Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 3ο)

ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 3ο (Συνέχεια από το 2ο μέρος)




"Οι ποικιλμοί και οι αναπαλμοί της ομιλίας, κυρίως των γυναικών, αγαλλίαζαν την ακοή και την ψυχή. Η εκφορά και η ουσία ταίριασαν ίσως ιδανικά σ’ ένα ευφρόσυνο αμάλγαμα.
Όταν μιλούσαν εκείνες οι γυναίκες, νόμιζες ότι κάποιος ουράνιος υποβολέας τους ψιθυρίζει τα λόγια. Ότι κάποιος ευφάνταστος μουσικός κινεί τις άπειρες χορδές των αντιστοιχιών ζωής και γλώσσας. Ξεπηδούσαν ακάλεστες οι λέξεις και έσκαγαν σαν λουλουδένια μπουμπούκια στους αιθέρες καθαρίζοντας πάλι και πάλι την ψυχή και τον νου. Γλώσσα και ζωή ζυμώθηκαν αξεδιάλυτα, με μαγιά την έκπληξη, την λύπη, την χαρά.
Το σμίλεμα των αιώνων απέδωσε ένα πλήρες ψυχαγωγικό γλωσσικό σώμα που υπερέβαινε κατά πολύ τις πρακτικές ανάγκες. Με τη σειρά της η γλώσσα οδηγούσε τον νου τους προς την λογική, την καρδιά τους προς την φιλοκαλία και, το σπουδαιότερο ίσως, ζύμωνε την ψυχή τους κάνοντάς την ελεήμονη.
Οδηγούσε η γλώσσα σ’ ένα ηθικό στερέωμα – ασκίαχτο απ’ τα σκοτάδια της χαιρεκακίας – και δημιουργούσε συνεχώς στο χωριό δακρυρόεσσα φιλαλληλία. Κοντά στην χαλαρή εγγύτητα της πολυμελούς οικογένειας υπήρχε η εγγύτητα του χωριού. Ούτε απάνθρωπος ήταν ο πόνος του πένθους εντός της οικογένειας, ούτε υπήρχε αδιαφορία στο χωριανικό κακό.
Με τη σειρά της η βαθύριζη αυτή ευσπλαχνία έτρεφφε νέους γλωσσικούς ανθούς. Εντούτοις όπως ήπια ήταν η εμπλοκή τους με τη φύση, ήταν επίσης ήπια η όσμωσις γλώσσας και συναισθημάτων. Πάλι δεν ξεπερνούσε η ατομική φαντασία το χωριανικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα να εκλείπουν οι εσωτερικοί οδυρμοί.
Αλλά το πόσο ευρύχωρο και υψηλότατο ήταν αυτό το πλαίσιο το καταδεικνύει το τραγούδι τους. Αυτή η απαράμιλλη μελωδική λογοτεχνία. Ριζωμένο σε σπάνιους χυμούς της γλώσσας και σοφά κεντημένο με μεταφορικό λόγο, ταξίδευε στον χρόνο συμπυκνωμένη ψυχική εμπειρία, υψηλή αισθητική και βαθιά κοινωνική γνώση. Και μάλιστα, ως σύμπλοκο φαινόμενο. Στίχου, τραγουδιού και χορού. Πλοκαριά, για να θυμηθώ μια ωραία λέξη του χωριού μου. Το δείχνει επίσης ο αποσταγμένος παροιμιακός τους λόγος. Ρακή ματαβγαλμένη κατά την έκφρασή τους.
Είχε τρομερό κύρος η συμπαράστασή τους στους πονεμένους, γιατί ήταν αληθινή και πάσχουσα.
Θυμόμουν την υπέργηρη μάνα μου να παίρνει αμέσως τηλέφωνο συμπαραστάσεως όταν μάθαινε κανένα κακό. Το καλό το ‘χει ο καθένας μοναχός του, έλεγε, το κακό μοιράζεται. Δυστυχώς ο κατακερματισμένος πλέον χωριανικός της κόσμος της εμπόδιζε την φυσική παρουσία.
Αδερφούλα μου, πήρα να μάθω τα μαύρο χαμπέρια σας, άρχιζε, και ένιωθα πως στην άλλη άκρη της γραμμής – πολλές φορές στα πέρατα του κόσμου – τα λόγια της  και κυρίως τα δάκρυα έπεφταν σαν βάλσαμο.
Ή άλλες φορές ερωτούσε λεπτομέρειες ανήκουστες για τη διακριτικότητα του ατομιστή της πόλης και ένιωθα τους ερωτώμενους να της απαντούν με ανακούφιση και δια μακρών. Ε μωρ’ αδερφούλα, έρθαν όλα μαζεμένα. Άντα κινάει ένα, κινάνε όλα.
Ήταν απροσμέτρητη η ευγνωμοσύνη του συμπονούμενου προς τον συμπάσχοντα. Είχε, είχαν, την παρρησία της συμπόνιας.
Αλλά και το καλό τους το έλεγαν ανεπιφύλακτα – όχι βέβαια αδιακρίτως – γιατί ένιωθαν την ευχαρίστηση εκείνου που το άκουγε.
Να σου πω ένα χαρίλι αδερφούλα, έλεγαν για έναν αρραβώνα, για μία γέννηση – απόχτηση καθώς έλεγαν – για ένα τελέσφορο προξενιό.
Επίσης περιβεβλημένη με υψηλό γλωσσικό κύρος ήταν η αλήθεια τους για το επέκεινα, με αποτέλεσμα – από έναν ακόμα δρόμο – την παραδοχή του θανάτου.
Ιδίως οι στιγμές της οδύνης και του πένθους στις γυναίκες είχαν ανυψωθεί σε μια ιερή συνομιλία του χώματος και του ουρανού.
Καλό ταξίδι μωρ’ γιαδερφούλα μου, σ’ αυτόν τον δρόμο τον αγύριστο. Σήκου να χαιρετήσεις τα παιδάκια σου και τις αδερφούλες σου. Θα καϊτερούν πολλοί εκεί. Να πας να βρεις τον Χρήστο μου και άμα δεν τον βρεις εσύ, θα ‘ρθει να σε βρει αυτός και να του πεις καλά λόγια.
Κι επειδή καθένας είχε τη γλογκιά του καθώς έλεγαν, σε καθέναν που έμπαινε στη νεκρική κάμαρη, αρχίνιζαν.
Έρθε και η μαύρο Θυμίγια. Θα βρεις εκεί μια νιούτσικη, θα βρεις την μαύρο Αρετή της. Να της δώκεις χαιρετίσματα.
Ανασήκωναν δε και φωτογράφιζαν το φέρετρο εν μέσω των συγγενών και των χωριανών για τους μετανάστες της Αμερικής και της Αυστράλιας.
Η σπορά και ο θέρος, η γέννα και ο θάνατος των οικείων ζώων τους μπόλιαζαν αυτήν την γλώσσα με την κραταιά γνώση ότι όλα πεθαίνουν και όλα αναγεννώνται. Έπεφταν ολόσωμα και ολόψυχα στην καρδιά του πένθους, πλάι στον νεκρό και ίσως γι’ αυτό απ’ την άλλη μέρα κιόλας αχνόφεγγε μια χαραμάδα φωτός. Ήξεραν να πενθούν γι΄ αυτό και ήξεραν και να χαίρονται, ήξεραν να μοιρολογούν γι’ αυτό και τραγουδούσαν.
Στις μεγαλουπόλεις ο θάνατος είναι επίσης κοντά – όπως πάντα – αλλά ταυτόχρονα τοποθετημένος πολύ μακριά, σχεδόν ανύπαρκτος. Ο νεκρός απομακρύνεται με σπουδή, και μια φαιδρή λεπτότητα, ένας γελοίος καθωσπρεπισμός απαγορεύει τον θρήνο. Συνεπίκουρος στην εμπόδιση της εξωτερίκευσης του πένθους, ο γιατρός με τα παυσίλυπα χάπια.
Έχει ασκηθεί το άτομο των μεγαλουπόλεων να καταπίνει, εκτός απ’ το κορυφαίο του πένθος, όλα τα θεωρούμενα αρνητικά συναισθήματα όπως της οργής, της στενοχώριας, της πικρίας, αναστέλλοντας και παρακάμπτοντας την βιωματική διαδικασία του χωριανικού ανθρώπου, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της ψυχής. Το λευκό πένθος του ατόμου που δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να φαίνεται αδύναμο. Κατά ευρεία ερμηνεία μπορούμε εδώ να πούμε την παροιμία σήμερα θάφτουμε και αύριο κλαίμε".

Συνεχίζεται...

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ (Μέρος 2ο)

ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 2ο (Συνέχεια από το 1ο μέρος)


"Αλλά και η γλώσσα τους έμοιαζε να είναι χειροποίητη. Πηγή της αέναη, η θαλερή ανθρωποφύση. Τροφοδότης της τα φεύγοντα σύννεφα του φθινοπώρου, το σμίξιμο του ανέμου με τις χελιδρονιές, τα κοτσύφια της λακκιάς, το βουητό της μέλισσας, το βλασταροντυμένο ρυάκι, η ησυχία και η μουσική της θερινής νύχτας, το δέος του χιονισμένου βοριά.
Ανταπόδοση σ’ αυτήν την μυστηριακή συμφωνία ήσαν οι φωνούλες των γυναικών που έμοιαζαν να βγαίνουν από ψιλόηχες ασημένιες καμπανούλες.
Η ευχαρίστησή τους ήταν κυρίως αυτή που αντλούσαν απ’ τους συγχωριανούς τους και πρωτίστως απ’ τον γλωσσικό τους τρόπο. Δεν είχαν ένδοξες ημέρες να θυμούνται παρά τις διηγήσεις των νεκρών τους, ούτε σπουδαία πράγματα να αναμένουν. Δεν ήθελαν την οριζόντια εξάπλωση, τους έφτανε η δική τους ρίζα.
Αλλά όσο μπορούσε να μετρηθεί η έκταση κάθε επιφάνειας του χωριού – μέχρι τα φύλλα, μέχρι τα λιθάρια και τις μερμηγκοφωλιές, μέχρι τα ξεραμένα γκασέλια – άλλο τόσο μπορούσαν να μετρηθούν οι δεξιότητες και οι εκφράσεις των χεριών και της γλώσσας.
Το χωριό ήταν σαν φυσικό θέατρο. Εναλλάσσονταν οι άνθρωποι ολημερίς απ’ τη σκηνή στην ράμπα. Τα βλέμματα καθημερινώς λάξευαν τις συμπεριφορές με γνώμονα το υπέρτερο, δοκιμασμένο στους αιώνες χωριανικό βλέμμα.
Τέτοιο ήταν το βάθος των σχέσεων με τους χωριανούς και τους κοντοχωριανούς, που κάθε άνθρωπος είχε ως παρανόμι το όνομα ενός άλλου ανθρώπου που μια ηθική ιδιότητά του προσιδίαζε προς αυτόν. Επί παραδείγματι οι αδερφές της μάνας μου ήταν η Πήγια και Γκόζιο, η Λίκα και Μπακούλο, η Σοφιά – Γκαμπότσιο, η Όλγα – Κώστα Φώτος, η Λένη – Νικόλα Κώτσιαινα. Και βέβαια ήταν για κακές ιδιότητες συνήθως που εδίδετο το παρανόμι, φαντάζομαι για λόγους παιδευτικούς.
Ας πούμε για την Λένη μόνον. Η Νικόλα Κώτσιαινα  ήταν πολύ εργατική και έχανε το μέτρο. Μια φορά που έσπαιρε στάρι στο βουνόπλο, κάθισε λιγάκι να φάει μια χαψιά ψωμί. Μόλις απόφαγε, ίσια το μετάνιωσε και είπε. Ούι η μαύρη να μου ‘χε γένει σκασμός, να μου ‘χε γένει. Αν δεν είχα κάτσει, θα τον έβγαζα τούτον τον έργον στην κορφή.
Τόσο εργατική ήταν και η Λένη. Μάλιστα όταν τα γεράματα της αφαίρεσαν δυνάμεις, την έβλεπες πάλι στους κήπους της να σκαλίζει καθισμένη σ’ ένα σκαμνί.
Το θετικό παρανόμι ήταν σπάνιο και αποτελούσε μεγάλη τιμή. Έπρεπε εκδήλως να ξεχωρίζουν τόσο ο τιμώμενος όσο και ο παραδειγματικός. Πάντως το καλό όνομα – καλό ‘κουσμα όπως έλεγαν – ήταν η ύψιστη τιμή και επιδίωξις του χωριανικού ανθρώπου.
Κέντρο της ζωής τους ήταν ο συγχωριανός και ο κοντοχωριανός τους. Ήταν αξιοθαύμαστη η γνώση τους του συγγενικού δέντρου – και των πιο νωπών βλασταριών – κάθε ανθρώπου. Ήταν ευρύχωρη και αστόμωτη ακόμα η μνήμη τους και είχε καλόν χώρο για τα ουσιώδη της ζωής.
Κάποιο καλοκαίρι ήρθε ένας γέροντας στο σπίτι μας στην Ηγουμενίτσα και γύρευε τη μάνα μου. Ποιος είσαι; του λέει. Ο Σωτήρη Ζντρίνης, της λέει αυτός. Ξάδερφος της μάνας μου, όλη του τη ζωή μετανάστης στην Αυστραλία. Ούι μωρ’ αδερφούλη μου, έβαλε τα γουργιατά η μάνα μου. Αναρωτιέμαι εδώ – κατά κάποιο τρόπο εκτός κειμένου – μήπως άξιζε αυτή η πολύχρονη απουσία για τις λίγες φωτοστεφανωμένες στιγμές του ανταμώματος.
Ήταν εποχές που ο ξάδερφος ήταν και αδερφός, η αδερφή και μάνα, ο αδερφός και πατέρας. Οι φίλοι σταυραδέρφια με αίμα απ’ την παλάμη, ευλογημένα από τον παπά σε τελετή. Σταυρομανάδες, μότραιμες, ζόνιες, σταυροθυγατέρες, αδερφοξάδερφα, μαλέκες, μπαρμπάδες, όλο το χωριό, όλα τα κοντοχώρια, ένα σφιχτοδεμένο, ανθηρό σώμα. Η πρώτη κουβέντα γνωριμίας ήταν για την καταγωγή. Πούθ’ είσαι, ποιόνου είσαι και τι φαμίλια έχεις. Ίσως ασύνειδα υπάκουαν στο κύριο ζητούμενο του ανθρωπίνου είδους.
Ως αστείο λέγεται στον τόπο μου το εξής. Ένας γέροντας ρώτησε έναν Κινέζο – απ’ τους πολλούς που έχουν μαγαζί στην Ηγουμενίτσα – από πού κατάγεται. Πούθ’ είσαι; Απ’ το Πεκίνο, του λέει εκείνος. Ποιάνου είσαι απ’ το Πεκίνο; του λέει ο γέροντας".

Συνεχίζεται...

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Η ΠΑΡΡΗΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ

ΤΟ Γ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ "ΣΑΝ ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟ ΝΕΡΟ"
ΜΕΡΟΣ 1ο

Γενικά δε μ' αρέσει να εκθειάζω το παρελθόν. Με ενδιαφέρει κυρίως ιστορικά - λαογραφικά ή και πολιτισμικά. Έτσι, μπορεί να γοητεύει σε κάποια παράμετρό του ή αντίστοιχα να απογοητεύει σε καποια άλλη. Δεν υπάρχει το ιδανικό έτσι γενικά και αόριστα: το απόλυτο καλό έχει να κάνει με το παρελθόν, ενώ στις μέρες μας όλα έχουν εκφυλιστεί: οι άνθρωποι, η γλώσσα, οι τρόποι, οι σχέσεις κλπ. Θεωρώ ότι όλα είναι σχετικά, αν και κατανοώ την ανάγκη των μεγαλύτερων να στρέφονται στα χρόνια των νειάτων τους: ήταν τα καλύτερα χρόνια τους (και είναι για όλους μας)! Η στροφή στην παιδική και εφηβική ηλικία του καθενός ως διαδικασία συντήρησης (εξ ου και άκρως συντηρητική) και η λογική εξιδανίκευση δημιουργεί πολλά εξιδανικευμένα παρελ
θόντα (αν μπορώ να το πω): ένα για κάθε γενιά. Θέλω λοιπόν να βλέπω το παρελθόν καθαρά, όπως και το παρόν, και να προκρίνω τα στοιχεία που μετά λόγου γνώσεως έχουν μια κάποια αξία για έναν σύγχρονο.
Όταν όμως γράφει για το παρελθόν ο Σωτήρης Δημητρίου και ζωντανεύει με την πένα του τον πολιτισμό του παρελθόντος στα ηπειρώτικα χωριά της Μουργκάνας, στα ελληνοαλβανικά σύνορα, τότε σωπαίνεις και παρακολουθείς ευλαβικά τη ζωντάνια της γλώσσας και την βαθύτητα των σκέψεων:

