Πέμπτη 27 Αυγούστου 2009

ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ (21 08 2009)

Χαρακτηριστικό φαινόμενο στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού συνιστά και η διαφοροποίηση της στάσης μιας κοινωνίας διαχρονικά απέναντι στο ίδιο ζήτημα. Το κάθε ζήτημα παραμένει το ίδιο μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Τα χρόνια όμως, οι αντιλήψεις, αλλάζουν, οπότε νομοτελειακά αλλάζει και ο τρόπος που οι άνθρωποι προσεγγίζουν το εν λόγω ζήτημα. Με λίγα λόγια, αλλάζει και η κοινωνία. « Ο χρόνος, εκείνος που μεταρρυθμίζει τα πάντα και σαρώνει όλους τους ιστούς αράχνης, συνέβαλε κατά πολύ στην απάλειψη όλων των κοινωνικών φραγμών» (Τζ. Φ. Άμποτ, Ένας Άγγλος στη Μακεδονία του 1900).
Αφορμή για τον παραπάνω προβληματισμό, στάθηκαν κάποιες νεόκοπες συνήθειες των ελληνοπαίδων. Το διαχρονικό ζήτημα της εμφάνισης του αγοριού ή του κοριτσιού, της προβολής προς τα έξω του εαυτού του, της προσπάθειας να προκαλέσει το ενδιαφέρον, βρίσκει σήμερα μερικές διεξόδους, μερικούς τρόπους έκφρασης αδιανόητους για την αισθητική και την ηθική προηγούμενων γενεών.
Ένας τέτοιος τρόπος είναι τα τατουάζ. Τι ήταν τα τατουάζ όμως μέχρι και μερικές δεκαετίες πριν; Αφήνοντας την αναδρομή στις αρχέγονες συνήθειες ιθαγενών φυλών ανά τον κόσμο που στιγμάτιζαν το δέρμα τους για λόγους που ανάγονται στον ανιμισμό ή και γενικότερα στις τοτινές τους ανάγκες, ας προσηλωθούμε στα χρόνια της εμπειρίας μας. Το τατουάζ θεωρούνταν ένδειξη ανθρώπου τόσο ανεξαρτητοποιημένου που άγγιζε το περιθώριο. Ανθρώπου που επέλεγε τη συγκεκριμένη διαδικασία για να εκφράσει τον πόνο του, την πίκρα του, τα συναισθήματά του για έναν κόσμο που δεν τον εξέφραζε ή τον περιφρονούσε. Με σκληρά λόγια κάποιοι θα τους έλεγαν και αλήτες – κι ας μπορεί να ήταν και τα καλύτερα παιδιά.
Ποιοί έκαναν τατουάζ στο σώμα τους εκτός από τους ναυτικούς, τους φυλακόβιους, τους περιθωριακούς, τους – καλώς ή κακώς εννοούμενους – μάγκες του πειθαρχείου ή του μπαλαούρου; Ήταν σε γενικές γραμμές σημάδι αντικομφορμιστικό, που σε καμία περίπτωση δε θα τολμούσαν να το δοκιμάσουν τα αντίστοιχα καθώς πρέπει νειάτα ως και τη δεκαετία του ’90, χωρίς να παίξουν το κεφάλι τους κορώνα γράμματα και να μην κινδυνεύσουν με κλωτσηδόν απέλαση από το σπίτι τους. Αλίμονο βέβαια και αν τους έπιαναν να συναγελάζονται με κατάστικτα «αποβράσματα». Ούτε ψύλλος στον κόρφο τους!
Και τι βλέπουμε σήμερα; Βλέπουμε αγόρια και κορίτσια – κυρίως κορίτσια – να ακολουθούν τις προσταγές της μόδας που πηγάζουν από τα χιλιοπρόβλητα πρότυπα της show biz και του αθλητισμού και να χτυπάν τατουάζ σε μέρος περίοπτο (ή όχι και τόσο). Και τώρα που είναι καλοκαίρι και τα ρούχα αλαφραίνουν, αποκαλύπτονται σε λαιμούς, κοιλιές, πόδια, ωμοπλάτες ποικίλα σχέδια, όχι τόσο έκφρασης της προσωπικότητας, όσο τεχνητής ενδυνάμωσης της ομορφιάς. Σαν κόσμημα, σαν στολίδι. Ούτε κανένα μήνυμα κοινωνικού περιεχομένου, ούτε τίποτα. Προσωπική αισθητική επιλογή, σαν μια μπλούζα ή ένα σκουλαρίκι.
Βέβαια, το τατουάζ έχει χάσει, όπως είπαμε, την κοινωνική ή αντικοινωνική του φόρτιση, δεν είναι πια στάση ζωής, ιδεολογία, μέρος του «είναι» μας. Άλλο να γράφεις στο χέρι σου «Χίππις» κι άλλο να μοστράρεις μια σειρά κινέζικα ιδεογράμματα που μπορεί και να μην ξέρεις τι λένε. Για αυτό και τα παιδιά σήμερα ακολουθούν ημίμετρα. Ημιστιγματίζονται. Δεν τολμούν το κανονικό τατουάζ, με βελόνα, που μένει ανεξίτηλο και σβήνεται μόνο με χειρουργική επέμβαση, αλλά επιλέγουν το άοσμο, άχρωμο, άγευστο – και ακίνδυνο – τατουάζ με χέννα. Που σβήνει όποτε θέλεις και αντικαθίσταται με άλλο που θα ταιριάζει καλύτερα στη μεθεπόμενη γκαρνταρόμπα. Ανακουφίζεται έτσι κι ο γονιός. Στο κάτω κάτω, αφού δεν αποτελεί βαθιά επιλογή πεποίθησης, γιατί να στιγματιστώ δια βίου με κάτι που αύριο μπορεί και να μην το θέλω; Οικειοποιούνται έτσι – χωρίς να τους ανήκει, χωρίς να το νιώθουν δικό τους - ένα σύμβολο σύγκρουσης με το ενδοοικογενειακό και κοινωνικό κατεστημένο.
Δεύτερη παρατήρηση αισθητικής φύσεως, ενδεικτική της αλλαγής νοοτροπίας με το πέρασμα των γενεών. Αυτή αφορά αποκλειστικά τα αγόρια. Στον 21ο αιώνα, τα αγόρια ξυρίζουν τα πόδια και το στήθος τους! Όχι, δεν πρόκειται για πιστούς μουσουλμάνους που μπαίνουν στο ραμαζάνι. Πρόκειται για πιστούς της μόδας, που θέλει έναν ερμαφρόδιτο τύπο άνδρα με καθόλου τριχοφυΐα. Πάνε οι εποχές του «greek lover με τρίχα για πουλόβερ». Τα περισσότερα κορίτσια σήμερα, θολωμένα από τις κοσμικές στήλες, θέλουν τα αγόρια ξυρισμένα και περιποιημένα, σχεδόν όπως και οι ίδιες. Και τα αγόρια ακολουθούν τα προστάγματα (και της μόδας και των κοριτσιών). Το αέναο παιχνίδι αρσενικού και θηλυκού αναδιπλώνεται ανακαλύπτοντας καινούργια πεδία για να διεξαχθεί.
