Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

ΠΑΣΧΑ Τ’ ΑΠΡΙΛΗ (02 04 2010)


Νοσταλγώντας τις παιδικές και εφηβικές μνήμες
από τις διακοπές του Πάσχα στο χωριό.

Ένα διήγημα του Σωτήρη Δημητρίου.

«Ο Απρίλης ήταν κάποτε για μένα - τώρα πια έχει μπει κι αυτός στο χωνευτήρι των πολλών και επαναλαμβανόμενων εικόνων και εμπειριών- το Πάσχα στο χωριό μου. Όχι όμως με το θρησκευτικό του μέρος, παρά μόνον αμυδρά.
Μεγάλη Πέμπτη, εγώ και τ’ αδέρφια μου ξεκινούσαμε το πρωί με το λεωφορείο. Ολόκληρο ταξίδι. Φτάναμε στη γέφυρα του Καλαμά. Μια γέφυρα σιδερένια, βαθυπράσινη, απ’ τον καιρό του Εμφυλίου.
Αφού γινόταν ο έλεγχος των ταυτοτήτων απ’ τους φαντάρους του φυλακίου – στιγμές έντονες για τις παιδικές καρδιές μας –, το λεωφορείο, αργά αργά, έμπαινε στη γέφυρα. Κραπ, κραπ, χτύπαγαν κι έτριζαν οι σιδεριές. Το νερό από κάτω ορμητικό, θολοπράσινο απ’ τις πυκνοφυτεμένες όχθες. Έλιωναν τα χιόνια.
Από εκεί και πέρα άρχιζε ένας άλλος κόσμος.
Στο Φιλιάτι κάναμε υποχρεωτική στάση τρεις με τέσσερις ώρες. Γι’ αυτές τις ώρες – που τις περνούσα-με στο καφενεδάκι του σταθμού – δεν αγαπούσα και πολύ αυτή την κωμόπολη, τόσο λαχταρούσα το χωριό μου.
Το καφενεδάκι ήταν γεμάτο ταξιδιώτες για τα πανωχώρια των Φιλιατών. Εκεί άρχι¬ζαν τα πρώτα «ποιανού είσαι εσύ, μωρέ παιδάκι μου;», «ετούτη μοιάζει της μάνας της» απ’ τους χωριανούς μας και τα πρώτα φιλιά. Πρόγευση απ’ το χωριό μου παρηγορητική.
Επιτέλους, το απομεσήμερο το λεωφορείο αγκομαχώντας, γιατί ήταν ασφυκτικά γεμάτο και ο δρόμος χωμάτινος, ανηφορικός, όλο κογκέλες, ξεκίναγε για τα χωριά της Μουργκάνας.
Αϊ-Νικόλας, Άγιοι Πάντες, Παλιοχώρι, ανηφόρες, στροφές, μια στροφή ακόμα και να το χωριό μου, η Πόβλα. Μαγευτικός δρόμος, μαγευτικά χωριά. Λες και οι πλαγιές οι ντυμένες με κουμαριές, τσέρα, χελιδρονιές, δάφνες, οι χείμαρροι που ξεπηδούσαν εδώ και κει, τα λιθάρια και τα μονοπάτια ενσωμάτωσαν ό,τι ομορφότερο και ευγενέ¬στερο από τις ανθρώπινες ζωές αιώνων.
Ακόμα και σήμερα, αυτή η διαδρομή, αυτά τα χωριά είναι για μένα μια διαδρομή πνευματική, μια διαδρομή νοσταλγίας και καημού.
Στο χωριό μου φτάναμε το μούσγκωμα. Μας άφηνε το λεωφορείο στη Θελεσουριά, όπου ήταν ένα μικρό εικόνισμα, ο Αϊ-Θανάσης.
O όγκος της Μουργκάνας μπροστά μας. Στην κορφή το βουνό είχε ακόμα χιόνια, που άστραφταν από ένα χιλιόχρωμο ηλιοβασίλεμα. Εκεί που χανόταν ο ήλιος ήταν ένας τόπος αγαπημένος, μυστηριακός, αβάδιστος. Ήταν η Βόρειος Ήπειρος.
Στη Θελεσουριά, κατεβαίνοντας απ’ το λεωφορείο, μας χτύπαγε ευχάριστα ένα ψυχρό αεράκι που –Κύριος οίδε πώς – το ’χα συνδέσει με τη Βόρειο Ήπειρο, με την Αλβανία. Μήνυμα από μια άλλη ζωή, πιο ενδιαφέρουσα, πιο πλούσια, πιο αινιγματι¬κή. Περιττό να πω ότι δεν ήξερα τίποτα για ιδεολογίες, πολέμους και άλλα, και οι δικοί μου, συγγενείς και χωριανοί, μιλούσαν λίγο και ασαφώς, κάτι που μεγάλωνε το μυστήριο.
Φτάναμε με τα ποδάρια στο σχολειό, κατόπι μια απότομη κατηφοριά μάς έβγαζε στην πλατεία του Νικόπλου, όπου ήταν το περίπτερο του μπάρμπα – Μήτση μας. Μας καρτέραγε με ζαχαρωτά και φιλιά. Κατόπι σταματούσαμε στο πατρικό της μάνας μου για λίγο, να δώσουμε τσιγάρα στον παππού, και κατόπι σφεντόνα για το πατρικό μας, για τη γιαγιά μας.
Σε όλη αυτήν τη διαδρομή η μύτη μας είχε πανηγύρι. Φρέσκια, ξάστερη ανάσα ανακατεμένη με τ’ αγριολούλουδα του Απριλιού –φράξο, μανούσια, ζουμπούλια, μοσφακίδια. Τον τόνο τον έδιναν όμως οι καβαλίνες, η κοπριά, το νοτισμένο χώμα.
Στο πατρικό μας. Τόπος θαλπωρής. Ένα μικρό σπιτάκι με δυο κάμαρες, κατώι για τις αίγες, μπλατσαριό, ένας μικρός κηπάκος και η επιβλητική και συγχρόνως γλυ¬κύτατη παρουσία της γιαγιάς μου. Μας μάζευε με πατάτες γιαχνί. Μοσκοβόλαγε ο τόπος. Κατόπι κοιμόμασταν όλοι μαζί στρωματσάδα κι αυτή στη μέση.
Το πρωί μάς ξυπνούσαν πετεινοί, γομάρια, αίγες, βετούλια· φωνούλες απ’ τις γυναίκες που φούρνιζαν, σκούπιζαν, έκοβαν κλαρί. Μαζεμένο το χωριό, αμφιθεατρι¬κά χτισμένο, δημιουργούσε τέλεια ηχητική.
«Ω Αγγελούδω, ξύπνησαν τα παιδιά;», ακούγαμε τη θειάκω Λόλα απ’ το δίπλα μαχαλά.
«Ξύπνησαν, μωρ’ συμπεθέρα».
«Αυγά έχεις; Θέλεις;»
«Έχω, έχω».
«Καλά, στείλ’ τα μου κατόπι».
Άρχιζε το πανηγύρι. Τρεχαλητά με τ’ άλλα παιδιά, επισκέψεις στις θείες, βόλτες στους κήπους του Μαμά, στ’ αμπέλια της Φέρας, στην Αϊ-Παρασκευή. Άρχιζαν δειλά να κοκκινίζουν οι πρώτες κουτσουπιές. Τα τριαντάφυλλα, πυκνόφυλλα και μοσχομυριστά, ροζ – άσπρα, ήταν παντού. Στις αυλές και στους φράχτες. Σου έσπαιναν τη μύτη.
Από την Ανάσταση θυμάμαι κάπως τις στρακαστρούκες, που τις πιέζαμε με τις σόλες. Ακόμα κι εκείνη την ώρα του πανδαιμόνιου εγώ είχα το μυαλό μου στ’ αστέρια του ορίζοντα, πάνω απ’ τον απαγορευμένο τόπο.
Την άλλη μέρα, όλο το χωριό ανέβαινε στην κορυφή του διπλανού βουνόπλου, που ήταν το φυλάκιο Γκελίλι, για επίσκεψη στους στρατιώτες. Τους πηγαίναμε αυγά, κου¬λούρια κι εκείνοι μας έδιναν γαλέτες.
Χαρούμενα, απλά παιδιά, μας άφηναν να δούμε και με τα κιάλια μέσα στο Αλβα¬νικό. Φέρναμε κοντά μας εικόνες από ανθρώπους, κυρίως γυναίκες να σκάβουν εν σειρά ή να κάνουν άλλες δουλειές, πάντα σε ομάδες. Είχαν κατασκευάσει και μια τεχνητή λίμνη για την άρδευση. Παρ’ όλο που με τα κιάλια είχα απτό το αντικείμενο της περιέργειας μου, η έλξη και το μυστήριο βάθαιναν.
Άκουγα ιστορίες τα κατοπινά χρόνια για κατασκόπους, που χαμογελώντας χαιρέταγαν από απόσταση τις γυναίκες στ’ αμπέλια. Αυτές ανατρόμαζαν κι αυτουνούς τους κατάπιναν τα λόγγα. Το πέρασμα αυτών των μυστήριων ανθρώπων το ’χω επίσης συνδέσει με το ψυχρό αεράκι που μας υποδεχόταν στη Θελεσουριά.
Όταν αναχωρούσαμε, χαράματα, για την Ηγουμενίτσα ήταν για μας Μεγάλη Παρασκευή. Πονούσαμε και τα τρία, λες και μας ξερίζωναν. Η αδερφή μου με κλά¬ματα και φωνές, «γιαγιά μουουου», ξύπναγε το χωριό. Εγώ βαστιόμουνα και έκλαιγα κρυφά, με τρόπο αξιοπρεπή, και για να το πετύχω αυτό σφιγγόμουνα και βλοσύρευα. Δε θέλαμε, αρνιόμασταν ν’ αποχωριστούμε τη γιαγιά Αγγελούδω, το χωριό. Και πού να πηγαίναμε; Στο βασανιστήριο της τότε – και τώρα – εκπαιδεύσεως.
Μόλις πήγα στο Γυμνάσιο, βαθμιαία – κι απ’ το Λύκειο μόνιμα πλέον – πάει το χωριό και η γιαγιά. Δεν πάταγα το πόδι μου. Σινεμάς, ξένη μουσική, ερωτικά σκιρτή¬ματα, κατόπι σπουδές εν Αθήναις – άλλη θλιβερή ιστορία αυτή –, μέχρι τα τριάντα μου δεν είχα καμιά ψυχική σχέση κι επαφή.
Μεγάλος ήμουν – τι μεγάλος, άντρας γκοτζάμ γαϊδούρι – όταν μας έστειλε η γιαγιά μου μήνυμα, έναν πικρό Απρίλη, να πάμε να
περάσουμε το Πάσχα μαζί της. Δεν πήγα. Μετά από λίγο πέθανε. Δε θυμάμαι να μου στοίχισε. Oύτε στην κηδεία της πήγα. Με είχε καταλάβει εξολοκλήρου ο εαυτός μου.
Πέρσι πήγα στο χωριό μου, μετά τη Λαμπρή, για ολιγόωρη επίσκεψη. Το πατρικό μου χορταριασμένο, ετοιμόρροπο. O κηπάκος του πνιγμένος στην άγρια βλάστηση.
Τζαρκάλευα στην αγαπημένη κάμαρη των παιδικών μου χρόνων και κάπου βρήκα την αστυνομική ταυτότητα της γιαγιάς μου. Oλοκαίνουρια. Απ’ τη μικρή φωτο¬γραφία με κοιτούσε πάλι μ’ εκείνη την αγάπη της, που μας έθρεψε και μας εφοδίασε για μια ολόκληρη ζωή.
Το χωριό περίπου έρημο. Oύτε γομάρια άκουσα ούτε φωνές από γυναίκες και παι¬διά. Πήγα στο μαγαζάκι του άλλου μου θείου, του Μήτση Έξαρχου. Κάποια στιγμή, δυο φαντάροι με πλήρη πολεμική εξάρτυση έφεραν δυο Αλβανούς αιχμαλώτους. Ξέπνοοι όλοι. Ένας φαντάρος – Αθηναίος, όπως έμαθα μετά – έβριζε τον κωλότοπο, τους κωλοαλβανούς. Έκατσαν στον πάγκο και ο θείος μου τους κέρασε αμέσως λου¬κούμια.
Οι Αλβανοί τα έφαγαν λαιμαχτικά και λερώθηκαν μεριές μεριές απ’ τη σκόνη. Καίτοι είχαν κακό χάλι απ’ την ταλαιπωρία, τινάχτηκαν και καθαρίστηκαν με επιμέλεια.»

Σ. Δημητρίου, Η φλέβα του λαιμού, Πατάκης, 1998
δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

ΒΡΙΖΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ (26 03 2010)



Η αθυροστομία των αγωνιστών του 1821








Μέρα μνήμης, εθνικής περηφάνιας και συλλογισμού η επέτειος της 25ης Μαρτίου. Σε όλα τα ΜΜΕ θα μας θυμίσουν τα ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν στην Ανεξαρτησία της Ελλάδας. Εδώ όμως, θα δούμε από μια άλλη σκοπιά τους ανθρώπους αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους σ’ αυτό το σκοπό. Δεν είναι απόπειρα απομυθοποίησης των ηρώων, είναι απλά μια ανθρώπινη πλευρά (και αρκετά χιουμοριστική – με την απόσταση του χρόνου), που – αν μη τι άλλο – αποδεικνύει και την πολιτισμική συνέχεια σε αυτόν τον τόπο. Με αφορμή, λοιπόν, ένα σχόλιο στο ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου (http://sarantakos.wordpress.com), θα παραθέσω μια εργασία της Μαρίας Ευθυμίου στα «Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας σχετικά με τη βωμολοχία των πολεμιστών του ’21. Οι επίμαχες λέξεις, για ευνόητους λόγους, θα τυπωθούν διακεκομμένες. Οι σεμνότυφοι κι οι σοβαροφανείς παρακαλούνται να αλλάξουν σελίδα:
«Η λαλιά, η καθημερινή ομιλία του ‘21, δεν είναι εύκολο να μας είναι γνωστή στη φυσικότητα της. Οι αδροί και αμόρφωτοι χωρικοί που κράτησαν στους ώμους τους τον Αγώνα δεν είχαν τρόπο να αποτυπώσουν σε χαρτί την υφή και τη ροή του λόγου τους. Τα κείμενα και οι προκηρύξεις της Επανάστασης, τα Συντάγματα και οι αποφάσεις της συντάχθηκαν από άτομα υψηλής μόρφωσης, Φαναριώτες και προύχοντες, σε μια γλώσσα αποκαθαρμένη, πλούσια και επιμελημένη. Η αλληλογραφία των οπλαρχηγών, που θα μπορούσε, από την πλευρά αυτή, να μας μεταφέρει την υφή του απλού λόγου των αμόρφωτων η ελάχιστα μορφωμένων αυτών ανθρώπων, δεν βοηθά, συχνά, ούτε κι αυτή, καθώς τη σύνταξη των μηνυμάτων και των επιστολών τους αναλάμβαναν οι «γραμματιζούμενοι» γραμματικοί τους. Αν το πρόβλημα αυτό για την ελληνική γλώσσα είναι μεγάλο, γίνεται αξεπέραστο και πελώριο όταν πρόκειται για τη γλώσσα των πολυάριθμων εκείνων αγωνιστών που ήταν αλλόγλωσσοι ή δίγλωσσοι, και μάλιστα σε γλώσσες προφορικές και όχι γραπτές, όπως συνέβαινε με τους Βλάχους και τους Αρβανίτες. Σπάνια από τα κείμενα-πηγές του Αγώνα μπορούμε να αντλήσουμε έστω μνεία γι’ αυτές: έτσι π.χ., ο Ν. Κασομούλης στα απομνημονεύματά του, τα τόσο πολύτιμα και λεπτομερή, αναφερόμενος σ’ ένα περιστατικό που αφορά τον -ως Υδραίο- αρβανιτόφωνο Κουντουριώτη, καταγράφει την παροιμία που αυτός ανεφώνησε εις άπταιστον αλβανικήν «βάτε με κάλε, έρδε με γκομάρ» (που θα πει «πήγε με άλογο, γύρισε με γαϊδούρι»). Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Κ. Μεταξάς στα απομνημονεύματά του, αναφερόμενος σε μια ομιλία του Μάρκου Μπότσαρη προς τους συμπολεμιστές του Σουλιώτες, αρκείται να σημειώσει: «τους ελάλησεν εις την γλώσσαν των, αλβανιστί, οι δε λόγοι του ήσαν πλήρεις ενθουσιασμού και πατριωτισμού…». Το ότι οι αγωνιστές του ‘21 -είτε ελληνόφωνοι είτε αλλόφωνοι είτε δίγλωσσοι- βωμολοχούσαν και έβριζαν είναι περισσότερο από βέβαιο. Οι βωμολοχίες αυτές μόνο σε λίγες περιπτώσεις καταγράφτηκαν κι έφτασαν ως εμάς• η ευπρέπεια που υποβάλλει ο γραπτός λόγος, καθώς και η επιδίωξη λόγιου λόγου που επέλεξαν οι περισσότεροι από τους αγωνιστές όταν αργότερα, μετά τον Αγώνα, έγραφαν τα απομνημονεύματα τους, δεν επέτρεψαν να γνωρίζουμε πολλά για το θέμα αυτό. Γνωρίζουμε ότι πριν από τις μάχες οι αντίπαλοι συνομιλούσαν κατ’ αρχάς ήρεμα, για να καταλήξουν -συνήθως αλβανιστί- σε ύβρεις αισχρές ο ένας για τη θρησκεία του άλλου, ύβρεις που από μόνες τους έδιναν το σύνθημα της μάχης και περιέγραφαν το μίσος και το πάθος. «Τούρκε, γ...ώ την πίστη σου και το συκώτι σου», κραύγαζαν οι Έλληνες της Νάουσας, όταν κατά την εξέγερση τους έσφαζαν τους παλιούς τους φίλους Τούρκους συντοπίτες τους, όπως με φρίκη καταγράφει ο Κασομούλης στα απομνημονεύματα του. Οι «φιλοφρονήσεις», όμως, δεν λείπουν και μεταξύ συναγωνιστών και ομοφύλων: «σκατόβλαχο» αποκαλεί ο προύχοντας της Πελοποννήσου Κανέλλος Δεληγιάννης τον Κολοκοτρώνη, «αλιτήριο» και «εξωλέστατο» τον ιερωμένο Παπαφλέσσα ο επίσης ιερωμένος Π. Π. Γερμανός, «κερατοκαλόγερο» ο Μακρυγιάννης έναν καλόγερο, φίλο των Κολοκοτρωναίων.
Ο Μακρυγιάννης είναι στ’ αλήθεια πολύτιμη πηγή απτού, αμέσου και πηγαίου λόγου της εποχής, Ο πληθωρικός αυτός άνθρωπος γράφει ειλικρινά και παρορμητικά τα απομνημονεύματά του με τα λίγα γράμματα που μόλις έμαθε. Δεν γνωρίζει από ψευτοσυστολές και επιτηδεύσεις, γι’ αυτό κανείς μπορεί να βρει σ’ αυτόν λαγαρές φράσεις, όπως αυτές που χρησιμοποιεί για να περιγράψει την ανυποχώρητη αντίσταση που συνάντησαν οι Έλληνες εκ μέρους των αμυνόμενων Τούρκων, όταν επιχείρησαν να ανακαταλάβουν το κάστρο του Ακροκορίνθου, ένα κάστρο που λίγο πριν, από πανικό και φόβο, παρέδωσε στους επιτιθέμενους Τούρκους ο Έλληνας υπερασπιστής του Αχιλλέας, παρ’ ότι είχε επαρκή κάλυψη από άντρες, τρόφιμα και πολεμοφόδια, «…Οι Τούρκοι μας έβαλαν εις το κανόνι οπού δεν είδαμε πούθε να κάμωμε. Δεν ήταν ο Αχιλλέας, ο φρούραρχος της Διοίκησης, οπού τ’ αφήνει εφοδιασμένο και φεύγει• είναι Τούρκος, πολεμάγει δια την πίστη του. Ο Τούρκος έτρωγε ποντίκια και μας γά...σε το κέρατο με τα κανόνια και τις μπόμπες. Ο Αχιλλέας, αρνιά και κριάρια μέσα, τ’ αφήνει όλα και πάει ναύβρη τούς συντρόφους του οπού τον διορίσαν…».
Εκείνος, όμως, από τούς αρχηγούς του ‘21 που χαρακτηριζόταν περισσότερο απ’ όλους για την ανεξέλεγκτη γλώσσα του ήταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ορεσίβιος και αδρός, άνθρωπος που έζησε μέχρι τέλους της ζωής του τη φτηνή ειρωνεία όσων ήθελαν να θυμούνται πως ήταν «ο μούλος» «γιος της καλογριάς», βρήκε διέξοδο, για να ξεπεράσει την οργή του και να επιβληθεί σ’ ένα δύσκολο γι’ αυτόν κοινωνικό περιβάλλον, στον παραληρηματικό βωμολοχικό λόγο. Η βωμολοχία του ήταν τόσο συνεχής και έντονη που οι συναγωνιστές του χρειάστηκε να αποδεχθούν το ελάττωμα του αυτό ως «χούι», προκειμένου να μπορέσουν να συνυπάρχουν και να συμπολεμούν μαζί του.
Η αυτοσυγκράτηση αυτή δεν επιτυγχανόταν, πάντως, απ’ όλους τούς συμπολεμιστές του και σ’ όλες τις περιστάσεις. Να πώς απαντά ο Καραϊσκάκης στην πρόταση συμφιλίωσης που του στέλνει στα 1824 με επιστολή ο οπλαρχηγός της Ρούμελης Ν. Στορνάρης: «Γενναιότατε αδελφέ καπ. Νικόλα, …είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια [τουρκικά όργανα του ιππικού] ο πού...ος μου, έχει και τρουμπέτες [ελληνικά όργανα]. Όποια θέλω από τα δυο θα μεταχειρισθώ…». Η ανταπάντηση ήρθε στο ίδιο κλίμα: «Επειδή έχεις και τουμπλέκια και τρουμπέτες βάστα, λοιπόν, διότι ο πού...ος μας και με τουμπλέκια και με τρουμπέτες θέλει σε κυνηγήσει…».
Πραγματικό, όμως, ρεσιτάλ ύβρεων απίστευτης σύλληψης και γλαφυρότητας περίμενε τους Οθωμανούς συνομιλητές του, όταν αυτοί έρχονταν σε επαφές μαζί του σε περιόδους που ο Καραϊσκάκης δεν βρισκόταν στις συνηθισμένες μέχρι το 1825 γι’ αυτόν συνδιαλλαγές μαζί τους για να κρατήσει το αρματολίκι των Αγράφων. Έτσι, στα 1823 ο Καραϊσκάκης λέει απευθυνόμενος στον απεσταλμένο του αρχηγού του τουρκικού στρατεύματος των Τρικάλων Σιλιχτάρ Μπόδα: «Έλα, σκατότουρκε… έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους· έλα ν’ ακούσεις τα κερατά σας, -γ...ώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες… Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε “από ημάς” συνθήκην με “έναν” κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην -να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την π...άνα!».
Οι ύβρεις του Καραϊσκάκη, διαλεγμένες μία μία, επιδιώκουν να καταδείξουν στον άτυχο Τούρκο συνομιλητή του τη νέα τάξη πραγμάτων, τις καινούργιες κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες που η Επανάσταση έφερε, και τη θέση, πια, που έχει ο Καραϊσκάκης μεταξύ των Ελλήνων· των Ελλήνων που, λίγο παρακάτω, προσδιορίζονται και πάλι από τον Καραϊσκάκη με το γνωστό του τρόπο ποιοι είναι: «Ιδού οι Έλληνες! Αυτοί σας χέζουν και τώρα και πάντα».
Ο Καραϊσκάκης ήταν, βέβαια, κάτι πολύ περισσότερο από αυτή τη ζωώδη βωμολοχία. Αυτός ο παλιός κλέφτης, με τους βάναυσους τρόπους και την ασαφή κατά τα πρώτα τέσσερα χρόνια του Αγώνα εθνική συνειδητοποίηση και στάση, θα εξελιχθεί μαζί με την Επανάσταση και θα την υπερασπίσει με την ίδια του τη ζωή, σε μια ευγενή τελική πορεία που ανέδειξε τη μαχητικότητα, την ευφυΐα, το πείσμα, την αντοχή, τη στρατηγικότητα και την παλικαριά του.»
Μαρία Ευθυμίου,
επικ. Καθηγήτρια του τομέα Ιστορίας
του Πανεπιστημίου Αθηνών

δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

Η ΝΙΓΡΙΤΑ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ (19 03 2010)

Σκέψεις και κρίσεις με αφορμή την ημερίδα
για την οικονομική ανάπτυξη του τόπου.

Η Νιγρίτα στο κόκκινο. Με αυτόν τον τίτλο διεξήχθη την Κυριακή που μας πέρασε μια συζήτηση για το μέλλον του τόπου μας, για τις προοπτικές ανάπτυξης δηλαδή, που μπορούμε να εκμεταλλευτούμε. Η διοργάνωση έγινε με πρωτοβουλία συλλόγων της περιοχής, κυρίως των Νιγριτινών Θεσσαλονίκης, και άφησε ανάμικτα συναισθήματα στους 300 περίπου ανθρώπους που την παρακολούθησαν. Τα ανάμικτα συναισθήματα εκτείνονται από τον άκρατο ενθουσιασμό για τις προτάσεις (με αποκορύφωμα το σχεδόν μεταφυσικό-σουρεαλιστικό «Σύλλογος Θεσσαλονικέων (!) Νιγρίτας») ως την απογοητευτική προσγείωση στην πραγματικότητα της επαρχιακής μιζέριας και της κρατικής ανικανότητας (ερμηνεύοντας τα λόγια των πολιτικών).
Ένα από τα θέματα που θίχτηκαν ήταν και το οδικό δίκτυο προς Θεσσαλονίκη, με προτάσεις για διάνοιξη δρόμων προς Σοχό (Εγνατία Οδό) και προς Στρυμονικό. Από έγκυρες πηγές (ανθρώπους που ξέρουν και περπατούν τα κατατόπια) πληροφορούμαι ότι ο δρόμος Νιγρίτας – Σοχού σε καμία περίπτωση δεν θα είναι ευκολοδιάβατος. Με την προϋπόθεση ότι σχεδιάζεται η ασφαλτόστρωση πάνω στον ήδη χαραγμένο χωματόδρομο, προκύπτουν οι εξής δυσκολίες: α) υπάρχουν πολλές στροφές και ανηφόρες-κατηφόρες που καθιστούν ανέφικτο το όριο των 90 χλμ/ώρα του κ. Κατσικαρίδη, β) ο δρόμος αυτός είναι χαραγμένος με τέτοιον τρόπο που δεν τον βλέπει ο ήλιος αρκετές ώρες της ημέρας. Άρα, θα υπάρξουν προβλήματα με παγετούς κατά τη διάρκεια του χειμώνα, που θα κάνουν τη διαδρομή ακόμα πιο δύσκολη. Καλύτερη περίπτωση συνεπώς, φαντάζει η διάνοιξη του δρόμου προς το Στρυμονικό.
Θετικότατη εντύπωση προκάλεσε από την άλλη, η παρουσίαση της Εταιρείας Τουριστικών Ακινήτων (ΕΤΑ) για τα μεγαλεπίβολα σχέδια εκμετάλλευσης του αραχνιασμένου, παρηκμασμένου λουτροθεραπευτηρίου Θερμών. Αν υπάρχει τρόπος να γίνουν αυτά τα σχέδια πραγματικότητα και να αναμορφωθεί όλη η κοιλάδα του Αγ. Παντελεήμονα σε ένα μέρος-πρόκληση για χαλάρωση-θεραπείες-αθλητισμό με τα πρότυπα που παρουσιάστηκαν, αυτό θα μπορέσει να αποτελέσει μια μεγάλη οικονομική ανάσα για τον τόπο. Ας μην ξεχνάμε ότι το Άγγιστρο και το Σιδηρόκαστρο βασίστηκαν σε αυτές τις υπηρεσίες και ευημερούν. Έτσι, θα μπορέσουν να αξιοποιηθούν καλύτερα και τα υπόλοιπα θέλγητρα της Βισαλτίας, όπως το Λαογραφικό μουσείο και ο αρχαιολογικός χώρος Τερπνής. Το θέμα είναι κατά πόσο είναι εφικτή μια τέτοια προοπτική, αλλά για να τα σχεδιάζουν έτσι οι τεχνοκράτες της Εταιρείας, πρέπει να υπάρχει βάσιμη υποψία κέρδους. Αλλιώς δε θα ασχολούνταν. Μένει να δούμε αν (και πότε) θα γίνει πραγματικότητα.
Με λύπη πληροφορηθήκαμε την άρνηση κατοίκου της περιοχής, που έχει στην ιδιοκτησία του μέρος του αρχαιολογικού χώρου Τερπνής, να το ανταλλάξει, προκαλώντας έτσι προσκόμματα στην ανασκαφή και ανάδειξη του χώρου. Δεν είμαι σίγουρος βέβαια κατά πόσον μπορεί αυτό να αποτελεί σοβαρό λόγο για την πολυετή καθυστέρηση, καθώς δε μπορώ να διανοηθώ ότι δεν υπάρχει κάποιος νόμος υποχρεωτικής απαλλοτρίωσης που να αναγκάζει αυτόν τον ιδιοκτήτη να υποχωρήσει για το συλλογικό όφελος. Και αναρωτιέμαι μήπως αυτό είναι πρόφαση εν αμαρτίαις, για να συσκοτίσει δηλαδή την κρατική ανελαστικότητα/αδυναμία να επενδύσει σε αυτό που αυτάρεσκα αποκαλούμε «βαριά βιομηχανία» στην Ελλάδα: τους αρχαιολογικούς χώρους, τον τουρισμό. Προς επίρρωση τούτου έρχεται και η αναφορά της Δημάρχου στις απαντητικές επιστολές του αρμόδιου Υπουργείου. Βέβαια, αυτά τα τραγελαφικά (με την αντιπατάρα της προηγούμενης απάντησης του προηγούμενου Υπουργού που έκανε ο νέος Υπουργός – αυτό θα πει συνέχεια του κράτους!) ήταν ήδη γνωστά από τις προσπάθειες φορέων (Π.Σ. Τερπνής) και το ίδιο το Υπουργείο δεν ανέφερε τίποτα για το εν λόγω κώλυμα της απαλλοτρίωσης (ίσως βέβαια και να αγοράζουν αγρόν – οπωσδήποτε όχι τον συγκεκριμένο...).
Γνωρίζουν όμως πολύ καλά πώς να μειώνουν αναίσχυντα τον τοπικό πληθυσμό και τις δυνατότητές του. Όσοι μπορούν να διαβάσουν αυτήν την (δις) απαντητική επιστολή, ας το κάνουν. Έχει πολύ γέλιο. Και ο κ. Μπόλαρης βέβαια, είπε ότι από μόνος του ο αρχαιολογικός χώρος δεν είναι ικανός να τραβήξει τουρισμό. Μα δεν είναι αυτό μόνο το ζητούμενο. Ας μην αντιμετωπίζουμε το καθετί μόνο με οικονομίστικα κριτήρια – ωφελιμιστικά. Ο αυτοσεβασμός δεν παίζει ρόλο; Η ηθική ικανοποίηση; Ακόμα και η επάρκεια, ως κράτος, να κάνουμε τα αυτονόητα για αυτά τα υπολείμματα αρχαίου πολιτισμού, που ο αγράμματος Μακρυγιάννης δυο αιώνες πριν κατάλαβε τη σημασία τους και γι’ αυτά πολέμησε. Στο βωμό των μελετών των τεχνοκρατών, που βάλθηκαν να εξουσιάζουν τη χώρα με όλες αυτές τις λεξιλογικές τσιριμόνιες - κουραφέξαλα, και των «στρατηγικών» μεθόδων τους, θα θυσιάζουμε λίγο-λίγο τη δύναμή μας: την κληρονομιά και την εθνική μας ταυτότητα.
Δε θα πω τίποτα για το μεγαλύτερο πλεονέκτημα που προσφέρει η φύση στην περιοχή: το γεωθερμικό πεδίο. Η αναφορά της Δημάρχου ότι ο κ. Φυτίκας ασχολείται με αυτό από το 1981 τα λέει όλα.

▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓

 Έχω ένα ερώτημα να κάνω: σε όσους επίσημους φορείς παραβρέθηκαν στην εκδήλωση, στάλθηκε πρόσκληση; Αν ναι, τότε α) γιατί δεν παρέστησαν και οι υπόλοιποι; β) γιατί δεν στάλθηκε πρόσκληση και στην Περιφερειάρχη, που είναι και το πλέον αρμόδιο πρόσωπο για την ικανοποίηση ορισμένων από τα αιτήματα;
 Ο κ. Νομάρχης, αφενός δε μας χαιρέτησε (χαιρέτησε μόνο τους επισήμους), αφετέρου ωρυόταν γιατί δεν ζητάμε δρόμο για τα Σέρρας! Τα πράγματα, λέει, τα βλέπουμε σαν Νιγριτινοί και όχι σαν Σερραίοι, ενώ αυτός πρέπει να τα δει ως Σερραίος. Δηλαδή, να ζητήσουμε περαιτέρω αφαίμαξη του τόπου από τις Σέρρες και να μη ζητήσουμε αιμοληψία του τόπου από τους Νιγριτινούς της Θεσσαλονίκης; Και έτσι βροντοφώναζε: απευθυνόμενος σε μας σε β’ πρόσωπο, διαχωρίζοντας δηλαδή το «εμείς» από το «εσείς», ενώ άλλοι ομιλητές μίλησαν σε α’ πρόσωπο, θεωρώντας και τους εαυτούς τους μέρος του τόπου (ως όφειλαν). Τι να κάνουμε, η σημειολογία ξεσκεπάζει. Εξάλλου αυτός ο δρόμος είναι αρκετά ικανοποιητικός σε σχέση με τους άλλους. Μήπως οι Σέρρες χρειάζονται κι άλλους Βισαλτινούς νοικάρηδες;
 Συμπροσκυνητής στην ημερίδα, μου έστειλε τις παρατηρήσεις του. Τις παραθέτω αυτούσιες:
«ΤΙ ΜΑΣ ΑΡΕΣΕ
1. Η πρωτοβουλία του Συλλόγου Νιγριτινών Θεσσαλονίκης και των υπολοίπων Συλλόγων της Νιγρίτας για την οργάνωση μιας ημερίδας με «καυτά» ζητήματα για τη Νιγρίτα.
2. Η επιτυχημένη οργάνωση της εκδήλωσης.
3. Η παρουσία του κόσμου. Οι Νιγριτινοί κατέκλυσαν την αίθουσα .
4. Οι πολύ καλές και εμπεριστατωμένες εισηγήσεις των ομιλητών.
5. Η έξυπνη κίνηση από πλευράς διοργανωτών να ορίσουν τις ομιλίες – παρεμβάσεις των πολιτικών στο τέλος του προγράμματος. Τους «ανάγκασαν» έτσι να παραμείνουν μέχρι το πέρας της εκδήλωσης και να παρακολουθήσουν όλες τις εισηγήσεις .

ΤΙ ΔΕΝ ΜΑΣ ΑΡΕΣΕ
1. Το γεγονός ότι ο κ. Φυτίκας (εισηγητής για τη γεωθερμία) επισκέπτεται την πόλη μας από το 1980 και συμμετέχει σε παρόμοιες ημερίδες, χωρίς να καταφέρει να δώσει τις απαραίτητες λύσεις. Πρωτοήρθε σαν νεαρός Καθηγητής του ΑΠΘ το 1980 και μετά από 30 ολόκληρα χρόνια παρουσίασε την Κυριακή την εισήγησή του, όντας Ομότιμος, δηλαδή συνταξιούχος.
2. Το ύφος της κας Δημάρχου κατά την ομιλία της. Μετέφερε στο ακροατήριο το συμπέρασμα ότι για όλα φταίνε οι άλλοι. Η τοποθέτησή της για τη μελλοντική χωροθέτηση του Ν. Σερρών, το λιγότερο που μπορεί να χαρακτηριστεί είναι άτοπη και άκαιρη.
3. Το ύφος της παρέμβασης του κ. Νομάρχη. «Μάλωσε» του διοργανωτές γιατί δεν υπήρχαν στην ατζέντα της ημερίδας τα θέματα που ήθελε ο ίδιος. Προφανώς παραβρέθηκε σε λάθος εκδήλωση.
4. Φάνηκε ολοκάθαρα ότι οι σχέσεις μεταξύ των τοπικών αρχόντων δεν είναι και οι καλύτερες δυνατές.»

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ (12 03 2010)


Ανάγκη αυτοκριτικής με αφορμή τις προκλήσεις
των γερμανικών μέσων ενημέρωσης.

Έφτασε λοιπόν και η στιγμή που οι Νεοέλληνες αμφισβητούν την Ευρώπη. Μετά τις πιέσεις και τα «μέτρα» (εδώ αμφισβητείται η ορθότητα του αρχαίου «μέτρον άριστον») που επιβάλλονται, μετά τον σφάκελο (δεν είναι τυπογραφικό λάθος) του γερμανικού περιοδικού και τις προσβλητικές εκπομπές του RTL, ήρθε ξανά η στιγμή να σηκώσουμε ανάστημα στους Γερμανούς. Και δώστου να ξεσπαθώνουν από τηλεοράσεις, εφημερίδες και περιοδικά, καθώς θίχτηκε ο εγωισμός μας που μας είπαν «απατεώνες». Δεν θ’ ασχοληθώ με αυτό το χυδαίο αλισβερίσι προσβλητικών βίντεο και δημοσιευμάτων, το έχουμε χορτάσει και εμπεδώσει. Ούτε όμως περιμένω τον Γερμανό για να ανακαλύψω την απατεωνιά στη χώρα που έκανε παντιέρα τη λέξη «λαμόγιο». Αν και όταν στο λέει κάποιος ξένος, ας το ξέρεις κι από μόνος σου, είναι λίγο ενοχλητικό...
Χρειάζεται ο Γερμανός για να θυμηθώ το παιχνίδι του χρηματιστηρίου; Δεν υπήρξαν Έλληνες απατεώνες, προεξαρχόντων των πολιτικών, που έσυραν σχετικούς και άσχετους στον χρηματιστηριακό πυρετό; Όταν και ο τελευταίος πατριώτης τζογάριζε τα λεφτά του μαθαίνοντας απ’ έξω την ορολογία της διαδικασίας και ξυπνούσε με limit up και κοιμόταν με limit down; Φούσκωσαν τα μυαλά των φουκαράδων που τους εμπιστεύτηκαν και επειδή δεν ήξεραν πού έμπλεκαν, καθώς τα χωράφια ήταν ξένα, εν μία νυκτί έμειναν ταπί και ψύχραιμοι, ενώ οι αετονύχηδες πλούτισαν επίσης εν μία νυκτί. Τα λεφτά άλλαξαν χέρια. Απατεώνες...
Χρειάζομαι τον Γερμανό για να καταλάβω ότι στα περισσότερα δημόσια έργα η ποιότητα κατασκευής τους δεν συμβιβάζεται με τα ποσά που ξοδεύτηκαν; Όχι, φυσικά. Μου το έχει πει ο Μαυρογιαλούρος, πριν πολλά πολλά ασπρόμαυρα χρόνια: «Έφαγαν, έφαγαν, έφαγαν...». Πώς γίνεται, σε ολοκαίνουργιο δρόμο να βουλιάζει η άσφαλτος και να γίνεται κυματιστή με την πρώτη δυνατή βροχή ή με το πέρασμα βαρέων οχημάτων; Τι έγινε στα Τέμπη; Τα ξεχάσαμε με τα νέα, ολόφρεσκα προϊόντα της τηλεοπτικής επικαιρότητας. Η Ελλάδα είναι κομμένη στα δύο τόσον καιρό και ουδείς ασχολείται. Απατεώνες...
Χρειάζομαι τον Γερμανό να μου πει ότι το μεγάλο «εθνικό στοίχημα» των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 δεν απέδωσε τίποτα στη χώρα μου, εκτός από μια ελαφριά αύξηση του τουρισμού την επόμενη χρονιά; Ξοδεύτηκαν τόσα χρήματα για τις υποδομές των Αγώνων, που έμειναν όμως μόνο υποδομές. Τόσα και τόσα αθλητικά κέντρα στέκουν και σαπίζουν απ’ την αχρησία, καθώς με τα περίεργα αθλήματα που υπηρετούν δεν ασχολείται κανένας. Τόσα και τόσα χρήματα για να φανεί μια μαγική εικόνα της τερατούπολης της Αθήνας στα μάτια των ξένων και ελάχιστα πράγματα για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των κατοίκων της. Και πάνω απ’ όλα: τεράστιο το χρέος της χώρας, τόσο που σίγουρα η σημερινή κρίση έχει κάποια ρίζα και σε εκείνη την διοργάνωση. Οικονομίες και οικονομίες κλονίστηκαν διαχρονικά απ’ τις Ολυμπιάδες, η ελληνική θα γλίτωνε; Κι όμως, η προπαγάνδα του «εθνικού στοιχήματος» στοίχειωνε τα μέσα ενημέρωσης που προσπαθούσαν να μας πείσουν για τα οφέλη. Και όσοι μιλούσαν για δύσκολη επόμενη μέρα θεωρούνταν γραφικοί ή ανθέλληνες που «υπέσκαπταν τον εθνικό μας στόχο». Και σήμερα οι περισσότεροι λέμε μακάρι να μη γίνονταν αυτή η Ολυμπιάδα, καθώς το μόνο που μας έμεινε είναι η μαγκιά των «επιτυχημένων Αγώνων», τα ρεζιλίκια του ντοπαρίσματος και τα ερειπωμένα στάδια. Και φυσικά τα χρέη. Απατεώνες...
Χρειάζομαι τον Γερμανό να μου δείξει ότι σε όποια δημόσια υπηρεσία κι αν αποταθείς, θα σε φάει η αγένεια και το νταβατζηλίκι του δημόσιου υπάλληλου, ή, στην αντίθετη περίπτωση, η γραφειοκρατία; Κι αν βιάζεσαι να τελειώσει η δουλειά σου, σίγουρα υπάρχει κάποιος υπάλληλος που τα παίρνει. Στη χώρα που θέσπισε το... «γρηγορόσημο» (!!!), που από παιδιά μαθαίνουμε την έννοια «φακελλάκι», που ο άνθρωπός σου μπορεί να γλυτώσει σε ένα νοσοκομείο αν έχεις φράγκα ή μέσο, χρειάζομαι τον Γερμανό να με ξευτιλίσει; Δεν ξευτιλίζομαι μόνος μου; Απατεώνες...
Χρειάζομαι τον Γερμανό να μου πει ότι από την μεταπολίτευση και μετά δεν έχει μπει φυλακή ούτε ένας πολιτικός και ούτε ένας παραιτήθηκε από ευθιξία για όσα συνέβησαν στον τομέα της αρμοδιότητάς του; Αγγελούδια όλοι τους. Ούτε ένας ένοχος. Οι νόμοι κόβονται και ράβονται στα μέτρα τους και κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει. Ο ένας καλύπτει τον άλλον και τα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία έφτασαν να μην ξεχωρίζει το ένα από το άλλο. Χρηματιστήριο, Ζίμενς, Ίμια, υποκλοπές, ασφαλιστικά ταμεία, πόθεν έσχες, ρουσφέτια, παράνομες ελληνοποιήσεις, τί να πρωτοθυμηθείς; Και στη σημερινή κρίση, αντί να είναι μπροστάρηδες, κρύβονται πάλι πίσω απ’ το λαό που καλείται να πληρώσει τα (δικά τους) σπασμένα. Απατεώνες...
Και φτάνω σ’ αυτόν τον θαυμάσιο λαό. Χρειάζομαι τον Γερμανό για να μου πει για τους εργοδότες που συνθλίβουν τους εργαζομένους για έναν ψωρομισθό, που τους στερούν παράνομα τα δικαιώματά τους, για τους επιχειρηματίες που βαφτίζουν ελληνικά τα εισαγόμενα προϊόντα τους, για τους εφοπλιστές της ναυσιπλοΐας και τα ναυάγιά τους, για τον κάθε έναν που δίνει τις μίζες, τα φακελλάκια για να γίνει η δουλειά του, που ζητάει τα ρουσφέτια, που δεν τον νοιάζει αν βλάπτει τον διπλανό του αρκεί να γίνει η δουλειά του, που ,τέλος πάντων, ψηφίζει συνέχεια τους ίδιους και τους ίδιους που τον έχουν φέρει σε αυτήν την κατάσταση, μάλλον επειδή αυτοί του ταιριάζουν και αυτοί του αξίζουν. Απατεώνες...
Ναι κύριοι, όσοι αναγνωρίζετε τον εαυτό σας στα παραπάνω, είστε απατεώνες. Κι εγώ δεν είμαι Γερμανός...

▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓

 Τελικά φαίνεται ότι η στήλη προγκάει κάποιους ανθρώπους να εκφραστούν. Πριν από καιρό γράφαμε για την ανάγκη αναβάθμισης του τοπικού Τύπου με κείμενα συμπολιτών μας που έχουν λόγο και πριν αλέκτορα φωνήσαι, βλέπω τον κ. Ζάχο να επανέρχεται μετά από πολύ καιρό με δύο συνεχή δημοσιεύματα (καταπληκτικό το άρθρο για την ένταξη της Νιγρίτας στο ελληνικό κράτος) και την προηγούμενη βδομάδα την κ. Βαρελά. Χαίρομαι ιδιαίτερα και περιμένω κι άλλους σ’ αυτήν την προσπάθεια.
 Ιδιαίτερα όμως χαίρομαι, γιατί το πρώτο κείμενο του κ. Ζάχου είχε ως αφόρμηση τον Προσκυνητή. Το «Αγροτών Υπεράσπιση» βέβαια υπονοεί ότι στο νοερό δικαστήριο ο Προσκυνητής ήταν ο κατήγορος και οι κατηγορίες ήταν οι φασιστικές μέθοδοι των μπλόκων και η εγκατάλειψη των χωραφιών από τους νέους (για lifestyle δεν μίλησα) . Οι ιδιαιτερότητες της αγροτικής ζωής βέβαια, ανήκουν σε μια άλλη ρομαντική εποχή, καθώς για τις άσχημες καιρικές συνθήκες σήμερα υπάρχει η ομπρέλα των αποζημιώσεων του ΕΛΓΑ που ξεπερνούν πολλές φορές και τα πιθανά έσοδα από την καταστραφείσα σοδειά. Για τις διαρθρωτικές αλλαγές δε, στις καλλιέργειες δε φταίει μόνο η κρατική ανυπαρξία, αλλά και η άρνηση των ίδιων των αγροτών να αλλάξουν τις καλλιέργειές τους ή να επιμορφωθούν σε κάποια νέα. Για την ανάγκη αύξησης των τιμών των προϊόντων, άσκησα καθήκοντα υπεράσπισης πρώτος εγώ. Τώρα, για τα χρήματα που χάνουν στα μπλόκα, βλέπω στο τελευταίο φύλλο της «Φωνής της Βισαλτίας» ευχαριστήριο των αγροτών στους... χορηγούς τους! Ακόμη, έχω την αίσθηση ότι ένας νέος με ικανά στρέμματα στη διάθεσή του, μπορεί να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή στην επαρχία (κι ας μη δουλεύει όλη η οικογένεια πλέον μαζί). Οι στρατιές των Βουλγάρων που εργάζονται στα χωράφια το καλοκαίρι, το αποδεικνύει. Τέλος, για το φασισμό, «αναμασώ άκριτα» το λεξικό Μπαμπινιώτη: «φασισμός: (εκφραστ.) οποιοδήποτε σύστημα ή μορφή καταπίεσης, αυθαιρεσίας».
 Προσοχή! Οι τρύπες από το περπάτημα των Νιγριτινών στον «πεζόδρομο» μεγάλωσαν απειλητικά, με κίνδυνο να πέσουμε μέσα. Τα μάτια σας δεκατέσσερα!
 Οι εργασίες για το στέγαστρο στο γήπεδο άρχισαν. Το θέμα είναι αν θα έχει μείνει κανένας φίλαθλος για να στεγάζει... πάει το ενδιαφέρον των Νιγριτινών για το ποδόσφαιρο... τρεις κι ο κούκος στο γήπεδο και από κριτική στα καφενεία, άφθονη.

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

«Φωτός κατοικητήριον, Κόρη» (05 03 2010)

Μαθήματα γεφύρωσης του χάσματος των γενεών
από τον Κώστα Ζουράρι

(Στην Ιοκάστη, κόρη μου χαμαιριφή, παίδα ευαγή εν τη καμίνω των χαμαιπωλείων της οδού Τσακάλωφ).