"Είδα το χωριό μου και τα συκαρμαθιασμένα γειτονικά χωριά, πριν ακόμα περιχαρακωθούν στο κράτος, και θαύμασα τον σφριγηλό πολιτισμό τους. Τα πιο πολλά πράγματα - με δυσκολία βέβαια - τα έφτιαχναν μόνοι τους. Αλλά αυτή η δυσκολία τούς έμαθε να ξεχωρίζουν το σημαντικό και το απαραίτητο και ενστάλαζε στα αντικείμενα αφοσιωμένον χρόνο.
Στα οικιακά σκεύη αλλά και στις λαμπρές φορεσιές τους ήταν έκδηλη η καλαισθησία, που δε γινόταν ποτέ φανταχτερή και ξεχωριστή γιατί την ισορροπούσε η παράλληλη χρηστικότης.
Τον τρόπο και τα υλικά τον έμαθαν και τους τα πρόσφερε η φύση. όπως μου είχε πει χαρακτηριστικά η μάνα μου, έκαναν ως και το ξύλο μαλλί. Το λινάρι με το μαγγάνι και τα σπαρτίκοβα ρούχα απ' τον σπάρτο. Στέργιες κλωστές αθάνατες, με κρουστά χρώματα.
Ο γείκος με τα σκεπάσματα της νεαρής γυναίκας ήταν σαν τον επιτάφιο - καθώς άκουσα - απ' την χρωματική πανδαισία. Γεράνιο, πορτοκαλί, κίτερο, λούτζινο, τριανταφυλλί, χρυσαφί, όλα τα χρώματα φτιαγμένα με τα χεράκια τους. Την κορυφή του δε την στόλιζαν κεντήματα. Ασπροκέντι, καθώς τα έλεγαν.
Αυτές τις ευγενείς χειροτεχνίες - διότι περί αυτού επρόκειτο - τις έκαναν αλληλοβοηθούμενοι από σπίτι σε σπίτι στα νυχτέρια με τις λάμπες, ή κάτω απ' τα αστέρια του ουρανού, αν ήταν θέρος. Έφευγαν, στο ξεφλούδισμα του σπάρτου, τα γέλια και τα τραγούδια τους ν' ανταμώσουν τα μυριάδες αστέρια του χαμηλού ουρανού.
Επίσης η ατομική φαντασία τους εκινείτο στα όρια της συλλογικής φαντασίας. Έτσι, το κάθε χρηστικό έργο τέχνης ήταν και δεν ήταν αναμενόμενο. Δεν ένιωθαν την ανάγκη της συνεχούς εκπλήξεως. Ή μάλλον οι πολύ μικρές εκπλήξεις ήταν οι κρίκοι στις αργλες διαδοχές των καιρών. Συνεπώς και οι αφομοιώσεις τους ήταν φυσικές. Γενεές επί γενεών γεννιόντουσαν, μεγάλωναν και πέθαιναν με το ίδιο καζάνι, με το ίδιο βεργί, με το ίδιο μπρίκι.
Έτσι η σχέση τους με τη φύση ήταν ισοβαρής. Οι μορφές που της αποσπούσαν ήταν οι απολύτως απαραίτητες. η φύση τούς αποζημίωνε εμμέσως, εξ αυτής της συμπεριφοράς, γιατί είχαν ελάχιστες μέριμνες. Δεν έσπαγαν το κεφάλι τους κατά το κοινώς λεγόμενο. Αυτά τα πράγματα με την πολύχρονη χρηστική συμβίωση αγάλια-αγάλια γινόντουσαν ανθρωποπράγματα.
Η συνύπ;αρξή τους με το φυσικό τους περιβάλλον ήταν αρμονική. Δρόμος ήταν το μονοπάτι που άνοιγαν τα πόδια τους ή τα πόδια των ζώων τους στους αιώνες. Έναν τόπο στο χωριό μου τον έλεγαν Μάνα Κουτσουπιά γιατί έκαν πολύ καρπό. Στάρια και καλαμπόκια. Στους δε χορούς τους αλαφροπατούσαν με συστολή τη γη. Στρωτά, καθώς έλεγαν.
Τα σπίτια τους παιγνιωδώς ενταγμένα στην φύση - με υλικά παρμένα απ' τον περίγυρο - δεν την επισκίαζαν. Εκτός ίσως απ' το γαλάζιο - γεράνιο ή σαξ το έλεγαν - και το άσπρο χρώμα στα παραθύρια. Αλλά για πολύ λίγο, γιατί αμέσως το βλέμμα τους πήγαινε στα κιτρινοπορτοκαλί γερίφαλα - στους γκατιφέδες - και στο βασιλικό που στόλιζαν τα πρεβάζια. Επίσης το σπίτι τους ήταν ως μέγεθος στην ανθρώπινη κλίμακα. Σπίτι όσο χωρείς και χωράφι όσο θωρείς, έλεγαν. Εντούτοις είαν απλοχώρια και γιατί δεν είχαν περίσσια πράγματα και γιατί τα πρόσωπα εγκολπώνονταν το ένα το άλλο, δεν προσέκρουαν ακόμα οι ατομικότητες.
Ίσως είχε την προτεραιότητα η φύση καθώς απορροφούσε τους πολλούς κραδασμούς της εγγενούς ανθρώπινης βίας. Ιδίως τα πιο παλιά χρόνια αυτό γινόταν κατά κυριολεξία απ' το πατημένο χώμα των οικιακών τους χώρων. Η αντένα του ανθρώπινου σώματος διοχέτευε συνεχώς στη γη τις εντυπώσεις της ζωής.
Ούτε έπασχαν οι χωριανικοί άνθρωποι από αχορτασιά. Πολλές γκορτσιές τις άφηναν γκορτσιές, δεν τις μπόλιαζαν. Σαν να ήξεραν ότι η κατώτερη σχέση που μπορούμε να έχουμε με τη φύση είναι η επιθυμία χρησιμοποίησής της. Όπως εξάλλου συμβαίνει και με τους ανθρώπους που είναι μέρος της φύσεως.
Κάλλια να ξέρεις πέρι να 'χεις, λέγανε για τα ιδιωτικά πλούτη. Όμως ήταν μεγάλη τιμή και όνειρο ζωής να φτιάξουν το λαμπρό σχολείο στο χωριό τους ή την ευείδωτη εκκλησία. Όχι βέβαια για την υστεροφημία. Δεν ένιωθαν την ανάγκη να αφήσουν το ίχνος τους".

Συνεχίζεται...


Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

ΠΕΡΙ "ΝΕΚΡΗΣ" ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ...

   Με αφορμή τις δηλώσεις Ρεπούση και τις συζητήσεις που ακολούθησαν, θυμήθηκα ένα σχετικό κείμενο που είχα δημοσιεύσει προ τριετίας. Ιδιαίτερη δε εντύπωση μου έκανε το ότι με τη γλωσσολόγο Μάρω Κακριδή -  Φερράρι, η οποία συνεισέφερε την άποψή της σε ένα σχετικό αφιέρωμα του Άθω Δημουλά στο περιοδικό "Κ" της Καθημερινής (22 Σεπτεμβρίου 2013), σχεδόν ταυτιζόμαστε σε συγκεκριμένο σημείο της επιχειρηματολογίας, όσο κι αν μπορεί να διαφωνούμε στο συμπέρασμα!

 Λέει: "...η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι αναμφισβήτητα νεκρή σαν μορφή, όχι όμως η ελληνική γλώσσα γενικά(sic).Αυτή επιζεί, μέσα από την εξέλιξή της, στη νέα ελληνική - κάπως σαν την επιβίωση χαρακτηριστικών των προγόνων μας μέσα από εμάς, όσο κι αν οι ίδιοι είναι πράγματι νεκροί και εμείς ριζικά (αλλά όχι απόλυτα) διαφορετικοί [...]".

   Ανεβάζω ξανά το παλιό κείμενο:

"Η κουβέντα για τη γλώσσα είναι μια κουβέντα που διαρκεί όσο περίπου και η ίδια η γλώσσα, δηλαδή αιωνίως. Τα τελευταία όμως χρόνια γίνεται μεγάλη συζήτηση για τη σχέση της νέας ελληνικής με την αρχαία, για το κατά πόσο είναι σωστό να διδάσκονται (όπως διδάσκονται) τα αρχαία ελληνικά στο σχολείο, για το αν η αρχαία ελληνική είναι νεκρή γλώσσα κ.λπ.
Υπάρχουν λοιπόν φωνές που υποστηρίζουν ότι τα αρχαία ελληνικά είναι μια νεκρή γλώσσα, με τη σημασία ότι δεν μιλιέται. Σύμφωνοι, δε μιλάμε καμία από τις αρχαίες διαλέκτους. Όμως, τι είναι τα σημερινά ελληνικά, αν όχι μια συνέχεια, μια παραλλαγή, μια μετεξέλιξη της αρχαίας;

Εικόνα 1 ΣΟΦΟΥ ΠΑΡ' ΑΝΔΡΟΣ ΠΡΟΣΔΕΧΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑΝ

Η γλώσσα, η ζωντανή γλώσσα, εξελίσσεται όπως κάθε ζωντανός οργανισμός. Γεννιέται, παιδιαρίζει, ανδρώνεται∙ απλώνεται, παλινδρομεί, αφομοιώνει ξενικά στοιχεία. Όπως το κάθε άτομο από τη γέννησή του ως τον θάνατό του είναι ο ίδιος άνθρωπος, έτσι και η αρχαία μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι μία περίοδος στη ζωή αυτού που ονομάζουμε ελληνική γλώσσα. Κι όπως φυσικά το κάθε άτομο δεν μοιάζει και πολύ με τον εαυτό του στις διάφορες φάσεις της ζωής του (δεν παύει όμως να είναι ο ίδιος), έτσι και η αρχαία δεν μοιάζει εντελώς με τη γλώσσα τη σημερινή. Δεν παύει όμως να είναι η ίδια, να παραμένει ζωντανή καθώς διαφοροποιείται με τον καιρό. Ζει, όπως το βρέφος ή το παιδί ζει στην ψυχή και το σώμα του ηλικιωμένου.
Ακόμα όμως κι αν δεν κάνουμε την αναλογία της γλώσσας με ένα άτομο που εξελίσσεται, μπορούμε νομίζω να σκιαγραφήσουμε τη σχέση αρχαίας – νέας με τη σχέση γονιού – παιδιού. Το DNA των γονιών κληροδοτείται στο αντίστοιχο των παιδιών κι έτσι το «αίμα» σφυρηλατεί τους οικογενειακούς δεσμούς σε προοπτική γενεών, τόσο ώστε η επιστήμη να μπορεί να εντοπίσει ως ένα σημείο την πατρότητα ελέγχοντας αυτό ακριβώς το DNA. Η κλωνοποίηση, τα βλαστοκύτταρα καταφέρνουν πλέον από ένα κύτταρο, από μια στάλα αίμα να δημιουργήσουν ιστούς, μέλη του σώματος. Το καινούργιο σώμα δεν περιέχει μέσα του την αρχέγονη ουσία, την προγενέστερη δικιά του μορφή; Στην επιστήμη της γλωσσολογίας δεν ισχύει κάτι τέτοιο; Η παλαιότερη μορφή της γλώσσας δεν επιβιώνει μέσα στο σώμα του νεότερου απογόνου της; «…το να λέει ο Έλληνας ποιητής, ακόμα και σήμερα, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη, ο άνεμος, όπως το έλεγαν η Σαπφώ και ο Aρχίλοχος, δεν είναι μικρό πράγμα». (Οδ. Ελύτης).
Θα περιμέναμε να μιλάμε όπως οι αρχαίοι, με την ίδια προφορά, κλίσεις, ορθογραφία, 100% τα ίδια, για να θεωρήσουμε ότι η γλώσσα μένει ζωντανή; Μα τότε είναι που θα ήταν σίγουρα νεκρή, γιατί δεν θα ανανεωνόταν διόλου μέσα σε 2-3 χιλιετίες. Αποκρουστική και στάσιμη, σαν σε τέλμα.
Όμως, αν θέλετε, υπάρχει και μια άλλη εξήγηση. Η αρχαία ελληνική γλώσσα μιλιέται ακόμα και σήμερα αυτούσια! Εντάξει, ίσως όχι η ακριβής αττική διάλεκτος που επικράτησε ως ισχύουσα από τις πηγές, αλλά η ελληνιστική κοινή που έδωσε πολλά από τα εκκλησιαστικά κείμενα. Μιλιέται λοιπόν, ακούγεται, κάθε μέρα ζωντανά στις ακολουθίες της Εκκλησίας. Και μπορεί να μην υπάρχει συνομιλία, διάλογος (αν εξαιρέσουμε κάποιους σύντομους ιερέα – ψάλτη) και μπορεί ακόμα και να μην καταλαβαίνει και πολύς κόσμος ακριβώς τα λεγόμενα. Αυτό σημαίνει ότι η λειτουργία γίνεται σε μια νεκρή γλώσσα;
Μα η Εκκλησία είναι μια ζώσα παράμετρος της ελληνικής κοινωνίας, ένα πολύ σημαντικό μέρος της ταυτότητας του Έλληνα, και αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, όσο κι αν κάποιος αρνείται την Ορθοδοξία: την αλληλεξάρτησή της (σχεδόν ταύτισή της) με τον ελληνισμό δεν μπορεί να την αρνηθεί. Άρα, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων έχει ένα κομμάτι της ζωής του, στο οποίο μιλιέται ζωντανά η γλώσσα των προγόνων του! Και όσες προσπάθειες έγιναν για να γίνεται η θεία λειτουργία στη νέα ελληνική απέτυχαν παταγωδώς προκαλώντας ταυτόχρονα άφθονο γέλιο: πώς θα πει ο ιερέας «άνω σχώμεν τας καρδίας»;
Το τελευταίο σχόλιο αφορά την - μάλλον άστοχη, αν μη ρατσιστική –στάση των νεκρολογούντων την αρχαία ελληνική απέναντι σε όσους υποστηρίζουν το αντίθετο. Με λίγα λόγια, θεωρούν «κτήμα» των ειδικών τη γλώσσα, καθώς ισχυρίζονται ότι η πλειοψηφία αυτών που προσπαθούν να τεκμηριώσουν ζωντανή σχέση νέας – αρχαίας είναι άσχετοι με το αντικείμενο, είναι π.χ. γιατροί, φυσικοί, μαθηματικοί, καλλιτέχνες. Δηλαδή δεν έχει την ικανότητα ένας μη ειδικός να στοιχειοθετήσει με πολύ κόπο μια άποψη για τη γλώσσα; Και αποκλείεται εκ των προτέρων αυτή η άποψη να είναι βάσιμη, μόνο και μόνο επειδή δεν είναι «ειδικός»; Μα και ο Μάικλ Βέντρις που διάβασε τη γραφή γραμμική β’ και την απέδειξε ελληνική ένας ερασιτέχνης ήταν! Και οι ποιητές; Είναι άραγε «ειδικοί»; « Πιστεύω ότι η ελληνική γλώσσα είναι μία. H αρχαία, η νεωτέρα, οι ντοπιολαλιές είναι γλώσσα μία» (Ν. Εγγονόπουλος).
Γενικότερα, μου φαίνεται άσχημο να προσπαθούμε να αποβάλλουμε – σαν μίασμα – ό, τι μας δένει με το παρελθόν, να ντρεπόμαστε επειδή θέλουμε να επιβιώνει προσαρμοσμένο θετικά στο σήμερα. Να ντρεπόμαστε να περηφανευτούμε για το παρελθόν αυτού του τόπου, μήπως και στενοχωρηθούν μερικοί, μήπως φανούμε εθνικιστές. Το αριστοτελικό μέτρο, η μεσότητα, δείχνει το δρόμο της ψύχραιμης, εμπεριστατωμένης στήριξης των πολιτισμικών μας στοιχείων. Ούτε στις υπερβολές, τους φανατισμούς και τους φαντασιόπληκτους αρχαιολάτρες, αλλά ούτε και στους κοντόφθαλμους αρνητές της ελληνικής συνέχειας στο διάβα των αιώνων. «Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα» (Γ. Σεφέρης)."

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΘΑ ΑΠΟΤΥΧΕΙ ΣΤΙΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ

Του  Χρήστου Χωμενίδη


Το χειρότερο, όταν θα βγουν τα αποτελέσματα, δεν θα είναι η προσωπική, η δική σου τσαντίλα. Εσύ, από προχθές, που έγραψες άλλα αντ’ άλλων στην Ιστορία, ξέρεις περίπου τι να περιμένεις. Το χειρότερο τότε θα ’ναι η απογοήτευση των γονιών σου. Το ελαφρώς αφ’ υψηλού βλέμμα του πατέρα σου - εκείνος, βλέπεις, είχε πετύχει με την πρώτη το 1980 στην ΑΣΟΕΕ κι ας μεγάλωσε στο χωριό, και ας μάζευε ελιές αντί να κάνει φροντιστήριο. Το παρηγορητικό χάδι της μάνας σου και οι κουβέντες της με συγγενείς και φίλους: «Το παιδί είχε μιαν ατυχία… Ναι, εννοείται πως θα ξαναδώσει…». Κι ο θείος Στέλιος να δικαιώνεται που πάντα πίστευε πως είσαι ηλίθια. Και η κολλητή της μάνας σου να ρωτάει -μες στην αδιακρισία- μήπως τυχόν είχες περίοδο εκείνη τη μοιραία μέρα και οι πόνοι δεν σε άφησαν να συγκεντρωθείς.
Το χειρότερο θα είναι οι νοεροί τους υπολογισμοί πόσα ξοδέψανε σε ιδιαίτερα τα τρία τελευταία χρόνια και πόσα έχουν να πληρώνουν ακόμα. Και η πίκα τους με τον φιλόλογο που τους είχε διαβεβαιώσει πως θα πετύχαινες, ο κόσμος να χαλάσει. Νιώθουν -κι ας μην το ομολογούν ούτε στους εαυτούς τους- σαν να ποντάρανε σε λάθος άλογο. Τα ρίχνουν στον προπονητή, τα ρίχνουνε στο στάβλο -δηλαδή στο σχολείο- τα ρίχνουν στην ατμόσφαιρα που επικρατούσε μες στο σπίτι αφότου η μαμά έπιασε τον μπαμπά σχεδόν στα πράσα με εκείνη τη συνάδελφό του, στους συνεχείς καβγάδες τους οι οποίοι σε αποσπούσαν απ’ το διάβασμα. Τα ρίχνουνε σε εκείνους κι εν τέλει σε εσένα…
Πώς να τους εξηγήσεις ότι και καθαρόαιμο του ιπποδρόμου να ήσουν, οι Πανελλαδικές δεν μοιάζουν με κανονική κούρσα; Έχουν τόσο παράλογους κανόνες, ώστε το μόνο που μετράει ουσιαστικά είναι να φοράς χοντρές παρωπίδες, να βάζεις το κεφάλι κάτω και να τρέχεις δίχως να σκέφτεσαι τίποτα απολύτως. Στο μάθημα της Ιστορίας, φερ’ ειπείν, οφείλεις να αποστηθίσεις καμιά τριακοσαριά σελίδες, με τα «και» και με τα κόμματα τους, ώστε το γραπτό που θα παραδώσεις να μοιάζει με φωτοτυπία του διδακτικού βιβλίου. Στην Έκθεση, πρέπει να μάθεις να υποστηρίζεις τις πιο ανόητες απόψεις, ότι το διαδίκτυο απομονώνει δήθεν τους ανθρώπους, πως τα παιδιά νιώθουν βαριά στους ώμους τους την ευθύνη για τη σωτηρία του περιβάλλοντος… Πού τους κατέβηκαν όλα ετούτα του Υπουργείου Παιδείας και των καθηγητών; Τα έχουν δει ποτέ τα παιδιά; Ή καθρεφτίζουν απλώς στα μάτια των μαθητών τη δική τους αλαζονεία; Τα είχες πει μια μέρα έξαλλη στον πατέρα σου. «Έτσι λειτουργεί το σύστημα», σου είχε απαντήσει εκείνος, με ένα ηττημένο μάλλον ύφος. «Μακάρι όταν εσύ μεγαλώσεις να καταφέρεις να τους αλλάξεις. Για αυτό, για να έχεις δύναμη κι επιρροή, πρέπει να μπεις στο Πανεπιστήμιο…».
Και τώρα που τα σκάτωσες στις εξετάσεις; Που τον Σεπτέμβριο ο γιος των κουμπάρων θα μετακομίσει στην Ξάνθη -έκτος, παρακαλώ, επιτυχών στο Πολυτεχνείο!- και η κόρη των Αλβανών του ισογείου θα γραφτεί, άκουσον άκουσον, στην Παιδαγωγική; Εσύ, μικρή μου αποτυχία, τι σκοπεύεις να κάνεις; Να πας στο παρακατιανό ΤΕΙ που σε έριξε η κακιά ώρα και δεν (θες να) θυμάσαι ούτε καν το όνομά του; Όχι ασφαλώς! Θα στρώσεις κάτω κώλο και θα ξαναδοκιμάσεις! Τον Μάιο του 2014, θα βγάλεις από πάνω σου το στίγμα. Θα απαλλάξεις τους καλούς γονείς σου από το μαράζι. Σε λίγα χρόνια δε, όταν θα αριστεύεις στη Σχολή και θα ετοιμάζεσαι για μεταπτυχιακά, κανείς δεν θα θυμάται πως είχες μπει με τη δεύτερη.
Τόσο καλά… Έλα όμως που και μόνο η θέα των σχολικών βιβλίων σού φέρνει πλέον αναγούλα; Που η προοπτική να ξαναμπείς απ’ το φθινόπωρο στο ίδιο μαγγανοπήγαδο -γνωστό κείμενο, άγνωστο κείμενο, γραμματικά φαινόμενα, συνώνυμα και αντώνυμα- σου φαίνεται εφιάλτης; Και έχεις από πάνω κι εκείνους που ισχυρίζονται ότι δεν έχουν νόημα όλα αυτά καθότι η ανεργία των νέων -και ειδικά των πτυχιούχων- καλπάζει. Εκείνους που σε προειδοποιούν ότι σε λίγα χρόνια οι μισθοί θα έχουν πέσει σε επίπεδα Βουλγαρίας -τι Βουλγαρίας; Κίνας!- κι ότι οι Έλληνες θα δουλεύουν μέχρι τα ογδόντα. «Αντί να ασχολείσαι με τις πανελλαδικές, πάλεψε για να ανατραπεί το σύστημα!», σε είχε προτρέψει ένας συμμαθητής σου με μπλουζάκι Τσε Γκεβάρα. Ο ίδιος, βέβαια, ευχόταν να απεργήσουν οι καθηγητές για να έχει στη διάθεσή του περισσότερες μέρες για διάβασμα. Πρώτος στα μαθήματα, πρώτος και στον αγώνα…
Ντρέπεσαι να το ομολογήσεις, μα στην πραγματικότητα δεν χολοσκάς για τον μελλοντικό μισθό ούτε βεβαίως για τη σύνταξή σου. Είσαι δεκαοχτώ χρονών! -ότι βρίσκεται σε ορίζοντα μακρύτερο από λίγους μήνες, σου φαίνεται εξαιρετικά αβέβαιο και άρα αδιάφορο. Έλα όμως που όλοι, ακόμα και το αγόρι σου, σε καλούν να σχεδιάσεις τη ζωή σου; Να σοβαρέψεις. Να θέσεις τις βάσεις…
Θέλεις τη γνώμη μου; Μην τους ακούς! Μοναδικός λόγος να δώσεις δεύτερη φορά, στο καπάκι, Πανελλαδικές είναι να λαχταράς να μπεις σε μια συγκεκριμένη σχολή. Να ονειρεύεσαι μέσα από την καρδιά σου να γίνεις αρχιτέκτονας ή δικηγόρος ή οπτικός. Άμα κάτι τέτοιο δεν σου συμβαίνει, τότε απλώς χαλάρωσε. Εάν κατά βάθος θα ’θελες να φτιάχνεις μαλλιά ή νύχια ή ακόμα και κοκτέiλ πίσω απ’ τον πάγκο ενός μπαρ, ακολούθησε την κλίση σου. Χίλιες φορές μία ευτυχισμένη -και άρα επιτυχημένη- κομμώτρια, παρά μία γιατρός με το στανιό.
Σε πολλές χώρες του λεγόμενου «ανεπτυγμένου κόσμου», σε Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία, θεωρείται αυτονόητο σχεδόν πως τα παιδιά -τελειώνοντας το σχολείο- θα πάρουν έναν χρόνο off, για να ταξιδέψουν, για να απασχοληθούν από εδώ κι από εκεί, για να καταλάβουν τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους και μέσα τους. Μονάχα στην Ελλάδα τα ταξίδια θεωρούνται αναψυχή πολυτελείας και οι ευκαιριακές δουλειές παρηγοριά -και ταπείνωση παράλληλα- για τον άνεργο.
Καλά, μην τρομάζεις! Δεν σου προτείνω να πας στον πατέρα σου, που του ’χουν κόψει τον μισό μισθό, και να του ζητήσεις λεφτά για να γυρίσεις τον κόσμο. Σε πληροφορώ απλώς πως όταν εγώ, το 1985, βαθμολογήθηκα με 12 στην Έκθεση κι έμεινα έξω για ένα μόριο από τη Νομική, κατέβηκα με τον τότε κολλητό μου στον Πειραιά και εκδώσαμε ναυτικά φυλλάδια. Το ότι δεν μπάρκαρα τελικά το θεωρώ προσωπική μου αποτυχία. Κι αν η δουλειά του μούτσου ή του καμαρότου παραμένει καθαρά ανδρική, σίγουρα θα υπάρχουν αντίστοιχες ευκαιρίες για κορίτσια που δεν κωλώνουν να βγουν απ’ την πεπατημένη, να αγνοήσουν τις προκαταλήψεις του περιβάλλοντός τους.
Δεν σε καλώ ντε και καλά να επαναστατήσεις. Δεν σε προτρέπω να εκβιάσεις την περιπέτεια. Σου ενημερώνω απλώς (με το δικαίωμα της πείρας που εγώ έχω, ενώ εσύ στερείσαι) πως η ζωή είναι αδιανόητα μεγάλη και εξαιρετικά απρόβλεπτη. Η τράπουλα θα μοιραστεί πολλές-πολλές φορές, οι έσχατοι θα γίνουν πρώτοι και θα ξαναγίνουν έσχατοι. Ασφαλή σχέδια, σίγουρες επενδύσεις δεν υπάρχουν - το απέδειξε άλλωστε περίτρανα και η κρίση, η οποία μας πήρε και μας σήκωσε, από το 2009. Η μόνη, συνεπώς, πυξίδα που έχει νόημα να συμβουλεύεσαι, βρίσκεται μέσα σου. Όσοι την ακολούθησαν, ακόμα και αν έχασαν, δεν χάθηκαν. Όσοι την αγνόησαν, καταδίκασαν τους εαυτούς τους σε «επιτυχημένες» ίσως πλην σκυφτές ζωές.
Ο Ξενοφών -ο αρχαίος εκείνος συγγραφέας- μας παραδίδει την ιστορία ενός ανθρώπου που όταν τον καταδίκασαν να πιει το κώνειο, το κατέβασε άσπρο πάτο και γλείφοντας τα μουστάκια του, είπε «γεια στα χέρια σου!» στον δήμιό του. «Εκείνο γαρ κρίνω του ανδρός αγαστόν, το -του θανάτου παρεστηκότος- μήτε το φρόνιμον μήτε το παιγνιώδες απολίπειν εκ της ψυχής…». Υποκλίνεται, δηλαδή, μπροστά στον άνδρα που στην πιο δεινή του ώρα διατηρεί τόσο την ψυχραιμία, όσο και το χιούμορ του. Μια αποτυχία στις Πανελλαδικές Εξετάσεις απέχει -στο ορκίζομαι- έτη φωτός από τις δυσκολίες που σου είναι, που είναι σε όλους μας, γραφτές. Κράτα λοιπόν το κέφι σου, φύλα το σαν τα μάτια σου! Μην το ανταλλάξεις με καμία -ενήλικη δήθεν- σοβαρότητα.
Να σε κεράσω ένα παγωτό;
Δια την αντιγραφήν
http://proskynhths.blogspot.gr/