Κι αυτή βέβαια η εξέλιξη ξεκινά από τα πρότυπα του αθλητισμού. Εκεί, μεγάλοι αθλητές, πιόνια κι αυτοί στα πορίσματα μιας εξοργιστικά ανούσιας τεχνογνωσίας και εγκλωβισμένοι στον αυτοσκοπό των ρεκόρ και του κέρδους του επαγγελματικού αθλητισμού, ξυρίζουν το σώμα τους για καλύτερες επιδόσεις (όπως π.χ. οι κολυμβητές ή δρομείς), για διευκόλυνση του έργου των μασέρ (όπως π.χ. ποδοσφαιριστές ή μπασκετμπολίστες) ή απλά και μόνο για φιγούρα. Ο συνδυασμός όλων αυτών περνάει και στα παιδιά που απλά γυμνάζονται, χωρίς καμιά ελπίδα για ρεκόρ και χωρίς καμιά πιθανότητα προσωπικού μασέρ και μένει μόνο η φιγούρα. Η μίμηση του προτύπου και η ελπίδα να αποκομίσουμε κι εμείς ένα δράμι από την (εφήμερη) λάμψη και επιτυχία.
Υπήρχε περίπτωση να ανεχτεί η οποιαδήποτε τοπική κοινωνία της Ελλάδας των προηγούμενων δεκαετιών άντρες με ξυρισμένα πόδια; Η μοίρα που τους περίμενε θα ήταν χειρότερη απ’ αυτή του «Αχιλλέα απ’ το Κάιρο»: θα τους κρεμούσαν κουδούνια! Σήμερα όμως, αν δεν είναι ήδη πλήρως αποδεκτό, η κοινωνία το αποδέχεται, το συνηθίζει και αυτή η μεταστροφή σηματοδοτεί την αλλαγή νοοτροπίας και στάσης απέναντι σε ένα διαχρονικό ζήτημα: αυτό της εμφάνισης των νέων. Αν κάποιοι γκρινιάζουν, αυτοί είναι των περασμένων γενεών και δεν ενέχονται στις αλλαγές που φέρνουν τα χρόνια, πάντα με τη συνδρομή των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ο βομβαρδισμός σύγχρονων προτύπων, ειδώλων, συμπεριφορών δεν αγγίζει ούτε τα μάτια, ούτε τα αυτιά τους.
Και για τους πολλούς, που μεγάλωσαν με έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης, με μια διαφορετική αισθητική και ηθική, τέτοιες εικόνες των νέων με τατουάζ ή σκουλαρίκια σε κάθε δυνατό σημείο του σώματος και με ξυρισμένα αντρικά μέλη, δεν είναι τίποτα άλλο παρά λάδι στη φωτιά του χάσματος των γενεών και προκαλούν από απλό ξίνισμα των μούτρων ως γιουχάισμα. Πρέπει όμως, να θεωρούμε δεδομένο ότι για τις νέες γενιές αυτές οι επιλογές είναι μια πραγματικότητα, κάτι το συνηθισμένο και άμεμπτο στο απυρόβλητο της νεανικής αλαζονείας τους. Είναι ο δικός τους τρόπος, μέχρι να βρουν έναν άλλο, καινούργιο. Γιατί αυτό είναι η μόδα, «κάτι που δε ζει περισσότερο από ένα ή δυο χρόνια, που σώνεται σήμερα σα μυρουδιά που χτες είχες ρίξει στο μαντήλι σου∙ κάτι που σαν περάσει περνάει όσο κι η χάρη του, ώστε να το θυμάσαι και να γελάς ή να ντρέπεσαι, για λογαριασμό του και για λογαριασμό σου», όπως έγραφε δεκαετίες πριν ο Κωστής Παλαμάς.

Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Η ΤΡΙΤΟΚΟΣΜΙΚΗ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΒΙΣΑΛΤΙΑΣ (31 07 2009)



«...μα εγώ στο κύμα του γιαλού
θεμέλιωσα το σπιτικό
να τ’ αποσώσω δεν μπορώ».
Οδυσσέας Ελύτης

Άλλο ένα καλοκαίρι πήγε χαμένο. Μετά το περσινό, και το φετινό περνάει χωρίς να αλλάξει κάτι στη μικρή μας (κατ’ ευφημισμό) πόλη. Το κέντρο της και οι πολυπόθητοι και πολυθρύλητοι πεζόδρομοι έμειναν στα χαρτιά, σχέδια ανεκπλήρωτα, τσαλακωμένα στα μικροσυμφέροντα. Και οι ελπίδες για μια ανθρώπινη πόλη έγιναν κι αυτές ακριβοθώρητες και σβήνουν σιγά σιγά, όπως θα σβήσει κι αυτό το καλοκαίρι, μέσα στα σβηστά φώτα και σβηστά τσιγάρα στα τραπέζια του Δημοτικού Συμβουλίου.
Καλοκαίρι, χαρά Θεού. Ανοιχτωσιά καιρού, λιακάδα. Εκ των πραγμάτων καλύτερη διάθεση για μια βόλτα. Και ο ελεύθερος χρόνος εξοικονομείται πιο εύκολα. Δεν είναι το κρύο του χειμώνα που σε τραβάει σε ζεστούς χώρους, σε καλεί να κλειστείς μέσα. Ο άνθρωπος θέλει, ιδίως τέτοια εποχή, τη συναναστροφή, τη δροσιά του απογεύματος ή της βραδιάς, την καλή παρέα, την ανάλαφρη συζήτηση. Ο τόπος υπάρχει, τα δέντρα περιμένουν να σε δεχτούν κάτω από τον ίσκιο τους, τα νερά των σιντριβανιών ασφυκτιούν στους παραχωμένους σωλήνες τους, μάταια περιμένοντας να σε δροσίσουν και να γαργαλίσουν την ακοή σου με το κελάρυσμά τους. Ως κι αυτά στέρεψαν φέτος. Εκτός αν περιμένουνε τα Γερακίνεια για να αναβλύσουν...
Ο τόπος υπάρχει. Οι άνθρωποι δεν υπάρχουν για να δώσουν στον τόπο τις διαστάσεις που του πρέπουν. Στεγνωμένα μυαλά, έρμαια του συστήματος, στο ζυγό της καταμέτρησης των 100 ψήφων που τους είναι ικανοί για να ξαναβγούν. Των ψήφων που θα χάσουν από μεγάλα σόια, πολίτες «υψηλού κύρους», κάποιας «κοινωνικής τάξης» ή φίλους που τους έταξαν να γίνει το χατήρι τους. Δεν ξέρω ποιοί Δημοτικοί Σύμβουλοι αντιδρούν. Δε ρώτησα και ούτε με νοιάζει. Με νοιάζει μόνο να μπει μια σειρά στο χάος αυτό που λέγεται κέντρο της Νιγρίτας.
Φέρνω στο νου μου παλιότερο καλοκαίρι. Η Αθ. Αργυρού, από το Enjoy ως τη Βιολέττα, κλειστή. Όλα τα καταστήματα πάνω σ’ αυτή τη λωρίδα, λωρίδα πνοής, ανοιγμένα τραπεζάκια. Ούτε ένα αυτοκίνητο να διακόπτει την κυκλοφορία ανθρώπων. Και ,πάνω απ’ όλα, πλήθος κόσμου. Στίφη. Όλα γεμάτα. Τί πιο ωραίο για την εικόνα της πόλης; Και η εικόνα της πόλης είναι μόνο το αισθητικό μέρος. Τί πιο ωραίο και για την αγορά της πόλης. Ποιος βγαίνει χαμένος από ένα τέτοιο σκηνικό, το οποίο εκτός από τους Νιγριτινούς, ήταν και μαγνήτης για τα χωριά της περιφέρειας που έβρισκαν εδώ ό,τι αναζητούσαν στις Σέρρες;
Και πόσο καλύτερα θα ήταν τα πράγματα, αν έκλεινε και η άλλη πλευρά της κεντρικής οδού και δινόταν η δυνατότητα και στους απέναντι καταστηματάρχες να κάνουν τις δικές τους κινήσεις για να κερδίσουν την πελατεία τους και να ομορφύνουν με τη σειρά τους τον τόπο. Και δε λέω να γίνουν όλα ασύδοτα, ξέφραγο αμπέλι. Όχι. Μια τέτοια προοπτική δίνει τη δυνατότητα και στο Δήμο να αντλήσει σημαντικά έσοδα από την ενοικίαση των πεζόδρομων, σύμφωνα με νόμιμες διαδικασίες. Τόσα πολλά χρήματα έχουμε στα ταμεία, που δε μας χρειάζονται άλλα;
Ακούω τους αντιδραστικούς να λένε: «και τα αυτοκίνητα από που θα πάνε»; Μα καλά, δεν υπάρχουν λύσεις; Έκλεισαν οι άλλοι δρόμοι, στένεψαν; Τόσες προτάσεις κατατέθηκαν από ειδικούς και άλλες τόσες από μη ειδικούς, αλλά ανθρώπους που ζουν εδώ και βιώνουν το πρόβλημα. Δηλαδή τώρα είναι καλύτερα που περνάνε μέσα από το κέντρο, πάνω από τις πέτρινες πλάκες του πεζόδρομου -to be- τα λεωφορεία και οι νταλίκες και ξερνάνε το καυσαέριό τους στα μούτρα του κοσμάκη; Άσε και το μποτιλιάρισμα που ανανεώνεται σε χρόνο dt, σαν κάποιος αποφασίσει αυθαίρετα να παρατήσει το αυτοκίνητο του όπου του καπνίσει για να τελειώσει στα πεταχτά ( κι αυτό το πεταχτά κρατάει καμιά ώρα) τη δουλειά του. Όχι, δεν θα το αφήσει πενήντα μέτρα πιο κάτω που δεν ενοχλεί κανέναν, παρά θα το κοτσάρει μπροστά ακριβώς από κει που θέλει να πάει! Και στο – ζουραρικό- στεατοπυγικό του υποσύστημα όποιος εμποδίζεται στη δική του δουλειά από τον κουφιοκέφαλο ατομίσταρο.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Από τη στιγμή που ο νόμος του Δήμου επέβαλε την απόσυρση των τραπεζοκαθισμάτων από το – για να το πω έτσι – πεζοδρόμιο του πεζόδρομου (που κατάντησε λεωφορειόδρομος), δηλαδή το χώρο που οριοθετείται από πρασινωπά μεταλλικά κολωνάκια, τί έγινε; Βρήκαν οι πεζοί μέρος για να περπατούν ανενόχλητοι; Όχι βέβαια. Γιατί το κενό που δημιουργήθηκε έσπευσαν (όπως έκαναν και πέρσι) να το εκμεταλλευτούν τα πάσης φύσεως, μορφής, αισθητικής και θορύβου δίτροχα. Φλομώνει λοιπόν ο τόπος από σιδερικά, εξατμίσεις και ξερογκαζιές. Ποιο καλύτερο πάρκινγκ για τα μηχανάκια; Ακολουθώντας τη νοοτροπία των παραπάνω οδηγών, διαλέγουν να ακουμπήσουν το στυλωτήρα τους σε μέρος που να μπορούν να θωρούν το κόσμημά τους και να μη χρειαστεί να κάνουν πάνω από δέκα βήματα γα να το καβαλήσουν. Απορώ αν έτσι κάνουν (όλοι οι οδηγοί) και όταν βρεθούν στις Σέρρες ή, ακόμα χειρότερα, στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, που αν βρεις να παρκάρεις μερικά χιλιόμετρα από το σημείο που θες να πας, είσαι ευτυχισμένος σα να κέρδισες το λαχείο. Μόνο εδώ η μαγκιά περισσεύει.
Φαντάζομαι ακόμα άλλους αντιρρησίες να διερωτώνται πού θα βρεθούν τα χρήματα που απαιτούνται για την ευόδωση του μεγαλόπνοου σχεδίου ανάπλασης του κέντρου που εκπονήθηκε από σχετικό Πανεπιστήμιο. Μα μέχρι να γίνει αυτό πραγματικότητα, δε χρειάζεται ούτε ένα ευρώ για να αποκλειστούν τα αυτοκίνητα από την πλατεία. Με απλούς περιορισμούς και ανακατεύθυνση των οχημάτων σε παράπλευρους δρόμους πετυχαίνεται απλούστατα η αποκέντρωση και με οργανωμένο χρονοδιάγραμμα μπορεί σταδιακά να ολοκληρωθεί η ανακατασκευή. Τα απτά όμως αποτελέσματα μπορούν να κερδηθούν εδώ και τώρα.
Καταλαβαίνω ότι δεν είναι εύκολο να διοικείς. Να είσαι Δήμαρχος, Αντιδήμαρχος, Σύμβουλος κλπ. Να έχεις να αντιπαρατεθείς, να εκτίθεσαι, να προσπαθείς, αν είσαι φρόνιμος. Ή να έχεις να συμβιβάσεις το συλλογικό έργο (ή τουλάχιστο φαινομενικό έργο) με το προσωπικό σου κέρδος, αν είσαι τσαρλατάνος. Αυτά όμως είναι πράγματα που θεωρητικά θα έπρεπε να συνυπολογιστούν από κάποιον που παίρνει την απόφαση να ασχοληθεί με την Πολιτική. Είναι πράγματα που λαμβάνονται υπόψη πριν αποφασίσεις να συνυπογράψεις το ψηφοδέλτιο, αν το κάνεις με συναίσθηση της ευθύνης κι όχι κρύβοντας ιδιοτέλεια ή μπαίνοντας συμπλήρωμα στο συνδυασμό λόγω συγγενικών σχέσεων. Συνεπώς, η ανάληψη της ευθύνης εκείνη τη στιγμή ορίζει και επιβάλλει την ανάληψη ευθύνης όταν παρουσιάζονται οι πρακτικές ανάγκες.
Συγκεφαλαιώνοντας, ορίστε το δίλημμα: από τη μία πεζόδρομοι για ανθρώπους, παιδιά, ηλικιωμένους, ανοιχτοί στα τραπεζάκια της ταβέρνας, της καφετέριας, του ζαχαροπλαστείου, του μπουγατσατζήδικου, του σαντουϊτσάδικου (που θα αποδίδουν ενοίκιο στο Δήμο), χωρίς τον κίνδυνο των αυτοκινήτων, χωρίς κόρνες, μποτιλιαρίσματα, εξατμίσεις, ανοιχτοί στους ντόπιους και τους επισκέπτες, τόνωση της αγοράς, ηρεμία, ομορφιά, ανθρώπινες συνθήκες. Από την άλλη, πεζόδρομος για τροχοφόρα, ηχορρύπανση, καυσαέρια, κορναρίσματα από τις ουρές, τριτοκοσμικά παρκαρίσματα, άνθρωποι κάθε ηλικίας να προσπαθούν να αποφύγουν το βρυχώμενο όχημα, αντεγκλήσεις, διαφυγόντα κέρδη για το Δήμο, πελάτες στα καταστήματα σαν ψιχάλες στο δρόμο, ενώ τα κύματα οδεύουν στις Σέρρες, όπου μπορούν να απολαύσουν όσα εδώ ανήκουν, όπως φαίνεται, στη σφαίρα της ουτοπικής φαντασίας. Δίλημμα, στην ουσία, ανύπαρκτο. Τα συμπεράσματα δικά σας.
tezjorge@yahoo.gr

«Η ΕΣΧΑΤΗ ΤΩΝ ΠΟΙΝΩΝ»

Ένα καλοκαιρινό διήγημα του Νίκου Χουλιαρά (24 07 2009)


«Δεν υπάρχει άλλος στο νησί που να ξέρει τόσο καλά το γήπεδο όσο ο Δαμιανός Καράντζας.
