Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

«ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΙΓΡΙΤΑ, ΤΗΣ ΒΙΣΑΛΤΙΑΣ», μέρος α’ (26 11 2010)

Τι είδε ένας στρατιωτικός γιατρός στη Νιγρίτα το 1958

Ο τόπος που ζούμε είναι για τον καθένα μας ο ομφαλός της γης. Είναι μια επέκταση του εαυτού μας και είναι φυσικό η εικόνα που έχουμε σχηματισμένη για αυτόν να είναι εξωραϊσμένη. Για να μπορέσουμε λοιπόν να έχουμε μια πιο αντικειμενική προσέγγιση, θα πρέπει να δούμε μέσα από τα μάτια των άλλων. Η ΦτΒ είχε δημοσιεύσει κάποτε σε συνέχειες αποσπάσματα από το έργο του περιηγητή Abbott, σχετικά με το πέρασμά του από τη Νιγρίτα. Και αυτή η στήλη είχε αναδημοσιεύσει κείμενα εφημερίδων της Θεσσαλονίκης, στα οποία οι απεσταλμένοι τους – σε μάλλον χαρωπό ύφος που εξήρε την επαρχία – περιέγραφαν τις ομορφιές του κάμπου.
Σήμερα και την άλλη βδομάδα θα δημοσιεύσουμε μιαν άλλη ματιά∙ την εικόνα που σχημάτισε για τον τόπο μας ο διηγηματογράφος/δοκιμιογράφος Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος, ο οποίος υπηρέτησε στη Νιγρίτα ως στρατιωτικός γιατρός το 1958. Τις εμπειρίες του από τις πόλεις που υπηρέτησε τις κατέγραψε στο έργο του «Τόποι τέσσερεις», που κυκλοφόρησε το 1996 και αναδημοσιεύτηκε εμπλουτισμένο, ως «Τόποι τέσσερεις συν τρεις» το 2001 από τις εκδόσεις Στιγμή. Ας δώσουμε βάση στη ματιά του Άλλου κι ας προβληματιστούμε (οι υπογραμμίσεις δικές μου):
«Διαπιστώνω με κάποια έκπληξη (σχεδόν με ανησυχία) ότι τα γεγονότα και οι ιστορίες που αρχίζω να διηγούμαι, έλαβαν χώραν σε καιρούς απώτατους, δηλαδή πριν από μισόν αιώνα. – ή και παραπάνω. Τρομάζω τότε, γιατί σκέφτομαι πως όλα αυτά μοιάζουν λίγο με φληναφήματα αποστράτων και, γενικώς, συνταξιούχων, που τους βλέπουμε τα πρωινά να πηγαίνουν βόλτα μέχρι την πλατεία, ή το παρκάκι της γειτονιάς, και αφού κατουρήσουν και ανακουφιστούν (ενίοτε σε κάποιον θάμνο, ή και σε κάνα δέντρο), διαβάζουν όρθιοι γύρω από τα περίπτερά τους τίτλους των εφημερίδων, σχολιάζουν και αποδοκιμάζουν εν γένει τα καθ΄έκαστα, στο τέλος κάθονται στο παγκάκι, εκφράζουν συνεχείς ευχές υπέρ υγείας και μακροημερεύσεως αλλήλων (μερικοί εναβρύνονται μάλιστα να προβάλλουν εαυτούς ως τέρατα υγείας και ακάματους μπήχτες) και, τέλος, αρχίζουν να διηγούνται ποικίλες ιστορίες, για τις οποίες ουδείς ενδιαφέρεται και ουδείς, άλλωστε, ακούει – δεδομένου ότι το συγκεκριμένο αυτό τμήμα του πληθυσμού παρουσιάζει και έκδηλη βαρηκοΐα… Τέλος πάντων.
Τον Απρίλιο, λοιπόν, του 1958, μετά την περιπετειώδη παραίτηση μου από τις τάξεις του Στρατεύματος (περί αυτών ενδεχομένως άλλοτε…), επιχειρούμε να οργανώσουμε το πρώτο σπιτικό μας, νοικιάζοντας ένα ωραίο αγροτόσπιτο στο χωριό Ζαρκαδιά του νομού Καβάλας (χωριό κείμενο στις υπώρειες του όρους Λεκάνη, και φημισμένο για τα εξαίρετα αρωματικά καπνά του), όπου η γυναίκα μου διορίστηκε αγροτικός - επί θητεία- ιατρός. Ακολούθησε ο ανάλογος διορισμός μου στον υποκείμενο κάμπο της Χρυσούπολης, με έδρα το Χρυσοχώρι και ακτίνα τα διπλανά χωριά Άγιασμα, Χαϊδευτό κ.λ.π. (Λίγα χρόνια αργότερα ο Πεντζίκης, οσάκις αντίκριζε διερχόμενος τη σχετική πινακίδα στον δρόμο, αναφωνούσε αιφνιδίως Χαϊδευτό! Και προσποιόταν ότι χαϊδεύει τους διπλανούς του….).
Η πελατεία, της Νιόβης κυρίως, ήταν ο κόσμος του χωριού που δούλευε στα καπνοχώραφα. Και επειδή η δουλειά στα καπνά αρχίζει υποχρεωτικά πριν από την ανατολή του ήλιου, οι ασθενείς (η οι επιθυμούντες γενικά κάποια τόνωση, εν όψει της εξαντλητικής δουλειάς) πλάκωναν αξημέρωτα, καθισμένο ευγενικά στην ωραία περίκλειστη αυλή του σπιτιού μας, παρέα με το σκύλο μας, τον Αλατζά, που είχαμε στο μεταξύ αποχτήσει.
Το ίδιο το χωριό ρήμαζε. Ο κλήρος μικρός, τα καπνά δεν είχαν τιμή, η εκμετάλλευση από τους καπνέμπορους της Καβάλας και της Θεσσαλονίκης ήταν αυτόχρημα ληστρική, οι νέοι έφευγαν εργάτες στην Γερμανία και το Βέλγιο, στις κατακόμβες των ανθρακωρυχείων του Σαρλερουά.
Ζούσαμε εν γαλήνη. Πλην η Πατρίς, ούσα συνεχώς εν κινδύνω, και ερειδόμενη στο γεγονός ότι δεν είχε εισέτι υπογραφεί η συνθήκη ειρήνης με την Αλβανία για τον πόλεμο του 1940 (υπεγράφη δεκαετίες αργότερα!), ανακάλεσε τους παραιτηθέντες, ως εφέδρους εκ μονίμων, και τον Ιούνιο του ιδίου έτους 1958 μάζεψα τα λιγοστά υπάρχοντά μου και, μέσω Θεσσαλονίκης και εν συνεχεία Σερρών, με τα άθλια λεωφορεία της εποχής που, επί ώρες, διέσχιζαν τους στενούς εκείνους δρόμους με τις άπειρες στροφές (οι εισπράκτορες μαζί με τα εισιτήρια που έκοβαν μοίραζαν και χαρτοσακούλες για τον εμετό) έφθασα στη Νιγρίτα, όπου είχα τοποθετηθεί γιατρός του εκεί συντάγματος πεζικού και διοικητής του 16ου λόγου υγειονομικού. Αργά το βράδυ, τριγυρνώντας στους δρόμους της πόλης, έφθασα και στον κινηματογράφο της: μέσα σε κινητό διαφημιστικό πλαίσιο, προστατευμένες – ως συνήθως - από κοτετσόσυρμα (για το ενδεχόμενο κλοπής), είδα φωτογραφίες του Κώστα Χατζηχρήστου από την προβαλλόμενη ταινία Ο Ηλίας του 16ου!
Μέχρις ότου απαγκιστρωθεί από την Ζαρκαδιά η γυναίκα μου, νοικιάσαμε με έναν ομοιοπαθή συνάδελφο δύο δωμάτια σε ένα προσφυγικό σπιτάκι στην άκρη της πόλης, κοντά στο στρατόπεδο: Θυμάμαι ακόμη, με δέος, το πρωινό πλύσιμο από το βρυσάκι στον ημιϋπαίθριο χώρο, όπου με θέριζε το κρύο και η υγρασία – καθώς και το σκυλί, απέναντι, που γαύγιζε αγρίως ολόκληρη τη νύχτα.
Αναζήτησα κάποιο ύψωμα, ώστε να δω την περιοχή από ψηλά. Τελικά αναρριχήθηκα στο καμπαναριό της εκκλησίας: ο κάμπος ηπλούτο επικλινής (και εδώ), και η θέα του με παρέλυσε.
Στο βάθος του ορίζοντα, πέρα από το Στρυμόνα, μέσα σε μία θολή πάχνη, τα όρη της Βροντούς, και το Μενοίκιο, δεξιά το μεγαλοπρεπές Παγγαίο – κυρίως, όμως, ο Βερτίσκος και τα Κερδύλια: τόποι σχεδόν ιεροί, πεδία φοβερών μαχών ανά τους αιώνες, δηώσεων, εκτελέσεων, καταστροφών και άνευ ορίων ηρωικών πράξεων, σχημάτιζαν μια ασφυκτική μέγγενη, όπου ένοιωθα τελείως εγκλωβισμένος.
- Τι, θα με φάει ο κάμπος, ψιθύρισα.
Το στρατόπεδο ήταν αρκετά μίζερο: τα δένδρα του λίγα, τα κτήρια παλιά, το διοικητήριο γυμνό, το μικρό αναρρωτήριο με στοιχειώδη μέσα. Λίγο πιο πέρα, οι σταύλοι με τα μουλάρια…. Τα καημένα τα ζώα: διαφαινόταν, ήδη, πως πλησίαζε το τέλος τους (κάνεις δεν ήξερε σε τι χρησίμευαν πλέον), και τα τάγματα ημιονηγών είχαν καταντήσει μονάδες τοποθετήσεως των χαρακτηρισμένων οπλιτών∙ σε πολλούς διανοούμενους (και άλλους αριστερούς της εποχής) ανετίθετο η περιποίηση και η σαγή αυτών των μοναχικών και μελαγχολικών ζώων.
Υπήρχαν, μέσα στην πόλη, και μερικά αθλιότατα, ενδιαιτήματα αξιωματικών. Δήθεν λυόμενα, από κυματοειδή λαμαρίνα, άβαφη και χωρίς ίχνος μόνωσης, με στέγη από τον ίδιο υλικό, φούρνοι το καλοκαίρι, ψυγεία τον χειμώνα – και επί πλέον να τρίζουν φριχτά σε κάθε μεταβολή της θερμοκρασίας. Ένα βαρέλι πετρελαίου, κομμένο στη μέση, επείχε θέση σόμπας καυσοξύλων. Τέτοια κωλόσπιτα ξεφύτρωναν άφθονα, τότε, στις διάφορες φρουρές, λεγόταν δε μετ’ επιτάσεως ότι ο εργολάβος, που τα εγκαθιστούσε, ήταν γιος αρχηγού του Επιτελείου. Δεν αποδείχθηκε, καθώς προέβλεψε ο ποιητής….
Από την Νιγρίτα θυμάμαι λίγα πράγματα – το παζάρι, συνήθως υπό βροχήν, τα άσχημα και αδιάφορα σπίτια, τον κάμπο με τις υπέροχες εικόνες των γυμνών δένδρων τον χειμώνα και τα κοπάδια με τα βοοειδή που έβοσκαν στις έρημες εκτάσεις, τις αλκαλικές θερμοπηγές της με τις πρωτόγονες λουτρικές εγκαταστάσεις, τα φοβερά Αναστενάρια στις 21 Μαΐου στο χωριό Αγία Ελένη, τις ομίχλες, το κρύο, την υγρασία, τις μεγάλες ζέστες. Θυμάμαι με συγκίνηση δύο φίλους που απόχτησα εκεί και πέρασα μαζί τους πολλές από τις δύσκολες ώρες- τον οδοντίατρο Σωκράτη Κοκκίνη, νέον, φιλόδοξο, με πάθος για την άρτια εκτέλεση της δουλειάς του, και τον ιατρό Μικέ Μαρκαδάκη, ερασιτέχνη ζωγράφο ο οποίος (στις ελάχιστες ελεύθερες ώρες του) βυθιζόταν σε – μεταφυσικές- εικαστικές αναζητήσεις. Πέθαναν πρόωρα και οι δύο – και δεν ξεχνώ το ήρεμο χαμόγελό τους.
Το φθινόπωρο ήρθε η γυναίκα μου, νοικιάσαμε ένα υπερυψωμένο ισόγειο στον κεντρικό δρόμο και οργανώσαμε στοιχειωδώς το σπιτικό μας. Μοναδική ψυχαγωγία στην Νιγρίτα παρέμενε το διάβασμα, η μουσική από ένα μισοξεχαρβαλωμένο ραδιόφωνο (μουσική, εννοείται, που μπορούσαμε να πιάσουμε μόνο από σλάβικους σταθμούς) και τα σύντομα ταξίδια στη Θεσσαλονίκη, όπου σε λίγο η Νιόβη άρχισε ειδικότητα παιδιατρικής.
Την περίοδο εκείνη άρχιζε ν ανατέλλει και το αστέρι του Μπόστ, ο οποίος εικονογραφούσε (τρόπος του λέγειν) στο περιοδικό Ταχυδρόμος τις «Σταυροφορίες» του Τσιφόρου. Το χιούμορ του Μποστ με συνάρπαζε, και του έγραψα σχετικά: εκείνος έσπευσε και μου απάντησε, χαρίζοντας κου ταυτοχρόνως ένα μεγάλο σκίτσο του με σινική, όπου ο σταυροφόρος της εικόνας συνομιλεί στον υπότιτλο με την φλογέραν του βασιλιά…
Δεν μείναμε πολύ στη Νιγρίτα. Σύντομα ήρθε ο διορισμός της γυναίκας μου για την Καβάλα, και ακολούθησε και η δική μου μετάθεση εκεί- μετάθεση που επιτεύχθηκε υπό συνθήκες απολύτως μυθιστορηματικές… Στην Νιγρίτα δεν ξαναπάτησα το πόδι μου».
Άραγε αυτό το τελευταίο είναι αλήθεια; Η απάντηση (και η συνέχεια) την επόμενη εβδομάδα.

Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr


▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος Αγίου Νικολάου, Πάτρα. Στη Νιγρίτα, πότε;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου