Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΙΑΣ

Ποιος και γιατί φοβάται ένα ανυπόγραφο κείμενο.

Μαίνεται τον τελευταίο καιρό (και τελειωμό δεν έχει) στον τοπικό τύπο ένα μπαράζ αλληλοσυγκρουόμενων δημοσιευμάτων σχετικά με την κατάσταση της διαδοχής στη δημοτική αρχή. Κείμενα κόντρα στα κείμενα, «σκεπτόμενοι» και μη καταθέτουν την άποψή τους στις αράδες των εφημερίδων. Δεν θα σταθώ στο περιεχόμενο του διαξιφισμού∙ άλλωστε ο καθένας μπορεί να πιστεύει και να υποστηρίζει ό, τι θέλει. Αυτό όμως που σηκώνει συζήτηση είναι το θέμα που τίθεται σχετικά με την ανωνυμία του (εκάστοτε) συντάκτη, άρα εν μέρει αφορά και τη δική μας στήλη.
Θύελλα ξεσηκώνεται κάθε φορά που ένα γραπτό δεν φέρει ονοματεπώνυμο, αλλά ψευδώνυμο. Φρίττουν οι δημοκράτες, διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, οσμίζονται την έκπτωση των θεσμών. Προτάσσουν τα στήθη τους μπροστά στη λυσσασμένη ανωνυμία, κραδαίνοντας το ονοματεπώνυμό τους ως αποδεικτικό ορθότητας του λόγου, «δημοκρατικών» φρονημάτων, έως και μοναδικής ικανής και αναγκαίας συνθήκης του δικαιώματος του… ομιλείν! Κι έτσι, λύνονται ως δια μαγείας όλα τα προβλήματα…
Φυσικά, το πιο σπουδαίο δεν είναι ποιος λέει κάτι, αλλά τι λέει αυτός που μιλάει. Ισχύ έχει η επιχειρηματολογία, το βάθος της σκέψης, η έκφραση και όχι η υπογραφή. Στην ουσία, όσοι επιτίθενται στην ανωνυμία, το κάνουν μόνο για να κερδίζουν εντυπώσεις ή θέλοντας ίσως να προσθέσουν κάποια αυτονόητη δήθεν ιδεολογική στήριξη σε κάθε επιχείρημά τους, έστω κι αν αυτό είναι αβάσιμο, λαθεμένο ή παραπλανητικό. Ας μη νομίζουν ότι κερδίζουν ούτε ένα δράμι αξιοπιστίας, όταν βάλλουν κατά την ανωνυμίας ενός κειμένου.
Στο κάτω κάτω, ο καθένας μπορεί να έχει τους δικούς του λόγους να μένει αφανέρωτος. Άλλος μπορεί να θαυμάζει απεριόριστα ένα ψευδώνυμο, να τον εμπνέει, και να θέλει να υπογράφει με αυτό. Άλλος μπορεί να ντρέπεται. Άλλος από ταπεινότητα, άλλος να εξαναγκάζεται ή να υπάρχει ασυμβίβαστο με κάποια άλλη ιδιότητά του. Άλλος από οποιονδήποτε (μπορεί και σκοτεινό, δεν αποκλείεται) λόγο.
Δεν έχασε κανένας Αλεπουδέλης όμως, από το ψευδώνυμο Ελύτης, ούτε ο Σεφεριάδης που έγινε Σεφέρης, πόσο μάλλον ο … Σορολόπης που έγινε Ιωάννου. Ούτε κανένας παραπονέθηκε επειδή στην Διάπλαση των παίδων υπέγραφε μετά ασπασμών κάποιος Φαίδων και τα παιδάκια της εποχής δεν στερήθηκαν χαράς που δεν διάβαζαν στο τέλος «σας ασπάζομαι, Γρηγόριος Ξενόπουλος». Η εσωτερική δύναμη του κειμένου, η εμβέλεια του λόγου είναι αυτή που θα ξεχωρίσει τον άξιο από τον ανάξιο, όχι το όνομα ή το ψευδώνυμο.
Και δεν είδα κανενός τα δημοκρατικά αισθήματα να θίγονται από σχετικές στήλες σε πανελλαδικής κυκλοφορίας εφημερίδες, που ίσως χαίρονται να τις διαβάζουν και τις θαυμάζουν, έστω κι αν υπογράφουν με ψευδώνυμο, π.χ. ο Διόδωρος στο Βήμα. Η ίδια η εφημερίδα που αποφασίζει να δημοσιεύσει το κείμενο παίρνει το ρίσκο του ελέγχου του περιεχομένου και φυσικά την ευθύνη για τα γραφόμενα, όταν αυτά είναι ανυπόστατα ή θίγουν δίχως αποδείξεις. Ενώ, όταν το κείμενο είναι ενυπόγραφο, την ευθύνη έχει αποκλειστικά ο συντάκτης.
Βέβαια δε ζούμε και σε δύσκολες εποχές φίμωσης του λόγου ή κοινωνικών φρονημάτων και διώξεων, ώστε να αναγκάζονται κάποιοι να κρύβονται πίσω από ψευδώνυμα. Οπότε, δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν. Με την ίδια λογική όμως, της ελεύθερης έκφρασης, δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν ούτε αυτοί που θίγονται από ένα ανώνυμο κείμενο. Αρκεί να είναι καθαροί οι ίδιοι. Και τι έχει να φοβηθεί ένας καθαρός από μια ανώνυμη κριτική; Μήπως ο ανώνυμος συντάκτης εξυπηρετεί άλλα, αντίπαλα συμφέροντα; Μα πόσοι και πόσοι που υπογράφουν τα κείμενα τους δεν κάνουν το ίδιο πράγμα, δίχως η επωνυμία τους να σταθεί φραγμός στην οσφυοκαμψία και τους τεμενάδες. Οι θιγόμενοι έχουν να φοβηθούν την ανωνυμία, μόνο όταν δεν είναι οι ίδιοι καθαροί, ενώ το ανώνυμο κείμενο είναι.
Κλείνοντας, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η επιλογή της ανωνυμίας ή ψευδωνυμίας μπορεί να αποτελεί δικαίωμα στα πλαίσια της ελεύθερης έκφρασης, δεν αποτελεί όμως άλλοθι για τη μη τήρηση της δεοντολογίας. Οποιοσδήποτε γράφει, ασκεί κριτική, δημοσιεύει ειδήσεις, οφείλει να σέβεται τους γραπτούς και άγραφους κανόνες δεοντολογίας, να μην κατηγορεί γενικώς και αορίστως, να επικεντρώνεται με τεκμήρια και επιχειρήματα στο θέμα του, να μη σπιλώνει άνευ αποδείξεων, να μην παραπλανά, να είναι τίμιος και καλοπροαίρετος. Να είναι γενικά «σκεπτόμενος» και όχι σκεπώμενος, δηλαδή υπό την σκέπη κάποιων, υπηρέτης άλλων αφεντάδων πλην του εαυτού του. Διότι άλλως, καταντά αναξιόπιστος…



▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος παραλίας Ασπροβάλτας. Στη Νιγρίτα, πότε;


 Εγκαταστάθηκαν και οι βάσεις για επιπλέον προβολείς στο βοηθητικό γήπεδο της Νιγρίτας και η στήλη χαίρεται που συνέβαλε λιγάκι σε αυτό. Έτσι οι ομάδες μας, αλλά και οι αθλούμενοι θα έχουν καλύτερες συνθήκες προπόνησης και αξίζουν συγχαρητήρια στη διοίκηση του σταδίου και πίεση για γρήγορη ολοκλήρωση του έργου.

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

ΝΕΚΡΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ; (10 12 2010)

Η κουβέντα για τη γλώσσα είναι μια κουβέντα που διαρκεί όσο περίπου και η ίδια η γλώσσα, δηλαδή αιωνίως. Τα τελευταία όμως χρόνια γίνεται μεγάλη συζήτηση για τη σχέση της νέας ελληνικής με την αρχαία, για το κατά πόσο είναι σωστό να διδάσκονται (όπως διδάσκονται) τα αρχαία ελληνικά στο σχολείο, για το αν η αρχαία ελληνική είναι νεκρή γλώσσα κ.λπ.
Υπάρχουν λοιπόν φωνές που υποστηρίζουν ότι τα αρχαία ελληνικά είναι μια νεκρή γλώσσα, με τη σημασία ότι δεν μιλιέται. Σύμφωνοι, δε μιλάμε καμία από τις αρχαίες διαλέκτους. Όμως, τι είναι τα σημερινά ελληνικά, αν όχι μια συνέχεια, μια παραλλαγή, μια μετεξέλιξη της αρχαίας;

Εικόνα 1 ΣΟΦΟΥ ΠΑΡ' ΑΝΔΡΟΣ ΠΡΟΣΔΕΧΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑΝ

Η γλώσσα, η ζωντανή γλώσσα, εξελίσσεται όπως κάθε ζωντανός οργανισμός. Γεννιέται, παιδιαρίζει, ανδρώνεται∙ απλώνεται, παλινδρομεί, αφομοιώνει ξενικά στοιχεία. Όπως το κάθε άτομο από τη γέννησή του ως τον θάνατό του είναι ο ίδιος άνθρωπος, έτσι και η αρχαία μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι μία περίοδος στη ζωή αυτού που ονομάζουμε ελληνική γλώσσα. Κι όπως φυσικά το κάθε άτομο δεν μοιάζει και πολύ με τον εαυτό του στις διάφορες φάσεις της ζωής του (δεν παύει όμως να είναι ο ίδιος), έτσι και η αρχαία δεν μοιάζει εντελώς με τη γλώσσα τη σημερινή. Δεν παύει όμως να είναι η ίδια, να παραμένει ζωντανή καθώς διαφοροποιείται με τον καιρό. Ζει, όπως το βρέφος ή το παιδί ζει στην ψυχή και το σώμα του ηλικιωμένου.
Ακόμα όμως κι αν δεν κάνουμε την αναλογία της γλώσσας με ένα άτομο που εξελίσσεται, μπορούμε νομίζω να σκιαγραφήσουμε τη σχέση αρχαίας – νέας με τη σχέση γονιού – παιδιού. Το DNA των γονιών κληροδοτείται στο αντίστοιχο των παιδιών κι έτσι το «αίμα» σφυρηλατεί τους οικογενειακούς δεσμούς σε προοπτική γενεών, τόσο ώστε η επιστήμη να μπορεί να εντοπίσει ως ένα σημείο την πατρότητα ελέγχοντας αυτό ακριβώς το DNA. Η κλωνοποίηση, τα βλαστοκύτταρα καταφέρνουν πλέον από ένα κύτταρο, από μια στάλα αίμα να δημιουργήσουν ιστούς, μέλη του σώματος. Το καινούργιο σώμα δεν περιέχει μέσα του την αρχέγονη ουσία, την προγενέστερη δικιά του μορφή; Στην επιστήμη της γλωσσολογίας δεν ισχύει κάτι τέτοιο; Η παλαιότερη μορφή της γλώσσας δεν επιβιώνει μέσα στο σώμα του νεότερου απογόνου της; «…το να λέει ο Έλληνας ποιητής, ακόμα και σήμερα, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη, ο άνεμος, όπως το έλεγαν η Σαπφώ και ο Aρχίλοχος, δεν είναι μικρό πράγμα». (Οδ. Ελύτης).
Θα περιμέναμε να μιλάμε όπως οι αρχαίοι, με την ίδια προφορά, κλίσεις, ορθογραφία, 100% τα ίδια, για να θεωρήσουμε ότι η γλώσσα μένει ζωντανή; Μα τότε είναι που θα ήταν σίγουρα νεκρή, γιατί δεν θα ανανεωνόταν διόλου μέσα σε 2-3 χιλιετίες. Αποκρουστική και στάσιμη, σαν σε τέλμα.
Όμως, αν θέλετε, υπάρχει και μια άλλη εξήγηση. Η αρχαία ελληνική γλώσσα μιλιέται ακόμα και σήμερα αυτούσια! Εντάξει, ίσως όχι η ακριβής αττική διάλεκτος που επικράτησε ως ισχύουσα από τις πηγές, αλλά η ελληνιστική κοινή που έδωσε πολλά από τα εκκλησιαστικά κείμενα. Μιλιέται λοιπόν, ακούγεται, κάθε μέρα ζωντανά στις ακολουθίες της Εκκλησίας. Και μπορεί να μην υπάρχει συνομιλία, διάλογος (αν εξαιρέσουμε κάποιους σύντομους ιερέα – ψάλτη) και μπορεί ακόμα και να μην καταλαβαίνει και πολύς κόσμος ακριβώς τα λεγόμενα. Αυτό σημαίνει ότι η λειτουργία γίνεται σε μια νεκρή γλώσσα;
Μα η Εκκλησία είναι μια ζώσα παράμετρος της ελληνικής κοινωνίας, ένα πολύ σημαντικό μέρος της ταυτότητας του Έλληνα, και αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, όσο κι αν κάποιος αρνείται την Ορθοδοξία: την αλληλεξάρτησή της (σχεδόν ταύτισή της) με τον ελληνισμό δεν μπορεί να την αρνηθεί. Άρα, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων έχει ένα κομμάτι της ζωής του, στο οποίο μιλιέται ζωντανά η γλώσσα των προγόνων του! Και όσες προσπάθειες έγιναν για να γίνεται η θεία λειτουργία στη νέα ελληνική απέτυχαν παταγωδώς προκαλώντας ταυτόχρονα άφθονο γέλιο: πώς θα πει ο ιερέας «άνω σχώμεν τας καρδίας»;
Το τελευταίο σχόλιο αφορά την - μάλλον άστοχη, αν μη ρατσιστική –στάση των νεκρολογούντων την αρχαία ελληνική απέναντι σε όσους υποστηρίζουν το αντίθετο. Με λίγα λόγια, θεωρούν «κτήμα» των ειδικών τη γλώσσα, καθώς ισχυρίζονται ότι η πλειοψηφία αυτών που προσπαθούν να τεκμηριώσουν ζωντανή σχέση νέας – αρχαίας είναι άσχετοι με το αντικείμενο, είναι π.χ. γιατροί, φυσικοί, μαθηματικοί, καλλιτέχνες. Δηλαδή δεν έχει την ικανότητα ένας μη ειδικός να στοιχειοθετήσει με πολύ κόπο μια άποψη για τη γλώσσα; Και αποκλείεται εκ των προτέρων αυτή η άποψη να είναι βάσιμη, μόνο και μόνο επειδή δεν είναι «ειδικός»; Μα και ο Μάικλ Βέντρις που διάβασε τη γραφή γραμμική β’ και την απέδειξε ελληνική ένας ερασιτέχνης ήταν! Και οι ποιητές; Είναι άραγε «ειδικοί»; « Πιστεύω ότι η ελληνική γλώσσα είναι μία. H αρχαία, η νεωτέρα, οι ντοπιολαλιές είναι γλώσσα μία» (Ν. Εγγονόπουλος).
Γενικότερα, μου φαίνεται άσχημο να προσπαθούμε να αποβάλλουμε – σαν μίασμα – ό, τι μας δένει με το παρελθόν, να ντρεπόμαστε επειδή θέλουμε να επιβιώνει προσαρμοσμένο θετικά στο σήμερα. Να ντρεπόμαστε να περηφανευτούμε για το παρελθόν αυτού του τόπου, μήπως και στενοχωρηθούν μερικοί, μήπως φανούμε εθνικιστές. Το αριστοτελικό μέτρο, η μεσότητα, δείχνει το δρόμο της ψύχραιμης, εμπεριστατωμένης στήριξης των πολιτισμικών μας στοιχείων. Ούτε στις υπερβολές, τους φανατισμούς και τους φαντασιόπληκτους αρχαιολάτρες, αλλά ούτε και στους κοντόφθαλμους αρνητές της ελληνικής συνέχειας στο διάβα των αιώνων. «Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα» (Γ. Σεφέρης).

▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος Αγίων Αναργύρων, Ψυρρή, Αθήνα. Στη Νιγρίτα, πότε;

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

«ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΙΓΡΙΤΑ, ΤΗΣ ΒΙΣΑΛΤΙΑΣ», μέρος β’ (03 12 2010)

Η συνέχεια του έργου του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου
από τις εκδόσεις «Στιγμή».




Ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος έκλεισε το πρώτο μέρος της αφήγησής του «για τη Νιγρίτα της Βισαλτίας» λέγοντας ότι μετά το 1958 δεν ξαναπάτησε το πόδι του στα μέρη μας. Το δεύτερο μέρος όμως, ξεκινά μεταφέροντάς μας 38 χρόνια μετά, στα 1997, οπότε και θα μας ξανατιμήσει, εμάς και άλλα μέρη της Βισαλτίας. Ας τον ακολουθήσουμε:
«ΜΟΝΟ ΕΦΕΤΟΣ τον Απρίλη, ήτοι μετά 38 χρόνια, καθώς βρισκόμουν στη Θεσσαλονίκη ένιωσα έντονα την επιθυμία να ξαναδώ εκείνα τα μέρη. Πήρα ένα φίλο μου νευρολόγο (και παληό μαθητή της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής – άρα μας συνέδεαν κοινές μνήμες, και μπορούσαμε να συνεννοηθούμε) και ξεκινήσαμε. Ψιλόβρεχε – και η εθνική οδός Θεσσαλονίκης - Σερρών, με νέα χάραξη τώρα, αλλά και πάλι μια απέραντη παγίδα, εθνική λαιμητόμος χωρίς διαχωριστικές νησίδες, στηθαία, μπάρες κ.λπ. Αναγνώριζα τους χώρους που είχα κινηθεί, και χάρηκα που εντόπισα τις χαραδρώσεις του Τσέρες, όπου το φθινόπωρο του 1958, σε μία άσκηση του συντάγματος, είχα απολαύσει τα ωραιότερα βατόμουρα του βίου μου.
Στην Νιγρίτα φθάσαμε μεσημεράκι. Η βροχή δυνάμωσε -και οι συνθήκες ήταν ιδεώδεις για επανασύνδεση με το μακεδονικό τοπίο. Εισήλθα από το χωριό Τερπνή, και το πρώτο πράγμα που συνάντηση ήταν (φυσικά) το στρατόπεδο. Περίπου έρημο, περίπου αφημένο, πιο φοβερό από άλλοτε.
Η πόλη εξίσου άσχημη. Στο κέντρο της, τώρα, λίγες πολυκατοικίες, τράπεζες, το νεότευκτο και με χαρούμενα χρώματα βαμμένο δημοτικό ξενοδοχείο «Η ΓΕΡΑΚΙΝΑ», η στρατιωτική λέσχη, και στην πιο περίοπτη θέση το ωραίο μνημείο της εθνικής αντίστασης.
Σε δύο σημεία της πόλης, εγκαταλελειμμένα, πανάθλια, μάρτυρες μιας μίζερης και πικρής εποχής τα (μή) λυόμενα οικήματα των αξιωματικών,, από κυματοειδή, σκουριασμένη λαμαρίνα, στοιχειώνουν παράλογα τον χώρο.
Αναζητήσαμε – δια καταλλήλων ερωτήσεων σε καλοθρεμμένους διερχόμενους αστούς- το κορυφαίο μπουγατσατζίδικο: μέχρις ότου βγουν τα καυτά ταψιά, παρατηρούσα την πελατεία. Λίγοι από τα διπλανά χωριά, και οι πιο πολλοί μαθητές. Ηλίου φαεινότερον, ότι αυτό ήταν όλο κι όλο το μεσημεριανό τους. Από τον καθρέφτη έβλεπα ένα ζευγαράκι μαθητών ο νέος, όταν ήρθε ο λογαριασμός, έβαλε το χέρι στην τσέπη και μετρούσε (με τρόπο) τα λεφτά του: θέλησε να πληρώσει και τις μπουγάτσες που έφαγε η κοπέλα, εκείνη κατάλαβε και δεν δέχτηκε.
Για την επιστροφή είχαμε διάφορες επιλογές – να ξαναπάρουμε τον ίδιο δρόμο, ή να πάμε στης Σέρρες, ή να κατέβουμε προς Μαυροθάλασσα και Αμφίπολη και από εκεί να ακολουθήσουμε την εθνική οδό ( και επίσης γνωστή λαιμητόμο) Καβάλας - Θεσσαλονίκης (διερχόμενοι και από το Οφρύνιον, που ύμνησε ο Φ. Δ. Δρακονταειδής), ή να διασχίσουμε τα Κερδύλια, περνώντας και από την περίφημη διάβαση Σκεπαστού, διάβαση η οποία είχε ταλαιπωρήσει κατά καιρούς στρατεύματα και επιτελείς. Προτίμησα αυτήν ακριβώς τη λύση, και για να ξαναδώ τα μέρη, αλλά και γιατί έτσι θα μπορούσαμε να περάσουμε και από τον Σοχό∙ ο φίλος μου ήθελε ασμένως να τον επισκεφθεί, μετά που διάβασε το βιβλίο της Ζυράννας Ζατέλη Και με το φως του λύκου επανέρχονται.
Ο δρόμος ήταν έρημος, η βλάστηση μάλλον αδιάφορη, το τοπίο αυχμηρό, άξενο, παρέπεμπε αόριστα σε χρόνους παρωχημένους.
Άρχισα να διηγούμαι το περιστατικό, που συνέβη σε μία άσκηση του 1959: ακλουθούσα με το ασθενοφόρο, στο τέλος της φάλαγγας, όταν ο αγγελιοφόρος με ειδοποίησε να περάσω μπροστά. Υπέθεσα ότι θα συνέβη κάποιο ατύχημα, και έφθασα με σχετική ανησυχία. Βρήκα το επιτελείο στην άκρη του χωματόδρομου να παρατηρεί ένα μεγάλο πουρνάρι, από τα κλαδιά του οποίου κρεμόντουσαν δεκάδες πολύχρωμα κουρέλια. Με ρώτησαν αν ξέρω τι σημαίνουν αυτά.
Ένιωσα αμήχανος – δεν ήξερα, όφειλα όμως να απαντήσω…. Στην απέναντι μεριά του δρόμου είδα κάποιο προσκυνητάρι, και άρχισαν να λέω, αυτοσχεδιάζοντας, κάτι αόριστα και μεγαλόστομα για πανάρχαιες λατρείες, για τοτεμικές επιβιώσεις και άλλες μπούρδες, ώσπου στο τέλος (αυτοκουρδιζόμενος) παρομοίωσα το δέντρο με πρωτόγονο μανουάλι – και άρα (επείπα με ανακούφιση) πρόκειται για ένα λατρευτικό δέντρο, για κάτι που ξορκίζει ή αποτρέπει το κακό κ.ο.κ.
Δεν είχα τελειώσει την παραπάνω διήγησή μου, όταν ξαφνικά, μετά από μια πολύ κλειστή δεξιά στροφή, έμεινα άφωνος: το παλιό πουρνάρι είχε γίνει ένα μεγαλοπρεπές δέντρο, έτοιμο να καταστεί βασιλική δρυς, έχοντας δίπλα του δύο αρκετά μεγάλα, άλλα πουρνάρια. Από τα κλαδιά όλων κρεμόντουσαν αναρίθμητα χρωματιστά κουρελάκια, ράκη παλαιά ρούχα, αλλά και (λόγω ευημερίας, πλέον) ολόκληρα κομμάτια από μάλλινα πουλόβερ, μπλούζες, πουκάμισα, πετσέτες κ.λπ. Απέναντι το μικρό προσκυνητάρι είχε μεταβληθεί σε χαριτωμένο εξωκκλήσι, αφιερωμένο στην Αγία Παρασκευή.
Σταματήσαμε και, προφυλαγμένοι κάτω από ένα τσιμεντένιο στέγαστρο, αρχίσαμε να φωτογραφίζουμε τον χώρο. Σε λίγο, όταν ο φίλος μου βγήκε από το ξωκκλήσι, στο οποίο είχε μπει μετά τις φωτογραφήσεις, εισήλθα εγώ. Στο μισοσκότεινο και παγωμένο εσωτερικό μόλις μπορούσε κανείς να διακρίνει τα εικονίσματα, φωτισμένα από τρία κεράκια, όλως προσφάτως αναμμένα. Σε μία κόχη του τοίχου πήρε τότε το μάτι μου ένα τσαλακωμένο και καταλαδωμένο τετράδιο, όπου οι διερχόμενοι, με μισοσβησμένα ορνιθοσκαλίσματα, συνήθως με μολύβι, σημείωναν τα ονόματα για τα οποία επιθυμούσαν να αναπέμψει ευχή ο ιερέας, σε κάποια παράκληση, ή λειτουργία. Στην τελευταία σελίδα ο γραφικός χαρακτήρας άλλαζε άρδην, γινόταν αιφνιδίως άψογος, ανήκε σε άτομο μορφωμένο, εθισμένο στη τελετουργία της γραφής,
Πλησίασα το τετράδιο στο μανουάλι με τα αναμμένα κεριά και δεν άργησα να αναγνωρίζω τα ονόματα των οικείων του συνταξιδιώτη μου, γραμμένα το ένα κάτω από το άλλο:
Γεώργιος,
Ελένη,
Κατερίνα.»

Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr


▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος Παλαιόκαστρου, Φθιώτιδα. Στη Νιγρίτα, πότε;

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

«ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΙΓΡΙΤΑ, ΤΗΣ ΒΙΣΑΛΤΙΑΣ», μέρος α’ (26 11 2010)

Τι είδε ένας στρατιωτικός γιατρός στη Νιγρίτα το 1958

Ο τόπος που ζούμε είναι για τον καθένα μας ο ομφαλός της γης. Είναι μια επέκταση του εαυτού μας και είναι φυσικό η εικόνα που έχουμε σχηματισμένη για αυτόν να είναι εξωραϊσμένη. Για να μπορέσουμε λοιπόν να έχουμε μια πιο αντικειμενική προσέγγιση, θα πρέπει να δούμε μέσα από τα μάτια των άλλων. Η ΦτΒ είχε δημοσιεύσει κάποτε σε συνέχειες αποσπάσματα από το έργο του περιηγητή Abbott, σχετικά με το πέρασμά του από τη Νιγρίτα. Και αυτή η στήλη είχε αναδημοσιεύσει κείμενα εφημερίδων της Θεσσαλονίκης, στα οποία οι απεσταλμένοι τους – σε μάλλον χαρωπό ύφος που εξήρε την επαρχία – περιέγραφαν τις ομορφιές του κάμπου.
Σήμερα και την άλλη βδομάδα θα δημοσιεύσουμε μιαν άλλη ματιά∙ την εικόνα που σχημάτισε για τον τόπο μας ο διηγηματογράφος/δοκιμιογράφος Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος, ο οποίος υπηρέτησε στη Νιγρίτα ως στρατιωτικός γιατρός το 1958. Τις εμπειρίες του από τις πόλεις που υπηρέτησε τις κατέγραψε στο έργο του «Τόποι τέσσερεις», που κυκλοφόρησε το 1996 και αναδημοσιεύτηκε εμπλουτισμένο, ως «Τόποι τέσσερεις συν τρεις» το 2001 από τις εκδόσεις Στιγμή. Ας δώσουμε βάση στη ματιά του Άλλου κι ας προβληματιστούμε (οι υπογραμμίσεις δικές μου):
«Διαπιστώνω με κάποια έκπληξη (σχεδόν με ανησυχία) ότι τα γεγονότα και οι ιστορίες που αρχίζω να διηγούμαι, έλαβαν χώραν σε καιρούς απώτατους, δηλαδή πριν από μισόν αιώνα. – ή και παραπάνω. Τρομάζω τότε, γιατί σκέφτομαι πως όλα αυτά μοιάζουν λίγο με φληναφήματα αποστράτων και, γενικώς, συνταξιούχων, που τους βλέπουμε τα πρωινά να πηγαίνουν βόλτα μέχρι την πλατεία, ή το παρκάκι της γειτονιάς, και αφού κατουρήσουν και ανακουφιστούν (ενίοτε σε κάποιον θάμνο, ή και σε κάνα δέντρο), διαβάζουν όρθιοι γύρω από τα περίπτερά τους τίτλους των εφημερίδων, σχολιάζουν και αποδοκιμάζουν εν γένει τα καθ΄έκαστα, στο τέλος κάθονται στο παγκάκι, εκφράζουν συνεχείς ευχές υπέρ υγείας και μακροημερεύσεως αλλήλων (μερικοί εναβρύνονται μάλιστα να προβάλλουν εαυτούς ως τέρατα υγείας και ακάματους μπήχτες) και, τέλος, αρχίζουν να διηγούνται ποικίλες ιστορίες, για τις οποίες ουδείς ενδιαφέρεται και ουδείς, άλλωστε, ακούει – δεδομένου ότι το συγκεκριμένο αυτό τμήμα του πληθυσμού παρουσιάζει και έκδηλη βαρηκοΐα… Τέλος πάντων.
Τον Απρίλιο, λοιπόν, του 1958, μετά την περιπετειώδη παραίτηση μου από τις τάξεις του Στρατεύματος (περί αυτών ενδεχομένως άλλοτε…), επιχειρούμε να οργανώσουμε το πρώτο σπιτικό μας, νοικιάζοντας ένα ωραίο αγροτόσπιτο στο χωριό Ζαρκαδιά του νομού Καβάλας (χωριό κείμενο στις υπώρειες του όρους Λεκάνη, και φημισμένο για τα εξαίρετα αρωματικά καπνά του), όπου η γυναίκα μου διορίστηκε αγροτικός - επί θητεία- ιατρός. Ακολούθησε ο ανάλογος διορισμός μου στον υποκείμενο κάμπο της Χρυσούπολης, με έδρα το Χρυσοχώρι και ακτίνα τα διπλανά χωριά Άγιασμα, Χαϊδευτό κ.λ.π. (Λίγα χρόνια αργότερα ο Πεντζίκης, οσάκις αντίκριζε διερχόμενος τη σχετική πινακίδα στον δρόμο, αναφωνούσε αιφνιδίως Χαϊδευτό! Και προσποιόταν ότι χαϊδεύει τους διπλανούς του….).
Η πελατεία, της Νιόβης κυρίως, ήταν ο κόσμος του χωριού που δούλευε στα καπνοχώραφα. Και επειδή η δουλειά στα καπνά αρχίζει υποχρεωτικά πριν από την ανατολή του ήλιου, οι ασθενείς (η οι επιθυμούντες γενικά κάποια τόνωση, εν όψει της εξαντλητικής δουλειάς) πλάκωναν αξημέρωτα, καθισμένο ευγενικά στην ωραία περίκλειστη αυλή του σπιτιού μας, παρέα με το σκύλο μας, τον Αλατζά, που είχαμε στο μεταξύ αποχτήσει.
Το ίδιο το χωριό ρήμαζε. Ο κλήρος μικρός, τα καπνά δεν είχαν τιμή, η εκμετάλλευση από τους καπνέμπορους της Καβάλας και της Θεσσαλονίκης ήταν αυτόχρημα ληστρική, οι νέοι έφευγαν εργάτες στην Γερμανία και το Βέλγιο, στις κατακόμβες των ανθρακωρυχείων του Σαρλερουά.
Ζούσαμε εν γαλήνη. Πλην η Πατρίς, ούσα συνεχώς εν κινδύνω, και ερειδόμενη στο γεγονός ότι δεν είχε εισέτι υπογραφεί η συνθήκη ειρήνης με την Αλβανία για τον πόλεμο του 1940 (υπεγράφη δεκαετίες αργότερα!), ανακάλεσε τους παραιτηθέντες, ως εφέδρους εκ μονίμων, και τον Ιούνιο του ιδίου έτους 1958 μάζεψα τα λιγοστά υπάρχοντά μου και, μέσω Θεσσαλονίκης και εν συνεχεία Σερρών, με τα άθλια λεωφορεία της εποχής που, επί ώρες, διέσχιζαν τους στενούς εκείνους δρόμους με τις άπειρες στροφές (οι εισπράκτορες μαζί με τα εισιτήρια που έκοβαν μοίραζαν και χαρτοσακούλες για τον εμετό) έφθασα στη Νιγρίτα, όπου είχα τοποθετηθεί γιατρός του εκεί συντάγματος πεζικού και διοικητής του 16ου λόγου υγειονομικού. Αργά το βράδυ, τριγυρνώντας στους δρόμους της πόλης, έφθασα και στον κινηματογράφο της: μέσα σε κινητό διαφημιστικό πλαίσιο, προστατευμένες – ως συνήθως - από κοτετσόσυρμα (για το ενδεχόμενο κλοπής), είδα φωτογραφίες του Κώστα Χατζηχρήστου από την προβαλλόμενη ταινία Ο Ηλίας του 16ου!
Μέχρις ότου απαγκιστρωθεί από την Ζαρκαδιά η γυναίκα μου, νοικιάσαμε με έναν ομοιοπαθή συνάδελφο δύο δωμάτια σε ένα προσφυγικό σπιτάκι στην άκρη της πόλης, κοντά στο στρατόπεδο: Θυμάμαι ακόμη, με δέος, το πρωινό πλύσιμο από το βρυσάκι στον ημιϋπαίθριο χώρο, όπου με θέριζε το κρύο και η υγρασία – καθώς και το σκυλί, απέναντι, που γαύγιζε αγρίως ολόκληρη τη νύχτα.
Αναζήτησα κάποιο ύψωμα, ώστε να δω την περιοχή από ψηλά. Τελικά αναρριχήθηκα στο καμπαναριό της εκκλησίας: ο κάμπος ηπλούτο επικλινής (και εδώ), και η θέα του με παρέλυσε.
Στο βάθος του ορίζοντα, πέρα από το Στρυμόνα, μέσα σε μία θολή πάχνη, τα όρη της Βροντούς, και το Μενοίκιο, δεξιά το μεγαλοπρεπές Παγγαίο – κυρίως, όμως, ο Βερτίσκος και τα Κερδύλια: τόποι σχεδόν ιεροί, πεδία φοβερών μαχών ανά τους αιώνες, δηώσεων, εκτελέσεων, καταστροφών και άνευ ορίων ηρωικών πράξεων, σχημάτιζαν μια ασφυκτική μέγγενη, όπου ένοιωθα τελείως εγκλωβισμένος.
- Τι, θα με φάει ο κάμπος, ψιθύρισα.
Το στρατόπεδο ήταν αρκετά μίζερο: τα δένδρα του λίγα, τα κτήρια παλιά, το διοικητήριο γυμνό, το μικρό αναρρωτήριο με στοιχειώδη μέσα. Λίγο πιο πέρα, οι σταύλοι με τα μουλάρια…. Τα καημένα τα ζώα: διαφαινόταν, ήδη, πως πλησίαζε το τέλος τους (κάνεις δεν ήξερε σε τι χρησίμευαν πλέον), και τα τάγματα ημιονηγών είχαν καταντήσει μονάδες τοποθετήσεως των χαρακτηρισμένων οπλιτών∙ σε πολλούς διανοούμενους (και άλλους αριστερούς της εποχής) ανετίθετο η περιποίηση και η σαγή αυτών των μοναχικών και μελαγχολικών ζώων.
Υπήρχαν, μέσα στην πόλη, και μερικά αθλιότατα, ενδιαιτήματα αξιωματικών. Δήθεν λυόμενα, από κυματοειδή λαμαρίνα, άβαφη και χωρίς ίχνος μόνωσης, με στέγη από τον ίδιο υλικό, φούρνοι το καλοκαίρι, ψυγεία τον χειμώνα – και επί πλέον να τρίζουν φριχτά σε κάθε μεταβολή της θερμοκρασίας. Ένα βαρέλι πετρελαίου, κομμένο στη μέση, επείχε θέση σόμπας καυσοξύλων. Τέτοια κωλόσπιτα ξεφύτρωναν άφθονα, τότε, στις διάφορες φρουρές, λεγόταν δε μετ’ επιτάσεως ότι ο εργολάβος, που τα εγκαθιστούσε, ήταν γιος αρχηγού του Επιτελείου. Δεν αποδείχθηκε, καθώς προέβλεψε ο ποιητής….
Από την Νιγρίτα θυμάμαι λίγα πράγματα – το παζάρι, συνήθως υπό βροχήν, τα άσχημα και αδιάφορα σπίτια, τον κάμπο με τις υπέροχες εικόνες των γυμνών δένδρων τον χειμώνα και τα κοπάδια με τα βοοειδή που έβοσκαν στις έρημες εκτάσεις, τις αλκαλικές θερμοπηγές της με τις πρωτόγονες λουτρικές εγκαταστάσεις, τα φοβερά Αναστενάρια στις 21 Μαΐου στο χωριό Αγία Ελένη, τις ομίχλες, το κρύο, την υγρασία, τις μεγάλες ζέστες. Θυμάμαι με συγκίνηση δύο φίλους που απόχτησα εκεί και πέρασα μαζί τους πολλές από τις δύσκολες ώρες- τον οδοντίατρο Σωκράτη Κοκκίνη, νέον, φιλόδοξο, με πάθος για την άρτια εκτέλεση της δουλειάς του, και τον ιατρό Μικέ Μαρκαδάκη, ερασιτέχνη ζωγράφο ο οποίος (στις ελάχιστες ελεύθερες ώρες του) βυθιζόταν σε – μεταφυσικές- εικαστικές αναζητήσεις. Πέθαναν πρόωρα και οι δύο – και δεν ξεχνώ το ήρεμο χαμόγελό τους.
Το φθινόπωρο ήρθε η γυναίκα μου, νοικιάσαμε ένα υπερυψωμένο ισόγειο στον κεντρικό δρόμο και οργανώσαμε στοιχειωδώς το σπιτικό μας. Μοναδική ψυχαγωγία στην Νιγρίτα παρέμενε το διάβασμα, η μουσική από ένα μισοξεχαρβαλωμένο ραδιόφωνο (μουσική, εννοείται, που μπορούσαμε να πιάσουμε μόνο από σλάβικους σταθμούς) και τα σύντομα ταξίδια στη Θεσσαλονίκη, όπου σε λίγο η Νιόβη άρχισε ειδικότητα παιδιατρικής.
Την περίοδο εκείνη άρχιζε ν ανατέλλει και το αστέρι του Μπόστ, ο οποίος εικονογραφούσε (τρόπος του λέγειν) στο περιοδικό Ταχυδρόμος τις «Σταυροφορίες» του Τσιφόρου. Το χιούμορ του Μποστ με συνάρπαζε, και του έγραψα σχετικά: εκείνος έσπευσε και μου απάντησε, χαρίζοντας κου ταυτοχρόνως ένα μεγάλο σκίτσο του με σινική, όπου ο σταυροφόρος της εικόνας συνομιλεί στον υπότιτλο με την φλογέραν του βασιλιά…
Δεν μείναμε πολύ στη Νιγρίτα. Σύντομα ήρθε ο διορισμός της γυναίκας μου για την Καβάλα, και ακολούθησε και η δική μου μετάθεση εκεί- μετάθεση που επιτεύχθηκε υπό συνθήκες απολύτως μυθιστορηματικές… Στην Νιγρίτα δεν ξαναπάτησα το πόδι μου».
Άραγε αυτό το τελευταίο είναι αλήθεια; Η απάντηση (και η συνέχεια) την επόμενη εβδομάδα.

Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr


▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος Αγίου Νικολάου, Πάτρα. Στη Νιγρίτα, πότε;

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΣ ΤΟΥ 2000… (19 11 2010)

Πώς η γραφειοκρατία και η απανθρωπιά ξετινάζουν ψυχικά και οικονομικά μια οικογένεια.

Πιαστήκαμε τον τελευταίο καιρό με τις εκλογές και αναγκαστικά αφήσαμε την επικαιρότητα απ’ έξω. Όμως οφείλουμε να σχολιάσουμε κάποια γεγονότα που αποδεικνύουν την αθλιότητα αυτού που αυτάρεσκα θέλουν να ονομάζουν «κοινωνικό κράτος πρόνοιας».
Πρώτα ήταν η αχαρακτήριστη απόφαση του Μεγάλου Ασφαλιστικού Ταμείου σχετικά με τη χορήγηση σε διαβητικούς ειδικών παπουτσιών, τα οποία θα καθυστερούσαν έως και δύο χρόνια το κόψιμο των ποδιών. Το πρότυπο ασφαλιστικό Ίδρυμα απέρριψε τις χρόνιες αιτήσεις των ενδιαφερομένων για κάλυψη αυτών των εξόδων με την ανατριχιαστική δικαιολογία ότι το κόστος είναι υψηλότερο από το αναμενόμενο όφελος! Δηλαδή, οι ασθενείς που θα είχαν τα ποδαράκια τους για δυο επιπλέον χρόνια (και Κύριος οίδε τι θα μπορούσε η επιστήμη να πετύχει μέσα σε μια διετία) δεν μετράει μία μπροστά στα έξοδα του ταμείου για τα ειδικά παπούτσια
Και πριν κατακάτσει ο κουρνιαχτός από το εγκληματικό χαρτί του Μεγάλου Ταμείου, πριν ακόμα σβηστεί από τη μνήμη μας ο θάνατος του μικρού από τη Μυτιλήνη που η Μεγάλη Τράπεζα δεν εκταμίευε τα χρήματα που μαζεύτηκαν λόγω «παράνομου εράνου», τώρα, να σου πάλι μπροστά μας, και μάλιστα πολύ κοντά μας, το απάνθρωπο.
Ένα κοριτσάκι από τα μέρη μας γεννήθηκε με καρδιακά προβλήματα πριν επτά μήνες και πέρασε όλη τη σύντομη ζωή του μέσα στο νοσοκομείο. Οι επέμβαση που έγινε στην καρδιά του παιδιού απέτυχε και η μόνη λύση ήταν η εγχείριση στο εξωτερικό με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας (90%), αρκεί να γινόταν άμεσα.
Όμως το όλο εγχείρημα ήταν πολυέξοδο. Το Μεγάλο Ασφαλιστικό Ταμείο, για να καλύψει κάποια έξοδα έπρεπε να πάρει από το Μεγάλο Νοσοκομείο χαρτί, που να είναι έτσι διατυπωμένο ώστε να εμπίπτει στη σχετική νομοθεσία. Κι εδώ έρχεται η αναλγησία της γραφειοκρατίας. Η διοίκηση του νοσοκομείου πεισματικά αρνείται ένα τέτοιο χαρτί. Έτσι, γονείς και συγγενείς ξεκινάν έναν αξιοπρεπή μαραθώνιο μέσα στην αγωνία τους για να μαζέψουν το ποσό χιλιάδων ευρώ που απαιτείται για την ελπίδα σωτηρίας του παιδιού τους.
Τι να πρωτοσκεφτεί ο αναγνώστης, ο φίλος, ο συγγενής, ο παντελώς άγνωστος; Γιατί ένα παλιόχαρτο που δεν συντάσσεται όπως πρέπει φτάνει να στερήσει τη ζωή ενός ανθρώπου; Τι άλλο μπορείς να σκεφτείς από το ότι η διοίκηση του Μεγάλου Νοσοκομείου, αν δώσει ένα τέτοιο χαρτί, είναι σαν να υπογράφει δήλωση ανικανότητας. Ένα μεγάλο πλήγμα δηλαδή, στο κύρος και στα πιθανά κονδύλια που λαμβάνει το Μεγάλο Νοσοκομείο. Έτσι, για να μη διακινδυνέψουν τη φήμη τους, άφησαν μια οικογένεια να βολοδέρνει για να μαζέψει τα απαραίτητα χρήματα, αφού πρώτα έχασε πολύτιμο χρόνο.
Η Μαρία Ελένη ξεψύχησε λίγο πριν προσγειωθεί το αεροπλάνο στη Βοστώνη… Για τους ανάλγητους γραφειοκράτες δεν θα είναι παρά μια «παράπλευρη απώλεια»… Η φήμη τους σώθηκε (;)… Η ανθρωπιά τους;
Συλλυπητήρια στους γονείς για την απώλειά τους, αλλά και σε όλους μας για την αφασία των φορέων του ελληνικού κρατιδίου που ανεχόμαστε.

http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr


▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος, Κιλκίς. Στη Νιγρίτα, πότε;

 Τα συγχαρητήρια στο νέο Δήμαρχο και το δημοτικό Συμβούλιο. Σιδεροκέφαλοι και είθε να εργαστείτε με ζήλο για τον ταλαιπωρημένο τόπο.

 Μέχρι και στη Θεσσαλονίκη ήρθαν τα πάνω-κάτω. Κρυφό χαρτί του Μπουτάρη ο … Άνθιμος!

 Νοέμβριος και άνθισαν οι πασχαλιές! Αποσυντονίστηκε κι η φύση απ’ τις λιακάδες.