Παρόλο που είναι μόνο εννιά χρονώ ξέρει τα πάντα σ’ αυτό το χωματένιο στίβο, που συνορεύει με την άμμο του Σιφνέικου. Γνωρίζει όλες τις ανωμαλίες του εδάφους του, ξέρει καλά τις κλίσεις καθώς και όλες τις παγίδες. Λόγω αυτού, γνωρίζει όσο κανείς, και τα πλεονεκτήματα της καθεμιάς πλευράς. Τα ξεχαρβαλωμένα του γκολπόστ τα έχει ψηλαφίσει αμέτρητες φορές και άλλες τόσες τα τρύπια μαύρα δίχτυα τους, γιατί το γήπεδο αυτό είν’ όλη του η ζωή.
Το πατρικό του σπίτι βρίσκεται μόλις δυο μάντρες πίσω από τούτη την αλάνα και ο πιτσιρικάς περνάει τις μέρες του εκεί. Είτε με άλλους είτε μόνος του – από το μεσημέρι ως το βράδυ – κλοτσάει μια μπάλα, αλωνίζοντας το γήπεδο χειμώνα καλοκαίρι, τόσο, που έχει γίνει πια εξπέρ. Οι τρίπλες του είναι φανταστικές κι οι πάσες του μεγάλης ακρίβειας. Όλοι το ξέρουν. Κι όμως, δε φαίνεται να φτάνει αυτό. Στα ματς που λαχταράει να παίξει δεν τον θέλουν. Μιλάμε για τα διεθνή: τα κλασικά τα ντέρμπι του καλοκαιριού μεταξύ Ελλάδας και Σουηδίας ή, εν πάση περιπτώσει, στα ματς ντόπιων εναντίον ξένων, μιας και πολλές φορές με την ομάδα της Σουηδίας παίζουν και παίχτες άλλων εθνικοτήτων όπως Άγγλοι, Γερμανοί ή Γάλλοι και σπανιότερα κάποιοι Νορβηγοί, αφού, όπως είναι γνωστό, δεν τρέφουν ιδιαίτερη εκτίμηση οι μεν για τους δε, παρόλο που είναι γείτονες.
Ας είναι. Κάθε απόγευμα, λοιπόν, απ’ τα διάφορα σημεία του νησιού, κατηφορίζουν προς το γήπεδο ομάδες παιδιών ή νέοι όλων των ηλικιών, από τα δεκαπέντε μέχρι τα σαράντα. Μέσα σ’ αυτούς υπάρχουν και πολλοί που περισσεύουν.
Τέλος πάντων. Κατευθύνονται, όλοι μαζί, στη βόρεια πλευρά. Πιάνουν τους ίσκιους κάτω απ’ τα χαμηλά τα κέδρα και ξεντύνονται. Φορούν παντελονάκια όλων των ειδών – από κοντά μονόχρωμα μέχρι χρωματιστές βερμούδες. Φοράνε και φανέλες. Μ’ αυτές τα πράγματα είναι κάπως πιο αυστηρά. Οι ντόπιοι ,πάντοτε, φοράνε μπλε ή οποιοδήποτε, εν πάση περιπτώσει, φανελάκι που να’ χει τέτοια απόχρωση, ενώ οι ξένοι κίτρινα – στο χρώμα της σουηδικής σημαίας δηλαδή – αφού οι πιο πολλοί είναι Σουηδοί κι αυτό το χρώμα έχει επικρατήσει από χρόνια.
Όταν είναι έτοιμοι, λοιπόν, οι αρχηγοί της κάθε πλευράς επιλέγουν τους παίχτες της ομάδας τους κι αρχίζει το παιχνίδι. Και το παιχνίδι κρατάει όσο το φως του ήλιου τούς επιτρέπει να διακρίνουν καθαρά τη μπάλα.
Πολύ συχνά όμως, τα ματς αυτά τελειώνουν κάπως ανορθόδοξα είτε γιατί ο διαιτητής θυμάται ξαφνικά πως έχει κάποια επείγουσα δουλειά και πρέπει να αποχωρήσει, είτε γιατί πολλοί απ’ τους παίχτες και των δύο πλευρών έχουν κλατάρει, απ’ την πολλή τη ζέστη και το τρέξιμο, και προτιμούν, εντέλει, τη συντροφιά των γυναικών της ολιγάριθμης κερκίδας από την πλήρη εξόντωση. Πάντως, κάθε φορά, τα σκορ αυτών των ντέρμπι συναγωνίζονται εκείνα των αγγλικών ομάδων τρίτης κατηγορίας και κάτι παραπάνω. Πότε, ας πούμε, κερδίζει η Σουηδία με 16-13 και πότε η Ελλάδα με 12-8.
Κάποιες φορές, βέβαια – λόγω ειδικών συνθηκών – αποχωρούν κι οι δυο ομάδες απ’ το γήπεδο ισόπαλες. Άλλοτε με σκορ 9-9 και άλλοτε με κάπως μικρότερο: 7-7, ας πούμε.
Αυτό το πράγμα γίνεται, λοιπόν, στο γήπεδο της Αντιπάρου σχεδόν κάθε απόγευμα: από τα μέσα του Ιούνη, κάθε χρονιάς, μέχρι τα τέλη του Αυγούστου.
Το ίδιο πρόκειται να γίνει κι αυτό το απομεσήμερο που βρίσκει, ήδη, το μικρό Δαμιανό Καράντζα έτοιμο – ντυμένο στα γαλάζια.
Φοράει μια ολοκαίνουρια στολή κι αθλητικά παπούτσια. Κρατάει στα χέρια του μια μπάλα και τη χτυπάει, νευρικά, στο έδαφος.
Τον βλέπω από μακριά. Ψηλά απ’ τα βράχια του Σιφνέικου τον βλέπω: να παίρνει τη στροφή δίπλα στο εκκλησάκι με τα αρμυρίκια και να κατευθύνεται προς το γήπεδο για να συναντήσει εκεί τους άλλους.
Ο ήλιος έχει πάρει, ήδη, την κατιούσα. Κρέμεται πάνω απ’ τα νερά όπου είναι το νησί της Σίφνου και στη μεγάλη αλάνα με τα ξύλινα γκολπόστ, σκιές μεγάλες γράφουν πάνω στο χώμα αφήνοντας στενές λουρίδες από φως να κιτρινίζουν το έδαφος μέχρι ψηλά. Εκεί, στη χαμηλή τη μάντρα με τα θαλασσόδεντρα που κλείνει απ’ την ανατολική πλευρά όλο το μήκος του γηπέδου και χρησιμοποιείται απ’ τους παίχτες σαν μια οριακή περιοχή της θέσης του αράουτ.
Κάτω απ’ τα κέδρα, οι δυο ομάδες είναι σχεδόν έτοιμες να μπουν στο γήπεδο, μα διακρίνω από ψηλά μια αναταραχή στο μέρος της ελληνικής πλευράς. Κοιτάω καλύτερα και βλέπω, μες στο τσούρμο, το μικρό Δαμιανό Καράντζα να κρατάει στα χέρια τη δική του μπάλα και να πηγαίνει, πέρα δώθε, σαν να τον παρασέρνει αέρας δυνατός. Τη μια, χώνεται μες στην ομάδα των παιδιών με φόρα και την άλλη – σαν κάποιος να τον έσπρωξε – βγαίνει, ξανά, έξω απ’ αυτή, παραπατώντας.
Δεν ακούω τι λένε, μα είναι φανερό πως δεν τον θέλουν, πάλι, το μικρό. Τον βγάζουν έξω απ’ την ομάδα.
