Ο ΤΥΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΟΙΝΟ (15 01 2010)
Κάποτε οι εφημερίδες ήταν είδος πολυτελείας. Τις διάβαζαν σχετικά λίγοι – κατά κανόνα μορφωμένοι. «Κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα» έγραφε ο Καρυωτάκης στην «Πρέβεζα». Ή άνθρωποι που είχαν τα μυαλά τους ανοιχτά και προσπαθούσαν να τα ανοίξουν ακόμα περισσότερο. Πάντως, το σίγουρο είναι ότι η εφημερίδα που διάλεγε ο καθένας τον στιγμάτιζε, ήταν ένα στοιχείο της ταυτότητάς του, του ιδεολογικού και πολιτικού προσανατολισμού του και έφτανε στα χέρια του αναγνώστη χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια από πλευράς των εκδοτών, παρά μόνο με την ποιότητα των περιεχομένων της.
Καταλάβαινες εύκολα, λόγου χάρη, τι ψήφιζε κάποιος που κατέβαζε από τα μανταλάκια του Στάμου μια «Βραδυνή», αν ξεδιάλεγε από την ξύλινη προθήκη του Φοινικόπουλου μια «Αυριανή» ή αν τύλιγε τα παλιότερα χρόνια κάτω από τη μασχάλη του έναν «Ριζοσπάστη», κοιτάζοντας καχύποπτα δεξιά κι αριστερά. Σήμερα βέβαια τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι εφημερίδες, όπως και τα κόμματα άλλωστε, έχουν βάλει νερό στο κρασί τους και ακολουθώντας τη διαγράμμιση της παγκοσμιοποίησης, μοιάζουν ολοένα και περισσότερο μεταξύ τους. Αρκετές μάλιστα, σχεδόν έχουν υποστεί μετάλλαξη, ούτως ώστε να έχουμε χάσει το μπούσουλα και να μη μπορούμε να αντιληφθούμε την κατεύθυνσή τους. Και αυτοί που σήμερα κοιτάζουν καχύποπτα δεξιά κι αριστερά, κρύβουν κάτω από τη μασχάλη τον «Στόχο».
Άλλαξαν τα πράγματα. Εφημερίδες στηρίγματα της «Αλλαγής» κάνουν δεξιά στροφή, άλλες της «συντηρητικής» ιδεολογίας κάνουν ανοίγματα σε θέσεις «προοδευτικές», οι ακροαριστεροί συμφωνούν σε πολλά με τους ακροδεξιούς και σε γενικές γραμμές φαίνεται ότι πλέον τα κριτήρια για τη γραμμή μιας εφημερίδας έπαψαν να είναι αμιγώς οι ιδεολογίες, καθώς κι αυτές ακόμα θυσιάζονται μπροστά στο φάσμα του ανταγωνισμού και της ανάγκης αναπροσαρμογής των μεθόδων προώθησης του προϊόντος ενόψει νέων καιρών και κερδών .
Νέες πρακτικές λοιπόν για τις τελευταίες δεκαετίες του Τύπου στην Ελλάδα. Τώρα δεν είναι αρκετό το περιεχόμενο, δε φτάνουν οι συντάκτες – διαμάντια, οι έρευνες, οι αποκλειστικότητες, η διακίνηση ιδεών. Τώρα, για να πουληθεί μια εφημερίδα πρέπει να τυλιχτεί σε νάυλον που θα εμπεριέχει το δόλωμα: ταινίες σε dvd, cd με «αγαπημένα» τραγούδια «αγαπημένων» καλλιτεχνών, ένθετα ποικίλης ύλης που ενδιαφέρουν το κοινό, παιδικά περιοδικά και, κατά καιρούς, ό, τι μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου σε μπιχλιμπίδια και «χρήσιμα», «έξυπνα» δώρα. Κι όταν έγιναν αυτές οι αλλαγές, καινούργιο κοσκινάκι μου και που να σε κρεμάσω. Έπεσαν με τα μούτρα όλοι να αγοράζουν τις εφημερίδες. Οι εφημεριδοπώλες έβγαλαν τεφτέρια για να «κρατάν» τα φύλλα για αυτούς που τα προπλήρωναν για να μην τυχόν τα χάσουν. Αυξήθηκαν όπως είναι φυσικό οι πωλήσεις και γέμισαν τα ράφια και οι βιβλιοθήκες των σπιτιών με ταινίες τόσες, που είναι αδύνατο να καθίσει κάποιος και να τις δει όλες.
Δεν χρειάζεται φυσικά να αναφερθώ στην ποιότητα πολλών από τις προσφορές. Ταινίες στα αζήτητα και μουσική να σε πάρω να φύγουμε. Δεν πειράζει όμως. Ο άλλος θέλει να κάνει την ταινιοθήκη του και να διευρύνει τα μουσικά του ακούσματα. Οπότε, μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Και δεν πρέπει να ξεχάσω ότι μέσα και στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης, πολλές εφημερίδες συνεργάζονται με περιοδικά και κυκλοφορούν μαζί σε συμφέρουσα τιμή. Ακόμη, η τακτική αυτή έφτασε μέχρι το σημείο να συμπεριλαμβάνονται στις προσφορές τους και βιβλία. Βέβαια στην αγορά των βιβλίων η κρίση είναι διαχρονική κι έτσι οι όποιες διαμαρτυρίες εκδοτικών οίκων ούτε που ακούστηκαν.
Σημεία των καιρών. Οι εφημερίδες δεν πωλούνται πλέον στο κοινό απλά και μόνον για τα γραπτά τους. Και κατά συνέπεια, η εισαγωγή στοιχείων μάρκετινγκ προκάλεσε την αντίδραση πολλών ανθρώπων του Τύπου, καθώς θεώρησαν ότι έτσι θίγεται η δουλειά τους, υποβαθμίζεται ο ρόλος και η λειτουργία τους και φτάνουν πολλές φορές στο εξευτελιστικό σημείο να πληρώνονται για να πεταχτούν στον κάλαθο των αχρήστων. Πολλές φορές έτυχε να δω άνθρωπο να αγοράζει μια εφημερίδα, να κρατάει την προσφορά και να πετάει χωρίς καν να την ξεφυλλίσει, την ίδια την εφημερίδα. Έτσι λοιπόν, όταν οι άνθρωποι αυτοί βλέπουν τις πωλήσεις να ανεβαίνουν, χαίρονται ή αναρωτιούνται;
Σημεία των καιρών. Η κατά γενική ομολογία αδιαφορία των νέων ανθρώπων, αλλά και πολλών ωριμότερων για την πολιτική, τους πολιτικούς, τους πολιτικάντηδες και τα τεκταινόμενα σε αυτόν τον χώρο, εκφράζεται με σαφή τρόπο και σε αυτήν την αλλαγή πορείας. Έπρεπε οι εφημερίδες να βρουν τρόπους να τραβήξουν ξανά την προσοχή του κοινού. Η απολιτίκ ταυτότητα και συμπεριφορά μεγάλου ποσοστού της κοινωνίας ανάγκασε τους εκδότες να στραφούν σε αυτές τις νέες πρακτικές προσέγγισης του κόσμου, που όχι μόνο δε βλάπτουν, αλλά και οι περισσότερες κεντρίζουν το ενδιαφέρον του. Αρκεί να πληρούν τις ποιοτικές προϋποθέσεις και να μην καπελώνουν τις στήλες των συντακτών υποβαθμίζοντάς τες.
Συμπερασματικά, μπορούμε να θεωρήσουμε ευπρόσδεκτα όσα καλά μας προσφέρει η αγαπημένη μας εφημερίδα, κι ας εκτοξεύουν την τιμή της. Αρκεί όμως η εφημερίδα μας να μην κάνει εκπτώσεις στο επίπεδο των συντακτών της. Να μην εφησυχάζει με τα μεγάλα νούμερα στις πωλήσεις λόγω των προσφορών και αποδυναμώνει το έμψυχο δυναμικό της. Αρκεί να μην παραβλέψει την ποιότητα για την ποσότητα. Να μη σταματήσει να ασκεί τον πρωταρχικό της ρόλο του ελέγχου της εξουσίας, της αποκάλυψης των ατασθαλιών, της γόνιμης κριτικής. Και προπάντων, αν αυτό πλέον είναι δυνατό, να μην ενέχεται με κανέναν τρόπο σε αυτό που ονομάζεται διαπλοκή και τόσο κακό έκανε στη λειτουργία των ΜΜΕ στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.
Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010
Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010
Ο ΑΪ ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ (08 01 2010)
(Δεν είναι παραμύθι...)

