Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 9ο)

    ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 9ο (Συνέχεια από το 8o μέρος)






   Αναγωγικά το μέλλον έτεινε να γίνει προφυλαγμένο και γνωστό. Όχι με τις λυτρωτικές, κυκλικές βεβαιότητες ου χωριανικού ανθρώπου αλλά με την μηχανική του επανάληψη. Έτσι η λαχτάρα για το άγνωστο αύριο, αυτή η ζωοποιός δύναμη, άρχισε επίσης να εκλείπει. Ακόμα και στα παιδιά η έκπληξη θάμπωσε ίσως και από την πλήθη πραγμάτων και θεαμάτων.
   Οι απαιτήσεις του ατόμου απ΄ τα άλλα άτομα ήταν πια τεράστιες. Εντούτοις θα τολμούσε να προσεγγίσει κάποιον που θεωρούσε σπουδαίο, ιδανικό, μόνον εφόσον το ίδιο γινόταν σπουδαίο. Εξωτερικώς βέβαια και μετρήσιμα. Μέχρι τότε ένιωθε ανάξιο, ουτιδανό και ας είχε καταφέρει να κάνει πράγματα- και βέβαια κι οι άλλοι στα μάτια του ήταν ανάξιοι και περιφρονήσιμοι.
   Η ενοχή για την πάντοτε διαφεύγουσα ιδανικότητα –ακόμα και για το σωματικό βάρος – κυριαρχούσε. Όπως ήταν πανταχού παρούσα και η ενοχή προς τον σκοπό της παντοτινής υγείας και νεότητας. Ένα κακό έκαναν οι ανθρώπινες πράξεις ή παραλήψεις προς αυτές και εννιά η ενοχή τους.
   Και βέβαια περνούσαν τα χρόνια και δεν γινότανε ποτέ κανείς σπουδαίος όπως το εννοούσε η άπληστη ατομικότης που ήθελε συνεχώς κάρβουνο στον φούρνο της. Είχαν πλάκα οι τυχαίες συναντήσεις ανθρώπων που είχαν συνδεθεί σε νεαρότερες, πιο ανιδιοτελείς και ξεκούραστες ηλικίες. Ενθουσιάζονταν, έδιναν υποσχέσεις να συναντηθούν το γρηγορότερο. Μόλις χώριζαν, ο φίλος γινόταν μια αχνή λαμπυρίδα χαμένη στα νεφελώματα των σχεδίων τους.  Ποτέ δεν έσβηνε τελείς και αποτελούσε μια πολύ μακρινή υπόμνηση κάποιας άλλης ζωής.
   Παραδόξως, στις πολυάνθρωπες πόλεις ο κοινωνικός κύκλος του ανθρώπου συρρικνώθηκε. Συνέβαλλε σ΄ αυτό και η επιλεκτικότης του με γνώμονα την ποικίλη μετρήσιμη, κοινωνική επιτυχία των συνανθρώπων του. Επίσης συνέβαλλε και ο παιδαριώδης εγωισμός. Σπάνια έκανε κάποιος την πρώτη κίνηση. Και  η ελάχιστη κοινωνικότητα, το ερωτικό ζευγάρι, η δυαδική σχέση έγινε – στην ύστερη ατομοκρατία- βασανιστική γιατί συνοδευόταν μονίμως απ τις αμφιβολίες της επιλογής. Αμφιβολίες που επέτεινε η ανικανότητα θαυμασμού ή έστω εκτιμήσεως. Πώς να θαυμάσεις κάποιον, όταν ομφαλός της γης είσαι εσύ; Πώς να επικεντρωθείς σε έναν άνθρωπο, όταν θέλεις να τους γοητεύεις όλους; Το δε ζευγάρι αυτοαναλώνεται στον μικρότατο κύκλο του- περίπου κουκίδα- και το συνοδεύει πάντα ο φόβος της προσωρινότητας της απορρίψεως,, της εμφανίσεως του αξιότερου ανταγωνιστή. Χειρότερα ακόμα, το συνοδεύει ο φόβος που ροκανίζει τα σωθικά για την μόνιμη ασφάλεια, την μόνιμη ευτυχία, για την απόδοση της επενδύσεως.
   Η εγκυμοσύνη είχε γίνει όλως ιδιαίτερη χαρμοφοβική αρρώστια. Όλος ο κόσμος περιστρεφόταν γύρω απ΄ την εγκυμονούσα. Ο γιατρός έκανε τις ωδίνεις ελάχιστες με παυσίπονες ενέσεις. Και λόγω των μεγάλων σε ηλικία πρωτοτόκων – εξαιτίας της καριέρας- τις απάλειφε με καισαρικές τομές. Οι γυναίκες γεννούσαν πλέον με ραντεβού.
   Η αρχέγονη κραυγή του πόνου της κατ΄ εξοχήν βιωματικής διαδικασίας της γεννήσεως, παρακαμπτόμενη, δεν λύτρωσε την γυναίκα απ το ψυχικό φορτίο και δεν έσπαγε την μεμβράνη της ακοής του εμβρύου για να ξορκίσει τον απύθμενο φόβο της νέας πραγματικότητας του. Αλλά και οι κραυγές της ηδονής τελούσαν υπό καταστολή. Σπάνια πια τις άκουγες στις μεγαλουπόλεις. Κι αυτές μόνον απ τις γυναίκες που φαίνεται πως ήταν, ακόμα, πιο κοντά στην φύση.