Δεν μπορώ να διακρίνω την έκφραση στο πρόσωπό του, μα τούτη η απόρριψη γράφει καθαρά, στο μικροσκοπικό του σώμα. Σαν το σκυλί που μόλις έφαγε κλοτσιά και ετοιμάζεται ν’ αποσυρθεί νιώθοντας στο κεφάλι του κάτι πηχτό κι αβάσταχτο να τον βαραίνει, βγαίνει απ’ το τσούρμο των παιδιών ο Δαμιανός Καράντζας και κατευθύνεται, σκυφτός, προς την περιοχή του αράουτ, τρεκλίζοντας, λες κι είναι μεθυσμένος.
Σαν να’ ναι χαρτονάκι μαλακό μοιάζει, τώρα, από μακριά ο πιτσιρικάς: σαν ένα χαρτονάκι διπλωμένο, πάνω εκεί, στη χαμηλή τη μάντρα με τα θαλασσόδεντρα που ρίχνει πίσω της μια σκιά τόσο βαριά όση και η πίκρα του μικρού αυτή την ώρα.
Στο μεταξύ ο αγώνας έχει αρχίσει. Οι παίχτες τρέχουν, ήδη, πέρα δώθε σαν δαιμονισμένοι. Κλοτσούν τη μπάλα και μαρκάρουν δυνατά. Φωνάζουν άγρια, σ’ όλες τις γλώσσες και πέφτουν άτσαλα, ο ένας πάνω στον άλλο, μα το νευρικό γκαρσόνι του SUNSET, που εκτελεί χρέη διαιτητή, αφήνει το παιχνίδι να εξελιχτεί. Σφυρίζει μόνο τα φάουλ εκείνα που ευνοούν την ελληνική ομάδα, γι’ αυτό και οι Σουηδοί διαμαρτύρονται.
Σε λίγο, μπαίνουν και τα πρώτα γκολ και η εξέδρα αρχίζει να ζεσταίνεται. Ακόμη πιο πολύ φαίνεται να ζεσταίνονται οι παίχτες, καθώς η θερμοκρασία αγγίζει τους τριάντα δύο βαθμούς. Παρ’ όλ’ αυτά, τρέχουνε κάθιδροι σ’ όλο το μήκος του γηπέδου. Οι γδούποι απ’ τα χτυπήματα ακούγονται σ’ όλη τη δυτική ακτή. Χτυπούν στα βράχια του Σιφνέικου και επιστρέφουν πάλι.
Μια σκόνη κίτρινη, πυκνή, σηκώνεται απ’ το χώμα προς τον ουρανό και φεύγει προς το μέρος του οικισμού ενώ η ολιγάριθμη εξέδρα μετράει τα γκολ. Παροτρύνει με κραυγές τους παίχτες και, πότε-πότε, τους υπενθυμίζει, με τον τρόπο της, πού βρίσκεται κάθε στιγμή το σκορ. Το ίδιο κάνει κι ο μικρός Δαμιανός Καράντζας από μέσα του.
Ο πορφυρός μεγάλος δίσκος, αδιάφορος για όλ’ αυτά, έχει βουτήξει απ’ ώρα στο νερό κι αρχίζει πια να σκοτεινιάζει. Τώρα οι κινήσεις των παιχτών έχουνε γίνει ασταθείς. Δεν έχουν πια το νεύρο που είχαν, γι’ αυτό και είναι δύσκολο να γείρει η νίκη προς τη μια πλευρά. Το σκορ παραμένει ισόπαλο 6-6 πάνω από μισή ώρα, κι οι παίχτες είναι κουρασμένοι. Δεν υπάρχει πια και ορατότητα καλή γι’ αυτό και κάποιοι απ’ αυτούς προτείνουν, όχι και τόσο φανατικά, να χτυπηθούνε πέναλτι για να βγει ο νικητής. Δε συμφωνούν όμως όλοι. Τελικά, καταλήγουν, από κοινού, να επαναληφθεί το ματς την επομένη και το διαλύουν.
Ο Δαμιανός Καράντζας βλέπει την κίνηση αυτή από μακριά. Πηδάει τότε βιαστικά τη μάντρα και τρέχει, αμέσως, προς το σπίτι του.
Όταν ύστερα από λίγο γυρίζει ξανά στον τόπο του μαρτυρίου του, τη θέση της γαλάζιας φανέλας έχει πάρει μια κίτρινη. Ένα μπλουζάκι της αδερφής του, πού’ χει τα χρώματα του εχθρού, φοράει ο πιτσιρικάς και είναι έτοιμος να πάρει εκδίκηση γι’ αυτό που του’ χουν κάνει οι δικοί του.
Κοιτάει, λοιπόν, επίμονα το γήπεδο κι όταν βλέπει να φεύγει αποκεί κι ο τελευταίος παίχτης, κατεβαίνει με βηματάκια αποφασιστικά στην αδειανή αλάνα.
Ο θόλος τ’ ουρανού έχει σκουρύνει πια για τα καλά. Τα φώτα του οικισμού ανάβουν ένα ένα, μα ο μικρός, χτυπώντας τη μπαλίτσα νευρικά πάνω στο χώμα, πάει και τη στήνει στην πλευρά όπου, πριν λίγο, ήταν η περιοχή του τέρματος των Σουηδών. Το κάνει αυτό γιατί την ώρα που διακόπηκε το ματς στα 6-6, οι Σουηδοί είχαν την κατοχή της μπάλας.
Αποκεί, λοιπόν, θα επιτεθεί, τώρα, ο Δαμιανός Καράντζας έχοντας στόχο την εστία των Ελλήνων: το τέρμα, δηλαδή, που’ χαν οι ντόπιοι στον κανονικό αγώνα. Κόντρα σ’ αυτούς που τον απέρριψαν, θέλει να επιτεθεί ο πιτσιρικάς. Να ανατρέψει το αποτέλεσμα και να τους εκδικηθεί. Γι’ αυτό, φέρνει στο νου του, γρήγορα, τα πρόσωπα ένα ένα. Όλους τους ντόπιους σκέφτεται, που παίζανε πριν από λίγο στην ομάδα κι ακόμη έναν. Το φίλο του, το Νικολάκη του Σινιόρη, που δεν έπαιζε. Αυτόν τον φαντάζεται στη θέση της εξέδρας έτσι, για να’ χει, ας πούμε, κάποιο μάρτυρα του επικείμενου θριάμβου του.
Στο γήπεδο επικρατεί απόλυτη σιωπή. Κανένας δεν υπάρχει εκεί εκτός από ένα μαύρο κυνηγόσκυλο που τρέχει, αθόρυβα, προς τη μεριά του SUNSET. Έν’ αεράκι ήσυχο φυσάει τα θαλασσόδεντρα πίσω απ’ τη μάντρα κι ο Δαμιανός Καράντζας, κοιτάζοντας επίμονα προς την αντίπαλη εστία, σπρώχνει τη μπάλα, ελαφρά, με το δεξί. Την πετάει δυο τρία μέτρα μπροστά του κι αμέσως ύστερα, αρχίζει να την κοντρολάρει. Προχωρεί με άνεση, μα λίγο πιο κάτω κάνει ελιγμό και προσπερνά τον πρώτο υποθετικό αντίπαλο. Αυξάνει αμέσως την ταχύτητα κι όταν φαντάζεται μπροστά του το δεύτερο παίχτη να του κλείνει το δρόμο προσποιείται ότι θα σουτάρει. Σταματάει όμως ξαφνικά, στρίβει δεξιά και τον αδειάζει.
Με φάλτσο εσωτερικό φέρνει τη μπάλα, αμέσως, προς το κέντρο και επιτίθεται μετωπικά.
Τα μικροσκοπικά του ποδαράκια εναλλάσσονται ταχύτατα σηκώνοντας στον ουρανό μια γκρίζα σκόνη κι ο Δαμιανός Καράντζας φτάνει ήδη στη μεγάλη περιοχή. Με σπάσιμο της μέσης αποφεύγει τον πρώτο υποθετικό αμυντικό, μα λίγα μέτρα πιο πέρα, σκοντάφτοντας σε κάποια ανωμαλία του εδάφους, χάνει τον έλεγχο και σωριάζεται φαρδύς πλατύς στο χώμα. Την ύστατη στιγμή, όμως, προλαβαίνει και κάνει το πέσιμο πιο θεαματικό, δήθεν ότι τον μάρκαρε σκληρά ο αμυντικός, γι’ αυτό ζητάει πέναλτι, και το κερδίζει αμέσως.
Και να, λοιπόν, που ήρθε η στιγμή να πάρει μια εκδίκηση για όσα του’ χουν κάνει. Σηκώνεται απ’ το έδαφος και πάει προς τη μπάλα.
Πίσω απ’ τους λόφους του Σιφνέικου προβάλλει, τώρα, ένα φτενό πορτοκαλί φεγγάρι και ο πιτσιρικάς μονάχος στην αλάνα, στήνει τη μπάλα, τελετουργικά, στο σημείο του πέναλτι. Ετοιμάζεται να εκτελέσει την εσχάτη των ποινών στο άδειο τέρμα των Ελλήνων ενώ, την ίδια ώρα, λίγα μέτρα πιο κάτω, στην άμμο του γιαλού, η Σιλόνα – η μικρή Ρουμάνα που δουλεύει σαν καθαρίστρια στο Time – βαδίζει μόνη προς τα βράχια του Σταυρού».

Νίκος Χουλιαράς, Μια μέρα πριν δυο μέρες μετά, Νεφέλη.

Καλό καλοκαίρι.
Δια την αντιγραφήν:
tezjorge@yahoo.gr

Η ΑΛΕΠΟΥ, ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΚΑΙ Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ (17 07 2009)



Ο Αριστοτέλης, στο έργο του «Πολιτικών Α», αναφέρει ότι «το να ψάχνουμε σε κάθε τι την χρησιμότητα, καθόλου δεν ταιριάζει σε μεγαλόψυχους και ελεύθερους ανθρώπους». Λέει δηλαδή ο φιλόσοφος ότι δεν είναι ανάγκη ένας άνθρωπος να ζητάει όφελος, κέρδος, χρησιμότητα σε κάθε ενέργειά του. Άρα, υπάρχουν και πράγματα στη ζωή, στα οποία μπορεί να ανιχνεύουμε στοιχεία χωρίς καμία σχέση με αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως άμεσα χρήσιμο ή πρακτικό. Κι ένα τέτοιο πράγμα θαρρώ πως είναι και η Τέχνη.
Όχι, προς Θεού, ότι η Τέχνη δεν είναι χρήσιμη. Ίσα ίσα. Αλλά ο σύγχρονος άνθρωπος, σχεδόν εξ ολοκλήρου, την έχει εξοβελίσει από τη ζωή του (όχι πάντα με δικιά του ευθύνη), με αποτέλεσμα να έχει επικρατήσει η αντίληψη πως η ενασχόληση με κάποια μορφή τέχνης που υπερβαίνει τα σπιθαμιαίου αναστήματος τηλεοπτικά νεοελληνικά πρότυπα, να θεωρείται δείγμα ελιτισμού και αυτός που ασχολείται με κάτι τέτοιο (όπως π.χ. η ποίηση), αβασάνιστα χαρακτηρίζεται «κουλτουριάρης» - ή καλύτερα – «ψευτοκουλτουριάρης» και καθαρίσαμε! Μπήκε η ταμπέλα και αμέσως αποενοχοποιήσαμε τη δική μας κενότητα, ανυψώσαμε τη δικιά μας «ποιότητα»!
Φτάσαμε δηλαδή, στο σημείο η λέξη «κουλτούρα» (culture = πολιτισμός, καλλιέργεια) να σημαίνει στη μίζερη νεοελληνική πραγματικότητα, όπου οτιδήποτε δεν αποτιμάται σε ποσοτικό κέρδος, μυκτηρίζεται, κάτι το μειωτικό, το ταπεινωτικό, καθώς ο (ψευτο)κουλτουριάρης μυρίζει ναφθαλίνη, κλεισούρα γραφείου ή εργαστηρίου, ακοινωνησία και πολλές φορές επιφανειακό ενδιαφέρον για το αντικείμενο με το οποίο ασχολείται (εξ ου και το «ψευτό»). Δυστυχώς, όμως υπήρξαν και τέτοιοι «πνευματικοί» άνθρωποι (ο Ντίνος Χριστιανόπουλος τους αναλύει στο έργο του «Τα αλαμπουρνέζικα ή η γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων») που, λειτουργώντας ακριβώς έτσι, έδωσαν πατήματα για να παγιωθεί το κακό αυτό στερεότυπο για όλους όσοι προσπαθούν να εμπλουτίζουν το πνεύμα τους.
Ας τους αφήσουμε όμως, αυτούς. Θεωρούμε σήμερα ότι το να διαβάσεις ένα ποίημα, να ατενίσεις έναν πίνακα ζωγραφικής ή να ακούσεις ένα κομμάτι κλασικής μουσικής είναι χάσιμο χρόνου (δεν αποδίδει χειροπιαστό όφελος κλπ, κλπ). Είναι έτσι τα πράγματα; Όχι ακριβώς. Ένα ισχυρό επιχείρημα που χρησιμοποιείται σε τέτοιες δύσκολες περιπτώσεις (ποίηση, κλασική μουσική), είναι ότι «δεν το καταλαβαίνουμε». Γνωστή η – παιδιάστικη - αντίδραση: «και τι με νοιάζει εμένα τι ήθελε να πει ο ποιητής» , «γιατί δεν το λέει πιο απλά και μας βασανίζει;» ή «θα κοιμηθούμε με αυτές τις κλασικούρες». Στην ουσία πρόκειται για τη γνωστή παροιμία: όσα δε φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια.
Το θέμα όμως είναι ότι δε φταίει η αλεπού που δεν μπορεί να καλύψει την απόσταση από το αντικείμενο του πόθου της. Φταίνε άλλοι, που δε φρόντισαν να εφοδιάσουν την καημένη την αλεπού με την απαιτούμενη αλτική ικανότητα ή με ένα σκαμνάκι, βρε αδελφέ, ώστε να αρπάξει τα σταφύλια. Πού μπορούμε να βρούμε αυτό που αυτάρεσκα ονομάζουμε αισθητική παιδεία, αισθητική καλλιέργεια; Στην οικογένεια, που όλοι τρέχουν πανικόβλητοι να προλάβουν με τις δουλειές τους και οι περισσότεροι έχουν τη νοοτροπία που αναφέραμε πιο πάνω (δεν αποδίδει χειροπιαστό όφελος κλπ, κλπ); Στο σχολείο, που θα είναι τυχερό όποιο έχει την πολυτέλεια καθηγητή Αισθητικής Αγωγής, και με 25-30 παιδιά στο τμήμα; Στην τηλεόραση (ας γελάσω), που καλύπτει το μεγαλύτερο ποσοστό του ελεύθερου χρόνου του νεοέλληνα γεμίζοντάς το με εγχώριες και εισαγόμενες αρλούμπες; Πού;
Έστω όμως, ότι δεχόμαστε ως δεδομένη την αδυναμία της πλειονότητας να προσεγγίσει και να κατανοήσει ένα έργο τέχνης απαιτήσεων, καθώς ούτε έχει «παιδευτεί» κατάλληλα, ούτε πήρε πρωτοβουλία να διαβάσει κάποια πράγματα από μόνος του που θα τον βοηθήσουν να ξεκλειδώσει το έργο. Κι όμως, το έργο πάλι έχει να πει κάποια πράγματα στον προσεκτικό και ενδιαφερόμενο. Το έργο τέχνης, από τη στιγμή που φεύγει από τον δημιουργό του, παύει πλέον να είναι δικό του. Γίνεται κτήμα του οποιουδήποτε το προσεγγίζει. Και εκείνη τη στιγμή το έργο είναι σαν να φτιάχτηκε για εκείνον. Δεν έχει σημασία η πρόθεση του καλλιτέχνη, τα μηνύματα που θέλει να περάσει. Σημασία έχει τί λέει το έργο στον κάθε άνθρωπο, κάτι που φυσικά συναρτάται με τις εμπειρίες, τα βιώματα, την ψυχοσυναισθηματική σύσταση και κατάσταση του καθένα. Και πολλές φορές συμβαίνει εκπληκτικά να ταυτίζεται η πρόθεση του καλλιτέχνη-πομπού με την προσωπική ερμηνεία του δέκτη.