Ένα από τα πιο σημαίνοντα πρόσωπα στην παιδική λογοτεχνία, κορυφαίος παραμυθάς, προικισμένος λεξιπλάστης, με ιστορίες που φέρνουν το σήμερα μέσα στην παράδοση αλλά και στον κόσμο των παιδιών καλλιεργώντας τη γνώση και τη φαντασία, είναι ο Ευγένιος Τριβιζάς. Σε ένα επίκαιρο έργο του με τίτλο «Ο Αϊ Βασίλης στη φυλακή με τους 83 αρουραίους» περιγράφει τα απίθανα επεισόδια του Αϊ Βασίλη που δέχεται κλήση από αστυφύλακα και οδηγείται στο δικαστήριο (και τελικά στη φυλακή) με τις κατηγορίες για παράνομη στάθμευση ελκήθρου, για απόπειρα δωροδοκίας αστυνομικού οργάνου (του έδωσε για δώρο ένα γλειφιτζούρι σε σχήμα σφυρίχτρας!), για φθορά ξένης ιδιοκτησίας κατ’ επανάληψιν (ο τάρανδος μάσησε το πηλίκιο του αστυφύλακα!), για κακοποίηση ταράνδων (χαριτόβρυτες κυρίες οικολογικών ενώσεων ευαισθητοποιήθηκαν!), για αθέμιτο ανταγωνισμό κατά παράβασιν της εμπορικής νομοθεσίας περί ενιαίας τιμής δώρων (οι έμποροι παιχνιδιών θίχτηκαν!) και για παραβίαση του εναέριου χώρου! Ποινή: 183 χρόνια φυλακή και πολτοποίηση των δώρων!
Πρωτοχρονιάτικο το παραμύθι, κι όχι πρωταπριλιάτικο. Και το ερώτημα είναι αν η τέχνη εμπνέεται από την πραγματικότητα. Ακούω παράπονα συνδημοτών για επίμονες προσπάθειες να γράψουν τα σταθμευμένα αυτοκίνητα τους έξω από το σπίτι τους γιατί παρεμπόδιζαν την κυκλοφορία. Όχι πουθενά στο κέντρο, όχι. Στις εσχατιές της Νιγρίτας και με ετσιθελική θρασύτητα για την οποία ενημερώθηκε και ο διοικητής και κατεβλήθησαν προσπάθειες προς επίλυσιν του θέματος, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Οι κλήσεις κόπηκαν και μαθαίνω ότι πηγαίνουν υπέρ Δήμου.
Και δεν εξετάζουμε τη νομιμότητα του θέματος. Έστω ότι ο κώδικας επιβάλλει ποινή εν τοιαύτη περιπτώσει. Όλη η σκληρότητα και η αυστηρότητα πρέπει να ξεκινά από τους απόμακρους μαχαλάδες, απ’ όπου περνάνε τρεις κι ο κούκος και όχι απ’ το θρυλικό – πλέον – κέντρο της μοναδικής στην Ευρώπη πόλης χωρίς πεζόδρομο; Εκεί δεν πρέπει να βολτάρουν ακατάπαυστα οι αστυφύλακες και να στολίζουν τα παρμπρίζ με ροζ χαρτάκια, μπας και γλυτώσουμε από αυτήν την αφόρητη κατάσταση; Η Αστυ-νομία οφείλει να επιβάλλει το νόμο στο άστυ και το άστυ ξεκινά από το κέντρο κι απλώνεται στην περιφέρεια, όχι το αντίστροφο.
Στο κέντρο είναι τα τριπλοπαρκαρίσματα, τα μποτιλιαρίσματα, οι ασυνείδητοι, το χάος. Και η μεγάλη απόδειξη της γελοιότητας είναι όταν κάποιος ξένος πρέπει εποχούμενος να διασχίσει το κέντρο της Νιγρίτας με κατεύθυνση από Σέρρες προς Πλατεία Μπογατσοπούλου. Τι κάνει ο ξένος; Μπαίνει αντίθετα στο μονόδρομο της Αθ. Αργυρού καθώς όντας νοήμων, συλλογάται ότι αποκλείεται να περνάει αυτοκίνητο πάνω απ’ τον πλακοστρωμένο «πεζόδρομο» (απ’ τη «σωστή» δηλαδή, για μας, κατεύθυνση!), όπως γίνεται φυσικά σε όλες τις πολιτισμένες πόλεις του κόσμου. Αμ δε! Εδώ είναι Νιγρίτα, δεν είναι παίξε γέλασε.
Μίλησα πιο πάνω για «στόλισμα» και θυμήθηκα ακόμα ότι γίναμε μάρτυρες (και θα γίνουμε ακόμα περισσότερο μιας και επιλήφθηκαν του θέματος και τα κανάλια) μιας πολύ ευφάνταστης φωτοτυπίας μιας άλλης κλήσης. Μιας κλήσης που – σαν παραμύθι του Τριβιζά – επέβαλε πρόστιμο για παράνομη στάθμευση σε ένα ...χριστουγεννιάτικο δέντρο! Το δέντρο στήθηκε από γνωστό κατάστημα τη πόλης στο κέντρο, μέσα σε δρόμο, που όμως δεν είναι δρόμος αλλά πλακόστρωτο, όπου μπήκαν πρόσφατα κολωνάκια για να χωράει ένα αυτοκίνητο, αλλά ποτέ δεν είναι ανοιχτός ούτε από πάνω, ούτε από κάτω μεριά λόγω σταθμευμένων οχημάτων, που είναι και δρόμος και πεζόδρομος μαζί και γενικά είναι άλλη μια περίπτωση που αναδεικνύει το μπάχαλο στον ρυμοτομικό τομέα της πόλης, αλλά και τις μεσοβέζικες λύσεις της δημοτικής ατολμίας
Έστω λοιπόν, ότι είναι και αυτή η κλήση νομότυπη. Δε γίνεται να στήνεται δέντρο στη μέση της λεωφόρου. Πώς γίνεται όμως να εγκαλείται το δέντρο και όχι τα παρκαρισμένα οχήματα που κλείνουν ολημερίς κι ολονυχτίς το δρόμο κι απ’ τις δυο πλευρές; Και στο κάτω κάτω, Χριστούγεννα ήταν. Το δέντρο ομόρφαινε το τοπίο, τα αυτοκίνητα όχι. Η λαμαρίνα βλάπτει τα μάτια, όχι τα στολισμένα κλαδιά (έστω και πλαστικά).
Έχουμε λοιπόν δυο παρόμοιες περιπτώσεις, όπου τα όργανα της τάξεως έκαναν το καθήκον τους σύμφωνα με το γράμμα του νόμου και όχι με την ουσία του. Και γεννάται το ερώτημα: μόνοι τους εντόπισαν τις παραβάσεις, αυτεπάγγελτα, ή κάποιοι καλοθελητές της γειτονιάς ενοχλήθηκαν σφόδρα με τις εν λόγω καταστάσεις και θιγμένοι ζήτησαν την παρέμβαση του Νόμου; Γιατί και στο παραμύθι του Τριβιζά κάποιοι γείτονες σιγοντάρουν την ενοχή και τη σύλληψη του Αϊ Βασίλη! Η λογική λέει ότι κάτι τέτοιο θα συνέβη, πράγμα που στοιχειοθετεί ατράνταχτα για άλλη μια φορά την πανάρχαια ελληνική συνήθεια της ρουφιανιάς, του φθόνου, του μίζερου επαρχιωτισμού, της έλλειψης διάθεσης συγκατάβασης, του δόγματος «της κατσίκας του γείτονα» ( για όσους δεν το ξέρουν, κάποιος που πέθανε η κατσίκα του και του δόθηκε η ευκαιρία να πραγματοποιηθεί μια ευχή του, δεν ευχήθηκε να ζωντανέψει η κατσίκα του, αλλά να πεθάνει και η κατσίκα του γείτονα) – με ένα λόγο της κατίσχυσης του ατομικού συμφέροντος.
Κι έτσι, τι να σου κάνει κι ο αστυφύλακας; Ακόμα κι αν αισθάνεται τον τραγέλαφο, είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει τη διαδικασία. Ακόμα κι αν αντιλαμβάνεται ότι το κατά Βουλγαράκην «κάθε τι νόμιμο είναι και ηθικό» δεν είναι παρά μια μπαρούφα ολκής, ένας βερμπαλισμός που μασκαρεύτηκε γνωμικό για να εντυπωσιάσει – ακόμα και τότε, οφείλει να εφαρμόσει τον κανονισμό. Απαρέγκλιτα. Όμως η καουμπόικη συμπεριφορά πώς εξηγείται; Ευελπιστούσα ότι από τότε που συμπεριλήφθηκε η Αστυνομία στα μηχανογραφικά, θα άλλαζε η κατάσταση προς το καλύτερο. Όμως, ή είναι νωρίς ακόμα ή η ιστορία επαναλαμβάνεται και τα μορφωμένα νέα παιδιά που αποζήτησαν επαγγελματική αποκατάσταση τα καταπίνει το σύστημα και τα κάνει κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν. Κι οπωσδήποτε καμία γενιά δε γεννάει μόνο αγγελούδια.