   Είναι σε ενδιαφέρουσα, καθώς έλεγαν για την εγκυμονούσα κι αυτή ξαναγύριζε αυτό το παθολογικό ενδιαφέρον με αλαζονεία βλέμματος και σώματος. Βάδιζε  κυριαρχικά με την κοιλιά προτεταμένη, σαν παγώνι. Βεβαίως, αυτήν την κατάστασης την απορροφούσε το έμβρυο. Απ την δεύτερη κιόλας μέρα τα γέννα, το ζωώδες κλάμα του αποκτούσε χρώματα κοινωνικά εκβιασμού, μαργιολιάς, ψευτιάς, υποκρισίας.
   Η τελετή της βαφτίσεως γινόταν μέσα σε μια παράκρουση επιδείξεως. Στόλιζαν δε την είσοδο της εκκλησίας με σχηματισμούς πολύχρωμων μπαλονιών. Αυτό το πλάσμα εσωτερίκευε άρριζη σπουδαιότητα απ τα προσηλωμένα επάνω του μάτια
των γεννητόρων. Όταν λιγάκι ανάθηλε, διεκδικούσε το δικό του δωμάτιο αυτονομίας για να κλειστεί μέσα γκαρσονιέρα μέσα στο διαμέρισμα. Σαν να εκδικιόταν για τον ρόλο του ομφαλού της γης που του προετοίμαζαν.
   Κάποια συγκεχυμένη προοδευτικότητα, δε, είχε αναγάγει τα παιδιά σε ισότιμους αν όχι σε υπέρτερους συνομιλητές. Μόνον ευγνωμοσύνη θα ένιωθαν οι νέοι αν οι γονείς τους επέβαλλαν όρια στον αβέβαιο απ΄ την φύση του ψυχισμός τους. Επίσης οι νέοι ζούσαν εξαιρετικά προφυλαγμένοι. Άκουσα το εξής  από μία γερόντισσα. Πως θα ζήσουν τα παιδιά; Φίδι που τα ΄φαγε δεν παίρνουν τούτο να το πάνε εκεί.
   Η ολοκληρωτική προσήλωση των γονιών στα παιδιά τους τους οδήγησε στην αδιαφορία – μην πω στην χαιρεκακία- για τα άλλα παιδιά. Ίσως αυτό να είναι το παράρριζο της αδιαφορίας του ατόμου για το –εν γένει- κοινό. Η ρίζα είναι μάλλον η παθολογική φιλαυτία όσα κλείνει η πόρτα μας, κατά την λαϊκή έκφραση.
   Κύρια ψυχική ιδιότητα των ατόμων στις μεγαλουπόλεις ήταν η κακεντρέχεια γιατί με το ποικίλο καλό που διπλανού τους έπεφτε η δική τους ανυπέρβλητη αξία, και με το κακό του μεγάλωνε. Ήταν αυτή η χαιρεκακία μη ομολογημένο κοινό μυστικό, γιατί –ευτυχώς- τους δημιουργούσε ακόμα ντροπή.
   Στο γραμμικό πλέον χρόνο τους οι ελάχιστες γιορτές – εξάλλου οι καθημερινές τους έγιναν όλες Κυριακές καταναλώσεως – ήταν γιορτές αγορών.
   Συρρικνώθηκαν οι ταφικές τελετές έως εξαφανίστηκαν Την αδιαφορία για τα μεγάλα της ζωής την στηλίτευαν οι χωριανικοί άνθρωποι με την παροιμία, κάνουν χρόνια και σαράντα μαζί. Σε αντίθεση με τον χωριανικό τρόπο, όπου βάσταγαν λύπη καθώς έλεγαν.
   Έπαψε πια κι αυτό το ελάχιστο του εθίμου να δίνουν αυγό και κουλούρι το Πάσχα. Μια ύστατη τελευταία άνθηση στα κάλαντα έγινε με τα παιδιά των μεταναστών που όμως έσβησε κι αυτή.  Ακόμα και την Πρωταπριλιά δεν έλεγαν πια παιγνιώδη ψέματα τους εξέλειπε η ελάχιστη διάθεση. Ακόμα και τις Απόκριες βαριόταν να φτιάξουν αλευρόκολλα, να βρουν καλάμι και χαρτί, πάρα αγόραζαν τους πλαστικούς άρτους με τις ποδοσφαιρικές ομάδες. Όχι μόνον δεν ήξεραν να φυτέψουν μια ρίζα ντομάτα αλλά κατάντησαν να αγοράζουν και τις σαλάτες τους απ τα σουπερ μάρκετ. Οι υπερεθνικές εταιρείες – οι πωλητές- βρήκαν τρόπο να κάνουν εμπορεύματα τα ελεύθερα αγαθά. Συχνά πυκνά έβλεπα, πριν πεθάνω, περιπατητές να κρατούν μπουκάλια με νερό.
   Ο χρόνος, ήδη κατακερματισμένος και μετρήσιμος έτεινε να γίνει το πιο ακριβό αγαθό. Οι γονείς για παράδειγμα δεν προσέφεραν τον χρόνο τους στα παιδιά τους,. Τον εξαγόραζαν με παιχνίδια, ποικίλες παροχές και χρήματα όπως εξαγοραζόταν και ο δικός τους εργασιακός χρόνος. Ίσως βέβαια φοβόντουσαν την βαθύτερη εμπλοκή μαζί τους. Επίσης βαθιά δυσφορούσαν οι άνθρωποι για τον χρόνο που διέθεταν στους ηλικιωμένος. Ίσως εξαιτίας εξ αυτού σπανίως τους άγγιζαν. Αλλά και γενικότερα ο χρόνος τους στους άλλους ανθρώπους δεν ήταν ολόκαρδος.

Συνεχίζεται...

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 8ο)




    ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 8ο (Συνέχεια από το 7o μέρος)





  […] Ο χρόνος των ατόμων στις μεγαλουπόλεις, από αγαθό αδιάσπαστο κα πρακτικώς νοηματοδοτημένο από χίλιες μεριές στο χωριό, κατατμήθηκε και εσμικρύνθη. Ιδίως ο παροντικός χρόνο συνεστάλθη έως εξαφανίσεως. Σπανίως τα άτομα υπήρχαν εν ολότητι στο παρόν. Σαν να διέφευγε πάντα η στιγμή. Επίσης χάθηκαν οι εθιμικές λαβές του χρόνου και μοιραίως οι αναμονές.
   Στις μεγαλουπόλεις – που νοερά ως ήθος και τρόπος ζωής επεκτείνονται ως τον παραμικρότερο οικισμό της χώρας – σήμερα από Πάσχα σε Πάσχα είναι μια μικρή ασήμαντη μέρα που δικαίως η μνήμη την καταχωνιάζει και δεν την αναπλάθει το όνειρο.
   Μέχρι το χωράφι της πήγαινε μια χωριάτισσα κι αυτά που είχε να διηγηθεί – και τα εδιηγείτο -  ήταν ολόκληρη περιπέτεια. Με τα βήματα της ζωγράφιζε την ζωή της. Ζωή πεζή.
   Τα μυριάδες πλέον αεροπορικά τουριστικά ταξίδια – για αναψυχή όπως λέγαμε -  στα πέρατα της υφηλίου μας άφηναν ουσιαστικά αδιάφορους. Εξαντλούσαμε ένα δεκαπενθήμερο ταξίδι σε μία ολιγόλεπτη αφήγηση. Όχι βέβαια ότι γίναμε πυκνοί και χαρισματικοί. Απλώς η υποδοχή ευχαριστήσεως της ψυχής μας λέπτυνε, αποσαρθρώθηκε και συγχρόνως υπερφορτώθηκε. Και ήδη νοερά ήμασταν στο άλλο μελλοντικό ταξίδι για να το επιδείξουμε κι αυτό στα πλαίσια της πλουμιστής ατομικότητας.
   Προς το τέλος του εικοστού αιώνα φάνηκε πως τα εθνικά κράτη, αφού έπληξαν καίρια τις ψυχικές ιδιαιτερότητες και την ικανότητα χαράς και ευτυχίας ή τουλάχιστον ξεγνοιασιάς των ανθρώπων, παραχώρησαν ουσιαστικά την  εξουσία τους στις υπερεθνικές εταιρείες παραγωγής προϊόντων καις τις μεγαλουπόλεις που αυτές είχαν την έδρα τους. Ακούγαμε πια στις ειδήσεις το Μόναχο ανακοίνωσε, η Νέα Υόρκη ισχυρίζεται, η Μόσχα λέει, το Πεκίνο αποφάσισε. Αν βλέπατε μια γιορτή της Βόνταφον σε μία απ αυτές τις μεγαλουπόλεις, δεν θα νοιώθατε καμία ψυχική διαφορά. Οι παγκόσμιες πλέον γιορτές Χριστουγέννων και Πάσχα κατήντησαν εορτές μανιακής καταναλώσεως προϊόντων. Μια τρίτη γιορτή, η γιορτή των γενεθλίων του ατόμου, - που σημειωτέον στα χωριά δεν υπήρχε- τείνει να γίνει η πιο σπουδαία παγκοσμίως. Χάπι μπέρθντεϊ του γιου, ψάλλουν σε ασπρομάλληδες παλιμπαιδιστές, άλλοι ασπρομάλληδες.
   Εκατομμύρια πλέον πράγματα παράγονται κάθε στιγμή απ΄ τις υπερεθνικές εταιρείες. Ομοειδή παράγονται απ΄ τις ανταγωνίστριες εταιρείες, και ύστερα από λίγο άλλες βελτιωμένες εκδοχές. Σαν η μοναδική ιδιότητα του ανθρώπου να είναι πλέον η αγοραστική ιδιότητα. Ζευγμένοι στην δουλειά ολημερίς, για να μπορούν να αγοράζουν.