Εύγλωττο παράδειγμα: στην αξιόλογη εκδήλωση του Δήμου μας για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου, κάποια στιγμή παραστάθηκε από το Εργαστήρι του Λευτέρη Αερόπουλου το έργο του Ρίτσου «Η σονάτα του σεληνόφωτος». Μια μαυροντυμένη ηλικιωμένη γυναίκα κάνει έναν απολογισμό της ζωής της μια φεγγαρονυχτιά σε ένα σκοτεινό δωμάτιο παλιού σπιτιού. Ενώ, λοιπόν, η ηθοποιός του Αερόπουλου εκτελούσε το μονόλογο του ρόλου της, κάποιος από τους θεατές πίσω πίσω - όχι από αυτούς που νόμιζαν ότι, επειδή ήταν έξω από τον προαύλιο χώρο, δεν ακούγονταν τα χαχανητά και τα μουχαμπέτια τους μέσα σε αυτόν (άλλο εξαίσιο δείγμα της νιγριτινής λεπτότητας, αβρότητας και καλλιέργειας )! - μουρμούρισε: «μνημόσυνο»!
Έτσι του φάνηκε, αυτή την εντύπωση του έδωσε το σκηνικό, αυτό «τού είπε» το έργο. Κι όμως, πόσο δίκιο είχε! Πού νά ‘ξερε ότι ο Ρίτσος με τη «Σονάτα», στην ουσία έκανε το μνημόσυνο (ή την κηδεία καλύτερα) του ξεπερασμένου και ξεπεσμένου (για τα μάτια ενός αριστερού ποιητή που έβλεπε μπροστά) μικροαστικού τρόπου ζωής της δεκαετίας του ’50. Αυτόν τον τρόπο ζωής που σάπιζε, δηλαδή το παρελθόν της, την ίδια της τη ζωή θρηνούσε και ξόρκιζε η ηρωίδα. Είχε μελετήσει ο βροντόφωνος θεατής το έργο; Προφανώς, όχι. Η διαίσθησή του όμως, αυτό το απαραίτητο εφαλτήριο για να προσεγγίσουμε σωστά κάτι, δεν τον πρόδωσε. Αντίθετα, έδωσε – χωρίς να το ξέρει και χωρίς να το θέλει – έναν τέλειο συνοπτικό προσδιορισμό του περιεχομένου του έργου.
Συνεπώς, τα έργα τέχνης δεν είναι απρόσιτα, δεν απέχουν τόσο από τα δικά μας βιώματα. Εφάπτονται με τις διαχρονικές συνήθειες και τρόπους που επιζούν και σήμερα ορίζοντας τη συνέχεια και τους δεσμούς της ελληνικής κοινότητας, του συλλογικού βίου σε αυτόν τον τόπο. Σε κάθε έργο τέχνης υπάρχει μια ακρούλα για να πιαστείς και να ξεκινήσεις. Και μια επαφή με την ακρούλα αυτή μπορεί να ανοίξει δρόμους. Από κει και πέρα τί γίνεται; Έχουμε τη θέληση και τη διάθεση να βαδίσουμε αυτούς τους δρόμους; Άραγε έψαξε ο «ερασιτέχνης κριτικός», όταν πήγε στο σπίτι του, να βρει λίγα πράγματα για το Ρίτσο ή έμεινε στο «μνημόσυνο»; Βάδισε το δρόμο που του άνοιξε η διαίσθηση ή να αρχίσουμε να μοιράζουμε τα κόλλυβα για την συλλογική μας «αισθητική καλλιέργεια»;

tezjorge@yahoo.gr
Η ΔΥΣΚΟΛΟΚΑΤΑΚΤΗΤΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΓΕΛΙΟΥ (10 07 2009)

Θεωρούμε δεδομένο ότι ο άνθρωπος υπερέχει κάθε άλλης οντότητας στον πεπερασμένο κόσμο μας. Αυτή η υπεροχή ερείδεται σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης που αδυνατούμε να τα εντοπίσουμε στα ζώα. Πέρα από τη γλώσσα, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό είναι και το γέλιο. Μόνο οι άνθρωποι γελάνε, εκτός αν πρόκειται για κινούμενα σχέδια: εκεί και τα ζώα εξανθρωπίζονται. Γνωστή είναι και η σκηνή στο «Όνομα του Ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο, όπου δυο καλόγεροι ερίζουν για την αξία και τη χρησιμότητα του γέλιου στον (χριστιανό) άνθρωπο.
Το γέλιο βέβαια, αυτή η αρχέγονη διάχυση των συναισθημάτων, εκτός από την προφανή ευχαρίστηση που εκφράζει, προσφέρει και μύρια όσα πλεονεκτήματα στον τομέα της υγείας, όπως διατείνονται οι σχετικοί επιστήμονες: διοχετεύεται περισσότερο οξυγόνο στον οργανισμό, ενεργοποιούνται μέχρι και 400 μύες του σώματος, σαν να πρόκειται για γυμναστική. Υπολογίζεται ότι αν μπορούσαμε να γελάμε συνεχώς για μια ώρα, θα καίγαμε 500 θερμίδες! Τέλος, το γέλιο συνδέεται και με την έκκριση ουσιών στον εγκέφαλο (ενδορφίνες), που γενικότερα σχετίζονται με την ευεξία μας. Με αυτά τα επιστημονικά δεδομένα γίνεται αντιληπτό ότι κάποιος με αυξημένη την αίσθηση του χιούμορ διαθέτει και πιο γερό ανοσοποιητικό σύστημα.
Νομίζω όμως, ότι θα πρέπει να γίνει μια – πρόχειρη - διάκριση στα είδη του γέλιου, στον τρόπο με τον οποίο γελάμε. Άλλο είναι το συμβατικό μειδίαμα ή χαμόγελο, άλλο το τυπικό γέλιο με μη πετυχημένα αστεία (πρέπει όμως να γελάσεις για να μην προσβάλεις τον κρύο αστειευόμενο – εκτός αν του έχεις το θάρρος να τον αποπάρεις) και άλλο το γέλιο με την καρδιά σου, το γέλιο μέχρι δακρύων. Για αυτό το τελευταίο μάλλον μιλάνε οι επιστήμονες, όταν αραδιάζουν τα παραπάνω πορίσματα και αυτό πρέπει να είναι και ο στόχος μας.
Είναι εύκολο όμως να το πετύχουμε; Κατ’ αρχάς πρέπει να βρούμε το κατάλληλο πρόσωπο. Όλοι μας μέσα στον περίγυρο γνωρίζουμε τα λίγα εκείνα ταλαντούχα άτομα που έχουν το χάρισμα με μια κουβέντα, έναν μορφασμό, μια κίνηση να προκαλέσουν το γέλιο. Σίγουρα τα άτομα αυτά είναι ιδιαίτερα κοινωνικά, περιζήτητα στις παρέες και με πολλούς φίλους, γιατί ένα τέτοιο άτομο έχει τη δυνατότητα να σε κερδίσει όταν το γνωρίσεις και να αποζητάς τη συντροφιά του. Κάπως έτσι σχηματίζονται και οι παρέες από τα παιδικά – αλλά κυρίως – από τα νεανικά χρόνια, όταν δηλαδή είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε την ποιότητα του χιούμορ, αλλά και την αξία των στιγμών γέλιου που θα απολαύσουμε. Κάθε παρέα έχει τον – κυριολεκτικά μιλώντας και χωρίς ίχνος προσβολής – γελωτοποιό της.
Οι άνθρωποι αυτοί με τον τρόπο τους, που έχει δοκιμαστεί σε πορεία χρόνων και πιστοποιείται το ταίριασμα των χνώτων, θεωρώ ότι είναι οι μόνοι που θα μπορούν σε όλη μας τη ζωή να μας προκαλούν τρανταχτό γέλιο, όσο βρισκόμαστε γύρω τους. Γιατί δε συμβαίνει το ίδιο, όταν μιλάμε για το χιούμορ ή την αίσθηση του κωμικού στο θέατρο, την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο. Εκεί πολλές φορές υπάρχει ασυνέχεια. Γεγονός είναι ότι σήμερα δε μπορούμε να γελάσουμε με τον Αριστοφάνη π.χ. όπως γελούσαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Λογικό, αφού οι κοινωνίες απέχουν χρονικά και τα συμφραζόμενα εν πολλοίς δεν ταυτίζονται, όπως και η αίσθηση του κωμικού. Εξαιρούνται δυο-τρεις καλές στιγμές και δυο – τρεις καλοί ηθοποιοί που με το όνομά τους παίρνουν πάνω τους το έργο. Ο Χάρρυ Κλυνν θα μπορούσε ίσως να είναι ο Αριστοφάνης του σήμερα.
Εδώ, θα μου πεις, δεν υπάρχει περίπτωση να ξεκαρδιστούμε (σχεδόν ούτε να χαμογελάσουμε) με πολλές τηλεοπτικές σειρές που στην εποχή τους προκαλούσαν σάλο. Ποιος γελάει σήμερα με το «Ρετιρέ» ή τις «Τρεις Χάριτες»; Μέσα σε ένα τέταρτο του αιώνα ο Νεοέλληνας έκανε τόσα βήματα, εξελίχθηκαν πολλές πτυχές της κοινωνικής ζωής, ώστε οι νεότεροι να μη μπορούν να αναγνωρίσουν πρόσωπα και πράγματα, πόσο μάλλον να γελάσουν με αυτά. Λαμπρές εξαιρέσεις οι τηλεοπτικοί – και σχετικά «επίκαιροι» – «Απαράδεκτοι» και «Οι παντρεμένοι έχουν ψυχή».
Τα πράγματα διαφοροποιούνται προς το θετικό, όσον αφορά στις παλιές ελληνικές κωμωδίες του κινηματογράφου(της δεκαετίας του ’80 ας τις αφήσουμε καλύτερα). Με κορυφαίους τους πράκτορες «Θ.Β.» του απίστευτα πρωτοποριακού Βέγγου και τον «Ζήκο» (τον μπακαλόγατο) του αξεπέραστου Χατζηχρήστου στο «Της Κακομοίρας», προκαλούν το γέλιο, όσες φορές κι αν τις δεις, εξίσου με την πρώτη φορά. Οι ηθοποιοί αυτοί των ασπρόμαυρων και πρώτων έγχρωμων ελληνικών ταινιών μάλλον θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην κατηγορία των χαρισματικών ατόμων που μας ξεκαρδίζουν εις το διηνεκές, καθώς στους δύο παραπάνω αναγκαστικά προστίθενται ο Αυλωνίτης, ο Σταυρίδης, ο Παπαγιαννόπουλος και ο Κωνσταντάρας. Αυτές οι γενιές των ηθοποιών είχαν εξαιρετικές στιγμές, όμως λόγω και την εμπορευματοποίησης, είχαν και αντίστοιχα πολλές κρυάδες - αποτυχίες.
Έχω την αίσθηση ότι για να κατορθωθεί τρανταχτό γέλιο, προϋπόθεση είναι η καλή διάθεση, άρα και η έλλειψη σκοτούρας και υποχρεώσεων. Συνεπώς, η νιότη είναι η κρίσιμη περίοδος εκείνη της ζωής που παρέχει τα εχέγγυα – και τα εφόδια που θα χρειαστούν στο μέλλον - για ένα καλό γέλιο. Ας σκεφτούμε από πότε έχουμε να γελάσουμε μέχρι δακρύων. Από συγκεντρώσεις στα φοιτητικά σπίτια με την παρέα, τους «κολλητούς», που δεν έγιναν «κολλητοί» αβασάνιστα, αλλά με τη δύναμη της αίσθησης του χιούμορ να συνιστά βασικό παράγοντα. Γέλια μέχρι πονόλαιμο και πονόκοιλο στις ρετσινοποιήσεις με την ίδια –απαρέγκλιτα- σύνθεση. Και μετά από τόσα χρόνια, εξίσου δυνατό γέλιο μπορούμε να γευτούμε μόνο με την επανάληψη τέτοιων στιγμών: είτε έργω, είτε λόγω (σαν ανάμνηση).
Σε μικρές κοινωνίες, όπως η δικιά μας, ασυγκράτητο γέλιο μπορεί να προκληθεί και με τα μασάλια του παλιού καιρού: ιστορίες με πρωταγωνιστές υπαρκτά πρόσωπα, που μέσα στην αφέλεια ή την πονηράδα τους έμπλεκαν ή προκαλούσαν καταστάσεις τραγελαφικές αφήνοντάς τες ως παρακαταθήκη γέλιου με τις ατάκες που εκστόμιζαν. Για να πετύχει όμως μια τέτοια συνταγή πρέπει αφενός να υπάρχει κάποιος που να τα ξέρει καλά και αφετέρου να έχει και την κατάλληλη ντόπια προφορά και «ηθοποιία» για να αποδώσει το μασάλι με πειστικότητα και ρεαλισμό. Θέλει δηλαδή ταλέντο και, δόξα τω Θεώ, υπάρχουν οι άνθρωποι αυτοί.
Γεγονός, εντέλει, είναι ότι δε γελάμε εύκολα. Εννοώ, δεν ξεκαρδιζόμαστε, δεν κλαίμε από τα γέλια, δε μας πιάνει ούτε το στομάχι μας, ούτε δύσπνοια πια. Ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι οι αυξημένες απαιτήσεις της ενήλικης ζωής δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια για γελωτοπαραγωγικές παρεΐστικες συνάξεις. Ίσως η «εμπειρία» μας στο γέλιο μάς έχει κάνει αυστηρούς κριτές. Ο Κικέρωνας θεωρούσε γενικά την εξήγηση του γέλιου «άλυτο πρόβλημα». Ευλογημένοι όμως είμαστε όσοι έχουμε την τύχη να συναγελαζόμαστε με ανθρώπους που με θεϊκό τρόπο καταφέρνουν να μας προσφέρουν το αληθινό, το ζωογόνο γέλιο.
tezjorge@yahoo.gr