Ας ελπίσουμε για το καλύτερο. Ο Άγγελος Τερζάκης έγραφε το 1963: «Για να γίνει ένας λαός άξιος της Δημοκρατίας, πρέπει πρώτα να πάψει να πιστεύει στον χωροφύλακα. Να βλέπει σ’ αυτόν το σύμβολο της εξουσίας κι όχι την ενσάρκωσή της. Να μην τον κρίνει απαραίτητο στο κάθε του βήμα, επιτηρητή και παιδαγωγό» (Προσανατολισμός στον αιώνα). Οι περισσότεροι δε θέλουμε και πολλά πάρε δώσε με την Αστυνομία κι όταν για οποιονδήποτε λόγο μπαίνουμε στο τμήμα, σφιγγόμαστε. Από την άλλη όμως, το 100 είναι το πρώτο που θα καλέσουμε αν βρεθούμε σε σχετική ανάγκη. Και τότε είναι που οφείλει να δείξει τον καλό της εαυτό, όταν πρόκειται για την προστασία του πολίτη. Για να μη μείνει και η «μεταρρύθμιση» της μετονομασίας του Υπουργείου σε «Προστασίας του Πολίτη» άλλος ένας λεκτικός εντυπωσιασμός, για να μη δίνεται τροφή ούτε για σχόλια σε δήθεν προοδευτικούς που με το παραμικρό βάλλουν κατά της Αστυνομίας, ούτε για έμπνευση σε παραμυθάδες να σκαρώνουν ιστορίες που αντιγράφουν την πραγματικότητα.
Ετικέτες
ΑΪ ΒΑΣΙΛΗΣ,
νιγριτα,
πεζοδρομος,
Τερζακης,
ΤΡΙΒΙΖΑΣ
Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ (30 12 2009)
Μια απ’ τις μεγαλύτερες γιορτές της Ορθοδοξίας, αλλά και της χριστιανοσύνης γενικότερα, γιορτάσαμε την προηγούμενη βδομάδα: τη γέννηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Και για τους περισσότερους η γιορτή των Χριστουγέννων μεταφράζεται σε οικογενειακές στιγμές συνδυασμένες με μια ατμόσφαιρα καταναλωτικής ευτυχίας και παιδιάστικης ανεμελιάς με κλειστά τα σχολεία. Μερικοί βέβαια, μπορεί να θυμηθούν ότι πρόκειται και για θρησκευτική γιορτή και να πεταχτούν και στην εκκλησία. Σε γενικές όμως γραμμές, είναι γεγονός ότι έχουν αποσυνδεθεί από το θρησκευτικό τους περιεχόμενο και πιο πολύ σκεφτόμαστε δώρα, λαμπιόνια, στολισμένα δέντρα, χιόνια, αγορά γεμάτη κόσμο, μελομακάρονα, κάλαντα και όλα τα παραδοσιακά δεδομένα συναφή.
Δεδομένα όλα αυτά, όπως δεδομένη είναι και η συνολική εικόνα που έχουμε για την ιστορία της γέννησης του Χριστού, διαμορφωμένη από γιαγιάδες και γονείς, από σχολεία και κατηχητικά, από τηλεόραση και κινηματογράφο. Κάποιοι όμως δεν θεωρούν και τόσο δεδομένη, όχι τη γέννηση του Ιησού (αν και αυτήν από πολλούς αμφισβητείται), αλλά πολλά από τα στοιχεία που τη χαρακτηρίζουν, όπως την ημερομηνία, το θεόσταλτο αστέρι, τους μάγους κλπ. Και αν και για μας τους Ορθόδοξους αυτά δεν έχουν και καμιά μεγάλη σημασία, αξίζει να γνωρίσουμε αυτές τις προσεγγίσεις.
Ας ξεκινήσουμε από την ημερομηνία της Γέννησης. Επειδή ούτε στα Ευαγγέλια υπάρχει συγκεκριμένη ημερομηνία, η προσπάθεια που έγινε για τη χρονολόγηση στηρίχτηκε σε στοιχεία χωρίς ισχυρή τεκμηρίωση. Έτσι καταλήγουν οι επιστήμονες ότι ο Ιησούς – με βάση τη σημερινή χρονολόγηση – γεννήθηκε μεταξύ του 6 π.Χ. και του 4 π.Χ., αφού τότε περίπου πέθανε ο Ηρώδης, ο οποίος ήταν φυσικά ζωντανός κατά τη Γέννηση και διέταξε τη σφαγή των νηπίων. Ο Ηρώδης λέγεται ότι πέθανε μετά από μια έκλειψη ηλίου και η πιο κοντινή υπολογίζεται στις 13 Μαρτίου του 4 π.Χ. Όμως εκείνη την περίοδο δεν υπήρξε ρωμαϊκή απογραφή, η οποία ήταν και η αφορμή να ταξιδέψει ο Ιωσήφ με τη Μαρία στη Βηθλεέμ. Η πιο κοντινή που αναφέρεται είναι του Κουιρίνιου (Κυρήνιου) ανάμεσα στο 7 και το 6 π.Χ.
Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι στα πρωτοχριστιανικά χρόνια γιορτάζονταν η Γέννηση και τα Φώτα μαζί, στις 6 Ιανουαρίου. Από το 330 μ.Χ. καθορίστηκαν οι σημερινές ημερομηνίες. Και για την επιλογή της 25 Δεκεμβρίου υπάρχουν πολλές ερμηνείες. Ο Νεύτωνας υποστήριξε ότι ήθελαν να συμβολίσουν πως μετά τη Γέννηση η ημέρα θα μεγάλωνε, καθώς η 25η του Δεκέμβρη αντιστοιχούσε στο χειμερινό ηλιοστάσιο για πολλά χρόνια. Το 1743 ο προτεστάντης Ε. Γιαμπλόνσκι κατέληξε στο ότι επιλέχτηκε αυτή η μέρα για να συγκρουστεί με την λαοφιλή παγανιστική γιορτή των Ρωμαίων, τα Σατουρνάλια, που ήταν αφιερωμένη στον Κρόνο και γιορτάζονταν στα τέλη Δεκεμβρίου. Το 1889 ο Λ. Ντουκέν υπολόγισε ότι αυτή η ημερομηνία ήταν η κατάλληλη για να συνδεθεί με τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου στις 25 Μαρτίου, δηλαδή ακριβώς εννιά μήνες πριν από τη Γέννηση. Τέλος, ακραίες θεωρίες βασιζόμενες στην παρουσία βοσκών που φυλούσαν τα κοπάδια τους στους αγρούς κατά το Ευαγγέλιο του Λουκά, υποστηρίζουν ότι η γέννηση του Ιησού έγινε άνοιξη ή καλοκαίρι!
Όσον αφορά τους τρεις μάγους, το ερώτημα που τίθεται είναι πόσοι ήταν! Το μόνο Ευαγγέλιο που τους αναφέρει είναι το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, στο οποίο καταγράφεται ότι προσκύνησαν τον Ιησού και του έφεραν τα δώρα τους, χρυσό, σμύρνα και λιβάνι, που συμβολίζουν την επίγεια και επουράνια βασιλεία του Χριστού. Ο ευαγγελιστής όμως, δεν αναφέρει τον αριθμό τους. Η παράδοση τους περιορίζει σε τρεις, όσα ήταν δηλαδή και τα δώρα που έφεραν. Αλλά τίποτα δεν αποκλείει να ήταν και περισσότεροι. Ούτε και τα ονόματά τους αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη. Εμείς τους ξέρουμε ως Βαλτάσαρ, Μελχιόρ και Γασπάρ. Όμως στα υπόλοιπα χριστιανικά δόγματα (Κόπτες, Αρμένιοι, κλπ) είναι γνωστοί με διάφορα άλλα ονόματα, ανάλογα με την περιοχή και τη γλώσσα.
Αλληλένδετο με την ιστορία των τριών μάγων με τα δώρα είναι και το αστέρι της Βηθλεέμ, που σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, τους οδήγησε στη συγκεκριμένη πόλη. Πολλοί αστρονόμοι και επιστήμονες ασχολήθηκαν με το ουράνιο αυτό φαινόμενο, προσπαθώντας να το εξηγήσουν. Το 1614 ο Κέπλερ υποστήριξε ότι ένας πλανητικός συνδυασμός Δία-Κρόνου περίπου στο 7 π.Χ. θα μπορούσε να εξηγήσει την ορατή στη γη λάμψη. Άλλοι συνδέουν το άστρο της Βηθλεέμ με τον κομήτη του Χάλεϋ, ο οποίος ήταν ορατός στον ουρανό στο 12 π.Χ. ή με άλλον κομήτη που πέρασε στο 5 π.Χ., ή ακόμα και με τον πλανήτη Ουρανό. Τελευταίες απόψεις αναφέρονται σε αστρική έκρηξη (σούπερνόβα) στον κοντινό γαλαξία της Ανδρομέδας, αλλά καταλαβαίνουμε ότι είναι πολύ δύσκολο να γίνουν ακριβείς χρονολογικές προσεγγίσεις.
Συγκεφαλαιωτικά, βλέπουμε ότι πολλά από αυτά που θεωρούμε δεδομένα, αμφισβητούνται. Και πολλά μάλιστα, δεν αναφέρονται ούτε καν στα Ευαγγέλια. Η αλήθεια όμως και η δύναμη της Ορθοδοξίας ξεπερνά κατά πολύ διαφωνίες για την ακριβή ημερομηνία ή τον ακριβή αριθμό των μάγων. Αυτά είναι επουσιώδεις λεπτομέρειες. Το μεγαλείο της γέννησης και της θυσίας του Χριστού δε μετριέται με επιστημονικές ή λογικοφανείς προσεγγίσεις, καθώς η πίστη πηγάζει από μέσα μας και δεν έχει ανάγκη αποδείξεων, αν και υπάρχουν και αντίστοιχες άλλες επιστημονικές ερμηνείες που δικαιώνουν τη Βίβλο και ίσως εν καιρώ παρουσιαστούν και αυτές.