   […] Η σχέση πλέον με την φύση έγινε άκρως ετεροβαρής, εκμεταλλευτική, λεηλατική σχεδόν. Το δε ψυχικό βάρος και η ανοικειότης που προκάλεσαν οι άπειρες νέες μορφές πραγμάτων ήταν τεράστιο κι ο χρόνος αφομοιώσεως ελάχιστος έως ανύπαρκτος.
   Το τίμημα  των ωφελειών από τα καταναλωτικά αγαθά ήταν δυσανάλογα μεγάλο. Ότι κερδίζαμε σε ευκολία, σε ταχύτητα και σε ανέσεις το αποδίδαμε πολλαπλασίως στο ταμείο της ανησυχίας. Ιδίως η τεχνολογία της επικοινωνίας στριφογύρισε τον πλανήτη με μία μαύρη φωτόσφαιρα. Αν βλέπαμε με ένα φασματοσκόπιο τα άπειρα, φωτεινά, ασίγαστα πλέγματα πάνω απ΄ τα κεφάλια μας, θα νιώθαμε φριχτά εγκλωβισμένοι.
   Και δυστυχώς το άτομο πλέον έγινε ακόρεστο. Είχε δε στις μεγαλουπόλεις διαρκή συνείδηση του εαυτού του, ήταν συνεχώς καταβυθισμένο εντός του με βασανιστική μέριμνα. Αντιθέτως η ουσία του διασκορπίστηκε είτε στις εξιδανικευμένες αναμνήσεις, είτε στις προσδοκίες. Το παρόν του δεν παρουσίαζε αυτάρκεια και πληρότητα. Ούτε να διηγηθεί είχε διάθεση ούτε να ακούσει.
   Απ΄ το μεροδούλι – μεροφάι του χωριού πέρασε στα πενταετή και δεκαετή πλάνα εκπληρώσεως στόχων – να κάνουμε πράγματα, καθώς λένε με άγχος – χωρίς να δροσίζεται στο ελάχιστο η ψυχή του. Τι ωραία που το έλεγαν στα χωριά: ο άνθρωπος είναι πολυβούλης και ο Θεός κοψοβούλης.
   Και βέβαια τα πράγματα που έκανε δεν ήταν αξιοδιήγητα γιατί εκινείτο στις ίδιες σταθερές σιδηροτροχιές που κινούνταν  όλοι. Παρόλο που η εργασία έτεινε να ενσωματωθεί στην προσωπική ζωή αλλά με τρόπο μηχανικό, ομοιότυπο, στον αντίποδα της χωριανικής ολότητας που ενώ είχε θεσπίσει καθολικές σταθερές κατευθύνσεις, άφηνε τον αναγκαίο χώρο των προσωπικών κινήσεων.
   Επί παραδέιγματι οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν πια μονότονα, ηλεκτρονικά – ντιν, νταν, ντον, ντιν, νταν, ντον. Είχαν απλώς για ποικιλία δύο τρία περίτεχνα προγράμματα, αλλά οι καμπάνες υπήρχαν μόνο ως ντεκόρ. Το πένθιμο καμπάνισμα δεν ακουγόταν πια γιατί οι άνθρωποι πήγαιναν τους νεκρούς τους κατευθείαν στο νεκροταφείο.
   Στον Αγιο Σώστη, στην Συγγρού, υπάρχει πλάι στον δρόμο μια συστοιχία με καμπάνες. Άκουσα ένα πρωί τον ηλεκτρονικό ήχο, ντιν, νταν, ντον, και είδα τις καμπάνες, τις καμπανούλες και τις καμπανίτσες ακίνητες. Κοίταξα με απορία να δω αν κινιόταν τα γλωσσιδοκάμπανα, τίποτα. Μάλιστα τα είχαν τυλίξει με πανιά μην πάει και ακουστεί καμιά φορά ο ήχος τους έστω απ΄ τον αγέρα. Με κοιτούσαν οι ορθόδοξοι επαίτες απ τα γειτονικά κράτη που καθόντουσαν στα σκαλιά της εκκλησίας με απορία.
   Εξαφανίστηκαν αίφνης οι διηγήσεις του κωδωνοκρούστη. Και τι ιστορίες να δημιουργήσει ο ηλεκτρονικός προγραμματισμός του καμπανίσματος. Έτσι μου έρχεται αν εφεύρω κανένα διήγημα για εκδίκηση.


Συνεχίζεται...

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 7ο)



    ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 7ο (Συνέχεια από το 6o μέρος)



 […] Αλλά και ο κόσμος των χωριών, μετά το πενήντα κυρίως, με τη μαζική φυγή δεν τίμησε τα μητρώα του. Απ’ άκρου εις άκρον της χώρας μας, μάλιστα, ονόμασε βλάχικα όλη την παράδοσή του. Θυμάμαι πόσο ντρεπόμουν ως παιδί – κατά τη δεκαετία του εβδομήντα – να κουβαλήσω το καλάθι με τα σταφύλια που μας έστελναν απ’ το χωριό με το λεωφορείο.
   Ήδη είχαν αρχίσει όλοι να θέλγονται απ’ τις απροσμέτρητες ρεπλίκες πραγμάτων της δυτικής βιομηχανίας. Εύκολη δικαιολογία η φτώχεια κι ας τους έζησε το χώμα τους σε συνθήκες κατοχής.
   Στις πόλεις πλέον του εσωτερικού – κυρίως στην Αθήνα – αλλά και του εξωτερικού, οι άνθρωποι των χωριών, άτομα πια, δεν είχαν ευχαριστημό. Το μέγιστο καλό τους το έκαναν ψείρα και το ελάχιστο κακό τους τους φαίνονταν βουνό. Στην καλύτερη περίπτωση ο σοφότερος – επίσης ενδοστραμμένος- παλεύει για την κατάστηση της εσωτερικής γαλήνης που δεν έρχεται ποτέ. Ίσως είναι ο πιο δυστυχής, γιατί συνειδητοποιεί ότι δεν υπάρχει ευτυχία, στοιχειώδης ξεγνοιασιά εν πάση περιπτώσει, κατά μόνας. Ότι αφ΄ης στιγμής ορίσουμε την ευτυχία και την επιδιώξουμε, ήδη την έχουμε απολέσει.
   Έξω απ’ τους χωριανικούς κύκλους ο δρόμος τους ήταν μια απέραντη ευθεία, αδεξίωτη, χωρίς σταθμούς και με το τέλος που γρήγορα μάζευε. Απ’ τα ζυμωμένα με την ψυχή τους τοπωνύμια του χωριού, στα ξένα, εσαεί αναφομοίωτα τοπωνύμια των μεγαλουπόλεων. Απ’ τα πέντε αγαπημένα μονοπάτια, στις άφιλες λεωφόρους.
   Στις όχθες αυτής της ευθείας υπήρχαν χιλιάδες λουστραρισμένες επιλογές. Αλλά ό, τι και να επέλεγαν, πάντα η ζυγαριά έγερνε στο βάρος των εγκαταλειμμένων επιλογών που άφηναν βαριά σκιά επάνω τους. Έχασαν τον αφαλό τους και τους ταλάνιζαν διαρκώς αλλοπρόσαλλες, κεντρόφυγες δυνάμεις. Οι διαβάτες στους δρόμους ήταν περίφροντες, κουτσοκεφαλισμένοι.
   Μια φορά κατηφόριζα την Συγγρού για την θάλασσα. Σ’ ένα περίπτερο σταμάτησα να πάρω νερό. Έψαξα στα ψυγεία, δεν βρήκα και κίνησα να απομακρυνθώ. Τι θέλετε; μου είπε ο περιπτεράς. Ήταν μάλλον αλλοεθνής. Ένα μικρό νερό, του λέω. Να τα, μου έδειξε την δροσερή σειρά ψηλά στο ψυγείο. Οι έλληνες άντρες, μου λέει, κοιτάζετε χαμηλά. Γιατί άραγε;
   Ενώ απομακρυνόμουν, σκέφτηκα ότι κακώς περιόρισε την έλλειψη σθένους – αν αυτό εννοούσε – μόνον στους έλληνες άντρες.
   Στις μεγαλουπόλεις λύθηκε ο κόμπος προς τα πάνω. Δεν είχαν πια όρια τα άτομα, δεν είχαν αλληλοέλεγχο, εξέλιπαν οι βεβαιότητες. Αλλά και δεν είχε όρια το χάος της ζωής που το χωριό είχε καταφέρει εν πολλοίς να μορφοποιήσει παρηγορητικά.


