρώπους και χαρά. Έχω συνηθίσει να τους βλέπω κάθε χρόνο, θαρρείς και είναι μόνιμοι κάτοικοι. Αλλά, όπως μας λένε, τον άλλο καιρό είναι εκεί πολύ λιγότεροι οι κάτοικοι, οι περισσότεροι μάλιστα ηλικιωμένοι.
Το χωριό μας Γυμνάσιο , ευτυχώς, έχει, έρχονται παιδιά και απ τα γύρω χωριά. Εγώ, καθώς είμαι περίεργος, δεν χάνω και το να κουβεντιάζω με τα παιδιά της ηλικίας μου είτε αυτά είναι του χωριού είτε από την πόλη. Μιλάμε βέβαια για δικά μας ζητήματα, αλλά μιλάμε και για τα μαθήματα και τα σχέδια μας. Είναι ωραία να συζητάς σιγοπερπατώντας μέσα σ΄ εκείνο το ανοιξιάτικο περιβάλλον, χωρίς να σε κυνηγάνε τ΄ αυτοκίνητα.
Εγώ κάνω τον ανήξερο πολλές φορές και ρωτάω. Θέλω να δω τις γνώμες και τη σκέψη των συνομηλίκων μου. Το ίδιο κάνουν κι αυτοί μερικές φορές κι εγώ πρόθυμα και ειλικρινά τους απαντάω. Δεν ξέρω ποια είναι η εντύπωση τους για μένα, αλλά η δική μου είναι πως τα παιδιά της επαρχίας ξέρουν πιο σωστά από μας ορισμένα πράγματα, τόσο από μαθήματα όσο και από γεγονότα. Κάθομαι και σκέφτομαι. Δεν ξέρω που αν το αποδώσω αυτό, άλλη ιδέα είχα εγώ για το χωριό, εμπνευσμένη από τη μαμά μου, κυρίως, που εδώ που τα λέμε δεν βλέπει την ώρα πότε να φύγουμε για την πόλη, να πάμε στο διαμέρισμά μας, στην πολυκατοικία μας – «πουλικατοικία», την έλεγε επιτυχημένα κάποιος – όπου αυτηνής πολύ της αρέσει, αλλά εμένα μου φαίνεται σαν φυλακή. Την ίδια γνώμη έχει κι ο πατέρας μου, μα τι αν κάνει ο καημένος; Έχει τη δουλειά του, τις ευθύνες του, δεν μπορεί να λείψει καθόλου σχεδόν. Και το Πάσχα με το ζόρι ξεγλιστράει. «Αχ, δεν θα πάρω τη σύνταξη; Εδώ θα ΄ρθω να μείνω, εδώ!», λέει αναστενάζοντας, προς μεγάλη αγανάκτηση της μαμάς μου. Ήταν χωριατόπουλο, βλέπεις, και του έχει μείνει η λαχτάρα γι΄ αυτή τη ζωή, αλλά και το καθαρό μυαλό, και η κάποια αλλιώτικη σωματική ευρωστία, μολονότι έφυγε πολύ γρήγορα για τη βιοπάλη. Φαίνεται ότι ο ήλιος, ο αέρας και οι καιροί, και η σκληρή δουλειά, βέβαια μες σ΄ αυτούς τους καιρούς, είναι αποφασιστικά πράγματα. Ψήνουν απ΄ την παιδική ηλικία το κορμί, το σφραγίζουν ανεξίτηλα, όπως, αλίμονο, το σφραγίζει ανέκκλητα και η έλλειψη τους. Κι αλίμονο μου αν αυτό είναι αλήθεια.
Λοιπόν, συζητώντας με τα παιδιά εκεί διαπιστώνω ότι και μαθηματικά ξέρουν περισσότερα και γραμματική ξέρουν περισσότερη απ όλα τα βασικά πράγματα ξέρουν περισσότερα. Και προπαντός – όπως να το πω – τα ξέρουν καλύτερα, σωστότερα, πιο ξεκαθαρισμένα. Βέβαια, μπορεί να μου πει κανείς ότι συζητάω με τους καλούς μαθητές, αλλά δεν πιστεύω. Εγώ δεν κάνω επιλογή στις εκεί παρέες μου. Ακόμα, μπορεί να μου πει ότι αυτά τα παιδιά που λέω είναι του Γυμνασίου ακόμα κι ότι με τον καιρό, όταν πάνε στο Λύκειο, η κατάσταση θα αλλάξει. Αυτό το αποκλείω ολότελα, γιατί οι βασικές και πρώιμες δομές, όπως λέει και κάποιος μεγάλος συγγραφέας, παίζουν καθοριστικό ρόλο στο πνεύμα του ανθρώπου. Όσο για τις περιλάλητες εισαγωγικές στα ανώτατα ιδρύματα, παν εκείνα που ξέραμε. Τα πρόχειρα πασαλείμματα δεν περνά πια Θέλει δουλειά συστηματική για χρόνια, σχολικό θρανία και προσεχτική παρακολούθηση.
