Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ (07 05 2010)
Τα κοινά στοιχεία του Δ.Ο.Ε. (1898) και του Δ.Ν.Τ. (2010)
Είναι γενικώς αποδεκτό ότι η ενασχόληση με την Ιστορία μπορεί να προσφέρει πολλά. Μπορεί να ανοίξει τα μάτια και να αντιληφθούμε – μετά από τόσα χρόνια – πώς γίνονται και ξαναγίνονται τα πράγματα, και κυρίως πώς να αποφεύγουμε να επαναλαμβάνουμε ιστορικά λάθη. Φαίνεται όμως, ότι ο λαός αυτός (και οι ταγοί του) δεν αγαπούν ιδιαίτερα τη μελέτη της Ιστορίας, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται η κραυγαλέα ανικανότητα να πέφτουμε μέσα στις ίδιες παγίδες ξανά και ξανά. Ευκαιρία λοιπόν σήμερα να ξεσκονίσουμε μερικά ιστορικά βιβλία και να ρίξουμε μια ματιά στο αντίστοιχο Δ.Ν.Τ. του παρελθόντος: στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (Δ.Ο.Ε.).
Οι κυβερνήσεις του Τρικούπη, πέρα από τα όσα θετικά πέτυχαν για τον τόπο (δημόσια έργα, μέτρα για διοίκηση ανεξάρτητη από τους πολιτικούς), ευνοούσαν ιδιαίτερα τους μεγαλοκεφαλαιούχους (μας θυμίζει τίποτα;) και έσπρωχναν επομένως τις μεσαίες και χαμηλές τάξεις προς το αντίπαλο κόμμα του Δηλιγιάννη. Τα οικονομικά προβλήματα του κράτους ήταν έντονα ήδη πριν από τον Τρικούπη, αλλά οι προσπάθειες να καλυφθούν γινόταν κυρίως με εσωτερικό δανεισμό (Εθνική Τράπεζα, πλούσιοι Έλληνες τραπεζίτες). Οι στρατιωτικές δαπάνες για την προσάρτηση της Θεσσαλίας (1881) επέτειναν το πρόβλημα αυξάνοντας το εσωτερικό χρέος και οδηγώντας σε νέα δάνεια.
Είναι η περίοδος κατά την οποία θα στραφεί το ελληνικό κράτος και στα δάνεια από το εξωτερικό, με αποτέλεσμα την εισροή ξένου κεφαλαίου στη χώρα μας. Όμως οι ξένοι δανειστές θέτουν ξεκάθαρα τον όρο να ελέγξουν τα οικονομικά της Ελλάδας. Ο Τρικούπης (1893), για να αποφύγει μια τέτοια περίπτωση, προτείνει τη συγκρότηση ενός συμβουλίου, στο οποίο θα συμμετείχαν και αντιπρόσωποι των δανειστών, με σκοπό να επιβλέπει τη χρήση του δανείου. Φυσικά αυτό δε γίνεται δεκτό και λόγω πίεσης του χρόνου, ο Τρικούπης αποχωρεί από το υπουργείο, προβλέποντας τη νομοτελειακή καταστροφή (μας θυμίζει κάποιον;). Μέσα στο ίδιο έτος ο Δηλιγιάννης απομακρύνθηκε κι αυτός από την εξουσία και κλήθηκε ξανά ο Τρικούπης για να αναγγείλει το γνωστό «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Στο μεταξύ οι ξένοι πιστωτές έφταναν στην Αθήνα για να επιβάλλουν τον οικονομικό έλεγχο.
Μπροστά σε αυτή την προσπάθεια ο Τρικούπης είχε απέναντί του, όχι μόνο τα οικονομικά προβλήματα, αλλά και το Παλάτι, την αντιπολίτευση και τους τραπεζίτες. Απογοητευμένος και δίχως κουράγιο να συνεχίσει μια τέτοια μάχη, αποσύρεται από την πολιτική μετά την εκλογική ήττα του 1895, εγκαταλείπει την Ελλάδα και καταπονημένος από προβλήματα υγείας πεθαίνει στις Κάννες.
Οι ξένοι πιστωτές επιμένουν στην επιβολή του οικονομικού ελέγχου. Για να το πετύχουν αυτό, εξωθούν την Ελλάδα (ιδίως ο Γερμανός κάιζερ Γουλιέλμος ο β’) στον «ατυχή» πόλεμο με την Οθωμανική αυτοκρατορία που κατέληξε στην ήττα του 1897, όταν και ο τουρκικός στρατός έφτασε μέχρι τη Λαμία και σταμάτησε μετά από παρέμβαση των ξένων δυνάμεων! Σε πανικό το ελληνικό κράτος αναγκάστηκε να δεχτεί άρον άρον τους όρους της ειρήνης για να μην χάσει εν μια νυκτί όσα είχε κερδίσει με αγώνες δεκαετιών. Και τι προέβλεπαν αυτοί οι όροι; Πολεμική αποζημίωση προς την Τουρκία 95.000.000 χρυσά φράγκα, σε μια εποχή που η Ελλάδα ήταν αδύνατο να την καταβάλλει χωρίς να προστρέξει (ξανά) σε εξωτερικό δανεισμό.
Έτσι λοιπόν οι ξένοι πιστωτές έφεραν τα πράγματα στο σημείο που ήθελαν. Επιβάλλουν με ειδική ρήτρα την υποχρεωτική ψήφιση από την ελληνική Βουλή όλων των όρων της συνθήκης και εγκαθίστανται πλέον μόνιμα στην Αθήνα, ασκώντας τον διεθνή οικονομικό έλεγχο στα τεκταινόμενα της χώρας. Η κυβέρνηση Ζαΐμη προσπάθησε να πιέσει κάπως τους ξένους για μια πιο soft παρέμβαση στα διοικητικά του κράτους, αλλά προσέκρουσε στην ισχυρή αντίδραση των Γερμανών (καλώς τους και πάλι!). Οι Άγγλοι και οι Ιταλοί ήταν πιο επιεικείς.
Ας δούμε τώρα ποια προνόμια παραχώρησε το ελληνικό κράτος στην Επιτροπή αυτή του οικονομικού ελέγχου στις 28 Απριλίου 1898 (κοίτα συγκυρία, ίδια περίπου εποχή!). Πρώτα πρώτα τον έλεγχο όλων σχεδόν των εσόδων του. Δηλαδή: Κρατικά μονοπώλια άλατος, πετρελαίου, σπίρτων, παιγνιοχάρτων, σμύριδος, σιγαροχάρτου, φόρος καπνού, τέλη χαρτοσήμου, δασμοί τελωνείου Πειραιώς. Και αν δεν έφταναν αυτά, προβλεπόταν ακόμα έλεγχος των δασμών των Τελωνείων Κέρκυρας, Πατρών, Βόλου, Λαυρίου. Επιπλέον, απαγόρευσαν οι ελεγκτές του Δ.Ο.Ε. στην Ελλάδα να εκδίδει χαρτονόμισμα.
Και το πιο σημαντικό: δεν έμειναν μόνο στον έλεγχο των οικονομικών, αλλά άπλωσαν τα πλοκάμια τους σε ολόκληρο τον δημόσιο τομέα. Από τα χέρια τους περνούσαν πλέον οι προσλήψεις, οι μεταθέσεις και οι προαγωγές των δημοσίων υπαλλήλων (μας θυμίζει τίποτα;). Στην ουσία δεν υπήρχε ελληνικό κράτος, αφού καταργήθηκε η εθνική κυριαρχία. Ούτε καν στρατός δεν υπήρχε, αφού δεν το προέβλεπε ο προϋπολογισμός των τεχνοκρατών εκείνης της εποχής.
Μέσα σε όλη αυτή εθνική ξευτύλα της ανικανότητας και στα οικτρά αποτελέσματά της πρέπει να προστεθούν και οι πολίτες που θίχτηκαν από τις εν λόγω εξελίξεις και πλήθυναν την υπερατλαντική μετανάστευση (προσέξτε πόσος λόγος γίνεται σήμερα για μετανάστευση των Ελλήνων), αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα στη γη της επαγγελίας. Παρ’ όλ’ αυτά, εντυπωσιακό είναι το σθένος που επέδειξαν οι πρόγονοί μας, αν αναλογιστούμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έμπαιναν στον 20ο αιώνα και τα ανυπέρβλητα κατορθώματά τους σε Βαλκανικούς και Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Αυτό είναι μια παρηγοριά για μας τους σημερινούς, και απομένει να δείξουμε στην πράξη αν έχουμε έστω και λίγο από το μέταλλο εκείνων, μπροστά στις κακουχίες που έπονται. Γιατί και το σημερινό Δ.Ν.Τ. ήρθε για να μείνει...
▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓
Αυτό που γίνεται με την Πρωτομαγιά είναι άνευ προηγουμένου. Φέτος έπεφτε Σάββατο. Ε, από την Τρίτη άρχισαν οι πολύχρωμες κορδέλες να στολίζουν τα πλατάνια της Γκουλμαράκας, οριοθετώντας με τον πλέον επίσημο τρόπο ότι το μέρος είναι πιασμένο! Ο ατομικισμός, η ιδιοκτησία σε όλο το μεγαλείο της, ακόμα και στην απέραντη φύση. Δεν είναι μακριά ο καιρός που θα παίζουμε και ξύλο για το ποιος θα πιάσει τον καλύτερο ίσκιο...
Παύω πλέον να ασχολούμαι με τα νέα μέτρα. Το καπέλο μας το φόρεσαν και όλοι σιωπηλά το αποδέχτηκαν. Ίσως και να κοιτάζονται στον καθρέφτη να δουν αν τους πάει. Τα παπαγαλάκια στα μεγάλα κανάλια δίνουν την εντύπωση ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος και αποπροσανατολίζουν τον κόσμο. Τον έχουν φέρει σε μια κατάσταση νιρβάνα που δεν ανατρέπεται. Τα νέα μέτρα δε μας τρομάζουν, αλλά θα τα δεχόμασταν με χαρά, αν βλέπαμε ειλικρινή διάθεση από τους άρχοντες. Διάθεση δηλαδή να πληρώσουν οι κατεξοχήν υπαίτιοι, να μαζευτούν πίσω τα κλεμμένα και να μπει επιτέλους και κάποιος στη φυλακή. Από τη χούντα έχουν να δουν πολιτικό τα κελιά.
Από που φαίνεται η έκπτωση του πολιτικού λόγου, η κατάντια πολιτικής (και εν πολλοίς και πνευματικής) ηγεσίας; Από το ότι περιμένουμε σατιρικές εκπομπές, όπως το Τσαντήρι και η Αρβύλα για να ακούσουμε πράγματα αληθινά, γλώσσα ζωντανή, σκέψεις καθαρές και πηγαίες, έστω και στην υπερβολή τους. Γιατί καμία πολιτική γλώσσα δε μπορεί να μιλήσει έτσι; Γιατί ελάχιστοι πολιτικοί αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν ντόμπρα τα συναισθήματα του Έλληνα.
Πέμπτη 13 Μαΐου 2010
Παρασκευή 7 Μαΐου 2010
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΡΕΛΛΑ
ΣΤΑ ΞΕΡΟΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ (30 04 2010)

Απόσπασμα από το «Λοιμό» του Αντρέα Φραγκιά (1972)

«Εκείνο το καλοκαίρι, ο αέρας κόπασε για λίγο κι έπεσαν στον τόπο σύννεφο οι μύγες. Τσιμπούσαν τα μάτια, σούβλιζαν το πετσί, βούιζαν στη βαριά ζέστη κι άλλοτε σηκωνόταν ένας μαύρος γυαλιστερός κουρνιαχτός προς τη μεριά των αφοδευτηρίων. παχιές, καλοθρεμμένες καλοκαιριάτικες μύγες. Χρύσιζαν στον ήλιο πάνω στους τοίχους και στα κατάλευκα ασβεστωμένα πεζούλια. Αλλά κι αυτές τις συνηθίζεις , λες και είναι ένα στοιχείο του τόπου , όπως ο άνεμος, τα βράχια, η ζέστη. Κανείς δεν τους έδωσε τότε σημασία. Όταν σ΄ ενοχλούσαν τις έδιωχνες με μια κίνηση από τα μούτρα σου και τελείωνες.
Ένα μεσημέρι, όμως, τα μεγάφωνα σάλπισαν προσοχή, οι άσπρες μπλούζες σφύριζαν κι αλώνιζαν τον τόπο κι ερευνούσαν τους τάφους να μη μείνει κανείς μέσα. Όλα έδειχναν πως κάτι σοβαρό θ΄ ανακοινωθεί. Καθετί όμως, εδώ λέγεται πολύ σοβαρά κι έτσι πάλι, κανείς δεν έδωσε σημασία. Καινούρια σφυρίγματα, προσταγές, θούρια και παιάνες για ν΄ αναγγελθεί η απόφαση:
"Μπροστά στο φοβερό κίνδυνο που διατρέχουμε -για την υγεία, την καλή διαβίωση και τον πολιτισμό- πρέπει ν΄ αντιμετωπίσουμε τη φοβερή επίθεση, να εξοντώσουμε το μίασμα και ν΄ απαλλάξουμε τον τόπο από την απειλή! Στον αγώνα αυτόν θα μετρηθεί η συμβολή εκάστου και θα αποκαλυφθούν οι αδιάφοροι. Πρέπει να εξοντώσουμε τις μύγες! Προς τούτο, έκαστος υποχρεούται, ως ελάχιστον αντίτιμο, για ν΄ απολαμβάνει τα αγαθά του τόπου, να παραδίδει τουλάχιστον είκοσι μύγες την ημέρα. Οι απρόθυμοι θα υποστούν βαρύτατες κυρώσεις".
Η διαταγή αναλύθηκε εξαντλητικά για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία. Όποιος δε φέρει το βράδυ της είκοσι μύγες, μαύρη του μοίρα. "Θα τις συλλάβετε χωρίς να χαλαρωθεί, βεβαίως, στο ελάχιστο ο ρυθμός των άλλων εργασιών". Κι όταν εδώ λέμε πρέπει, σημαίνει "πρέπει".
Ένας ειδικός ομιλητής εξήγησε σ΄ επίσημη συγκέντρωση, για τη μεγάλη σταυροφορία που θα φέρει στον τόπο την κάθαρση και την εξυγίανση. Τόνισε το βαθύτερο νόημα της ευγενικής αυτής προσπάθειας, την αέναη πάλη με τις δυνάμεις του κακού, μίλησε για τους φορείς των ζωϊκών και των ηθικών μολύνσεων, για την λυτρωτική διαδικασία και την κάθαρση, για τις συμβολικές προεκτάσεις ενός τέτοιου χρέους.
Μετά τις πρώτες φράσεις, κανείς πια δεν καταλάβαινε τί έλεγε: Η φωνή του παλλόταν από συγκίνηση, καθώς μιλούσε για την "ηθική ανάπλαση, για τον εξαγνισμό των ψυχών από τις συντριπτικές αμαρτίες που βαραίνουν τις συνειδήσεις", και για την ανάγκη της καθημερινής εξιλαστήριας προσφοράς, "ώστε ύστερα από αρκετούς αιώνες δοκιμασίας να είναι δυνατόν μερικοί άξιοι...".
Μίλησε, πραγματικά, με μεγάλη έξαρση και ανάταση, λίγο ακόμα και θ΄ αποκτούσε κι αυτός φτερά να πετάξει.
Το άλλο πρωΐ, πριν ξεκινήσει ο πληθυσμός για τις εργασίες τους, το μεγάφωνο είπε με γλυκιά φωνή ένα παραμύθι, σαν αυτά που λένε στα παιδιά πριν κοιμηθούν. Εδώ συνηθίζονται τα πρωϊνά παραμύθια, για να κρατάνε όλες τις ώρες. Αφηγήθηκε με λίγα λόγια την ιστορία κείνου του καλού βασιλιά που όταν έφτανε ναυαγός σ΄ ένα έρημο νησί, βρήκε να το κατοικούν μόνο μερικά δαιμονισμένα τέρατα. Ύστερα, όμως, από πολλούς και σκληρούς αγώνες, ο καλός βασιλιάς νίκησε και υπόταξε τα κακά πνεύματα. Τα εξόντωσε, τα ημέρεψε.
Και το παραμύθι τελείωσε μ΄ αυτά τα λόγια:
-Καταλαβαίνετε, βέβαια, τί σημαίνει τούτος ο παλιός μύθος. Αυτοί που ενσαρκώνουν το πνεύμα του κακού, είσαστε σεις! Το πνεύμα του καλού θα ασκήσει την αγαθότητα και την αμείλικτη δύναμή του για να υποτάξει τον δαίμονα... Θα μπορούσε, βέβαια, να τον σκοτώσει, θα ήταν το πιο εύκολο. Υπάρχουν πολλά και αποτελεσματικά μέσα θανάτου, τα ξέρουμε όλα. Για τις μύγες, τα δραστικά φάρμακα, και για τις άλλες περιπτώσεις τα όπλα. Εμείς δε χρειαζόμαστε κι άλλους νεκρούς. Τί να τους κάνουμε; Δεν θα είχε καμιά αξία η αποστολή μας... Εμείς θέλουμε να εξ...ξοντώσουμε και να συντρ...ρίψουμε ουσιαστικά όχι τους ευτελείς φορείς, αλλά τον ίδιο το δαίμονα..."{...}.
Οι κάτοικοι ξεκίνησαν για τις δουλειές τους κι η ζωή ξαναμπήκε αμέσως στο ρυθμό της. Ομάδες για πέτρα, ομάδες για σκάψιμο, οι χτίστες στα κάστρα και στα γεφύρια, οι χαμάληδες στο λιμάνι, οι σκαφτιάδες στους δρόμους και στους τάφους, οι καλλιτέχνες στ΄ αγάλματα, οι κουβαλητές στην πέτρα, στο νερό, στον ασβέστη. Από σήμερα πρέπει να μαζεύεις και μύγες, το θύμισε πάλι ο ομιλητής : ο καθένας είκοσι! Τελειώνει το ξεφόρτωμα, τρέχεις ν΄ ανεβάσεις στην κορυφή το βαρέλι με το νερό, αμέσως για τσιμέντο, να μεταφέρουμε μια ειδική πέτρα σα μάρμαρο για τις προσόψεις. Στη γέφυρα! Πλάκες για να στρωθεί ο δρόμος, λάκκοι να φυτευτούν καινούρια δέντρα, αψίδες και μνημεία για να δοξάζονται τα μεγάλα κατορθώματα. Μύγες, χιλιάδες μύγες βουΐζουν παντού. Θα τις πιάσεις μόλις ακουμπήσεις τούτο το αγκωνάρι που σου κόβει την αναπνοή. Ήρθε η ώρα για νερό! Τρέχα. Πήραν μόνο όσοι πρόλαβαν. Να μεταφερθούν τάχιστα η άμμος και τα σίδερα. Θα μεταφερθούν. Φαγητό. Άρχισε η ομιλία! Διδαχές ηθικού, διδακτικού, φρονηματιστικού περιεχομένου. Μετάνοιες, ομολογίες αμαρτημάτων, συντριπτικές εξομολογήσεις. "Πόσες μύγες μάζεψες; Μήπως ξέχασες το χρέος σου; λέει κάθε τόσο το μεγάφωνο. Όχι, κανένας δεν το ξέχασε , αλλά πώς ν΄ ανταποκριθεί στα νέα καθήκοντα όταν σπάει πέτρα; Όσοι κάνουν μια παράμερη ή στεκούμενη δουλειά, κάτι θα πιάσουν. Στα μαγειρεία, στα συνεργεία, οι φρουροί και οι αποθηκάριοι είναι τυχεροί. Εκεί βράζει σύννεφο η μύγα. Κι οι άλλοι που χτίζουν, που φτυαρίζουν, θα τις πιάσουν πιο εύκολα. Όταν όμως τρέχεις με την πέτρα στον ώμο περνώντας μπροστά από τους επόπτες, πώς είναι δυνατό; Θα καθυστερήσεις και θ΄ αναγκάσεις κάποιον να σε μπάσει βίαια στο ρυθμό, σα να σκοτώνει κι αυτός τη μύγα του.
Ο περιδεής ψάχνει πάλι να βρει τον νυχτερινό συγκάτοικό του. Τις τελευταίες μέρες κατεβαίνουν στον τάφο του καινούρια πρόσωπα, άγνωστοι, και μένουν μόνο μια νύχτα. Νέες φάτσες, που τις ξεχνάς. Ο τρίτος όμως σηκώνεται πολύ νωρίς και όταν ξυπνήσουν οι άλλοι αυτός λείπει. Θα κάνει, φαίνεται, κάποια δουλειά πολύ πρωϊνή ή μισονυχτερινή. Κι έτσι αφού το τρίτο πρόσωπο λείπει πάντα, σημαίνει ότι εδώ και πολλές μέρες είναι το ίδιο. Τον έχει δει μόνο μια φορά για λίγο, μόλις πρόφτασε να διακρίνει το μισό πρόσωπό του καθώς έβγαινε από το άνοιγμα. Είδε καλύτερα μια τρύπα στις σόλες των παπουτσιών του, ναι στο δεξί του παπούτσι. Και μια κάλτσα μάλλινη σκισμένη στη φτέρνα. Ήταν πράσινη. Τρύπιες σόλες θα έχουν πολλοί, πώς να τον ανακαλύψεις από τη μισή όψη του που πρόλαβες να δεις για μια στιγμή τα χαράματα. Πρέπει να πιάσεις τη μύγα σου, να βρίσκεσαι πάντα μακριά από την οργή των νόμων, να μη σε ξέρει κανείς για κακό ούτε για καλό.
Μερικοί πρόλαβαν , έκλεισαν για γούστο βιαστικά τις χούφτες τους και βούτηξαν δυο τρεις. Τις φύλαξαν προσεχτικά σ΄ ένα κουτάκι των σπίρτων. Άλλοι έφτιαξαν χωνάκι. Όλοι είχαν ένα χαμόγελο κάπως κοροϊδευτικό για την αυστηρότητα που δόθηκε σε μια τόσο αστεία διαταγή. Έχει πάρα πολλές. Μιλιούνια βουΐζουν γύρω σου, παντού υπάρχουν μύγες. Δεν έχεις παρά ν΄ απλώσεις το χέρι σου. "Σε τσάκωσα! Θα σε παραδώσω το βράδυ". Κι ένας άλλος: "Αχ μου ξέφυγε..."-"Νόμιζες πως θα μου γλίτωνες, ε;..." Κι έτσι, παίζοντας οι πιο προνοητικοί μάζεψαν κάμποσες αλλά χωρίς να δώσουν και μεγάλη σημασία στ΄ αποκτήματά τους.
Άλλοι, πιο πειθαρχικοί και μερικοί που κατάλαβαν περισσότερο το νόημα του παραμυθιού, κουνούσαν αδιάκοπα τα χέρια τους, για να πιάσουν τις μύγες και να ξενοιάσουν. Δε θα πρόφτασαν όμως, ακούστηκε γρήγορα πρόσκληση για συγκέντρωση.
Την ορισμένη ώρα, όταν άρχισε το απόβραδο, ο κόσμος μαζεύτηκε, όπως πάντα, σκονισμένος και κατάσκοπος για φαγητό. Τα αρμόδια όργανα επέμεναν να είναι τέλειες οι σειρές, να το βουλώσουν όλοι, να ξαναγίνουν τα μετρήματα. Άρχισαν να πληθαίνουν και οι άσπρες μπλούζες, στάθηκαν ανάμεσα στις ομάδες, τριγύριζαν στα πλάγια. Μαζεύτηκαν και διάφοροι βοηθοί, ελεγκτές κι ένα σωρό άλλοι σκουντούφληδες και βλοσυροί. Κανένας δεν έδινε το σύνθημα για τη διανομή. Πάλι μετρήματα και μετακινήσεις καινούρια αναταραχή.
Ήρθε και κάποιος με σπουδαίες αρμοδιότητες. Μια βουβή παγωνιά απλώθηκε. Τοποθέτησαν κι ένα μεγάφωνο.
"Ν΄ αρχίσει η διανομή", πρόσταξε μ΄ ένα νεύμα ο ελεγκτής.
Ξεκίνησε ο πρώτος. Έπρεπε να περάσει μπροστά από αυτόν.
"Τις μύγες σου" ζήτησε ο βοηθός.
"Ποιές μύγες ;"
"Αυτές που έπρεπε να πιάσεις".
"Δεν έχω".
"Το ξέχασες, δεν μπόρεσες ή δεν θέλησες; Λέγε".
"Δεν πρόλαβα..."
"Περίμενε στην άκρη", πρόσταξε ο βοηθός.
Ήρθε άλλος.
"Τις μύγες σου. Γιατί μόνο τρεις; Τόσα εκατομμύρια, δε βρήκες άλλες;
Κι εσύ εκεί. Όχι μαζί με τον άλλο, χωριστά."
Ένας έδειξε έντεκα ήταν ο καλύτερος.
"Γιατί μόνο έντεκα;"
"Στο νταμάρι φεύγουν όλες με τα φουρνέλα..."
Τον έστειλε σε άλλη σειρά.
Ένας από τα καλόπαιδα, τους ζητωκραυγαστές, από τους φανερούς κράχτες, είχε μαζέψει δεκαοχτώ.
"Εύγε! Εξετέλεσες το καθήκον σου!
Περάσανε σιγά-σιγά όλοι. Μόνο ένα ζαρωμένο ανθρωπάκι είχε τις περισσότερες. Μετρούσε, μετρούσε κι έφτασε στις τριανταδύο μύγες. Τις παρέδωσε όλες ο ανόητος, πήρε το φαγητό του και απομακρύνθηκε περήφανος. Σε μια στιγμή μάλιστα γέλασε και φάνηκαν μια σειρά ολόλευκα και γερά δόντια. Αμέσως όμως κατάλαβε ότι δεν ήταν σωστό να γελάει -ίσως να έβαλε και τα κλάματα- κι απομακρύνθηκε γρήγορα.
Καθώς φάνηκε, η προσπάθεια είχε γενικά αποτύχει. Στο άδειο κιβώτιο που έριχναν τις ψόφιες μύγες, δεν σκεπάστηκε καλά - καλά ούτε ο πάτος. Αυτοί που δεν είχαν πιάσει ούτε μία ήταν πολλοί. Μαύρα σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται πάνω απ΄ όλους. Ο πληθυσμός είχε δείξει μια εγκληματική αδιαφορία στους νόμους. Ακόμα κι η θάλασσα έγινε πιο μελανιά κι ακίνητη.
Ο ελεγκτής ανακοίνωσε την απόφασή του: Αυτούς που δεν είχαν ούτε μια, τους έστειλε μακρύτερα, κοντά στα βράχια. Σε άλλες σειρές κατέταξε τους υπόλοιπους, ανάλογα με τις μύγες που έφεραν.
Μόνος, χωρίς ταίρι και σειρά έμεινε το ανθρωπάκι με τις τριανταδύο. Έτρωγε έρημος, μα δεν κατέβαιναν οι μπουκιές.
"Γράψτε τα ονόματά σας κατά κατηγορία", είπε ένας βοηθός στα όργανα.
Θ΄ ανοίξουν τώρα καινούριους λογαριασμούς που θα σ΄ ακολουθούν πάντα, για να μετριέται με μύγες η κακή σου συμπεριφορά.
Την ώρα που γράφανε, κάποιος πλησίασε σιγά και πονηρά έναν επόπτη από πίσω. Είδε μια μύγα στον ώμο του. Άπλωσε την παλάμη του και όρμησε. Καθώς όμως περνούσε γρήγορα το χέρι του από το αυτί του, άγγιξε ξυστά το μάγουλό του. Ο επόπτης τρόμαξε.
"Τί κάνεις εσύ;"
"Μια μύγα στον ώμο σας. Νά την".
Άνοιξε την παλάμη του κι έδειξε το ξεκοιλιασμένο ζώο.
"Τώρα έχω έντεκα, μπορώ να πάω σ΄ εκείνη την καλύτερη σειρά;"
"Είναι πια πολύ αργά, άρχισε η καταγραφή. Εξάλλου, η μύγα αυτή βρισκόταν στον ώμο μου. Ανήκει σε μένα. Ήταν ασέβεια ν΄ απλώσεις πάνω μου".
"Τώρα όμως έχω έντεκα..."
"Ανώφελο. Ο ελεγκτής δε χρειάζεται μύγες... Αν ήθελε, θα έριχνε φάρμακο και δε θα έμενε καμία. Ήθελε να μετρήσει την προθυμία σας..."
"Σας χτύπησε κιόλας", πρόσθεσε ένας άλλος.
"Ναι εδώ στο μάγουλο..."
"Φοβερό. Βγήκε απ΄ τη γραμμή του, έκανε μια ασεβή χειρονομία που κατέληξε σε επίθεση. Θέλησε, τώρα που τελείωσε η κρίση να μεταπηδήσει πονηρά σε καλύτερη κατηγορία απ΄ αυτήν που τον κατέταξε ο ελεγκτής και με μια μύγα που δεν του ανήκει...".
"Και τώρα τί να κάνω;", ρώτησε ο χαμένος. "Μήπως πρέπει να πεθάνω;".
"Όχι ακόμα. Θ΄ αποφασίσω αργότερα για την τύχη σου. Να σταθείς χώρια", είπε ο επόπτης κι απομακρύνθηκε ικανοποιημένος, γιατί αυτός και μόνον αυτός, θα καθόριζε την τύχη κάποιου άλλου.
Όταν τελείωσε η καταγραφή, ήρθε η ώρα για την τελική κρίση. Κομμένες αναπνοές, ακινησία, οι φρουροί στις θέσεις τους, τα κύματα στους βράχους. Μια φωνή απόκοσμη, που ερχόταν από πολύ μακριά, είπε:
"Θα λάβουν φαγητό μόνο όσοι εξεπλήρωσαν στο ακέραιο το καθήκον τους. Όσοι δεν έπιασαν καμιά μύγα, είναι δόλιοι και θα έχουν τη μεταχείριση που αρμόζει στους απείθαρχους, τους πείσμονες και τους υπονομευτάς. Χαθείτε, να μη σας βλέπω".
Ένας με άσπρη μπλούζα φρόντισε να χαθούν το γρηγορότερο, τους τράβηξαν για τη χαράδρα.
Η ίδια φωνή συνέχισε:
"Οι άλλοι δείξατε αδιαφορία, κακοήθεια, τεμπελιά. Περιφρονήσατε τις διαταγές. Η ασυνειδησία σας θα μείνει, ώστε να ξέρετε τι σας περιμένει σε κάθε υποτροπή ανυπακοής. Από αύριο το έλλειμμα θα υπολογίζεται διπλάσιο, την επόμενη τριπλάσιο. Για σήμερα, λίαν επιεικώς θα υποστείτε μόνο στέρηση νερού και τροφής".
Έτσι όλοι κατάλαβαν ότι οι μύγες είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Και τα μεγάφωνα σκούζανε συνέχεια για μολύνσεις που επεκτείνονται, για ανεπίτρεπτα συμπτώματα απειθαρχίας και για αμείλικτες τιμωρίες που, όσο βαριές κι αν είναι, δεν μπορούν να εξαλείψουν το φοβερό αμάρτημα.
Κι αμέσως μουσική και τραγούδια.»
Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
ΣΤΑ ΞΕΡΟΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ (30 04 2010)

Απόσπασμα από το «Λοιμό» του Αντρέα Φραγκιά (1972)

«Εκείνο το καλοκαίρι, ο αέρας κόπασε για λίγο κι έπεσαν στον τόπο σύννεφο οι μύγες. Τσιμπούσαν τα μάτια, σούβλιζαν το πετσί, βούιζαν στη βαριά ζέστη κι άλλοτε σηκωνόταν ένας μαύρος γυαλιστερός κουρνιαχτός προς τη μεριά των αφοδευτηρίων. παχιές, καλοθρεμμένες καλοκαιριάτικες μύγες. Χρύσιζαν στον ήλιο πάνω στους τοίχους και στα κατάλευκα ασβεστωμένα πεζούλια. Αλλά κι αυτές τις συνηθίζεις , λες και είναι ένα στοιχείο του τόπου , όπως ο άνεμος, τα βράχια, η ζέστη. Κανείς δεν τους έδωσε τότε σημασία. Όταν σ΄ ενοχλούσαν τις έδιωχνες με μια κίνηση από τα μούτρα σου και τελείωνες.
Ένα μεσημέρι, όμως, τα μεγάφωνα σάλπισαν προσοχή, οι άσπρες μπλούζες σφύριζαν κι αλώνιζαν τον τόπο κι ερευνούσαν τους τάφους να μη μείνει κανείς μέσα. Όλα έδειχναν πως κάτι σοβαρό θ΄ ανακοινωθεί. Καθετί όμως, εδώ λέγεται πολύ σοβαρά κι έτσι πάλι, κανείς δεν έδωσε σημασία. Καινούρια σφυρίγματα, προσταγές, θούρια και παιάνες για ν΄ αναγγελθεί η απόφαση:
"Μπροστά στο φοβερό κίνδυνο που διατρέχουμε -για την υγεία, την καλή διαβίωση και τον πολιτισμό- πρέπει ν΄ αντιμετωπίσουμε τη φοβερή επίθεση, να εξοντώσουμε το μίασμα και ν΄ απαλλάξουμε τον τόπο από την απειλή! Στον αγώνα αυτόν θα μετρηθεί η συμβολή εκάστου και θα αποκαλυφθούν οι αδιάφοροι. Πρέπει να εξοντώσουμε τις μύγες! Προς τούτο, έκαστος υποχρεούται, ως ελάχιστον αντίτιμο, για ν΄ απολαμβάνει τα αγαθά του τόπου, να παραδίδει τουλάχιστον είκοσι μύγες την ημέρα. Οι απρόθυμοι θα υποστούν βαρύτατες κυρώσεις".
Η διαταγή αναλύθηκε εξαντλητικά για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία. Όποιος δε φέρει το βράδυ της είκοσι μύγες, μαύρη του μοίρα. "Θα τις συλλάβετε χωρίς να χαλαρωθεί, βεβαίως, στο ελάχιστο ο ρυθμός των άλλων εργασιών". Κι όταν εδώ λέμε πρέπει, σημαίνει "πρέπει".
Ένας ειδικός ομιλητής εξήγησε σ΄ επίσημη συγκέντρωση, για τη μεγάλη σταυροφορία που θα φέρει στον τόπο την κάθαρση και την εξυγίανση. Τόνισε το βαθύτερο νόημα της ευγενικής αυτής προσπάθειας, την αέναη πάλη με τις δυνάμεις του κακού, μίλησε για τους φορείς των ζωϊκών και των ηθικών μολύνσεων, για την λυτρωτική διαδικασία και την κάθαρση, για τις συμβολικές προεκτάσεις ενός τέτοιου χρέους.
Μετά τις πρώτες φράσεις, κανείς πια δεν καταλάβαινε τί έλεγε: Η φωνή του παλλόταν από συγκίνηση, καθώς μιλούσε για την "ηθική ανάπλαση, για τον εξαγνισμό των ψυχών από τις συντριπτικές αμαρτίες που βαραίνουν τις συνειδήσεις", και για την ανάγκη της καθημερινής εξιλαστήριας προσφοράς, "ώστε ύστερα από αρκετούς αιώνες δοκιμασίας να είναι δυνατόν μερικοί άξιοι...".
Μίλησε, πραγματικά, με μεγάλη έξαρση και ανάταση, λίγο ακόμα και θ΄ αποκτούσε κι αυτός φτερά να πετάξει.
Το άλλο πρωΐ, πριν ξεκινήσει ο πληθυσμός για τις εργασίες τους, το μεγάφωνο είπε με γλυκιά φωνή ένα παραμύθι, σαν αυτά που λένε στα παιδιά πριν κοιμηθούν. Εδώ συνηθίζονται τα πρωϊνά παραμύθια, για να κρατάνε όλες τις ώρες. Αφηγήθηκε με λίγα λόγια την ιστορία κείνου του καλού βασιλιά που όταν έφτανε ναυαγός σ΄ ένα έρημο νησί, βρήκε να το κατοικούν μόνο μερικά δαιμονισμένα τέρατα. Ύστερα, όμως, από πολλούς και σκληρούς αγώνες, ο καλός βασιλιάς νίκησε και υπόταξε τα κακά πνεύματα. Τα εξόντωσε, τα ημέρεψε.
Και το παραμύθι τελείωσε μ΄ αυτά τα λόγια:
-Καταλαβαίνετε, βέβαια, τί σημαίνει τούτος ο παλιός μύθος. Αυτοί που ενσαρκώνουν το πνεύμα του κακού, είσαστε σεις! Το πνεύμα του καλού θα ασκήσει την αγαθότητα και την αμείλικτη δύναμή του για να υποτάξει τον δαίμονα... Θα μπορούσε, βέβαια, να τον σκοτώσει, θα ήταν το πιο εύκολο. Υπάρχουν πολλά και αποτελεσματικά μέσα θανάτου, τα ξέρουμε όλα. Για τις μύγες, τα δραστικά φάρμακα, και για τις άλλες περιπτώσεις τα όπλα. Εμείς δε χρειαζόμαστε κι άλλους νεκρούς. Τί να τους κάνουμε; Δεν θα είχε καμιά αξία η αποστολή μας... Εμείς θέλουμε να εξ...ξοντώσουμε και να συντρ...ρίψουμε ουσιαστικά όχι τους ευτελείς φορείς, αλλά τον ίδιο το δαίμονα..."{...}.
Οι κάτοικοι ξεκίνησαν για τις δουλειές τους κι η ζωή ξαναμπήκε αμέσως στο ρυθμό της. Ομάδες για πέτρα, ομάδες για σκάψιμο, οι χτίστες στα κάστρα και στα γεφύρια, οι χαμάληδες στο λιμάνι, οι σκαφτιάδες στους δρόμους και στους τάφους, οι καλλιτέχνες στ΄ αγάλματα, οι κουβαλητές στην πέτρα, στο νερό, στον ασβέστη. Από σήμερα πρέπει να μαζεύεις και μύγες, το θύμισε πάλι ο ομιλητής : ο καθένας είκοσι! Τελειώνει το ξεφόρτωμα, τρέχεις ν΄ ανεβάσεις στην κορυφή το βαρέλι με το νερό, αμέσως για τσιμέντο, να μεταφέρουμε μια ειδική πέτρα σα μάρμαρο για τις προσόψεις. Στη γέφυρα! Πλάκες για να στρωθεί ο δρόμος, λάκκοι να φυτευτούν καινούρια δέντρα, αψίδες και μνημεία για να δοξάζονται τα μεγάλα κατορθώματα. Μύγες, χιλιάδες μύγες βουΐζουν παντού. Θα τις πιάσεις μόλις ακουμπήσεις τούτο το αγκωνάρι που σου κόβει την αναπνοή. Ήρθε η ώρα για νερό! Τρέχα. Πήραν μόνο όσοι πρόλαβαν. Να μεταφερθούν τάχιστα η άμμος και τα σίδερα. Θα μεταφερθούν. Φαγητό. Άρχισε η ομιλία! Διδαχές ηθικού, διδακτικού, φρονηματιστικού περιεχομένου. Μετάνοιες, ομολογίες αμαρτημάτων, συντριπτικές εξομολογήσεις. "Πόσες μύγες μάζεψες; Μήπως ξέχασες το χρέος σου; λέει κάθε τόσο το μεγάφωνο. Όχι, κανένας δεν το ξέχασε , αλλά πώς ν΄ ανταποκριθεί στα νέα καθήκοντα όταν σπάει πέτρα; Όσοι κάνουν μια παράμερη ή στεκούμενη δουλειά, κάτι θα πιάσουν. Στα μαγειρεία, στα συνεργεία, οι φρουροί και οι αποθηκάριοι είναι τυχεροί. Εκεί βράζει σύννεφο η μύγα. Κι οι άλλοι που χτίζουν, που φτυαρίζουν, θα τις πιάσουν πιο εύκολα. Όταν όμως τρέχεις με την πέτρα στον ώμο περνώντας μπροστά από τους επόπτες, πώς είναι δυνατό; Θα καθυστερήσεις και θ΄ αναγκάσεις κάποιον να σε μπάσει βίαια στο ρυθμό, σα να σκοτώνει κι αυτός τη μύγα του.
Ο περιδεής ψάχνει πάλι να βρει τον νυχτερινό συγκάτοικό του. Τις τελευταίες μέρες κατεβαίνουν στον τάφο του καινούρια πρόσωπα, άγνωστοι, και μένουν μόνο μια νύχτα. Νέες φάτσες, που τις ξεχνάς. Ο τρίτος όμως σηκώνεται πολύ νωρίς και όταν ξυπνήσουν οι άλλοι αυτός λείπει. Θα κάνει, φαίνεται, κάποια δουλειά πολύ πρωϊνή ή μισονυχτερινή. Κι έτσι αφού το τρίτο πρόσωπο λείπει πάντα, σημαίνει ότι εδώ και πολλές μέρες είναι το ίδιο. Τον έχει δει μόνο μια φορά για λίγο, μόλις πρόφτασε να διακρίνει το μισό πρόσωπό του καθώς έβγαινε από το άνοιγμα. Είδε καλύτερα μια τρύπα στις σόλες των παπουτσιών του, ναι στο δεξί του παπούτσι. Και μια κάλτσα μάλλινη σκισμένη στη φτέρνα. Ήταν πράσινη. Τρύπιες σόλες θα έχουν πολλοί, πώς να τον ανακαλύψεις από τη μισή όψη του που πρόλαβες να δεις για μια στιγμή τα χαράματα. Πρέπει να πιάσεις τη μύγα σου, να βρίσκεσαι πάντα μακριά από την οργή των νόμων, να μη σε ξέρει κανείς για κακό ούτε για καλό.
Μερικοί πρόλαβαν , έκλεισαν για γούστο βιαστικά τις χούφτες τους και βούτηξαν δυο τρεις. Τις φύλαξαν προσεχτικά σ΄ ένα κουτάκι των σπίρτων. Άλλοι έφτιαξαν χωνάκι. Όλοι είχαν ένα χαμόγελο κάπως κοροϊδευτικό για την αυστηρότητα που δόθηκε σε μια τόσο αστεία διαταγή. Έχει πάρα πολλές. Μιλιούνια βουΐζουν γύρω σου, παντού υπάρχουν μύγες. Δεν έχεις παρά ν΄ απλώσεις το χέρι σου. "Σε τσάκωσα! Θα σε παραδώσω το βράδυ". Κι ένας άλλος: "Αχ μου ξέφυγε..."-"Νόμιζες πως θα μου γλίτωνες, ε;..." Κι έτσι, παίζοντας οι πιο προνοητικοί μάζεψαν κάμποσες αλλά χωρίς να δώσουν και μεγάλη σημασία στ΄ αποκτήματά τους.
Άλλοι, πιο πειθαρχικοί και μερικοί που κατάλαβαν περισσότερο το νόημα του παραμυθιού, κουνούσαν αδιάκοπα τα χέρια τους, για να πιάσουν τις μύγες και να ξενοιάσουν. Δε θα πρόφτασαν όμως, ακούστηκε γρήγορα πρόσκληση για συγκέντρωση.
Την ορισμένη ώρα, όταν άρχισε το απόβραδο, ο κόσμος μαζεύτηκε, όπως πάντα, σκονισμένος και κατάσκοπος για φαγητό. Τα αρμόδια όργανα επέμεναν να είναι τέλειες οι σειρές, να το βουλώσουν όλοι, να ξαναγίνουν τα μετρήματα. Άρχισαν να πληθαίνουν και οι άσπρες μπλούζες, στάθηκαν ανάμεσα στις ομάδες, τριγύριζαν στα πλάγια. Μαζεύτηκαν και διάφοροι βοηθοί, ελεγκτές κι ένα σωρό άλλοι σκουντούφληδες και βλοσυροί. Κανένας δεν έδινε το σύνθημα για τη διανομή. Πάλι μετρήματα και μετακινήσεις καινούρια αναταραχή.
Ήρθε και κάποιος με σπουδαίες αρμοδιότητες. Μια βουβή παγωνιά απλώθηκε. Τοποθέτησαν κι ένα μεγάφωνο.
"Ν΄ αρχίσει η διανομή", πρόσταξε μ΄ ένα νεύμα ο ελεγκτής.
Ξεκίνησε ο πρώτος. Έπρεπε να περάσει μπροστά από αυτόν.
"Τις μύγες σου" ζήτησε ο βοηθός.
"Ποιές μύγες ;"
"Αυτές που έπρεπε να πιάσεις".
"Δεν έχω".
"Το ξέχασες, δεν μπόρεσες ή δεν θέλησες; Λέγε".
"Δεν πρόλαβα..."
"Περίμενε στην άκρη", πρόσταξε ο βοηθός.
Ήρθε άλλος.
"Τις μύγες σου. Γιατί μόνο τρεις; Τόσα εκατομμύρια, δε βρήκες άλλες;
Κι εσύ εκεί. Όχι μαζί με τον άλλο, χωριστά."
Ένας έδειξε έντεκα ήταν ο καλύτερος.
"Γιατί μόνο έντεκα;"
"Στο νταμάρι φεύγουν όλες με τα φουρνέλα..."
Τον έστειλε σε άλλη σειρά.
Ένας από τα καλόπαιδα, τους ζητωκραυγαστές, από τους φανερούς κράχτες, είχε μαζέψει δεκαοχτώ.
"Εύγε! Εξετέλεσες το καθήκον σου!
Περάσανε σιγά-σιγά όλοι. Μόνο ένα ζαρωμένο ανθρωπάκι είχε τις περισσότερες. Μετρούσε, μετρούσε κι έφτασε στις τριανταδύο μύγες. Τις παρέδωσε όλες ο ανόητος, πήρε το φαγητό του και απομακρύνθηκε περήφανος. Σε μια στιγμή μάλιστα γέλασε και φάνηκαν μια σειρά ολόλευκα και γερά δόντια. Αμέσως όμως κατάλαβε ότι δεν ήταν σωστό να γελάει -ίσως να έβαλε και τα κλάματα- κι απομακρύνθηκε γρήγορα.
Καθώς φάνηκε, η προσπάθεια είχε γενικά αποτύχει. Στο άδειο κιβώτιο που έριχναν τις ψόφιες μύγες, δεν σκεπάστηκε καλά - καλά ούτε ο πάτος. Αυτοί που δεν είχαν πιάσει ούτε μία ήταν πολλοί. Μαύρα σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται πάνω απ΄ όλους. Ο πληθυσμός είχε δείξει μια εγκληματική αδιαφορία στους νόμους. Ακόμα κι η θάλασσα έγινε πιο μελανιά κι ακίνητη.
Ο ελεγκτής ανακοίνωσε την απόφασή του: Αυτούς που δεν είχαν ούτε μια, τους έστειλε μακρύτερα, κοντά στα βράχια. Σε άλλες σειρές κατέταξε τους υπόλοιπους, ανάλογα με τις μύγες που έφεραν.
Μόνος, χωρίς ταίρι και σειρά έμεινε το ανθρωπάκι με τις τριανταδύο. Έτρωγε έρημος, μα δεν κατέβαιναν οι μπουκιές.
"Γράψτε τα ονόματά σας κατά κατηγορία", είπε ένας βοηθός στα όργανα.
Θ΄ ανοίξουν τώρα καινούριους λογαριασμούς που θα σ΄ ακολουθούν πάντα, για να μετριέται με μύγες η κακή σου συμπεριφορά.
Την ώρα που γράφανε, κάποιος πλησίασε σιγά και πονηρά έναν επόπτη από πίσω. Είδε μια μύγα στον ώμο του. Άπλωσε την παλάμη του και όρμησε. Καθώς όμως περνούσε γρήγορα το χέρι του από το αυτί του, άγγιξε ξυστά το μάγουλό του. Ο επόπτης τρόμαξε.
"Τί κάνεις εσύ;"
"Μια μύγα στον ώμο σας. Νά την".
Άνοιξε την παλάμη του κι έδειξε το ξεκοιλιασμένο ζώο.
"Τώρα έχω έντεκα, μπορώ να πάω σ΄ εκείνη την καλύτερη σειρά;"
"Είναι πια πολύ αργά, άρχισε η καταγραφή. Εξάλλου, η μύγα αυτή βρισκόταν στον ώμο μου. Ανήκει σε μένα. Ήταν ασέβεια ν΄ απλώσεις πάνω μου".
"Τώρα όμως έχω έντεκα..."
"Ανώφελο. Ο ελεγκτής δε χρειάζεται μύγες... Αν ήθελε, θα έριχνε φάρμακο και δε θα έμενε καμία. Ήθελε να μετρήσει την προθυμία σας..."
"Σας χτύπησε κιόλας", πρόσθεσε ένας άλλος.
"Ναι εδώ στο μάγουλο..."
"Φοβερό. Βγήκε απ΄ τη γραμμή του, έκανε μια ασεβή χειρονομία που κατέληξε σε επίθεση. Θέλησε, τώρα που τελείωσε η κρίση να μεταπηδήσει πονηρά σε καλύτερη κατηγορία απ΄ αυτήν που τον κατέταξε ο ελεγκτής και με μια μύγα που δεν του ανήκει...".
"Και τώρα τί να κάνω;", ρώτησε ο χαμένος. "Μήπως πρέπει να πεθάνω;".
"Όχι ακόμα. Θ΄ αποφασίσω αργότερα για την τύχη σου. Να σταθείς χώρια", είπε ο επόπτης κι απομακρύνθηκε ικανοποιημένος, γιατί αυτός και μόνον αυτός, θα καθόριζε την τύχη κάποιου άλλου.
Όταν τελείωσε η καταγραφή, ήρθε η ώρα για την τελική κρίση. Κομμένες αναπνοές, ακινησία, οι φρουροί στις θέσεις τους, τα κύματα στους βράχους. Μια φωνή απόκοσμη, που ερχόταν από πολύ μακριά, είπε:
"Θα λάβουν φαγητό μόνο όσοι εξεπλήρωσαν στο ακέραιο το καθήκον τους. Όσοι δεν έπιασαν καμιά μύγα, είναι δόλιοι και θα έχουν τη μεταχείριση που αρμόζει στους απείθαρχους, τους πείσμονες και τους υπονομευτάς. Χαθείτε, να μη σας βλέπω".
Ένας με άσπρη μπλούζα φρόντισε να χαθούν το γρηγορότερο, τους τράβηξαν για τη χαράδρα.
Η ίδια φωνή συνέχισε:
"Οι άλλοι δείξατε αδιαφορία, κακοήθεια, τεμπελιά. Περιφρονήσατε τις διαταγές. Η ασυνειδησία σας θα μείνει, ώστε να ξέρετε τι σας περιμένει σε κάθε υποτροπή ανυπακοής. Από αύριο το έλλειμμα θα υπολογίζεται διπλάσιο, την επόμενη τριπλάσιο. Για σήμερα, λίαν επιεικώς θα υποστείτε μόνο στέρηση νερού και τροφής".
Έτσι όλοι κατάλαβαν ότι οι μύγες είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Και τα μεγάφωνα σκούζανε συνέχεια για μολύνσεις που επεκτείνονται, για ανεπίτρεπτα συμπτώματα απειθαρχίας και για αμείλικτες τιμωρίες που, όσο βαριές κι αν είναι, δεν μπορούν να εξαλείψουν το φοβερό αμάρτημα.
Κι αμέσως μουσική και τραγούδια.»
Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
Πέμπτη 29 Απριλίου 2010
ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ (23 04 2010)
Το οργανωμένο σχέδιο συρρίκνωσης των εργασιακών κατακτήσεων και η αφασία του Νεοέλληνα.
Μεγάλη συμπαιγνία διακρίνεται την ώρα που η χώρα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Η κατά τα φαινόμενα κρίση επηρεάζει άμεσα – σαν κολλητική αρρώστια – όλα τα ως τώρα δεδομένα, κατακτημένα δικαιώματα, κυρίως τα εργασιακά, τα οποία βλέπουμε αποχαυνωμένοι να συρρικνώνονται. Παρακολουθούμε τις εξελίξεις από την τηλεόραση χάσκοντας, σαν να μη μας αφορούν. Κι όμως, αγγίζουν τη δική μας ζωή. Και δεν αντιδρά κανένας. Άκρα του τάφου σιωπή. Τι συμβαίνει; Τόσο μεταλλάχτηκε ο Έλληνας τα τελευταία χρόνια και χαζεύει ανήμπορος τον κατήφορό του; Σαν τη Γυναίκα με τα Μαύρα από τη Σονάτα του Ρίτσου: «...σωριάζομαι και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες, τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;».
Δεν αντιδρά κανένας. Πρωτοφανές. Ίσως βέβαια να φταίει και το γεγονός ότι έχουμε «σοσιαλιστική» κυβέρνηση. Θα τρίζουν τα κόκαλα του Ανδρέα Παπανδρέου, αν αυτοί είναι σοσιαλιστές! Αυτοί είναι η χειρότερη δεξιά που είδε ο τόπος. Με σημαντικότερο δεκανίκι το κόμμα της «λαϊκής δεξιάς»! Πράγμα που αποδεικνύει πόσο έχουν μπλεχτεί οι ιδεολογικοί σχηματισμοί και πόσο κούφιοι είναι τελικά οι στερεότυποι πολιτικοί χαρακτηρισμοί. Τι σημαίνει – στην πράξη, για τον πολίτη – η σημερινή πολιτική διαλεκτική των ξύλινων αντιθέσεων: δεξιά – αριστερά, προοδευτικός – συντηρητικός, κ.λπ.; Τίποτα! Απλά προπετάσματα καπνού για να θολώνουν την κρίση μας και να βρίσκει εύκολο στόχο η προπαγάνδα.
Προσπαθώ όμως να φανταστώ τι θα γινόταν, αν στην κυβέρνηση ήταν η άλλη παράταξη, η «συντηρητική» και έπαιρνε αυτά τα μέτρα. Φωτιά και τσεκούρι! Ολόκληρος ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της «προόδου», όλες οι «δημοκρατικές δυνάμεις» των αδέσμευτων καναλιών και εφημερίδων θα ξεσηκώνονταν, θα χούγιαζαν οι παραθυράτοι, θα σείονταν η χώρα από πορείες, διαμαρτυρίες, απεργίες... Μια «σοσιαλιστική» κυβέρνηση παίρνει τα πιο αντιλαϊκά μέτρα στην Γ’ Ελληνική Δημοκρατία και δεν κουνιέται φύλλο! Αλλά πώς να κουνηθεί; Η συμπαιγνία έχει βαθιές ρίζες και είναι καλά προσχεδιασμένη.
Πρώτα – πρώτα, έχει δοθεί η εντύπωση ότι η ασφυκτική θηλιά στο λαιμό του εργαζόμενου είναι...εισαγωγής. Made in E.U. Οπότε δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, γιατί θα μας κάνουν ντα οι εταίροι μας. Αυτοί εταίροι κι εμείς οι εταίρες τους. Άσε που σε άλλες εντολές τους κωφεύουμε, τους γράφουμε εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Εδώ, οσφυοκαμψία. Από την άλλη, δεν υπάρχει νοικοκυριό σήμερα στην Ελλάδα που να μη χρωστάει δάνειο σε τράπεζα. Πώς να αντιδράσει κάποιος λοιπόν; Πώς να συμμετέχει σε απεργίες συνεχείς (αλλιώς δε γίνεται), όταν με κάθε μέρα απεργίας χάνει χρήματα, τα οποία έχει τσίμα τσίμα υπολογισμένα μέχρι το τελευταίο σεντ, για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς τις τράπεζες; Κατάφεραν λοιπόν με αυτόν τον τρόπο να του κλείσουν το στόμα και να του δέσουν τα χέρια.
Είναι μεγάλη ιστορία η προπαγάνδα που ασκήθηκε για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Μιλάμε για εκμετάλλευση των ελπίδων και των ονείρων του Έλληνα να αποκτήσει ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο. Το καρότο και το μαστίγιο, με σιγοντάρισμα (σχεδόν ώθηση) και από τους πολιτικούς. Και είναι σίγουρο ότι δεν έχουν όλοι την ίδια αυτοσυγκράτηση και αυτοκυριαρχία, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να διαχειριστούν με ορθό τρόπο τα ποσά που απλόχερα (!) οι τράπεζες δανείζουν. Χωρίς όρους, χωρίς προβληματισμό. Και σχεδόν ποτέ δε βγαίνει χαμένη μια τράπεζα. Από κοντά και τα Μ.Μ.Ε. για να πετύχουμε την ελληνική ανάπτυξη! Μα, γίνεται ανάπτυξη με δανεικά; Τραπέζες, πολιτικοί, Μ.Μ.Ε., δεμένοι σε ένα νήμα, είναι οι βασικοί παράγοντες για αυτό το χάλι.
Και πέρα από αυτά, βγαίνουν και τα κατευθυνόμενα γκάλοπ (άλλη πληγή αυτά) και δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων στηρίζει στην ουσία αυτή την πολιτική! Ούτε μισή μονάδα πεσμένη η κυβέρνηση που πήρε αυτά τα μέτρα! Οργανωμένο το σχέδιο παραπλάνησης της κοινής γνώμης. Ούτε ο Γκαίμπελς δε φτουράει μπροστά τους! Αν ήταν οι άλλοι, οι «συντηρητικοί» στη θέση τους, θα είχαν πέσει εν ριπή οφθαλμού! Μάλλον κάτι θα ήξερε ο ανεψιός Καραμανλής και την έκανε νωρίς νωρίς...
Κατάντησε ο Έλληνας βολεμένος, να μην αγωνίζεται, να μην αντιστέκεται, να κλείνεται μέσα στη μιζέρια του μικροκόσμου του. Να σκύβει το κεφάλι υποκύπτοντας, και βλέποντας τα χειρότερα να λέει: «καλά είμαστε, μην έρθουν τα χειρότερα». Πόσο επίκαιρος φαντάζει πάλι ο λόγος του ποιητή Μιχάλη Κατσαρού: «Ἀντισταθεῖτε, σ᾿ αὐτὸν ποὺ χτίζει ἕνα μικρὸ σπιτάκι καὶ λέει καλὰ εἶμ᾿ ἐδῶ.». Πόσοι όμως μπορούν να το κάνουν;
▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓
Διαβάζω σε σχολικό βιβλίο Ιστορίας για την κρίση του 1929: « Οι αγρότες είδαν τα προϊόντα τους να μένουν απούλητα και τα εισοδήματά τους να εξανεμίζονται. Οι βιομηχανικοί εργάτες και οι εμποροϋπάλληλοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μειώσεις των μισθών τους, περιορισμό των ωρών εργασίας και απολύσεις. Οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες υποχρεώθηκαν να πουλήσουν ή να κλείσουν τις επιχειρήσεις τους και οι δημόσιοι υπάλληλοι να αποδεχτούν δραστικές μειώσεις των μισθών τους. Ένα κύμα εξαθλίωσης κάλυψε τις Η.Π.Α., την Ευρώπη και πολλές άλλες χώρες του δυτικού κόσμου προκαλώντας έντονες – και συχνά βίαιες – διαμαρτυρίες». Η Ιστορία επαναλαμβάνεται και μυαλό δε βάζουμε. Και από αυτή την κρίση ξεκίνησε ο β’ παγκόσμιος πόλεμος...
Ετικέτες
ιστορια,
κατσαρος,
Μ.Μ.Ε.,
νεοέλληνας,
παπανδρεου,
ριτσος,
σονατα,
τραπεζες
Τετάρτη 21 Απριλίου 2010
ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ (16 04 2010)
Οι λόγοι που ο Νεοέλληνας δε συγκινείται στην έκκληση βοήθειας για την απόσβεση του δημόσιου χρέους.
Αμφιθυμία προκαλεί η διαφήμιση που σκαρφίστηκαν οι κυβερνητικοί σύμβουλοι για να προβάλλουν στον κόσμο τη σωτήρια λύση που οσμίστηκαν οι πολιτικοί τους εργοδότες. Η διαφήμιση που μας γνωρίζει τον αριθμό λογαριασμού που ανοίχτηκε για να προσφέρουμε εμείς, οι πολίτες, τον οβολό μας προς στήριξη της προσπάθειας για απόσβεση του δημόσιου χρέους. Αμφιθυμία, γιατί απ’ τη μια ζορίζει τον πατριωτισμό μας, ενώ απ’ την άλλη, όταν καθαρίζει ο νους, προκαλεί τη χλεύη και ίσως και καμιά μούντζα στην τηλεόραση συνοδευόμενη από μια φρασεολογία-βοθρολογία, που δεν μπορεί να αναφερθεί στην εφημερίδα...
Για το πρώτο συναίσθημα δε χρειάζεται να πούμε και πολλά. Αν μετρήσουμε στο τέλος το ποσό που θα μαζευτεί, αναλογικά με τον πληθυσμό, το πιο πιθανό είναι να αμφισβητηθεί έντονα ο πατριωτισμός μας! Μάλλον λίγοι θα είναι οι ρομαντικοί που θα σπεύσουν στις τράπεζες για να βοηθήσουν το κράτος να βγει απ’ το αδιέξοδο. Ρομαντικοί ή αφελείς. Ή παιδιά, που σπάζουν τους κουμπαράδες τους – πρότυπα αλλοτινών εποχών που θα μπορούσαν να είναι και σημερινά υπό άλλες προϋποθέσεις - μέσα στην αθωότητά τους. Γενικά όμως, δεν αναμένονται ουρές στα γκισέ...
Πρέπει να μελετήσουμε όμως, το δεύτερο συναίσθημα. Να δούμε δηλαδή, πώς έφτασε ο Έλληνας, όχι μόνο να μη θέλει να βοηθήσει το κράτος, αλλά να το απεχθάνεται κιόλας. Ή μήπως ήταν πάντα έτσι;
Ο βασικότερος λόγος που ο Έλληνας νιώθει το κράτος σαν κάτι ξένο, είναι ιστορικός. Η αρχή της σχέσης αυτής πολίτη-κράτους εντοπίζεται στην περίοδο του Όθωνα και της Αντιβασιλείας, στις απαρχές δηλαδή του ελληνικού κράτους. Μέχρι τότε οι Έλληνες ζούσαν σε οργανωμένες κοινότητες. Ας αφήσουμε τις πόλεις - κράτη της αρχαιότητας και τη βυζαντινή «ομάδα του χωρίου» και «μητροκωμία», κι ας μείνουμε στους αιώνες της τουρκοκρατίας. Ο ελληνικός πληθυσμός, παρότι σκλαβωμένος, διατήρησε και ανέπτυξε την κοινοτική του οργάνωση στα πρότυπα των παραδόσεών του. Δηλαδή σε πρότυπα που γέννησε ο ίδιος αυτός λαός, σε αυτόν τον ίδιο τόπο, πρότυπα που του ταίριαζαν.
Αν θυμηθούμε τις κοινότητες που άκμασαν αυτά τα χρόνια στον ελλαδικό χώρο (Μαντεμοχώρια στην Χαλκιδική, Αμπελάκια, 24 χωριά του Βόλου, κοινοτικές ομοσπονδίες στην Ήπειρο, κ.α.), βασισμένες στην αυτονομία και την αυτοδιοίκηση, με τις όποιες διαφορές μεταξύ τους ή τρωτά σημεία στη λειτουργία τους, έχουμε μια εικόνα του ιδανικού – για τον Έλληνα – «κρατικού» μορφώματος: δεν υπάρχει κράτος, οι αντίστοιχες αρμοδιότητες ανήκουν στις κοινότητες, στους ίδιους τους πολίτες!
Έτσι λοιπόν, με τους δημογέροντες επικεφαλής, άλλοτε εκλεγμένους απ’ τους συντοπίτες, άλλοτε κληρονομικώ τω χρίσματι, προόδευσαν «των Ελλήνων οι κοινότητες και φτιάξαν άλλους γαλαξίες». Οργανώθηκαν σε επαγγελματικούς συνεταιρισμούς για τη συλλογική ευημερία και πήραν και τα όπλα όποτε χρειάστηκε. Η Αντιβασιλεία του Όθωνα όμως, δεν υπολόγισε καθόλου την ελληνική συνέχεια στην κοινοτική οργάνωση και θέλησε να δημιουργήσει ένα κράτος στα πρότυπα του βαυαρικού: διοίκηση, εκπαίδευση, εκκλησιαστικά θέματα, στρατός, όλα μια καθαρή αντιγραφή του βαυαρικού συστήματος. Φόρεσαν δηλαδή στον Έλληνα ένα ρούχο ξένο, που δεν το ζήτησε και δεν του ταίριαζε. Μια μορφή οργάνωσης που δε βλάστησε σε αυτόν τον τόπο και δεν ήταν εύκολο να την αποδεχτεί και να την αγαπήσει. Του ήταν ξένη. Εκεί βρίσκεται η ρίζα της απέχθειας του σημερινού Έλληνα προς το κράτος και κάθε τι το κρατικό.
Άλλος σημαντικός λόγος είναι το ότι ο κόσμος ταυτίζει στη συνείδησή του το κράτος με τις δημόσιες υπηρεσίες και τους πολιτικούς. Κάθε φορά που παρίσταται ανάγκη για συναλλαγή με το κράτος, ο Έλληνας εισπράττει απογοήτευση, θυμό, αγανάκτηση. Πριν τον «εξευρωπαϊσμό» μας (αλλά εν πολλοίς και σήμερα), οι δημόσιες υπηρεσίες ήταν σήμα κατατεθέν και πίθος των Δαναΐδων για τη σάτιρα. Γραφειοκρατία, κωμικές καταστάσεις όπου ο ένας υπεύθυνος σε έστελνε στον άλλον και τούμπαλιν, αγένεια των δημοσίων υπαλλήλων και αλαζονεία σε βαθμό που να ξεχνάν πως είναι υπάλληλοι του πολίτη και να συμπεριφέρονται ως αφεντικά και – το σημαντικότερο –η δουλειά σου δεν τελείωνε ποτέ. Πάντα κάποιο χαρτί θα έλειπε, ο υπάλληλος θα απουσίαζε, η ουρά θα σε απωθούσε. Κι ας μην αναφερθούμε στη μουντή, γκρίζα αισθητική των δημόσιων κτιρίων που προκαλούσε την ασφυξία... Πώς να αγαπήσεις και να βοηθήσεις ένα τέτοιο κράτος;
Όσο για τους πολιτικούς, αυτοί πάντα βρίσκονται στο επίκεντρο της κριτικής – όχι άδικα – και φέρουν μεγάλο μέρος της ευθύνης για την απέχθεια προς το κράτος. Η εν γένει παρουσία τους την τελευταία 35ετία έφερε τη χώρα σε αυτή τη δεινή θέση και περιμένουμε πάλι από τους άλλους να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά. Και όσο αυτοί ορίζουν το κράτος και η εικόνα τους δε βελτιώνεται, δεν πρόκειται να βελτιωθεί και η εικόνα του πολίτη για το κράτος. Αντίθετα θα μεγαλώνει η αδιαφορία του, με ό, τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Και εν προκειμένω συνεπάγεται βαρηκοΐα του πολίτη στην απεγνωσμένη ζητιανιά του κράτους για βοήθεια.
▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓
Σε περασμένο τεύχος του περιοδικού «Εικόνες», που είχε αφιέρωμα στον Στρατή Μυριβήλη, αναφέρεται ότι ο μεγάλος λογοτέχνης («Η ζωή εν τάφω», «Η Παναγιά η γοργόνα», «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», κ.α.) βρίσκεται στρατιώτης στη Νιγρίτα το 1916-17, και μάλιστα έχει οργανώσει και στρατιωτικό θίασο. Στη σχετική φωτογραφία είναι ο δεύτερος καθιστός από αριστερά. Σημαντική πληροφορία και θα ήταν ενδιαφέρον να γνωρίζαμε περισσότερα από την εδώ παρουσία και εμπειρία του.

Ο Μυριβήλης διδάσκει θεατρικό έργο σε στρατιωτικό θίασο, στο Μακεδονικό Μέτωπο (Νιγρίτα 1916-17). (Προέλευση: «Η μεσοπολεμική πεζογραφία», εκδ. Παν. Σοκόλη, τ. ΣΤ', Αθήνα 1993, σ. 106)
Την Παρασκευή 9 του μηνός ο ΣΥ.ΠΟ.ΔΡΑ.Ν. είχε μια όμορφη κρητική βραδιά στην παλαίστρα του Αγ. Αθανασίου, δίχως όμως ικανοποιητική παρουσία κόσμου. Ίσως θα έπρεπε να γίνει καλύτερη διαφήμιση των εκδηλώσεων. Πολλοί δεν γνώριζαν. Και αν κατάλαβα καλά, υπάρχει μια ελαφριά «ψυχρασία» με τον Δήμο; Πολλά πολιτιστικά έχουμε στη Νιγρίτα, έχουμε και φατρίες...
Αυτή η ταλαιπωρία με τους κατασκαμμένους δρόμους για την αλλαγή των σωλήνων ύδρευσης, μέχρι πότε θα κρατήσει;
Οι λόγοι που ο Νεοέλληνας δε συγκινείται στην έκκληση βοήθειας για την απόσβεση του δημόσιου χρέους.
Αμφιθυμία προκαλεί η διαφήμιση που σκαρφίστηκαν οι κυβερνητικοί σύμβουλοι για να προβάλλουν στον κόσμο τη σωτήρια λύση που οσμίστηκαν οι πολιτικοί τους εργοδότες. Η διαφήμιση που μας γνωρίζει τον αριθμό λογαριασμού που ανοίχτηκε για να προσφέρουμε εμείς, οι πολίτες, τον οβολό μας προς στήριξη της προσπάθειας για απόσβεση του δημόσιου χρέους. Αμφιθυμία, γιατί απ’ τη μια ζορίζει τον πατριωτισμό μας, ενώ απ’ την άλλη, όταν καθαρίζει ο νους, προκαλεί τη χλεύη και ίσως και καμιά μούντζα στην τηλεόραση συνοδευόμενη από μια φρασεολογία-βοθρολογία, που δεν μπορεί να αναφερθεί στην εφημερίδα...
Για το πρώτο συναίσθημα δε χρειάζεται να πούμε και πολλά. Αν μετρήσουμε στο τέλος το ποσό που θα μαζευτεί, αναλογικά με τον πληθυσμό, το πιο πιθανό είναι να αμφισβητηθεί έντονα ο πατριωτισμός μας! Μάλλον λίγοι θα είναι οι ρομαντικοί που θα σπεύσουν στις τράπεζες για να βοηθήσουν το κράτος να βγει απ’ το αδιέξοδο. Ρομαντικοί ή αφελείς. Ή παιδιά, που σπάζουν τους κουμπαράδες τους – πρότυπα αλλοτινών εποχών που θα μπορούσαν να είναι και σημερινά υπό άλλες προϋποθέσεις - μέσα στην αθωότητά τους. Γενικά όμως, δεν αναμένονται ουρές στα γκισέ...
Πρέπει να μελετήσουμε όμως, το δεύτερο συναίσθημα. Να δούμε δηλαδή, πώς έφτασε ο Έλληνας, όχι μόνο να μη θέλει να βοηθήσει το κράτος, αλλά να το απεχθάνεται κιόλας. Ή μήπως ήταν πάντα έτσι;
Ο βασικότερος λόγος που ο Έλληνας νιώθει το κράτος σαν κάτι ξένο, είναι ιστορικός. Η αρχή της σχέσης αυτής πολίτη-κράτους εντοπίζεται στην περίοδο του Όθωνα και της Αντιβασιλείας, στις απαρχές δηλαδή του ελληνικού κράτους. Μέχρι τότε οι Έλληνες ζούσαν σε οργανωμένες κοινότητες. Ας αφήσουμε τις πόλεις - κράτη της αρχαιότητας και τη βυζαντινή «ομάδα του χωρίου» και «μητροκωμία», κι ας μείνουμε στους αιώνες της τουρκοκρατίας. Ο ελληνικός πληθυσμός, παρότι σκλαβωμένος, διατήρησε και ανέπτυξε την κοινοτική του οργάνωση στα πρότυπα των παραδόσεών του. Δηλαδή σε πρότυπα που γέννησε ο ίδιος αυτός λαός, σε αυτόν τον ίδιο τόπο, πρότυπα που του ταίριαζαν.
Αν θυμηθούμε τις κοινότητες που άκμασαν αυτά τα χρόνια στον ελλαδικό χώρο (Μαντεμοχώρια στην Χαλκιδική, Αμπελάκια, 24 χωριά του Βόλου, κοινοτικές ομοσπονδίες στην Ήπειρο, κ.α.), βασισμένες στην αυτονομία και την αυτοδιοίκηση, με τις όποιες διαφορές μεταξύ τους ή τρωτά σημεία στη λειτουργία τους, έχουμε μια εικόνα του ιδανικού – για τον Έλληνα – «κρατικού» μορφώματος: δεν υπάρχει κράτος, οι αντίστοιχες αρμοδιότητες ανήκουν στις κοινότητες, στους ίδιους τους πολίτες!
Έτσι λοιπόν, με τους δημογέροντες επικεφαλής, άλλοτε εκλεγμένους απ’ τους συντοπίτες, άλλοτε κληρονομικώ τω χρίσματι, προόδευσαν «των Ελλήνων οι κοινότητες και φτιάξαν άλλους γαλαξίες». Οργανώθηκαν σε επαγγελματικούς συνεταιρισμούς για τη συλλογική ευημερία και πήραν και τα όπλα όποτε χρειάστηκε. Η Αντιβασιλεία του Όθωνα όμως, δεν υπολόγισε καθόλου την ελληνική συνέχεια στην κοινοτική οργάνωση και θέλησε να δημιουργήσει ένα κράτος στα πρότυπα του βαυαρικού: διοίκηση, εκπαίδευση, εκκλησιαστικά θέματα, στρατός, όλα μια καθαρή αντιγραφή του βαυαρικού συστήματος. Φόρεσαν δηλαδή στον Έλληνα ένα ρούχο ξένο, που δεν το ζήτησε και δεν του ταίριαζε. Μια μορφή οργάνωσης που δε βλάστησε σε αυτόν τον τόπο και δεν ήταν εύκολο να την αποδεχτεί και να την αγαπήσει. Του ήταν ξένη. Εκεί βρίσκεται η ρίζα της απέχθειας του σημερινού Έλληνα προς το κράτος και κάθε τι το κρατικό.
Άλλος σημαντικός λόγος είναι το ότι ο κόσμος ταυτίζει στη συνείδησή του το κράτος με τις δημόσιες υπηρεσίες και τους πολιτικούς. Κάθε φορά που παρίσταται ανάγκη για συναλλαγή με το κράτος, ο Έλληνας εισπράττει απογοήτευση, θυμό, αγανάκτηση. Πριν τον «εξευρωπαϊσμό» μας (αλλά εν πολλοίς και σήμερα), οι δημόσιες υπηρεσίες ήταν σήμα κατατεθέν και πίθος των Δαναΐδων για τη σάτιρα. Γραφειοκρατία, κωμικές καταστάσεις όπου ο ένας υπεύθυνος σε έστελνε στον άλλον και τούμπαλιν, αγένεια των δημοσίων υπαλλήλων και αλαζονεία σε βαθμό που να ξεχνάν πως είναι υπάλληλοι του πολίτη και να συμπεριφέρονται ως αφεντικά και – το σημαντικότερο –η δουλειά σου δεν τελείωνε ποτέ. Πάντα κάποιο χαρτί θα έλειπε, ο υπάλληλος θα απουσίαζε, η ουρά θα σε απωθούσε. Κι ας μην αναφερθούμε στη μουντή, γκρίζα αισθητική των δημόσιων κτιρίων που προκαλούσε την ασφυξία... Πώς να αγαπήσεις και να βοηθήσεις ένα τέτοιο κράτος;
Όσο για τους πολιτικούς, αυτοί πάντα βρίσκονται στο επίκεντρο της κριτικής – όχι άδικα – και φέρουν μεγάλο μέρος της ευθύνης για την απέχθεια προς το κράτος. Η εν γένει παρουσία τους την τελευταία 35ετία έφερε τη χώρα σε αυτή τη δεινή θέση και περιμένουμε πάλι από τους άλλους να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά. Και όσο αυτοί ορίζουν το κράτος και η εικόνα τους δε βελτιώνεται, δεν πρόκειται να βελτιωθεί και η εικόνα του πολίτη για το κράτος. Αντίθετα θα μεγαλώνει η αδιαφορία του, με ό, τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Και εν προκειμένω συνεπάγεται βαρηκοΐα του πολίτη στην απεγνωσμένη ζητιανιά του κράτους για βοήθεια.
▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓
Σε περασμένο τεύχος του περιοδικού «Εικόνες», που είχε αφιέρωμα στον Στρατή Μυριβήλη, αναφέρεται ότι ο μεγάλος λογοτέχνης («Η ζωή εν τάφω», «Η Παναγιά η γοργόνα», «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», κ.α.) βρίσκεται στρατιώτης στη Νιγρίτα το 1916-17, και μάλιστα έχει οργανώσει και στρατιωτικό θίασο. Στη σχετική φωτογραφία είναι ο δεύτερος καθιστός από αριστερά. Σημαντική πληροφορία και θα ήταν ενδιαφέρον να γνωρίζαμε περισσότερα από την εδώ παρουσία και εμπειρία του.

Ο Μυριβήλης διδάσκει θεατρικό έργο σε στρατιωτικό θίασο, στο Μακεδονικό Μέτωπο (Νιγρίτα 1916-17). (Προέλευση: «Η μεσοπολεμική πεζογραφία», εκδ. Παν. Σοκόλη, τ. ΣΤ', Αθήνα 1993, σ. 106)
Την Παρασκευή 9 του μηνός ο ΣΥ.ΠΟ.ΔΡΑ.Ν. είχε μια όμορφη κρητική βραδιά στην παλαίστρα του Αγ. Αθανασίου, δίχως όμως ικανοποιητική παρουσία κόσμου. Ίσως θα έπρεπε να γίνει καλύτερη διαφήμιση των εκδηλώσεων. Πολλοί δεν γνώριζαν. Και αν κατάλαβα καλά, υπάρχει μια ελαφριά «ψυχρασία» με τον Δήμο; Πολλά πολιτιστικά έχουμε στη Νιγρίτα, έχουμε και φατρίες...
Αυτή η ταλαιπωρία με τους κατασκαμμένους δρόμους για την αλλαγή των σωλήνων ύδρευσης, μέχρι πότε θα κρατήσει;
Τετάρτη 14 Απριλίου 2010
«ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ» (09 04 2010)
Οι δημότες κι οι ετεροδημότες Νιγριτινοί
στον πασχαλιάτικο κλοιό του «πεζόδρομου».
Χρόνια πολλά, Χριστός ανέστη. Με θλίψη υποχρεώνομαι να επανέλθω σε ένα θέμα που καίει τον τόπο και γίνεται ακόμα πιο έντονο τέτοιες μέρες γιορτινές. Τέτοιες μέρες δηλαδή, που ο απόδημος Νιγριτινός αναζητά κάποιες στιγμές επαφής με την ιδιαίτερή του πατρίδα. Όχι ότι δεν είναι αρκετό να τυραννάει εμάς ολοχρονίς, αλλά ακόμα περισσότερο, όταν 3-4 φορές το χρόνο θα υποδεχτούμε τους ετεροδημότες μας. Και γεμίζει η επαρχία, η Νιγρίτα κόσμο. Οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν, προσπαθούν να ψηλαφίσουν στοιχειώδεις αλλαγές προς το ευ ζην στον τόπο τους, αλλά βολτάροντας στο κέντρο της πόλης, μάταια στρέφουν το βλέμμα δεξιά κι αριστερά. Ναι, για τον «πεζόδρομο» θα μιλήσουμε και σήμερα.
Γέμισε η Νιγρίτα κόσμο. Βούλιαξε η αγορά. Μεγάλη ευκαιρία για να δώσουμε στους ξενιτεμένους συντοπίτες μας έναν επιπλέον σημαντικό λόγο (πέρα από τους δεσμούς), για να ξαναέρθουν. Πού να χωρέσει όλος αυτός ο κόσμος όταν ο «πεζόδρομος» έχει εξ αρχής παραδοθεί στα τροχοφόρα; Συνωστισμένοι, σαν τους Σμυρνιούς της Ρεπούση το 1922, προσπαθούμε να αποφύγουμε τους Τσέτες του σήμερα: τα βαριά οχήματα. Βυτιοφόρα με συρόμενα, φορτηγά, λεωφορεία είναι τα σύγχρονα τούρκικα στίφη που αφηνιάζουν να διώξουν τους Νιγριτινούς από τις πατρογονικές εστίες. Υπερβολικό;
Καθόλου! Κλείστε το δρόμο! Κάντε τον, επιτέλους, αληθινό πεζόδρομο. Κάντε το, πριν θρηνήσουμε θύματα, γιατί είναι θέμα χρόνου να συμβεί ατύχημα. Νομίζετε ότι όλοι οι οδηγοί στέκουν στα καλά τους; Πολλοί οδηγούν μεθυσμένοι (μέρες που είναι, μην αμελήσουμε και τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα!), άλλοι αφαιρούνται στους χαιρετισμούς, χαριεντισμούς και μουχαμπέτια με τους παρακαθήμενους, άλλοι κάνουν επίδειξη του τετράτροχου ή δίτροχου και αναπτύσσουν μεγάλες ταχύτητες. Πολύ θέλει να πέσει κάποιος από αυτούς πάνω σε ανύποπτο θαμώνα των τραπεζοκαθισμάτων της μεθορίου (της «πράσινης γραμμής» μεταξύ πεζοδρομίου και «πεζόδρομου»); Και δεν θα πρόκειται για ατύχημα, αλλά θα πρέπει να αναζητηθούν τότε και οι ηθικοί αυτουργοί που αφήνουν αυτήν την κατάσταση να χρονίζει.
Αυτό είναι και το πιο σοβαρό. Από την άλλη, δεν μπορούμε να παραλείψουμε και το γεγονός ότι, πέρα από μας που ζούμε και μεγαλώνουμε τα παιδιά μας εδώ, πολλοί ετεροδημότες είναι νέοι οικογενειάρχες και θέλουν (όπως κι εμείς) να κατεβάζουν στην αγορά και τα παιδιά τους. Που να τα πάνε; Στο πάρκο; Μα το πιο πιθανό είναι να το βρουν κλειστό και η κίνηση είναι στο κέντρο. Που μπορούν να καθήσουν ανενόχλητοι και να αφήσουν στα σίγουρα τα παιδιά τους να παίξουν, να τρέξουν, να χαρούν την επαρχία, χωρίς να κινδυνεύουν να τα κόψει κανένας διερχόμενος Σουμάχερ; Απίστευτα πράγματα! Ψάξτε, ψάξτε... δεν υπάρχει τέτοιος τόπος. Ντρέπομαι να έρχονται οι φίλοι και οι γνωστοί και να μου λένε αυτά τα πράγματα. Ντρέπεται, άραγε, κανένας άλλος;
Κλείστε τον δρόμο! Αφήστε όλα τα μαγαζιά του κέντρου να απλώσουν τραπεζάκια, ο καιρός ανοίγει, ο κόσμος θέλει να βγει έξω. Είναι δηλαδή καλύτερα να γεμίζουν τα πεζοδρόμια με μηχανές; Έτσι κι αλλιώς οι πεζοί αναγκάζονται να περπατάν στο δρόμο. Τα πεζοδρόμια έχουν καταληφθεί από δίτροχα και η Αστυνομία βγήκε να τα μαζέψει μία (αριθμός 1) μέρα μόνο, μέσα στο Πάσχα. Ενώ, αν έκλεινε ο δρόμος και γέμιζε με τραπεζάκια, όλοι θα ήταν ευχαριστημένοι και κερδισμένοι (και καθισμένοι). Και αν αποφάσιζαν να ανοίξουν και τις κάνουλες να τρέξει, επιτέλους, το νεράκι στα συντριβάνια, θα είχαμε ολοκληρώσει το παζλ της αισθητικής ανάπλασης της πλατείας: κόσμος, τραπέζια, αυτοκίνητα πουθενά, ασφάλεια, ομορφιά.
Τέλος, μιας και μιλήσαμε για την αισθητική πλευρά, φαντάζει εντελώς άχρηστη η πλακόστρωση του «πεζόδρομου». Αφού κάθε τόσο οι λακκούβες που ανοίγουν, μπολιάζονται για να σουλουπωθούν με τσιμέντο ή πίσσα! Δε γίνεται δηλαδή να ξαναστρωθούν με πλάκες; Είναι πιο ακριβές ή αποδεδειγμένα θα ξανασπάσουν; Μα ούτε η πίσσα ή το τσιμέντο κάνουν δουλειά, καθώς οι λακκούβες αυξάνονται και πληθύνονται, ξαναγεννιούνται απ’ τις στάχτες τους και χάσκουν επιβλητικά, σαν να μας κοροϊδεύουν. Όλο το θέμα, εντέλει, σαν κοροϊδία δε μοιάζει;
▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓
Παπά Γιώργη, τα σουλουπώσαμε φέτος τα πράγματα στην Ανάσταση. Ευτυχώς δεν επαναλήφθηκαν τα περσινά και όλα ήταν στο πνεύμα της καθ’ ημάς κατανυκτικής Ορθόδοξης παράδοσης. Όσο για τις κινήσεις που πληροφορούμαι ότι ετοιμάζετε για την εκμετάλλευση της πάνω αίθουσας δεξιώσεων προς όφελος της νεολαίας, προχωρήστε το και μη διστάζετε. Κι αν γκρινιάζουν κάποιοι, δεν έχουν δίκιο. Η σκέψη είναι σωστή και μακάρι να ευοδωθεί.
Αυτή την εβδομάδα, την μετά το Πάσχα δηλαδή, συνηθίζαμε κάποτε να κάνουμε τα Γερακίνεια, μέχρι που τα μεταθέσαμε για Σεπτέμβριο. Φέτος, ο αεικίνητος Σύλλογος Πολιτιστικών δραστηριοτήτων «η Νιγρίτα» οργάνωσε κάποιες αντίστοιχες εκδηλώσεις, αναλογικά βέβαια με τις οικονομικές δυνατότητες και χωρίς τη στήριξη του Δήμου ή κάποιου άλλου φορέα. Μόνος του. Είναι συγκινητικό, οπωσδήποτε, να γίνονται τέτοιες προσπάθειες.
Αρχίζουν και τα πανηγύρια. Άιντε ρε μπαρμπάδες!
Προς την κ. Πρόεδρο της ΔΕΥΑΝ: κ. Πρόεδρε, νουθετήστε, παρακαλώ, τους υπαλλήλους, όταν πρόκειται για οποιονδήποτε λόγο να διακόπτουν το νερό σε ένα σπίτι, να χτυπάνε πρώτα την πόρτα και να ενημερώνουν, όπως φωνάζουν τα μεγάφωνα όταν πρόκειται για διακοπή σε κάποια περιοχή. Μπορεί να δουλεύει το πλυντήριο και να καεί. Μπορεί κάποιος να είναι στο μπάνιο και να μείνει με τις σαπουνάδες. «Κυρία μου, είμαστε από τη ΔΕΥΑΝ και θα κόψουμε για λίγο το νερό. Εντάξει ή έχετε κάποιο πρόβλημα;». Και όταν τελειώνουν, πάλι να ενημερώνουν για να δούνε αν όλα λειτουργούν σωστά. Όχι να φεύγουν σαν τους κλέφτες και να ψάχνεις μετά μάστορα για να επισκευάσει τις αβλεψίες τους, κι εσύ ο ίδιος να μαζεύεις τα χώματα και τις πέτρες που παράτησαν καταμεσής στο δρόμο.
Οι δημότες κι οι ετεροδημότες Νιγριτινοί
στον πασχαλιάτικο κλοιό του «πεζόδρομου».
Χρόνια πολλά, Χριστός ανέστη. Με θλίψη υποχρεώνομαι να επανέλθω σε ένα θέμα που καίει τον τόπο και γίνεται ακόμα πιο έντονο τέτοιες μέρες γιορτινές. Τέτοιες μέρες δηλαδή, που ο απόδημος Νιγριτινός αναζητά κάποιες στιγμές επαφής με την ιδιαίτερή του πατρίδα. Όχι ότι δεν είναι αρκετό να τυραννάει εμάς ολοχρονίς, αλλά ακόμα περισσότερο, όταν 3-4 φορές το χρόνο θα υποδεχτούμε τους ετεροδημότες μας. Και γεμίζει η επαρχία, η Νιγρίτα κόσμο. Οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν, προσπαθούν να ψηλαφίσουν στοιχειώδεις αλλαγές προς το ευ ζην στον τόπο τους, αλλά βολτάροντας στο κέντρο της πόλης, μάταια στρέφουν το βλέμμα δεξιά κι αριστερά. Ναι, για τον «πεζόδρομο» θα μιλήσουμε και σήμερα.
Γέμισε η Νιγρίτα κόσμο. Βούλιαξε η αγορά. Μεγάλη ευκαιρία για να δώσουμε στους ξενιτεμένους συντοπίτες μας έναν επιπλέον σημαντικό λόγο (πέρα από τους δεσμούς), για να ξαναέρθουν. Πού να χωρέσει όλος αυτός ο κόσμος όταν ο «πεζόδρομος» έχει εξ αρχής παραδοθεί στα τροχοφόρα; Συνωστισμένοι, σαν τους Σμυρνιούς της Ρεπούση το 1922, προσπαθούμε να αποφύγουμε τους Τσέτες του σήμερα: τα βαριά οχήματα. Βυτιοφόρα με συρόμενα, φορτηγά, λεωφορεία είναι τα σύγχρονα τούρκικα στίφη που αφηνιάζουν να διώξουν τους Νιγριτινούς από τις πατρογονικές εστίες. Υπερβολικό;
Καθόλου! Κλείστε το δρόμο! Κάντε τον, επιτέλους, αληθινό πεζόδρομο. Κάντε το, πριν θρηνήσουμε θύματα, γιατί είναι θέμα χρόνου να συμβεί ατύχημα. Νομίζετε ότι όλοι οι οδηγοί στέκουν στα καλά τους; Πολλοί οδηγούν μεθυσμένοι (μέρες που είναι, μην αμελήσουμε και τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα!), άλλοι αφαιρούνται στους χαιρετισμούς, χαριεντισμούς και μουχαμπέτια με τους παρακαθήμενους, άλλοι κάνουν επίδειξη του τετράτροχου ή δίτροχου και αναπτύσσουν μεγάλες ταχύτητες. Πολύ θέλει να πέσει κάποιος από αυτούς πάνω σε ανύποπτο θαμώνα των τραπεζοκαθισμάτων της μεθορίου (της «πράσινης γραμμής» μεταξύ πεζοδρομίου και «πεζόδρομου»); Και δεν θα πρόκειται για ατύχημα, αλλά θα πρέπει να αναζητηθούν τότε και οι ηθικοί αυτουργοί που αφήνουν αυτήν την κατάσταση να χρονίζει.
Αυτό είναι και το πιο σοβαρό. Από την άλλη, δεν μπορούμε να παραλείψουμε και το γεγονός ότι, πέρα από μας που ζούμε και μεγαλώνουμε τα παιδιά μας εδώ, πολλοί ετεροδημότες είναι νέοι οικογενειάρχες και θέλουν (όπως κι εμείς) να κατεβάζουν στην αγορά και τα παιδιά τους. Που να τα πάνε; Στο πάρκο; Μα το πιο πιθανό είναι να το βρουν κλειστό και η κίνηση είναι στο κέντρο. Που μπορούν να καθήσουν ανενόχλητοι και να αφήσουν στα σίγουρα τα παιδιά τους να παίξουν, να τρέξουν, να χαρούν την επαρχία, χωρίς να κινδυνεύουν να τα κόψει κανένας διερχόμενος Σουμάχερ; Απίστευτα πράγματα! Ψάξτε, ψάξτε... δεν υπάρχει τέτοιος τόπος. Ντρέπομαι να έρχονται οι φίλοι και οι γνωστοί και να μου λένε αυτά τα πράγματα. Ντρέπεται, άραγε, κανένας άλλος;
Κλείστε τον δρόμο! Αφήστε όλα τα μαγαζιά του κέντρου να απλώσουν τραπεζάκια, ο καιρός ανοίγει, ο κόσμος θέλει να βγει έξω. Είναι δηλαδή καλύτερα να γεμίζουν τα πεζοδρόμια με μηχανές; Έτσι κι αλλιώς οι πεζοί αναγκάζονται να περπατάν στο δρόμο. Τα πεζοδρόμια έχουν καταληφθεί από δίτροχα και η Αστυνομία βγήκε να τα μαζέψει μία (αριθμός 1) μέρα μόνο, μέσα στο Πάσχα. Ενώ, αν έκλεινε ο δρόμος και γέμιζε με τραπεζάκια, όλοι θα ήταν ευχαριστημένοι και κερδισμένοι (και καθισμένοι). Και αν αποφάσιζαν να ανοίξουν και τις κάνουλες να τρέξει, επιτέλους, το νεράκι στα συντριβάνια, θα είχαμε ολοκληρώσει το παζλ της αισθητικής ανάπλασης της πλατείας: κόσμος, τραπέζια, αυτοκίνητα πουθενά, ασφάλεια, ομορφιά.
Τέλος, μιας και μιλήσαμε για την αισθητική πλευρά, φαντάζει εντελώς άχρηστη η πλακόστρωση του «πεζόδρομου». Αφού κάθε τόσο οι λακκούβες που ανοίγουν, μπολιάζονται για να σουλουπωθούν με τσιμέντο ή πίσσα! Δε γίνεται δηλαδή να ξαναστρωθούν με πλάκες; Είναι πιο ακριβές ή αποδεδειγμένα θα ξανασπάσουν; Μα ούτε η πίσσα ή το τσιμέντο κάνουν δουλειά, καθώς οι λακκούβες αυξάνονται και πληθύνονται, ξαναγεννιούνται απ’ τις στάχτες τους και χάσκουν επιβλητικά, σαν να μας κοροϊδεύουν. Όλο το θέμα, εντέλει, σαν κοροϊδία δε μοιάζει;
▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓
Παπά Γιώργη, τα σουλουπώσαμε φέτος τα πράγματα στην Ανάσταση. Ευτυχώς δεν επαναλήφθηκαν τα περσινά και όλα ήταν στο πνεύμα της καθ’ ημάς κατανυκτικής Ορθόδοξης παράδοσης. Όσο για τις κινήσεις που πληροφορούμαι ότι ετοιμάζετε για την εκμετάλλευση της πάνω αίθουσας δεξιώσεων προς όφελος της νεολαίας, προχωρήστε το και μη διστάζετε. Κι αν γκρινιάζουν κάποιοι, δεν έχουν δίκιο. Η σκέψη είναι σωστή και μακάρι να ευοδωθεί.
Αυτή την εβδομάδα, την μετά το Πάσχα δηλαδή, συνηθίζαμε κάποτε να κάνουμε τα Γερακίνεια, μέχρι που τα μεταθέσαμε για Σεπτέμβριο. Φέτος, ο αεικίνητος Σύλλογος Πολιτιστικών δραστηριοτήτων «η Νιγρίτα» οργάνωσε κάποιες αντίστοιχες εκδηλώσεις, αναλογικά βέβαια με τις οικονομικές δυνατότητες και χωρίς τη στήριξη του Δήμου ή κάποιου άλλου φορέα. Μόνος του. Είναι συγκινητικό, οπωσδήποτε, να γίνονται τέτοιες προσπάθειες.
Αρχίζουν και τα πανηγύρια. Άιντε ρε μπαρμπάδες!
Προς την κ. Πρόεδρο της ΔΕΥΑΝ: κ. Πρόεδρε, νουθετήστε, παρακαλώ, τους υπαλλήλους, όταν πρόκειται για οποιονδήποτε λόγο να διακόπτουν το νερό σε ένα σπίτι, να χτυπάνε πρώτα την πόρτα και να ενημερώνουν, όπως φωνάζουν τα μεγάφωνα όταν πρόκειται για διακοπή σε κάποια περιοχή. Μπορεί να δουλεύει το πλυντήριο και να καεί. Μπορεί κάποιος να είναι στο μπάνιο και να μείνει με τις σαπουνάδες. «Κυρία μου, είμαστε από τη ΔΕΥΑΝ και θα κόψουμε για λίγο το νερό. Εντάξει ή έχετε κάποιο πρόβλημα;». Και όταν τελειώνουν, πάλι να ενημερώνουν για να δούνε αν όλα λειτουργούν σωστά. Όχι να φεύγουν σαν τους κλέφτες και να ψάχνεις μετά μάστορα για να επισκευάσει τις αβλεψίες τους, κι εσύ ο ίδιος να μαζεύεις τα χώματα και τις πέτρες που παράτησαν καταμεσής στο δρόμο.
Ετικέτες
δευαν,
νιγριτα,
πασχα,
πεζόδρομος,
ρεπουση
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)