   […] Στο χωριό επιμεριζόταν η ευτυχία αλλά και η δυστυχία. Ούτε η χαρά ήταν υπέρμετρη ούτε ο πόνος αβάσταχτος. Τα άτομα στις πόλεις διεκδίκησαν την αθροιστική ευτυχία των προσώπων του χωριού. Αλλά αντί αυτής – πάντα ανέφικτης (ένα λαχταριστό ψωμί που δεν παύει ποτέ να το φουσκώνει η μαγιά του) – συνήθως γεύονται, απαρηγόρητοι κιόλας, την αθροιστική δυστυχία τους.
   Ακόμα και τα άσχημα όνειρα στις μεγαλουπόλεις αποτελούσε χοντράδα να τα διηγηθείς, τόσο οι άνθρωποι έτρεμαν το κακό και το απεμπολούσαν. Ενώ θυμάμαι τη μάνα μου να λέει – δυστυχώς πάλι τηλεφωνικώς – λαχταρίζω απ’ τα έρημα τα εινόρατα, μωρ’ γιαδερφούλα μου. Ήβλεπα ένα παλιοείνορο, στην Σταρόδα – τι με χάλευε εκεί; - αυτό κι αυτό. Σκιάζομαι για το παιδί.

Συνεχίζεται...

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 6ο)

  ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 6ο (Συνέχεια από το 5o μέρος)





"Με την παγίωση του νεοελληνικού κράτους τα χωριά σιγά-σιγά έπαψαν να δημιουργούν πολιτισμό. Κατ’ αρχάς με την εθνική εκπαίδευση η οποία περιφρόνησε βαθύτατα την μητρική γλώσσα και τους γλωσσικούς τρόπους των χωρικών. Δεν φυτεύει η εκπαίδευση λέξεις. Μάλλον ξεριζώνει αυτές που φυτεύει η ζωή.
   Όταν κανένα παιδάκι ξεχνιόταν και του ξέφευγε καμιά απ’ τις σπαραχτικές λέξεις της ψυχής, ο δάσκαλος επενέβαινε βιαίως.
   Τα όργανα αυτού του κράτους που δεν μπορούσαν να φτιάξουν τίποτα με τα χέρια τους, ούτε καμιά λέξη τους μπορούσε να προσφέρει ηδύτητα στην ακοή, όχι μόνο πελέκησαν τον κορμό αυτού του λαϊκού πολιτισμού αλλά δεν άφησαν ούτε μια ριζούλα του.
   Με τεχνικές, επείσακτες μεθόδους – μεθόδους τρόμου και εξετάσεων εν πολλοίς – αντικατέστησαν την αβίαστη ψυχική γλωσσική παραγωγή. Τότε άραγε θα αποκτήσει ομορφιά ο κελαηδισμός των πουλιών όταν κάποιο είδος γραφής τον καλουπώσει; Ή μήπως ο άνεμος μπορεί να εγκλωβιστεί στο άλφα, στο όμικρον και στα άλλα καλούπια των γραμμάτων; Μα δεν μιλάμε για εθνική γραφίδα αλλά για εθνική γλώσσα.
   Να διδάξουν ποιους; Άκουγα την μάνα μου και τις θείες μου – υπέργηρες πια – να μιλάνε και με πλημμύριζε μια ξέγνοιαστη θαλπωρή, άγγιζα μια πολύ μακρινή μου ολότητα. Όταν έλεγα σε καμιά γυναίκα του χωριού μου τι ωραία που μιλάει, με κοιτούσε με δυσπιστία και απορία. Τόσο η σχολική μόρφωση, η γραπτότητα, δηλαδή το επιμέρους, εκτόπισε το όλον.
   Η ξένη – κατ’ ουσίαν – γλώσσα των σχολείων μάρανε σιγά-σιγά τον ανθοβολώνα της αβίαστης γλωσσικής παραγωγής. Διαμεσολάβησε απ’ τα μύχια της ψυχής στην ομιλία, με αποτέλεσμα να εκφέρεται ο τύπος και το ψυχικό φορτίο της ουσίας να λιμνάζει.
   […] Μονάχα στα κάθε είδους κράσπεδα και υπόγεια των πόλεων όπου μετώκησαν οι χωριάτες – και πάντως μακριά απ’ τα σχολεία – δημιουργείται ενδιαφέρον πλην όχι πλέον αθώος και αφελής λόγος.
   Το μαζικό, διαμεσολαβημένο από πολλές μεριές άτομο άρχισε να παίρνει την θέση του προσώπου.
   Επειδή γλώσσα και τρόπος ζωής πάνε μαζί – η ομιλία τους ήταν το απαύγασμα της σωματικότητάς τους – σταμάτησαν να φτιάχνουν πράγματα και ρούχα δικά τους. Ήδη θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι στο χωριό μου κάποιος είχε περάσει και μάζεψε όλες τις ξύλινες εγχάρακτες σφραγίδες που στόλιζαν και ιερουργούσαν το ψωμί τους. Πού να βρίσκονται άραγε;
   Στα αστικά κέντρα όπου συνέρρεαν άρχισε να διαμορφώνεται ως κύρια ιδιότητά τους η αγοραστική ιδιότητα. Ήθελε το κρατικό μόρφωμα φόρους για την λειτουργία του. Οι βιτρίνες με τα βιοτεχνικά πανομοιότυπα αγαθά δεν βρήκαν αντιστάσεις.
   Στις πόλεις η γλώσσα, στερούμενη τις πηγές της, ρήχυνε. Ρηχή γλώσσα – κι ας είχε όση έκταση ήθελαν με την επίκτητη γνώση της εκπαιδεύσεως – σήμαινε και επισφαλή ψυχική και διανοητική υγεία – δεν υπήρχε γνήσια αντιστοιχία συναισθήματος, σκέψεως και εκφοράς – σήμαινε και λησμονιά των τρόπων τους, σήμαινε και λιγότερα αναχώματα προς την χειραγώγηση, σήμαινε λιγότερο παιχνίδι και νοστιμιά στην κύρια ψυχαγωγία του ανθρώπου που είναι ο γλωσσικός τρόπος του άλλου, σήμαινε λιγότερες διηγήσεις και λιγότερη διάθεση γι’ αυτές, σήμαινε τέλος φτενότερο στρώμα ψυχικής υποδοχής της ζωής.
   Άρχισαν τα άτομα να θέλουν να διακριθούν, να κάνουν περιουσίες και περίβλεπτα σπίτια, να ξεχωρίσουν, να φανούν. Απαρνήθηκαν αγάλι-αγάλι τον δικό τους ατίμητο πλούτο χάριν των μετρήσιμων ένυλων και άυλων αγαθών. Η αλληλόραση που τα νομιμοποιούσε χάλκευε εξαρτήσεις αλλά εξ αυτού και υποδόρια μνησικακία. Σιγά-σιγά λυνόταν ο κόμπος των προσώπων προς τα πάνω και άρχισαν να φαίνονται τα άτομα.
   Και ενώ προ κράτους οι διαφορές από χωριό σε γειτονικό χωριό ήταν πάμπολλες, τώρα η ενοποίηση τρόπων, ενδυμασίας, εργασίας και γλώσσας έκανε το θέατρο της ζωής πληκτικό και ανήσυχο.
   Και περιέργως, όσο ο παρονομαστής της ζωής γινόταν σταθερά κοινότερος σ’ όλη την χώρα, τόσο η ξενότης των ομοεθνικών και ομοκρατικών ατόμων γινόταν μεγαλύτερη. Έφτανε στα όρια της εχθρότητος.
   Πιο μεγάλη ψυχική συγγένεια θα έβρισκε κανείς σ’ έναν αυτόφωτο αγρότη της Γερμανίας ή της Τουρκίας επί παραδείγματι με έναν της Ελλάδος – αυτοί, η γη και το γέννημα – παρά μεταξύ δύο ομοιοτρόπως διαμεσολαβημένων ομοεθνών.
   Η πλαστή ενότητα ερχόταν απ’ το κράτος με τους τρομοκρατικούς και διαιρετικούς θεσμούς και τις εύνοιές του.
   Οι ομοεθνείς, όταν σκέφτονταν την ψυχή τους, την εσωτερική εικόνα τους την περιόριζαν μέσα σ’ αυτήν την ευτελή περικοκλάδα του χάρτη.
   Η ψυχικά αυτόφωτη Πόβλα, το χωριό μου, επί παραδείγματι, έγινε Αμπελώνα – ούτε καν Πόβλα – Φιλιατών Θεσπρωτίας Ηπείρου Ελλάδος".

Συνεχίζεται...