« ΤΙΣ ΠΡΟΑΛΛΕΣ, Παρασκευή, η πέμπτη των Χαιρετισμών, ολοκλήρου του Ακαθίστου Ύμνου. Εμφανίζεται, απόγευμα, η μονάκριβη θυγατέρα μου, η Ιοκάστη, μείραξ έντεκα και κάτι, με ύφος ρέηντζερ αρβύλα, τύπου ραίημπαν με κλωτσιά προεντεταμένη σε καλύβι βιετναμέζου. “Θα πάμε στα μαγαζιά”, γρυλλίζει σε κατά προσέγγισιν ελληνικά.
Ως ξεφτιλισμένος κούλης μετά την μικρασιατική καταστροφή, παίρνω το γραικυλικόν μειδίαμα με το οποίο προσπαθούσα να αποτρέψω το μοιραίον ενώπιον του καθηγητή μου των Μαθηματικών και της ψελλίζω ραγιάδικα: «σήμερα, αγάπη μου, είναι οι
τελευταίοι Χαιρετισμοί...Δεν νομίζεις...». Ρομφαία! «Αυτό μου έλειπε να πάω στους Χαιρετισμούς! Εγώ είμαι groovy!». «Τί είσαι παιδάκι μου; Είσαι γκρούβη; Δεν είσαι βαφτισμένο;» (Θα μου πεις, βέβαια, με τέτοιο όνομα που της δώσαμε, το παιδί
φταίει που μας προέκυψε groovy κι όχι Κασσιανή; Αλλά, άσε, μην ξύνεις πληγές...)
Πάντως αισθάνομαι ποιάν τινα ανακούφιση. Δεν είναι αλήθεια, αυτά που λένε για την εκπαίδευση. Το παιδί είναι μεν groovy, ενδεχομένως και γκρούβισσα, αλλά γνωρίζει και τους Χαιρετισμούς... Στώμεν καλώς...έστω και εκτός Χαιρετισμών.
Ξανά ύφος μεν δικό μου αξιοπρεπούς ευνούχου, αναλλοίωτη δε στην υπεροψία της η Βαλιδέ Σουλτάνα μου: «Θα πάμε, είπα, και δεν μ’ ενδιαφέρει (τίποτα δεν την ενδιαφέρει, πλην του ενδιαφέροντός της), μου το υποσχέθηκες και τα λεφτά είναι του παππού μου και μου τα χρωστάς!».
Χάνω. Το βλέπω νάρχεται. Θα πάρει την επάνω βόλτα το άπιστο σκυλί, η γκρούβισσα. Πάω για νέα διαπραγμάτευση: γλίτσα το βλέμμα μου, ώμοι μου κυρτωμένοι όπως ταιριάζει σε σκώληκα κυλινδούμενον ενώπιον του Αυθέντου, φωνή μου, ικεσίας
τρωγλοδυτική. Σέρνομαι: «Μα, αγάπη μου, η τελευταία Παρασκευή του Ακαθίστου...».
Μεταλλική ριπή, groovy, του αγαπημένου μου ανθρωπομόρφου κτήνους: «Δεν ξέρω εγώ Ακάθιστο και ξεκάθιστο. Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά!». Νοιώθω ότι δεν θα παίξω παράταση...
«Χαίρε η μάχαιρα, η εκκόπτουσα τα κέρατα δαιμόνων...».
«Πού ‘ναι η μάχαιρα, που ‘σαι ρε μάχαιρα;» ψάλλω και οδυνώμαι, «πού ‘σαι ρε ράβδος η βλαστήσασα, πατεράδων το διάσωσμα, δαιμόνων groovy πολύστονον τραύμα;»
«Μα, αγάπη μου...».
Τίποτε πια. Σέρνομαι και διασύρομαι. Νοιώθω πως έχω μπροστά της την ίδια διαπραγματευτική ισχύ με τον Μητσοτάκη, όταν του τηλεφωνεί ο Μπους. Και την Πόλη θα την πω Ισταμπούλ και τα Σκόπια Μακεδονία του Αιγαίου και πάσης Ελλάδος, όσο θα μ’ αφήνει άναυδο η αυδή της κυανής γαλάζιας ομορφιάς της και η καλλονή της μεγαλαυχίας της: Ναι, μονάκριβή μου Κόρη, δυσσεβούς φωτός κατοικητήριον. Κάνε με κατοικίδιον στα πόδια σου και αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα μου. Ναι,
Τρισεύγενή μου εσύ και καταναλωτικό μου φροντιστήριον. Πλυνείς με μ’ όλη την ξεφτίλα που με λούζεις και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι... Ότι εγώ δούλος σου ειμί. Κάθαρμα καταναλωτικό, δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ει η θεά μου.
Έντεκα ετών και κάτι, groovy θράσος και hard αφασία...
Κι όμως, εκεί στον πάτο, πνιγμένος μέσα στην χωματερή της συντριβής μου, με έσωσε ο Θουκυδίδης. Κρυφοκοιτάζω κατησχυμένος την καλλιγάληνη αλαζονεία της και λέω: να
τολμήσω; Να μπλοφάρω; Και παρά δύναμιν τολμηταί; Ναι, ρε, αναπτυξιακέ groovy, μολών λαβέ και τα τέτοια, άσε που είσαι και βαζέλα και νεοδημοκράτισσα, διότι γκρούβυ, βαζέλα και Νέα Δημοκρατία πάνε μαζί, ενώ εγώ είμαι Απόλλων Καλαμαριάς και Παοκάρα και τα μυαλά μου στο μίξερ ή στα κάγκελα, όπως ορίζει και το Δ, 10 του Θουκυδίδη, διότι «ουδείς εξ ημών συνετός βουλέσθω δοκείν είναι» κτλ. κτλ. που δεν τα καταλαβαίνουν οι κυριλέδες δεξιές βαζέλες, και γι’ αυτό είμαστε Σαλοί, παοκάρες
και δια Χριστόν αριστεροί.
«Ιοκάστη μου, ρόδον το αμάραντον, αγνείας θησαύρισμα και πατρός σου αποπτώχευσις, Ιοκάστη μου, ηδύπνοον κρίνον μου, γνωρίζεις βεβαίως, χάρη στην σοσιαλιστική αναβάθμιση της παιδείας μας, την οποίαν κατάφερε τελεσιδίκως η ΟΛΜΕ και οι πανδημεί προοδευτικοί φορείς, δίκην επιδημίας, ότι: «δυνατά δε οι προύχοντες πράσσουσι και οι ασθενείς ξυγχωρούσιν». Ως θουκυδίδειον λοιπόν και ηδυμιγές γύναιον, Ιοκάστη μου, άκουσμα και λάλημα φρικτόν, γνωρίζεις βέβαια, ότι προύχοντας είμαι
εγώ, διότι εγώ διαθέτω το χρήμα και την φάπα. «Χρήμα και φάπα» λέγεται το σηριάλιον στο οποίο, μετ’ ου πολύ κινδυνεύεις να διακινδυνεύσεις: θα χάσεις το χρήμα, που δεν μου ανήκει αλλά ελέγχω, ενώ σου ανήκει αλλά δεν ελέγχεις και φευ, θα εισπράξεις όχι χρήμα αλλά φάπα, που εσύ μεν δεν επιθυμείς, εγώ όμως επιβάλλω. Εσύ ασθενής συγχωρείς κι εγώ, προύχων πράττω. Θουκυδίδης, έψιλον, 89, αγάπη μου, όπως γνωρίζει ακόμη και η ΟΛΜΕ, ή το φως και το πώς μηδένα διδάξασα...».
Και, εξαίφνης, η απαλή μου ως πυρός προσκύνησις Ιοκάστη, τα χρειάστηκε. Ανεπαισθήτως και ακαριαίως, η ωνιομανής παιδίσκη των groovy ωνίων, έχασε την λοκατζίδικη βαρβατίλα, διότι την τσάκισε η θουκυδίδεια αρβύλα: «και όσω αυτοί αυτών δυνατώτεροι εγίγνοντο και ημείς ερημότεροι», ψέλλισε το στερρόν της οδού Τσακάλωφ έρεισμα, «χάνουμε τα ψώνια», ξανασκέφτηκε και αμέσως το ασίγητον στόμα της Ιοκάστης μου, ως τράπεζα βαστάζουσα ευθηνίαν ιλασμών, κατέρρευσε: «αυτός, εδώ, είναι η τράπεζα και η αφθονία. Διαθέτει προσέτι και φάπα. Κι επειδή ο φόβος φυλάει
τα έρημα κι εγώ θα μείνω χωρίς ψώνια και με την φτήνεια των ιλασμών μου», εντάξει, μου είπε η θεοδρόμος, του δρόμου, η της οδού Τσακάλωφ κόρη μου. «Εντάξει, πάμε για συμβιβασμό. Θα με πας πρώτα εμένα, επειδή είμαι groovy, στα ψώνια και μετά, εσύ,
επειδή είσαι ψώνιο, θα πας στον Ακάθιστο»...
Χαίρε, αυλή λογικών προβάτων, εκέκραξα, με μύξα ευγνωμοσύνης στα μάτια! Χαίρε, της απάτης την πλάνην πατήσασα, της σωματοψυχής μου αλήτισσα! Χαίρε, η του βορβόρου της Τσακάλωφ ρυομένη των έργων, ρυπαρία μου εσύ άσπιλη κι αμόλυντη! Ένα - ένα! Ουρανόθεν επέμφθη ισοπαλία! Σε ισοφάρισα την τελευταία στιγμή, πεπυρωμένον βέλος του πονηρού, της groovy δαπάνης, εσύ, θησαυρέ μου αδαπάνητε! Σ’ έσκισα! (έστω μ’ ένα - ένα, γιατί εγώ μονίμως εκτός έδρας και χαμένος από χέρι, μπροστά στην στροφορμή της δίνης σου, Κόρη μου δροσοβολούσα!...)
Έτσι κι έγινε. O συμβιβασμός, με αμοιβαίες συναινετικές διαδικασίες: εγώ πλήρωνα κι αυτή συμπλήρωνε ότι πρέπει κι άλλα να πληρώσω. Και ξαναπλήρωνα εγώ και ξανασυμπλήρωνε αυτή, πεπληρωμένη απληστίας. Για δυο ώρες, εκεί εν καμίνω του
πολυγώνου της ακολασίας, Τσακάλωφ - Σκουφά, γκρούβη αυτή, μπούζι εγώ. Πενήντα δυο χιλιάρικα μου στοίχισε αυτή η αμοιβαία κατανόηση για δυο ώρες. H αγνή παιδίσκη μου... Με πυγοστόλον πολυτελείας του Ξενοδοχείου Χίλτωνος να πήγαινα, φτηνότερα θα την έβγαζα. Και ξαπλωμένος μάλιστα και καθιστός. Έβγαλα όμως
έτσι Ακάθιστο. Χαίρε, θείον Ιοκάστης κάρα...
Έτσι λοιπόν και πηγαίναμε, ο αρχηγός της ακράτου σπατάλης οδηγός και σερνάμενος εγώ, δεσμώτης της υπό τρόμον δαπάνης. Πίσω εγώ, μπρος αυτή, μαγαζί το μαγαζί. Δεν αφήσαμε τίποτα. Έμπαινε ασυστόλως πειναλέα και σ’ αυτά που δεν ήθελε. Αγόραζε
και μετάνοιωνε, μετάνοιωνε και ξαναγόραζε. Καμένη γη, που παραδίδει η εκάστοτε κυβέρνηση στην ακόλουθή της, μου παρέδιδε κι εμένα τούτη η λαίλαψ των ψωνίων...
Κι ενώ πλησίαζε η ώρα των Χαιρετισμών, παρατηρούσα τα μαγαζιά, τους μαγαζάτορες και τους ενσκήπτοντες νεαρούς αλάστορες, άλλων ατυχών γονέων. Ωραία καταστήματα, που επιδείκνυαν προκλητικώς όμορφα σκευάσματα, άλλα γοητευτικώς άχρηστα κι άλλα αχρήστως γοητευτικά. Κι έβλεπα τους νέους και τις νέες, μέσα στα μαγαζιά εκεί, μόνον νέοι σχεδόν ήταν εκεί μέσα, όλοι τους ευσταλείς, χαλαροί μέσα στην κατανάλωση και υποθερμικά παρόντες σ’ όλη αυτήν την απουσία έντασης. Ούτε η ομορφιά των πραγμάτων, ούτε η ευειδής τους ρώμη, απένειμε κάποιο νόημα στο τοπίο των ωνίων των ονείρων τους.
Κι αναρωτιόμουν: τί, στην ευχή, αυτή η σαχλαμαροειδής ομοιομορφία του αγοράζω μέσα στο άντε να σερνόμαστε, ό,τι νά ‘ναι, όπου νά ‘ναι και όποια μέρα νά ‘ναι; Παρασκευή των Χαιρετισμών κι όπου νά ‘ναι στις εκκλησίες παντού, η αιώνια Ελλάς θα εκτόξευε πάλι στα ύψη, το ωραιότερο ποίημα της ελληνικής γλώσσας, τον Ακάθιστο. H ζώσα παράδοση, πρότεινε σ’ αυτά τα παιδιά να γίνουν πυριφλεγείς Πύραρχοι, κι αυτά τα
ξενέρωτα, χάζευαν κουρελαρίες τύπου άντε να σε σινιάρουμε. Γιατί τέτοια αφασία; Πώς αυτή η ακηδία; Και δηλαδή, χάθηκε όλα αυτά τα μηδενοπωλεία να κλείνουν μισή ώρα νωρίτερα, τέσσερεις Παρασκευές τον χρόνο και να τρέχουν όλοι τους μαζί να χαζέψουνε το ωραιότερο σούπερ-σώου της χρονιάς (της κάθε χρονιάς), την ακολουθία του Ακαθίστου, αντί να τ’ ακουμπάνε σαν βλαχαδερά στο Μέγαρο Μουσικής, όπου ως γνήσιοι Ρωμηοί σκυλοβαριούνται, μόλις παύουν να αλληλοχαζεύουν τα πλουμίδια,
που κρεμάσανε στις κρεμάστρες των κορμιών τους; Τί πλουμίδια και τί στολίδα ψάχνουν τις Παρασκευές του Ακαθίστου;
Εγώ όμως πρόλαβα. Άφησα εν τάχει το ευώνητον νήπιον των ωνίων στο σπίτι και έτρεξα με τον παλιό μου συμμαθητή και νυν καθηγητή της κλασσικής Μηχανικής στην Φυσικομαθηματική Θεσσαλονίκης, Θόδωρο Χρηστίδη, στην Μονή Πετράκη. O Θόδωρος,
ως τεχνολόγος, δεν είναι άλογος. Χαίρε, η τους τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα! O Θόδωρος Χρηστίδης, άριστος επιστημολόγος της θεωρίας στην Φυσική, είναι φυσικώς ψάλτης. Μέγας Ψάλτης της Κωνσταντινοπολίτικης σχολής, μαθητής στην Θεσσαλονίκη του μεγάλου Ταλιαδώρου.
Έχω προσέξει ότι οι σπουδαίοι φυσικοί και μαθηματικοί στον
τόπο μας, είναι λιγώτερο επιρρεπείς στην δυτικίζουσα ηλιθιότητα του εκσυγχρονισμού της Ψωροκώσταινας, η οποία εν κενοφροσύνη νεοπλούτου, απορρίπτει την ελληνορωμέηκη παράδοση. Οι καλύτεροι κβαντο-φυσικοί και μαθηματικοί, αυτήν την στιγμή στον τόπο μας, είναι παιδιά και διάκονοι της μάνας Εκκλησίας και της μητρίδας Ελλαδίτσας. Φταίει άραγε ότι οι μαθηματικο-φυσικοί είναι πιο επιρρεπείς, λόγω χαρίσματος στην Μουσική, άρα στην αληθώς Φιλοκαλίαν της καθ’ ημάς Ανατολής; Ή
απλώς, εν αντιθέσει μ’ εμάς των λεγομένων «κοινωνικών επιστημών», αυτοί είναι οι μόνοι σωστοί επιστήμονες και κατά τον ορθόν λόγον «επίστανται» τα αληθώς ζωοποιούντα, ενώ οι «κοινωνιολόγοι» είμαστε συνεχώς εισαγόμενοι γενίτσαροι;
O Θόδωρος Χρηστίδης όμως προχώρησε, ήρεμος διάκονος προς τους Ψάλτες και έκανε ένα ισοκράτημα, που είχα ν’ ακούσω από τότε. Κι όταν, τιμής ένεκεν, οι Ψάλτες της Μονής Πετράκη του παραχώρησαν τα πρεσβεία, έψαλλε, κορυφαίος του τρόπου μας,
μέσα στον Ακάθιστο που μετατρέπει τα καταναλωτικά ιζήματα σε ευπατρίδες.
«Οι πρώην απάτη γυμνωθέντες στολήν αφθαρσίας ενεδύθημεν τη κυοφορία σου∙ και οι καθεζόμενοι εν σκότει παραπτώσεων φως κατωπτεύσαμεν, φωτός κατοικητήριον, Κόρη»... Άειντε, και καλή Ανάσταση.

Υ.Γ. Το δραχμοβόρον μειράκιον μου, επωφελήθη της απουσίας μου και ξεγέλασε μια οικογενειακή μας φίλη. Όταν επέστρεψα, μετά τον Ακάθιστο, την βρήκα, ως παίδα ευαγή, καθισμένη μπροστά στην τηλεόραση, όπως ταιριάζει στους καινουργούντας την Κτίσιν. Στο μεταξύ, είχε προλάβει να τσακίσει άλλα εφτά χιλιάρικα, εκεί στηνΤσακάλωφ της πολυφθόγγου αφθεγξίας... Ρήτορας πολυφθόγγους ως ιχθύας αφώνους ορώμεν επί σε, Θεοτόκε...»
Μάιος 1992
Κώστας Ζουράρις, Χέσαιτο ει μαχέσαιτο, σελ. 37-43, Εκδόσεις Αρμός.

Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/