Καλή Χρονιά
Ετικέτες
ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ,
ΤΡΕΙς ΜΑΓΟΙ,
χριστουγεννα
Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010
Έλλη Αλεξίου: «Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν»
Ένα «χριστουγεννιάτικο» διήγημα (24 12 2009)
«Η Αγγελικούλα, μόλις άνοιξε τα μάτια της το πρωί, ξαναθυμήθηκε τη χτεσινή κουβέντα της μαμάς τους, ακριβώς όπως τους τα είχε πει αποβραδίς: «…γιορτές και να μη με ζητήσουν μήτε για πλύσιμο…μήτε για άσπρισμα…άλλο πια δεν έχει. Θα πάω να σταθώ στην οδός Αιόλου, να διακονέψω…».
Πάντα της ξενοδούλευε, γιατί ο άντρας της – πλανόδιος ντενεκετζής που ήταν – τι να βγάλει, και πού να φτάσουν, μα τώρα που είχε απομείνει μονάχη, ακόμα χειρότερα. «θα σταθώ στην οδός Αιόλου…και θα σας πάρω και σας. Τα σκολειά κλειστά είναι. Θα χαζέψετε και τον κόσμο…θα δείτε τα πράματα που θα ‘χουν απλωμένα από δω κι από κει…μπορεί να βρεθεί και κανείς χριστιανός να σας δώσει και καμιά δεκάρα…».
- Πότε, μαμά, θα πάμε στην οδός Αιόλου; ρώτησε η Αγγελικούλα.
- Θα λέμε και τα κάλαντα της εξορίας; ρώτησε κι ο Πέτρος τη μαμά του.
- Να τα λέτε.
Κι ο Πέτρος άρχισε να σιγοτραγουδά από κει που ήταν ξαπλωμένος:
Αρχημηνιά-α κι α-αρχή χρο-νιά,
είν’ ο μπαμπάς, χρόνους εννιά
στη μ-στη μαύρην εξορία…
συ ‘σαι αρχό-συ ‘σαι αρχόντισσα κυρία…
- Θ’ αργήσουμε, μαμά, ακόμα;
Η Αγγελικούλα βιαζότανε να φύγουν.
- Εμ τώρα είναι ακόμα πρωί…καλά καλά δεν έφεξε. Θα πάμε άμα σφίξει ο κόσμος.
- Και πότε θα σφίξει ο κόσμος;
- Άμα βγει ο ήλιος.
- Κι αν δε βγει ο ήλιος, δε θα πάμε; ρώτησε ο Πέτρος.
- Τι να κάνουμε από τέτοιαν ώρα; Να ξεπαγιάσουμε άδικα;
- Τα παιχνίδια όμως, ας είναι και πρωί, δεν είναι στα τζάμια; ξανάπε ο Πέτρος. Αν μαζέψεις, μαμά, πολλά λεφτά, και μας δώσουν κι εμάς από τα κάλαντα, θα μου πάρεις, μαμά, κείνο το σιδερόδρομο που σου ‘λεγα;
Ήταν ένας σιδερόδρομος που έπιανε όλη τη βιτρίνα! Τα παιδιά, στα σκολειά, στα διαλείμματα, όλο για το σιδερόδρομο μιλούσαν. Διηγούνταν πώς κάνει γύρους. Πώς ανάβουν και σβήνουν τα ηλεκτρικά του. Πώς έχουν σειρά τα βαγόνια. Ανεβοκατεβαίνει στα βουνά, χωρίς να γκρεμίζεται. Περνάει κι ένα ποτάμι πάνω από μια γέφυρα και ύστερα!... τρυπώνει σ’ ένα τρυπημένο βουνό…και χάνεται!...μα σε λίγο…να σου τον και ξετρυπώνει από την άλλη μεριά της βιτρίνας, και ξαναρχίζει τα ίδια…
- Αυτά τα παιχνίδια είναι ακριβά! Δεν μπορούμε να τα’ αγοράσουμε μεις…
- Άμα πιάσουμε πολλά λεφτά;
- Όσα και να πιάσουμε…δεν μπορούμε.
- Πότε θα μπορέσουμε;
- Άμα έρθει ο μπαμπάς σου.
- Πότε θα ‘ρθει ο μπαμπάς μου;
- Άμα τον αφήσουν οι κακοί ανθρώποι.
- Θα τον αφήσουν πριν από την Πρωτοχρονιά;
- Ναι…ναι…πριν από την Πρωτοχρονιά.
- Κι άμα έρθει, θα μου πάρει το σιδερόδρομο;
- Ναι…ναι…
- Να του το πεις όμως και συ…
- Ναι…ναι…θα του το πω.
Στην οδό Αιόλου κόντεψαν να χαθούν. Ο Πέτρος έψαχνε να βρει το σιδερόδρομο, κι η Αγγελικούλα είδε μια κούκλα, που στεκόταν πίσω από το τζάμι και κουνούσε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά, κι ανοιγόκλεινε τα μάτια της, και σταμάτησε, γιατί ήθελε να τη δει καλά.
- Αν δεν έχετε το νου σας, να το ξέρετε, πως θα χαθούμε. Εγώ θα στέκουμαι εδώ σε τούτη τη γωνιά. Μην ξεμακρύνετε…και να ‘στε πιασμένοι χέρι χέρι…
- Άντε να πάμε να βρούμε το σιδερόδρομο, είπε ο Πέτρος στην Αγγελικούλα, και ύστερα ξαναγυρίζομε.
Μπρος από τη βιτρίνα, που ήταν ο σιδερόδρομος, είχαν μαζευτεί ένα σωρό παιδιά. Κι όλα φώναζαν:
- Κοιτάτε! Τώρα θ’ ανέβει, θα το δείτε, σ’ αυτό το ψηλό βουνό.
- Θα περάσει και το ποτάμι…πάνω από τη γέφυρα…
- Κοίτα το μηχανικό πώς κάνει;
- Τώρα θ’ ανάψει το πράσινο φως και θα σβήσει το κόκκινο.
- Θα μου τον αγοράσει ο μπαμπάς μου, είπε το παιδί ενός καθηγητή, τώρα στις γιορτές, που θα τους δώσουν δυο μισθούς…
- Εγώ θα πω στο νονό μου, είπε ένα αδυνατούλικο, χλομό αγοράκι, να μου τον αγοράσει, που είναι σωφέρης.
- Η θεία μου η μικρή, είπε της μαμάς μου, πως θα βάλουν όλοι τους, ο θείος ο Νικόλας, κι ο θείος μου, που ‘χει το περίπτερο, να μου τον αγοράσουν…, είπε ένα άλλο παιδί.
- Εμάς, ξεθαρρεύτηκε ο Πέτρος, θα μας τον αγοράσει ο μπαμπάς μας…
Τα παιδιά στράφηκαν και πρόσεξαν τα δυο φτωχοντυμένα αδέλφια. Ο Πέτρος φορούσε μαύρο σακάκι μπαλωμένο στους αγκώνες και το γιακά, και στο λαιμό μαύρο κασκόλ, και καφέ γάντια, που βγαίναν όξω τα δυο πρώτα δάχτυλα. Η Αγγελικούλα δε φαινόταν τι φορούσε. Ήταν διπλοτυλιγμένη μέσα σ’ ένα μποξά σκούρο, σφιχτοδεμένο κάτω από τα χέρια, μ’ ένα κορδόνι. Τα παπούτσια τους – αρβυλάκια – ήτανε βουτηγμένα στη λάσπη, καθώς είχαν κάμει πεζή όλο το δρόμο, από του Ζωγράφου ως την οδό Αιόλου.
- Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου;, ρώτησε τον Πέτρο το παιδί του καθηγητή.
- Είναι εξορία, μα θα ‘ρθει πριν από την πρωτοχρονιά.
- Ξέρεις πόσο κάνει ο σιδερόδρομος;, του λέει. Για να μου τον αγοράσει ο μπαμπάς μου, θα δώσει το μισό μισθό, απ’ αυτόν που θα τους δώσουν για τις γιορτές.
Η Αγγελικούλα με τη μαμά και τον Πέτρο πήγαν και την άλλη μέρα στην οδό Αιόλου, και την παράλλη. Ο Πέτρος, κρατώντας την Αγγελικούλα από το χέρι, τραβούσε ίσια για τη βιτρίνα που ήταν ο σιδερόδρομος. Είχε το φόβο μην πάνε καμιά μέρα και βρούνε άδεια τη βιτρίνα. Κ’ ύστερα; Σαν έρθει ο μπαμπάς; Αν είναι πουλημένος ο σιδερόδρομος;
Τα βράδια, άμα χτυπούσε η οξώπορτα της μάντρας, τ’ αδλερφια συνερίζονταν ποιο να προλάβει ν’ ανοίξει πρώτο.
- Πώς θα καταλάβουμε πως είναι ο μπαμπάς μας;
- Από το γέλιο του.
- Εκείνος θα μας γνωρίσει;
- Ναι, ναι...
- Μα αφού δε μας ξέρει;
- Θα σας γνωρίσει από τη φωτογραφία που του στείλαμε.
Μα οι μέρες περνούσαν. Πέρασε και η Πρωτοχρονιά. Κόντευαν τα Φώτα, κι ο μπαμπάς δεν ερχόταν. Ευτυχώς που κι ο σιδερόδρομος δεν είχε φύγει από τη βιτρίνα. Πολλά παιγνιδάκια, που κάνανε συντροφιά στο σιδερόδρομο, χάνονταν μέρα με τη μέρα. Κάτι σερβίτσια του τσαγιού, κάτι επιπλάκια, που στέκαν όρθια από δω κι από κει, μέσα στα κουτιά τους, πουλήθηκαν. Έλειψε κι η αρκούδα, που κοίταζε με τόση προσήλωση τα παιδιά, έφυγε και το αεροπλάνο, που κρεμόταν από ψηλά και, μόλις το κούρντιζαν, έφερνε γύρους. Όμως ο σιδερόδρομος έμενε πάντα στη θέση του. Μόνο πως άμα πέρασε η Πρωτοχρονιά, δεν περπατούσε πια. Είχε σταματήσει ακριβώς πάνω από τη γέφυρα. Και τα φώτα του δεν αναβοσβήνανε. Φαινόταν κι αυτός σα στενοχωρημένος.
- Αν ερχόταν ο μπαμπάς μας από την εξορία, είπε ο Πέτρος, θα μας τον είχε αγοράσει. Κανένας όμως μπαμπάς δεν ήρθε από την εξορία. Δεν τους άφησαν οι κακοί άνθρωποι.
- Εμένα δεν μου τον πήρε ο μπαμπάς, γιατί δεν τους δώσανε τον άλλο μισθό.
- Ο νονός μου, είπε και το αδυνατούλικο αγοράκι, είπε στη μαμά μου πως είναι καλύτερα να μου αγοράσει μια φανέλα, γιατί έχω πλευρίτη. Ξέρεις πώς πονάω, άμα παίρνω ανάσα;
- Η θεία μου η μικρή, κι ο θείος μου ο Νικόλας, κι ο άλλος που ‘χει το περίπτερο, είπε και το άλλο παιδί, μ’ αγόρασαν καλύτερα τούτο το παλτό...γιατί το περσινό μου ήταν λιωμένο, μα και δε με χωρούσε κιόλας.
Κι ο σιδερόδρομος κι αυτός ήταν πολύ στενοχωρημένος. Γιατί αυτός είχε έρθει στον κόσμο, μόνο και μόνο για να δώσει χαρά στα παιδιά, και τώρα αντί χαρά, τους είχε δώσει στενοχώρια.
Για όλους φέτος ήταν πολύ στενόχωρες οι γιορτές.
- Μα του χρόνου, θα δείτε, είπε η μαμά, στα δυο λυπημένα παιδιά της. Όλα θα ‘χουν αλλάξει...θα ‘ χουν φύγει οι κακοί ανθρώποι, κι καλοί μπαμπάδες θα μας έχουν έρθει, θα ‘χουν γεμίσει τα έρημα, τα ορφανεμένα μας τα σπίτια...»
Έλλη Αλεξίου, Προσοχή συνάνθρωποι, Καστανιώτης
Καλά Χριστούγεννα
Ένα «χριστουγεννιάτικο» διήγημα (24 12 2009)
«Η Αγγελικούλα, μόλις άνοιξε τα μάτια της το πρωί, ξαναθυμήθηκε τη χτεσινή κουβέντα της μαμάς τους, ακριβώς όπως τους τα είχε πει αποβραδίς: «…γιορτές και να μη με ζητήσουν μήτε για πλύσιμο…μήτε για άσπρισμα…άλλο πια δεν έχει. Θα πάω να σταθώ στην οδός Αιόλου, να διακονέψω…».
Πάντα της ξενοδούλευε, γιατί ο άντρας της – πλανόδιος ντενεκετζής που ήταν – τι να βγάλει, και πού να φτάσουν, μα τώρα που είχε απομείνει μονάχη, ακόμα χειρότερα. «θα σταθώ στην οδός Αιόλου…και θα σας πάρω και σας. Τα σκολειά κλειστά είναι. Θα χαζέψετε και τον κόσμο…θα δείτε τα πράματα που θα ‘χουν απλωμένα από δω κι από κει…μπορεί να βρεθεί και κανείς χριστιανός να σας δώσει και καμιά δεκάρα…».
- Πότε, μαμά, θα πάμε στην οδός Αιόλου; ρώτησε η Αγγελικούλα.
- Θα λέμε και τα κάλαντα της εξορίας; ρώτησε κι ο Πέτρος τη μαμά του.
- Να τα λέτε.
Κι ο Πέτρος άρχισε να σιγοτραγουδά από κει που ήταν ξαπλωμένος:
Αρχημηνιά-α κι α-αρχή χρο-νιά,
είν’ ο μπαμπάς, χρόνους εννιά
στη μ-στη μαύρην εξορία…
συ ‘σαι αρχό-συ ‘σαι αρχόντισσα κυρία…
- Θ’ αργήσουμε, μαμά, ακόμα;
Η Αγγελικούλα βιαζότανε να φύγουν.
- Εμ τώρα είναι ακόμα πρωί…καλά καλά δεν έφεξε. Θα πάμε άμα σφίξει ο κόσμος.
- Και πότε θα σφίξει ο κόσμος;
- Άμα βγει ο ήλιος.
- Κι αν δε βγει ο ήλιος, δε θα πάμε; ρώτησε ο Πέτρος.
- Τι να κάνουμε από τέτοιαν ώρα; Να ξεπαγιάσουμε άδικα;
- Τα παιχνίδια όμως, ας είναι και πρωί, δεν είναι στα τζάμια; ξανάπε ο Πέτρος. Αν μαζέψεις, μαμά, πολλά λεφτά, και μας δώσουν κι εμάς από τα κάλαντα, θα μου πάρεις, μαμά, κείνο το σιδερόδρομο που σου ‘λεγα;
Ήταν ένας σιδερόδρομος που έπιανε όλη τη βιτρίνα! Τα παιδιά, στα σκολειά, στα διαλείμματα, όλο για το σιδερόδρομο μιλούσαν. Διηγούνταν πώς κάνει γύρους. Πώς ανάβουν και σβήνουν τα ηλεκτρικά του. Πώς έχουν σειρά τα βαγόνια. Ανεβοκατεβαίνει στα βουνά, χωρίς να γκρεμίζεται. Περνάει κι ένα ποτάμι πάνω από μια γέφυρα και ύστερα!... τρυπώνει σ’ ένα τρυπημένο βουνό…και χάνεται!...μα σε λίγο…να σου τον και ξετρυπώνει από την άλλη μεριά της βιτρίνας, και ξαναρχίζει τα ίδια…
- Αυτά τα παιχνίδια είναι ακριβά! Δεν μπορούμε να τα’ αγοράσουμε μεις…
- Άμα πιάσουμε πολλά λεφτά;
- Όσα και να πιάσουμε…δεν μπορούμε.
- Πότε θα μπορέσουμε;
- Άμα έρθει ο μπαμπάς σου.
- Πότε θα ‘ρθει ο μπαμπάς μου;
- Άμα τον αφήσουν οι κακοί ανθρώποι.
- Θα τον αφήσουν πριν από την Πρωτοχρονιά;
- Ναι…ναι…πριν από την Πρωτοχρονιά.
- Κι άμα έρθει, θα μου πάρει το σιδερόδρομο;
- Ναι…ναι…
- Να του το πεις όμως και συ…
- Ναι…ναι…θα του το πω.
Στην οδό Αιόλου κόντεψαν να χαθούν. Ο Πέτρος έψαχνε να βρει το σιδερόδρομο, κι η Αγγελικούλα είδε μια κούκλα, που στεκόταν πίσω από το τζάμι και κουνούσε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά, κι ανοιγόκλεινε τα μάτια της, και σταμάτησε, γιατί ήθελε να τη δει καλά.
- Αν δεν έχετε το νου σας, να το ξέρετε, πως θα χαθούμε. Εγώ θα στέκουμαι εδώ σε τούτη τη γωνιά. Μην ξεμακρύνετε…και να ‘στε πιασμένοι χέρι χέρι…
- Άντε να πάμε να βρούμε το σιδερόδρομο, είπε ο Πέτρος στην Αγγελικούλα, και ύστερα ξαναγυρίζομε.
Μπρος από τη βιτρίνα, που ήταν ο σιδερόδρομος, είχαν μαζευτεί ένα σωρό παιδιά. Κι όλα φώναζαν:
- Κοιτάτε! Τώρα θ’ ανέβει, θα το δείτε, σ’ αυτό το ψηλό βουνό.
- Θα περάσει και το ποτάμι…πάνω από τη γέφυρα…
- Κοίτα το μηχανικό πώς κάνει;
- Τώρα θ’ ανάψει το πράσινο φως και θα σβήσει το κόκκινο.
- Θα μου τον αγοράσει ο μπαμπάς μου, είπε το παιδί ενός καθηγητή, τώρα στις γιορτές, που θα τους δώσουν δυο μισθούς…
- Εγώ θα πω στο νονό μου, είπε ένα αδυνατούλικο, χλομό αγοράκι, να μου τον αγοράσει, που είναι σωφέρης.
- Η θεία μου η μικρή, είπε της μαμάς μου, πως θα βάλουν όλοι τους, ο θείος ο Νικόλας, κι ο θείος μου, που ‘χει το περίπτερο, να μου τον αγοράσουν…, είπε ένα άλλο παιδί.
- Εμάς, ξεθαρρεύτηκε ο Πέτρος, θα μας τον αγοράσει ο μπαμπάς μας…
Τα παιδιά στράφηκαν και πρόσεξαν τα δυο φτωχοντυμένα αδέλφια. Ο Πέτρος φορούσε μαύρο σακάκι μπαλωμένο στους αγκώνες και το γιακά, και στο λαιμό μαύρο κασκόλ, και καφέ γάντια, που βγαίναν όξω τα δυο πρώτα δάχτυλα. Η Αγγελικούλα δε φαινόταν τι φορούσε. Ήταν διπλοτυλιγμένη μέσα σ’ ένα μποξά σκούρο, σφιχτοδεμένο κάτω από τα χέρια, μ’ ένα κορδόνι. Τα παπούτσια τους – αρβυλάκια – ήτανε βουτηγμένα στη λάσπη, καθώς είχαν κάμει πεζή όλο το δρόμο, από του Ζωγράφου ως την οδό Αιόλου.
- Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου;, ρώτησε τον Πέτρο το παιδί του καθηγητή.
- Είναι εξορία, μα θα ‘ρθει πριν από την πρωτοχρονιά.
- Ξέρεις πόσο κάνει ο σιδερόδρομος;, του λέει. Για να μου τον αγοράσει ο μπαμπάς μου, θα δώσει το μισό μισθό, απ’ αυτόν που θα τους δώσουν για τις γιορτές.
Η Αγγελικούλα με τη μαμά και τον Πέτρο πήγαν και την άλλη μέρα στην οδό Αιόλου, και την παράλλη. Ο Πέτρος, κρατώντας την Αγγελικούλα από το χέρι, τραβούσε ίσια για τη βιτρίνα που ήταν ο σιδερόδρομος. Είχε το φόβο μην πάνε καμιά μέρα και βρούνε άδεια τη βιτρίνα. Κ’ ύστερα; Σαν έρθει ο μπαμπάς; Αν είναι πουλημένος ο σιδερόδρομος;
Τα βράδια, άμα χτυπούσε η οξώπορτα της μάντρας, τ’ αδλερφια συνερίζονταν ποιο να προλάβει ν’ ανοίξει πρώτο.
- Πώς θα καταλάβουμε πως είναι ο μπαμπάς μας;
- Από το γέλιο του.
- Εκείνος θα μας γνωρίσει;
- Ναι, ναι...
- Μα αφού δε μας ξέρει;
- Θα σας γνωρίσει από τη φωτογραφία που του στείλαμε.
Μα οι μέρες περνούσαν. Πέρασε και η Πρωτοχρονιά. Κόντευαν τα Φώτα, κι ο μπαμπάς δεν ερχόταν. Ευτυχώς που κι ο σιδερόδρομος δεν είχε φύγει από τη βιτρίνα. Πολλά παιγνιδάκια, που κάνανε συντροφιά στο σιδερόδρομο, χάνονταν μέρα με τη μέρα. Κάτι σερβίτσια του τσαγιού, κάτι επιπλάκια, που στέκαν όρθια από δω κι από κει, μέσα στα κουτιά τους, πουλήθηκαν. Έλειψε κι η αρκούδα, που κοίταζε με τόση προσήλωση τα παιδιά, έφυγε και το αεροπλάνο, που κρεμόταν από ψηλά και, μόλις το κούρντιζαν, έφερνε γύρους. Όμως ο σιδερόδρομος έμενε πάντα στη θέση του. Μόνο πως άμα πέρασε η Πρωτοχρονιά, δεν περπατούσε πια. Είχε σταματήσει ακριβώς πάνω από τη γέφυρα. Και τα φώτα του δεν αναβοσβήνανε. Φαινόταν κι αυτός σα στενοχωρημένος.
- Αν ερχόταν ο μπαμπάς μας από την εξορία, είπε ο Πέτρος, θα μας τον είχε αγοράσει. Κανένας όμως μπαμπάς δεν ήρθε από την εξορία. Δεν τους άφησαν οι κακοί άνθρωποι.
- Εμένα δεν μου τον πήρε ο μπαμπάς, γιατί δεν τους δώσανε τον άλλο μισθό.
- Ο νονός μου, είπε και το αδυνατούλικο αγοράκι, είπε στη μαμά μου πως είναι καλύτερα να μου αγοράσει μια φανέλα, γιατί έχω πλευρίτη. Ξέρεις πώς πονάω, άμα παίρνω ανάσα;
- Η θεία μου η μικρή, κι ο θείος μου ο Νικόλας, κι ο άλλος που ‘χει το περίπτερο, είπε και το άλλο παιδί, μ’ αγόρασαν καλύτερα τούτο το παλτό...γιατί το περσινό μου ήταν λιωμένο, μα και δε με χωρούσε κιόλας.
Κι ο σιδερόδρομος κι αυτός ήταν πολύ στενοχωρημένος. Γιατί αυτός είχε έρθει στον κόσμο, μόνο και μόνο για να δώσει χαρά στα παιδιά, και τώρα αντί χαρά, τους είχε δώσει στενοχώρια.
Για όλους φέτος ήταν πολύ στενόχωρες οι γιορτές.
- Μα του χρόνου, θα δείτε, είπε η μαμά, στα δυο λυπημένα παιδιά της. Όλα θα ‘χουν αλλάξει...θα ‘ χουν φύγει οι κακοί ανθρώποι, κι καλοί μπαμπάδες θα μας έχουν έρθει, θα ‘χουν γεμίσει τα έρημα, τα ορφανεμένα μας τα σπίτια...»
Έλλη Αλεξίου, Προσοχή συνάνθρωποι, Καστανιώτης
Καλά Χριστούγεννα
ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΚΥΒΕΡΝΟΧΩΡΟ (18 12 2009)
«1 Αλληλογραφία. Το παραδοσιακό «γράμμα» διανύει περίοδο παρακμής. Η επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου είναι ταχύτερη και φυσικά φθηνότερη τόσο για τις επαγγελματικές όσο και για τις προσωπικές μας επαφές, με αποτέλεσμα η αλληλογραφία, οι όμορφες επιστολές, οι προσφωνήσεις, οι αποφωνήσεις, να αρχίζουν να μοιάζουν με ξεχασμένη τέχνη. Από την άλλη, εάν τελικά «λάβεις αυτό το γράμμα», σήμερα, η χαρά θα είναι πολλαπλή!
2 Μνήμη. Δεν φτάνει που σταματήσαμε να θυμόμαστε τα τηλέφωνα ακόμα και των πιο κοντινών μας προσώπων (ας όψεται η «μνήμη» του κινητού), σε λίγο δεν θα χρειάζεται να θυμόμαστε τίποτα πέρα απ’ το όνομά μας. Ένα απλό «γκουγκλάρισμα» (όπως είναι στην καθομιλουμένη η χρήση του google) αρκεί για να ανασυρθεί από την κοινή «μνήμη» του πλανήτη οποιαδήποτε πληροφορία, γεγονός, ημερομηνία. Στην εποχή του Ίντερνετ, δεν έχει πια τόση αξία πόσες πληροφορίες ή γνώσεις έχεις αποθηκεύσει στον «σκληρό» του μυαλού σου, αλλά πώς τις χρησιμοποιείς.
3 Νεκρός χρόνος. Αξίζει κανείς να προσπαθήσει να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που πέρασε μια ώρα χαζεύοντας έξω από το παράθυρο ή ξαναδιαβάζοντας ένα αγαπημένο βιβλίο. Εντάξει, μπορεί να είναι υπερβολή. Ισχύει στο ακέραιο, ωστόσο, για τις ώρες που περνάμε στη δουλειά: η γοητεία τού Ίντερνετ είναι τόση που αρχίζουμε να θυσιάζουμε ακόμα και την ώρα του διαλείμματος για φαγητό!
4 Αστικοί μύθοι. Πάει, έγιναν αέρας, όπως ακριβώς τους αξίζει! Μπορεί μια εποχή η ανταλλαγή τρομακτικών ιστοριών να κρατούσε «ζεστή» την παρέα τις νύχτες, σήμερα όμως... απλώς δεν πείθουν κανέναν (ούτε ακόμα τους χαζούληδες μιας παρέας - όλες έχουν από έναν). Το Ίντερνετ έχει κατηγορηθεί ουκ ολίγες φορές για αναξιοπιστία, αλλά έχει αποδειχθεί πολύ πιο αποτελεσματικό στην απομυθοποίηση των διαφόρων ιστοριών συνωμοσίας, παρά στη διαιώνισή τους.
5 Άλμπουμ φωτογραφιών. Εδώ οι τύψεις πρέπει να βαραίνουν τόσο το Ίντερνετ όσο και την ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Η πικρή αλήθεια, όμως, είναι ότι, πράγματι, από τις χιλιάδες φωτογραφίες που βγάζουμε κάθε χρόνο (μην έχοντας να ανησυχούμε ότι «τελειώνει το φιλμ»), ελάχιστες, εάν όχι καμία, βρίσκουν τον δρόμο για τα γνωστά μας άλμπουμ φωτογραφιών. Ένα καλώδιο αρκεί για να «ανεβάσουμε» τις εικόνες μας στο PC κι από εκεί στο Ίντερνετ και σε κάποια γωνιά του facebook ή του Flickr. Δεν είναι τυχαίο ότι τον Ιούνιο που πέρασε η Kodak ανακοίνωσε την απόσυρση του ιστορικού έγχρωμου φιλμ, με 74 χρόνια κυκλοφορίας, Kodachrome.
6 Διακοπές. Ή σωστότερα το δικαίωμα στην άγνοια στις διακοπές. Θυμάστε εκείνη την εποχή που το άνοιγμα της τηλεόρασης μετά τις διακοπές πυροδοτούσε μια σειρά από εκπλήξεις - γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει, ενώ εμείς λείπαμε στο ερημονήσι, επί τούτου απέχοντες από όλους και όλα; Ε, σήμερα, όλο και κάποιο wi-fi θα «παίζει» τριγύρω, όλο και κάποιο iphone θα κυκλοφορεί στην παρέα, γεγονός που κάνει όλο και πιο δύσκολη την αποχή από την ενημέρωση.
7 Ιδιωτικότητα. Τη «σκότωσε» το Ίντερνετ, βοηθήσαμε όμως κι εμείς. Εάν οι εγκέφαλοι του Big Brother (της εκπομπής ριάλιτι) γνώριζαν πόσες προσωπικές πληροφορίες θα μεταδίδαμε οικειοθελώς προς τον έξω κόσμο μέσω των social media (του facebook κυρίως), θα παραιτούνταν πάραυτα. Σήμερα, ξέρουμε τα πάντα για τους πάντες, από το πώς λένε την ξαδέρφη τους και πού πήγαν διακοπές πρόπερσι, μέχρι πότε πήγαν στα μπουζούκια τελευταία φορά - όλα!
8 Συγκέντρωση. Οι παραγωγικοί εργαζόμενοι θα πρέπει να παίρνουν παράσημο, όχι απλά μπόνους! Με όλες αυτές τις «σειρήνες» στην οθόνη του υπολογιστή τους, ένα μόνο κλικ μακριά, είναι πράγματι να απορεί κανείς πώς συγκεντρώνονται για να εργαστούν. Τι να γίνεται στο facebook; Μήπως έχω κανένα νέο «μέιλ»; Τι να συζητούν τώρα στο twitter; Έγραψε ο αγαπημένος μου μπλόγκερ; Ερωτήσεις που κατακλύζουν το μυαλό ανά πεντάλεπτο.
9 Επανασυνδέσεις. Όσους παλιούς συμμαθητές και παλιές αγάπες βρήκαμε βρήκαμε. Οι πιθανότητες να πέσουμε πάνω σε κάποιον που δεν έχουμε ήδη εντοπίσει στο facebook, είναι μηδαμινές (αν δεν έχει προφίλ εκεί, με τι πρόσωπο κυκλοφορεί;), ενώ η συνάντηση με κάποιον που ήδη έχουμε αλληλοσκουντηθεί online κρύβει σαφώς μικρότερη χαρά από αυτή που θα παίρναμε προ Ίντερνετ.
10 Πασιέντζα. Η κανονική και αυτή στο κομπιούτερ (solitaire). Όπως και ο ναρκαλιευτής και τα υπόλοιπα παιχνίδια του PC, που μας κρατούσαν γλυκιά συντροφιά πριν ανακαλυφθεί η εικονική παιχνιδούπολη του Διαδικτύου. Σήμερα πάντως κανονική πασιέντζα ρίχνουν μόνο οι χαρτορίχτρες, ενώ αυτή του υπολογιστή ευδοκιμεί μόνον στις δημόσιες υπηρεσίες.
11 Ευγενική διαφωνία. Οι περισσότεροι κυκλοφορούμε στο Ίντερνετ ανωνύμως ή, το πολύ, ψευδωνύμως. Η διάχυτη αυτή... «απροσωπία» έχει λειτουργήσει μεν απελευθερωτικά για πολλούς, έχει «ξυπνήσει» όμως τα πιο ταπεινά ένστικτα άλλων, κυρίως σε ό, τι αφορά την ανταλλαγή απόψεων, δηλαδή τον ακρογωνιαίο λίθο του Ίντερνετ. Από τα βίντεο του Youtube μέχρι τα μπλογκ και τα σάιτ εφημερίδων, ξεσηκώνουν θύελλα σχολίων και διαφωνιών, που συχνά ξεφεύγουν από τα όρια της ευπρέπειας. Αυτό που σε μια παρέα θα γινόταν αντικείμενο γόνιμης συζήτησης, στο Διαδίκτυο γίνεται αιτία να ξεσπάσουν... ανένδοτοι πόλεμοι.
12 Ακρόαση ενός δίσκου. Συγκεκριμένα, η ακρόαση ενός άλμπουμ από την αρχή έως το τέλος. Εδώ οι απόψεις διίστανται. Από τη μία, θεωρείται κατάκτηση το γεγονός ότι δεν χρειάζεται πια το κοινό να «υπομένει» 8 μέτρια κομμάτια, προκειμένου να ακούσει τα δύο που αξίζουν. Από την άλλη, όμως, θεωρείται αμφίβολο εάν άλμπουμ-αριστουργήματα, όπως για παράδειγμα το OK Computer των Radiohead, θα έβρισκαν την ανταπόκριση που τους άξιζε στη σημερινή εποχή.
13 Δισκάδικα. Αντίστοιχη τύχη επεφύλασσε το Ίντερνετ και στα πάλαι ποτέ «πιο αγαπημένα μας μέρη στον κόσμο», τα δισκάδικα-CDάδικα της γειτονιάς. Στην εποχή του «δωρεάν» και του τέλους του copyright, οι περισσότεροι θεωρούν απαρχαιωμένη συνήθεια την αγορά ενός δίσκου μουσικής στην τιμή των 20 ευρώ, απλά και μόνο για την έξτρα πλαστική θήκη.
14 Υπόληψη. Πρέπει να μην υπάρχει κάτι πιο εύκολο να «χάσεις» τη σήμερον ημέραν από αυτήν... Τόσο που αξίζουν πολλά μπράβο σε όσους αποφασίζουν να εισέλθουν στην πολιτική, γνωρίζοντας (ελπίζουμε!) πόσο εύκολο είναι να τσαλακωθεί η φήμη τους με το πρώτο στραβοπάτημα. Αυτό που κάποτε μπορούσε να περάσει απαρατήρητο, ένα σαρδάμ, μία ατυχής έκφραση ή κίνηση, θα αναπαράγεται online στον αιώνα τον άπαντα, είτε σε βίντεο (στη χειρότερη περίπτωση) είτε σε μορφή σχολίου. Scripta manent και με bits και bytes.
15 Καλή πίστη. Χάθηκε μαζί με τα άλλα ρομαντικά «έθιμα» του παρελθόντος. Γνωρίζεις έναν γοητευτικό κύριο; Για καλό και για κακό τον «γκουγκλάρεις» (βλ. παραπάνω) για να μάθεις περισσότερα. Τον ψάχνεις και στο facebook για λεπτομέρειες. Στην πιο σοβαρή πλευρά του ζητήματος, το Ίντερνετ μας έκανε επιφυλακτικούς για τα πάντα. Κάθε ιστορία που ακούμε, κάθε φήμη ή πληροφορία που φτάνει στα αυτιά μας, περνά πρώτα από το κόσκινο του Διαδικτύου. Για καλό και για κακό.»
Εφημερίδα Καθημερινή 17/10/2009
«1 Αλληλογραφία. Το παραδοσιακό «γράμμα» διανύει περίοδο παρακμής. Η επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου είναι ταχύτερη και φυσικά φθηνότερη τόσο για τις επαγγελματικές όσο και για τις προσωπικές μας επαφές, με αποτέλεσμα η αλληλογραφία, οι όμορφες επιστολές, οι προσφωνήσεις, οι αποφωνήσεις, να αρχίζουν να μοιάζουν με ξεχασμένη τέχνη. Από την άλλη, εάν τελικά «λάβεις αυτό το γράμμα», σήμερα, η χαρά θα είναι πολλαπλή!
2 Μνήμη. Δεν φτάνει που σταματήσαμε να θυμόμαστε τα τηλέφωνα ακόμα και των πιο κοντινών μας προσώπων (ας όψεται η «μνήμη» του κινητού), σε λίγο δεν θα χρειάζεται να θυμόμαστε τίποτα πέρα απ’ το όνομά μας. Ένα απλό «γκουγκλάρισμα» (όπως είναι στην καθομιλουμένη η χρήση του google) αρκεί για να ανασυρθεί από την κοινή «μνήμη» του πλανήτη οποιαδήποτε πληροφορία, γεγονός, ημερομηνία. Στην εποχή του Ίντερνετ, δεν έχει πια τόση αξία πόσες πληροφορίες ή γνώσεις έχεις αποθηκεύσει στον «σκληρό» του μυαλού σου, αλλά πώς τις χρησιμοποιείς.
3 Νεκρός χρόνος. Αξίζει κανείς να προσπαθήσει να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που πέρασε μια ώρα χαζεύοντας έξω από το παράθυρο ή ξαναδιαβάζοντας ένα αγαπημένο βιβλίο. Εντάξει, μπορεί να είναι υπερβολή. Ισχύει στο ακέραιο, ωστόσο, για τις ώρες που περνάμε στη δουλειά: η γοητεία τού Ίντερνετ είναι τόση που αρχίζουμε να θυσιάζουμε ακόμα και την ώρα του διαλείμματος για φαγητό!
4 Αστικοί μύθοι. Πάει, έγιναν αέρας, όπως ακριβώς τους αξίζει! Μπορεί μια εποχή η ανταλλαγή τρομακτικών ιστοριών να κρατούσε «ζεστή» την παρέα τις νύχτες, σήμερα όμως... απλώς δεν πείθουν κανέναν (ούτε ακόμα τους χαζούληδες μιας παρέας - όλες έχουν από έναν). Το Ίντερνετ έχει κατηγορηθεί ουκ ολίγες φορές για αναξιοπιστία, αλλά έχει αποδειχθεί πολύ πιο αποτελεσματικό στην απομυθοποίηση των διαφόρων ιστοριών συνωμοσίας, παρά στη διαιώνισή τους.
5 Άλμπουμ φωτογραφιών. Εδώ οι τύψεις πρέπει να βαραίνουν τόσο το Ίντερνετ όσο και την ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Η πικρή αλήθεια, όμως, είναι ότι, πράγματι, από τις χιλιάδες φωτογραφίες που βγάζουμε κάθε χρόνο (μην έχοντας να ανησυχούμε ότι «τελειώνει το φιλμ»), ελάχιστες, εάν όχι καμία, βρίσκουν τον δρόμο για τα γνωστά μας άλμπουμ φωτογραφιών. Ένα καλώδιο αρκεί για να «ανεβάσουμε» τις εικόνες μας στο PC κι από εκεί στο Ίντερνετ και σε κάποια γωνιά του facebook ή του Flickr. Δεν είναι τυχαίο ότι τον Ιούνιο που πέρασε η Kodak ανακοίνωσε την απόσυρση του ιστορικού έγχρωμου φιλμ, με 74 χρόνια κυκλοφορίας, Kodachrome.
6 Διακοπές. Ή σωστότερα το δικαίωμα στην άγνοια στις διακοπές. Θυμάστε εκείνη την εποχή που το άνοιγμα της τηλεόρασης μετά τις διακοπές πυροδοτούσε μια σειρά από εκπλήξεις - γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει, ενώ εμείς λείπαμε στο ερημονήσι, επί τούτου απέχοντες από όλους και όλα; Ε, σήμερα, όλο και κάποιο wi-fi θα «παίζει» τριγύρω, όλο και κάποιο iphone θα κυκλοφορεί στην παρέα, γεγονός που κάνει όλο και πιο δύσκολη την αποχή από την ενημέρωση.
7 Ιδιωτικότητα. Τη «σκότωσε» το Ίντερνετ, βοηθήσαμε όμως κι εμείς. Εάν οι εγκέφαλοι του Big Brother (της εκπομπής ριάλιτι) γνώριζαν πόσες προσωπικές πληροφορίες θα μεταδίδαμε οικειοθελώς προς τον έξω κόσμο μέσω των social media (του facebook κυρίως), θα παραιτούνταν πάραυτα. Σήμερα, ξέρουμε τα πάντα για τους πάντες, από το πώς λένε την ξαδέρφη τους και πού πήγαν διακοπές πρόπερσι, μέχρι πότε πήγαν στα μπουζούκια τελευταία φορά - όλα!
8 Συγκέντρωση. Οι παραγωγικοί εργαζόμενοι θα πρέπει να παίρνουν παράσημο, όχι απλά μπόνους! Με όλες αυτές τις «σειρήνες» στην οθόνη του υπολογιστή τους, ένα μόνο κλικ μακριά, είναι πράγματι να απορεί κανείς πώς συγκεντρώνονται για να εργαστούν. Τι να γίνεται στο facebook; Μήπως έχω κανένα νέο «μέιλ»; Τι να συζητούν τώρα στο twitter; Έγραψε ο αγαπημένος μου μπλόγκερ; Ερωτήσεις που κατακλύζουν το μυαλό ανά πεντάλεπτο.
9 Επανασυνδέσεις. Όσους παλιούς συμμαθητές και παλιές αγάπες βρήκαμε βρήκαμε. Οι πιθανότητες να πέσουμε πάνω σε κάποιον που δεν έχουμε ήδη εντοπίσει στο facebook, είναι μηδαμινές (αν δεν έχει προφίλ εκεί, με τι πρόσωπο κυκλοφορεί;), ενώ η συνάντηση με κάποιον που ήδη έχουμε αλληλοσκουντηθεί online κρύβει σαφώς μικρότερη χαρά από αυτή που θα παίρναμε προ Ίντερνετ.
10 Πασιέντζα. Η κανονική και αυτή στο κομπιούτερ (solitaire). Όπως και ο ναρκαλιευτής και τα υπόλοιπα παιχνίδια του PC, που μας κρατούσαν γλυκιά συντροφιά πριν ανακαλυφθεί η εικονική παιχνιδούπολη του Διαδικτύου. Σήμερα πάντως κανονική πασιέντζα ρίχνουν μόνο οι χαρτορίχτρες, ενώ αυτή του υπολογιστή ευδοκιμεί μόνον στις δημόσιες υπηρεσίες.
11 Ευγενική διαφωνία. Οι περισσότεροι κυκλοφορούμε στο Ίντερνετ ανωνύμως ή, το πολύ, ψευδωνύμως. Η διάχυτη αυτή... «απροσωπία» έχει λειτουργήσει μεν απελευθερωτικά για πολλούς, έχει «ξυπνήσει» όμως τα πιο ταπεινά ένστικτα άλλων, κυρίως σε ό, τι αφορά την ανταλλαγή απόψεων, δηλαδή τον ακρογωνιαίο λίθο του Ίντερνετ. Από τα βίντεο του Youtube μέχρι τα μπλογκ και τα σάιτ εφημερίδων, ξεσηκώνουν θύελλα σχολίων και διαφωνιών, που συχνά ξεφεύγουν από τα όρια της ευπρέπειας. Αυτό που σε μια παρέα θα γινόταν αντικείμενο γόνιμης συζήτησης, στο Διαδίκτυο γίνεται αιτία να ξεσπάσουν... ανένδοτοι πόλεμοι.
12 Ακρόαση ενός δίσκου. Συγκεκριμένα, η ακρόαση ενός άλμπουμ από την αρχή έως το τέλος. Εδώ οι απόψεις διίστανται. Από τη μία, θεωρείται κατάκτηση το γεγονός ότι δεν χρειάζεται πια το κοινό να «υπομένει» 8 μέτρια κομμάτια, προκειμένου να ακούσει τα δύο που αξίζουν. Από την άλλη, όμως, θεωρείται αμφίβολο εάν άλμπουμ-αριστουργήματα, όπως για παράδειγμα το OK Computer των Radiohead, θα έβρισκαν την ανταπόκριση που τους άξιζε στη σημερινή εποχή.
13 Δισκάδικα. Αντίστοιχη τύχη επεφύλασσε το Ίντερνετ και στα πάλαι ποτέ «πιο αγαπημένα μας μέρη στον κόσμο», τα δισκάδικα-CDάδικα της γειτονιάς. Στην εποχή του «δωρεάν» και του τέλους του copyright, οι περισσότεροι θεωρούν απαρχαιωμένη συνήθεια την αγορά ενός δίσκου μουσικής στην τιμή των 20 ευρώ, απλά και μόνο για την έξτρα πλαστική θήκη.
14 Υπόληψη. Πρέπει να μην υπάρχει κάτι πιο εύκολο να «χάσεις» τη σήμερον ημέραν από αυτήν... Τόσο που αξίζουν πολλά μπράβο σε όσους αποφασίζουν να εισέλθουν στην πολιτική, γνωρίζοντας (ελπίζουμε!) πόσο εύκολο είναι να τσαλακωθεί η φήμη τους με το πρώτο στραβοπάτημα. Αυτό που κάποτε μπορούσε να περάσει απαρατήρητο, ένα σαρδάμ, μία ατυχής έκφραση ή κίνηση, θα αναπαράγεται online στον αιώνα τον άπαντα, είτε σε βίντεο (στη χειρότερη περίπτωση) είτε σε μορφή σχολίου. Scripta manent και με bits και bytes.
15 Καλή πίστη. Χάθηκε μαζί με τα άλλα ρομαντικά «έθιμα» του παρελθόντος. Γνωρίζεις έναν γοητευτικό κύριο; Για καλό και για κακό τον «γκουγκλάρεις» (βλ. παραπάνω) για να μάθεις περισσότερα. Τον ψάχνεις και στο facebook για λεπτομέρειες. Στην πιο σοβαρή πλευρά του ζητήματος, το Ίντερνετ μας έκανε επιφυλακτικούς για τα πάντα. Κάθε ιστορία που ακούμε, κάθε φήμη ή πληροφορία που φτάνει στα αυτιά μας, περνά πρώτα από το κόσκινο του Διαδικτύου. Για καλό και για κακό.»
Εφημερίδα Καθημερινή 17/10/2009
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)