Εμείς, βέβαια της πόλης, ξέρουμε αλλά, είμαστε «κοινωνικά μορφωμένοι», όπως άκουσα κάποτε μια κοπελιά να λέει, που καλύτερα να μην κάνω την περιγραφή της. Ωραία κοινωνική μόρφωση…. Να τη χαίρονται. Πάντως, κάτι ξέρουμε περισσότερο, είναι η αλήθεια, μόνο που καμιά φορά στις συζητήσεις μου φαίνεται κάπως σαν να αερολογούμε.
Παρατηρώ ακόμα ότι και στα άλλα μια χαρά είναι κατατοπισμένοι. Δεν είναι πια εκείνο το χωριό που ‘ξέραν οι παλιότεροι. Παρακολουθούν προσεχτικά την τηλεόραση, ακούν ωραία μουσική από το ραδιόφωνο, όταν θέλουν, και διαβάζουν και βιβλία από μια μικρή βιβλιοθήκη. Κι εμείς τα κάνουμε όλα αυτά, βέβαια. Αλλά όλα με μεγάλη βιασύνη, με τσαπατσουλιά. Μας τρώνε οι δρόμοι, μας δηλητηριάζουν τα καυσαέριο, οι αδιάκοποι θόρυβοι μας ρημάζουν.
Βέβαια, δεν λέω, η μεγάλη κοινωνία ξυπνάει αλλιώς τους ανθρώπους, τους δίνει έναν αλλιώτικο ρυθμό ζωής και σκέψης που είναι η λάμψη τους κι ο θάνατός τους.
Η μεγάλη κοινωνία έχει πολλά μέσα, φτάνει να μπορείς να επωφεληθείς. Αλλά πόσοι μπορούν; Και τι να την κάνεις μια ζωή τόσο φαρμακωμένη; Το χωριό έχει χρόνο, ελεύθερο χρόνο πολύ, καθαρή ατμόσφαιρα, ησυχία. Όλα είναι δίπλα σου. Δεν έχει μεγάλες βιβλιοθήκες, αλλά σε μερικά κάτι το βασικό γίνεται. Δεν έχει θέατρα δεν έχει, δεν έχει….
Τελικά νομίζω – γιατί εμένα πολύ με καίει αυτό – ότι πρέπει να γίνει κάποιος συνδυασμός, κάποια συναίρεση. Η πόλη να ξαναποκτήσει μερικά προσόντα του χωριού, γιατί αλλιώς είμαστε χαμένοι. Θέλουμε ησυχία, θέλουμε ανάσα, χρόνο ελεύθερο. Το χωριό πάλι. Θέλει βιβλιοθήκες, θέατρο, καλό κινηματογράφο. Αλλά επιτέλους, ο ελλείψεις του χωριού, αν και τόσο σοβαρές, δεν είναι θανάσιμες για τους ανθρώπους που ζουν ακόμα εκεί πέρα. Με μας εδώ τι θα γίνει, αυτό είναι το ζήτημα.
Βλέπω ότι και τα άλλα παιδιά αυτά πιστεύουν. Κάτι πρέπει μνα κάνουμε – όλοι συμφωνούμε. Μα συνδυάσουμε τα πράγματα, να φέρουμε κάποια ισορροπία. Δεν έχει σημασία. Που είμαστε πολύ νέοι από τώρα. Ναι, πρέπει από τώρα…
Πάντως, κάθε φορά που φεύγω αναβαπτισμένος από το χωριό ή αισιοδοξία μου είναι ενισχυμένη. «Δεν είναι δυνατό, λέω μέσα μου. Η δικιά μας η γενιά πρέπει να διορθώσει αυτά τα πράγματα. Σε αδιέξοδο έχουμε φτάσει. Όταν μεγαλώσουμε… όταν πάρουμε εμείς στα χέρια μας…». Μα σταματώ εδώ τους συλλογισμούς μου».

Περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά»
Τεύχος 30, Απρίλιος 1979

Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr



▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓



 Πεζόδρομος Θήβας. Στη Νιγρίτα πότε;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου