Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011
ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΔΟΝΚΙΧΩΤΙΣΜΟΣ (26 08 2011)
Η ατελέσφορη προσπάθεια καταπολέμησης
των γλωσσικών σεξιστικών στερεοτύπων.
Αγαπητοί/ές φίλοι/φίλες,
έχω επανειλημμένα εκφράσει από αυτές εδώ τις γραμμές τη χαρά μου, όταν βλέπω τους/τις εκδότες/τριες των τοπικών εφημερίδων να φιλοξενούν κείμενα γραμμένα από κάποιους/ες συμπολίτες/ισσές μας που είναι ικανοί/ες και θέλουν να συμβάλλουν ο/η καθένας/καθεμία με τον τρόπο του/της στο τοπικό γίγνεσθαι. Έτσι, στη Φωνή της Βισαλτίας συνδράμουν με τα αξιόλογα πονήματά τους συγγραφείς μόνιμοι/ες (όπως η κ. Παπλιάκα) ή περιστασιακοί/ες (όπως ο κ. Ζάχος), τονώνοντας τη δυναμική της εφημερίδας και το ενδιαφέρον για όλους/ες τους/τις αναγνώστες/τριες.
Πώς σας φάνηκε η προλογική παράγραφος; Τι αίσθηση σας έχει αφήσει; Κυλάει ο λόγος, ρέει, ή γίνεται δύσκαμπτος στην εκφορά και αφόρητος στην ακοή, σχεδόν αντιαισθητικός; Άσε που θυμίζει τον υποκριτικό μπαλκονάτο πολιτικό λόγο του τύπου: « Ελληνίδες, Έλληνες» ή «σύντροφοι, συντρόφισσες».
Παρατηρώ εδώ και πολύ καιρό ορισμένους (λίγους) συγγραφείς να έχουν επιδοθεί σε μια δονκιχωτική προσπάθεια αποχρωματισμού της γλώσσας από διάφορα στερεότυπα. Είναι αλήθεια ότι η γλώσσα, ως κάτι ζωντανό, έχει καθοριστεί κατά πολύ από ιστορικά και κοινωνικά συμφραζόμενα. Καθώς λοιπόν το αρσενικό φύλο κυριαρχούσε ανέκαθεν (εξαιρούνται μερικές μητριαρχικές κοινωνίες) σε κάθε τομέα του συλλογικού βίου, είναι φυσιολογικό το αποτέλεσμα να έχει φορτωθεί η γλώσσα με στερεότυπα που αποτυπώνουν αυτή την κατίσχυση του αρσενικού πάνω στο θηλυκό. Πλέον, μιας και η «ισότητα» των φύλων τείνει να καταστεί δεδομένη, βλέπουμε κι αυτήν την προσπάθεια κάποιων λογίων να επιτύχουν και την «ισότητα» των δύο γενών στη γλώσσα.
Φυσικά το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. Έχει ξεκινήσει από Πανεπιστήμια της Δύσης. Το διάσημο Harvard μάλιστα είχε εκδώσει και μερικές οδηγίες/συμβουλές, σαν κανόνες γραφής και ομιλίας, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι απέναντι στα δύο φύλα. Και όπως καθετί καινούργιο που φυτρώνει στην Εσπερία, έτσι και αυτή η τάση βρήκε μιμητές και στη μικρή μας χώρα. Όμως, ακόμα κι αν παραβλέψουμε (που δε γίνεται) το αντιαισθητικό και δυσλειτουργικό (αντι-οικονομικό) κομμάτι του θέματος, υπάρχουν κι άλλα προβλήματα που κλείνουν την πόρτα σε μια τέτοιου είδους γραφή.
Πρώτα πρώτα, μήπως θα πρέπει και να μιλάμε έτσι; Γιατί, τι αξία έχει ένας μη ρατσιστικός λόγος όταν είναι μόνο γραπτός και όχι προφορικός; Και αν μπορείτε, τολμήστε να φανταστείτε μια συνομιλία με χρήση και των δύο γενών όταν χρειάζεται! Εδώ στον γραπτό λόγο προκαλούν θυμηδία, πόσο μάλλον στους καθημερινούς διαλόγους.
Δεύτερον: στην ουσία, αυτός που χειρίζεται με τέτοιον τρόπο τη γλώσσα, δεν καταφέρνει να πετύχει το σκοπό του, να αποδιώξει δηλαδή, τα σεξιστικά στερεότυπα. Γιατί, γράφοντας και τα δύο γένη, είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένος να προτάξει κάποιο. Οπότε, η πρόταξη του αρσενικού (όπως ασυνείδητα ίσως συμβαίνει στα δείγματα που έχουμε) συντηρεί το ίδιο στερεότυπο, ενώ η εναλλακτική πρόταξη του θηλυκού το αντιστρέφει! Συνεπώς, ούτως ή άλλως, μένουμε με το στερεότυπο στο χέρι!
Παρατηρούμε όμως και το εξής: και ο ίδιος ο γράφων, δεν μπορεί να εφαρμόσει αυτήν την γλωσσική εκτροπή σε όλο του το κείμενο. Βλέπουμε λοιπόν, για παράδειγμα, στο κείμενο του κ. Ζάχου της περασμένης βδομάδας (με τίτλο: « Ακροδεξιά, μίσος και υποκρισία») να αναφέρει π.χ. «τους/τις Εβραίους/ες και τους/τις Τσιγγάνους/ες», αλλά σε άλλα σημεία του κειμένου εντοπίζουμε, π.χ. «ξένους» (αλλά όχι ξένες), «αστούς» (αλλά όχι αστές) κλπ. Γιατί άραγε αυτή η αντινομία μέσα στο ίδιο κείμενο; Γιατί προφανώς, λειτουργώντας στιγμές στιγμές ο συγγραφέας με το γλωσσικό του ένστικτο (όταν αφαιρεί δηλαδή τον εσκεμμένο έλεγχο για να επιβληθεί ιδεολογικά στο λόγο του), γράφει όπως πρέπει να γράψει, καθώς η φυσική ροή του λόγου του αποβάλλει από μόνη της το αφύσικο, το φτιαχτό, το στημένο, το ψεύτικο.
Στη συνέχεια, δε μπορούμε να παραβλέψουμε ότι θα πρέπει να λυθεί και το μείζον ζήτημα του πώς θα ονομάζουμε ορισμένα λειτουργήματα/ επαγγέλματα, που ενώ ασκούνταν μόνο από άνδρες, πλέον ασκούνται και από γυναίκες και αναζητούν το «θηλυκό» τους. Δηλαδή, η έκφραση «η κυρία Δήμαρχος», «η γιατρός», δεν θίγουν εξίσου τις γυναίκες που υποχρεώνονται γλωσσικά να χαρακτηρίζονται από έναν αρσενικού γένους προσδιορισμό; Πρέπει λοιπόν πρώτα να γίνει αποδεκτό το «Δημαρχίνα», «γιατρέσσα» ή «γιατρίνα» (ή τέλος πάντων όποιο αντίστοιχο θηλυκό προκριθεί), να υιοθετηθεί, αφού περάσει μέσα από την κοίτη της συλλογικής αισθητικής, η χρήση του, και μετά να προχωρήσουμε και στα περαιτέρω.
Έτσι φτάνουμε και στο πέμπτο πρόβλημα. Το κατά πόσο δηλαδή η γραφή που συζητάμε είναι μια αυθεντική, φυσιολογική γέννα του λαϊκού ελληνικού «ομιλείν» και «γράφειν», και όχι ένα κατασκεύασμα, ένα πλάσμα των λογίων που προσπαθούν να το φορέσουν με το ζόρι στον κόσμο. Είναι δηλαδή, σαν να μιλάμε για μια σύγχρονη μεταλλαγμένη καθαρεύουσα, και όλοι ξέρουμε τα μειονεκτήματα, τα αποτελέσματα και την κατάληξή της.
Τέλος – και πιο σημαντικό: έχουμε την εντύπωση ότι ακόμα κι αν όλοι αποφασίσουμε και δεχτούμε να μιλάμε και να γράφουμε έτσι, αν δηλαδή καταφέρουμε και σβήσουμε όλα τα γλωσσικά στερεότυπα, αυτό θα σημαίνει ότι σβήστηκαν αυτά εξολοκλήρου και από τη ζωή μας, και από τη νοοτροπία μας; Αν δηλαδή, ο δείνα Νιγριτινός γράφει με «κάποιοι/ες» και «μερικοί/ες», σημαίνει αυτόματα ότι έπαψε να υποτιμάει, π.χ., τη γυναίκα του, να λέει στην κόρη του «αυτές είναι αντρικές δουλειές», και άρχισε εξίσου με τη συμβία του να αλλάζει πάνες στα μωρά ή να απλώνει τη μπουγάδα στο μπαλκόνι;
Το ζήτημα εν ολίγοις, είναι εξόχως κοινωνικό, και αφού λυθεί(;) αυτό πρώτα, έπειτα θα κοιτάξουμε και το γλωσσικό. Αν και, εφόσον η προσέγγιση του θέματος γίνει με τη σωστή σειρά, νομίζω ότι το γλωσσικό που έπεται, θα έχει πιθανώς λυθεί από μόνο του, απ’ την πηγαία λαϊκή λαλιά που θα έχει πια να εκφράσει άλλες κοινωνικές ισορροπίες πλάθοντας τα αναγκαία γλωσσικά εργαλεία για να το κάνει. Και τότε όμως, όποτε και αν θα συμβεί αυτό, αμφιβάλλω κατά πόσο αυτή η γραφή, για την οποία συζητάμε σήμερα, θα είναι η ενδεδειγμένη και η προκριμένη. Διότι, ακόμα κι αν όλα ξεπεραστούν, θα μένει η δυσλειτουργία (η αγκύλωση του λόγου) και η έλλειψη αισθητικής, που η ίδια η φύση - εντέλει- τα αποστρέφεται.
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr
▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΛΑΙΩΝ ΣΥΜΜΑΘΗΤΩΝ
ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΕΤΟΥΣ 1991 ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΝΙΓΡΙΤΑΣ
Μετά από είκοσι (20) συναπτά έτη, κατάφεραν να πείσουν τους «απουσιολόγους» και τους καθηγητές να παραδώσουν τα απουσιολόγια για να μπορέσουν όλοι οι απόφοιτοι του 1991 του Γενικού Λυκείου Νιγρίτας να κάνουν «κοπάνα» από την καθημερινότητά τους το Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011 στις 15:00 να συναντηθούν στο μεζεδοπωλείο «Τα Τσίλικα» (Αγαμέμνονος 5, Νιγρίτα, τηλ: 2322022554), για να ξαναθυμηθούν τις όμορφες στιγμές του «σχολικού βίου», με την αυστηρή επιτήρηση των καθηγητών που θα «αντέξουν στον πειρασμό» να κάνουν παρέα με τους παλαιούς μαθητές τους.
Η πρόσκληση αφορά όλους τους απόφοιτους της κλάσης του 1991, τις ή τους συντρόφους τους και τα παιδιά που έχουν προκύψει όλα αυτά τα χρόνια.
Για την καλύτερη οργάνωση της εκδήλωσης οι Απόφοιτοι μπορούν να επικοινωνούν στα τηλέφωνα: 6944168439 (Γιώργος Τέζας) και 6936998331 (Γιάννης Παπαϊωάννου).
Ετικέτες
γλώσσα,
γλωσσικα στερεοτυπα,
πρωτομαγια,
φωνη βισαλτιας
Κυριακή 14 Αυγούστου 2011
ΑΠΟΣΥΝΑΓΩΓΟΙ (29 07 2011)
Πολίτες β’ κατηγορίας,
θύματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Ένας τόπος∙ δύο – ας τους πούμε - αντιήρωες∙ δύο ηλικίες, δύο εθνικότητες∙ μία συμπεριφορά απέναντί τους: η ανθρώπινη, συγγνωστή ή ασύγγνωστη.
Τόπος:
Ιερός Ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου Ποταμιάς Θάσου. Στην κυριακάτικη Λειτουργία τυχαίνει να προεξάρχει ο Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου, Προκόπιος. Ο ναός γεμάτος με ντόπιους και τουρίστες. Την ώρα που βγαίνει η Θεία Κοινωνία τα παιδάκια σχηματίζουν ουρά μπροστά στο Ιερό για να κοινωνήσουν.
1ος Αντιήρωας: «Αφίετε τα παιδία ελθείν προς εμέ».
Ανάμεσα στα παιδάκια κάποιο ξεχωρίζει σαν αταίριαστο με τα υπόλοιπα. Φυσιογνωμικά θυμίζει τα παιδιά των ασπρόμαυρων φωτογραφιών παλιότερων δεκαετιών (΄40 - ΄70): κοντοκουρεμένο με την ψιλή, αδύνατο. Εμφανισιακά θυμίζει τα δικά μας παιδικάτα, στις αρχές της δεκαετίας του ΄80: μακό μπλουζάκι, σορτσάκι και καλοκαιρινή παντόφλα. Εμφανώς δηλαδή απροετοίμαστο για Εκκλησία, ίσως και οι γονείς του να μην ήξεραν ότι βρισκόταν εκεί. Προφανώς ξένο, μάλλον αλβανόπουλο. Πριν προσπαθήσει να πάρει τη θέση του στην σειρά, μια κυρία το τραβάει από το μπράτσο και το σταματάει μαλώνοντάς το: «που πας; Είσαι βαφτισμένο; Πώς θα κοινωνήσεις;»
Αναμφισβήτητα, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, αυτό είναι το σωστό. Όμως ο απότομος – σχεδόν προσβλητικός – τρόπος υπενθύμισης του Κανόνα, αποπομπής του μικρού από την συνομήλικη κοινότητα, κάθε άλλο παρά χριστιανικός ήταν. Οπωσδήποτε οι αλλόθρησκοι ή άθεοι μετανάστες είναι μια πραγματικότητα στη χώρα μας. Εδώ οι ίδιοι οι Έλληνες πλέον δεν διστάζουν – οι συνθήκες ελευθερίας είναι ικανές – να παραδεχτούν την αθεΐα τους – δικαίωμά τους. Έχω όμως την εντύπωση ότι ο πολιτισμός αυτού του τόπου είναι το ισχυρότερο χαρτί στη σύγκρουση αυτή που νομοτελειακά επέρχεται όταν λαοί σμίγουν και συζούν. Η αφομοιωτική δύναμη του ελληνισμού είναι ιστορικά τεκμηριωμένη και είναι αυτή που και σήμερα και στο εγγύς μέλλον θα κατορθώσει πάλι να κάνει τη δουλειά της. Το φρούτο βέβαια του πολυπολιτισμού καλά κρατεί εδώ και μια εικοσαετία και καλλιεργείται, σε σημείο που κι αυτή η προσπάθεια αφομοίωσης μπορεί να πέσει πάνω σε τοίχο, λόγω και του υπερβολικά μεγάλου αριθμού των μεταναστών, των συνθηκών διαβίωσης τους, αλλά και της παράνομης εισόδου, διαμονής ή και δραστηριότητας στην Ελλάδα.
Πέρα απ’ αυτά ωστόσο, νομίζω ότι πρέπει να κάνουμε ότι μπορούμε για να φέρουμε τα παιδιά των ξένων σε επαφή με αυτό που λέμε ελληνικό πολιτισμό, να τα κάνουμε όσο γίνεται ελληνόπουλα. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για Σχολεία ή Εκκλησία. Ο μικρός αντιήρωας της Ποταμιάς δείχνει την τάση να ακολουθήσει τις συνήθειες της πλειονότητας. Η πλειονότητα όμως, κάνει ό, τι μπορεί για να τον εντάξει στους κόλπους της; Η συμπεριφορά μας είναι τέτοια ώστε να νιώσει το παιδί ευπρόσδεκτο και να αγαπήσει αυτό που αρχικά – για οποιονδήποτε λόγο – του τράβηξε την προσοχή; Ή μήπως οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί των τύπων σπέρνουν στην ψυχή του το μίσος για μια θρησκεία, για έναν λαό που του έκλεισε την πόρτα, όταν τη χτύπησε; Και τι περιμένουμε να θερίσουμε αργότερα;
Το μικρό μεταναστόπουλο, έχω την εντύπωση ότι τελικά μπήκε στη σειρά και κοινώνησε. Το παρατηρούσα όμως να κάθεται ύστερα στα σκαλιά του Ιερού, σχεδόν στα πόδια του Δεσπότη και να ρουφάει σαν σφουγγάρι την όλη τελετουργία του Μυστηρίου, και μάλιστα να δοκιμάζει να κάνει και τον σταυρό του μιμούμενος τους μεγαλύτερους. Την ίδια στιγμή, κανένα από τα ελληνόπουλα δεν τον έκανε.
2ος αντιήρωας: «Ειρήνη σοι τω αναγιγνώσκοντι».
Την προηγούμενη Κυριακή, στην ίδια Εκκλησία, δίχως Δεσπότη, ψάλτης ήταν ένας γεράκος που η φωνή του (για ψάλτη) δεν σου ικανοποιούσε την ακοή. Ερασιτέχνης προφανώς, προσφέρει ολοχρονίς τις φωνητικές του χορδές σε μια ενορία ενός χωριού, μάλλον του χωριού του, που δεν έχει τη δυνατότητα για κάποιον καλύτερο. Την Κυριακή όμως που ήρθε ο Δεσπότης, εμφανίστηκαν στο δεξί ψαλτήρι δυο – τρεις «επαγγελματίες», καλλίφωνοι, ίσως και σπουδαγμένοι πάνω στη βυζαντινή μουσική – στην ψαλτική. Ο εκφραστικός γεράκος πέρασε απέναντι, στο αριστερό ψαλτήρι και η συμμετοχή του στην Λειτουργία ήταν… μηδενική. Δεν έβγαλε ούτε νότα, ούτε ένα «Αμήν».
Σχεδόν συνοφρυωμένος, παρακολουθούσε όλη την Λειτουργία σαν όλους τους υπόλοιπους. Η παρουσία και τέλεση της Θείας Ευχαριστίας από τον Δεσπότη, μάλλον δε θα μπορούσε να συνοδεύεται από έναν ψάλτη του χωριού, που στερείται ανάλογης μεγαλοπρέπειας και της απαιτούμενης παιδείας – οι μετοχές της Ποταμιάς ανέβηκαν! Καλός είναι για όλες τις άλλες μέρες του χρόνου, καλός είναι για τους χωριάτες, καλός και για τον κουτσό παπά που ιδρώνει κατακαλόκαιρο στις ενορίες του. Όχι όμως και για τον Σεβασμιώτατο. Θέλει τους δικούς του. Εκτός κι αν (κι αυτό είναι το πιθανότερο) οι ίδιοι οι ενορίτες κάλεσαν ανώτερους ψαλτάδες συναισθανόμενοι την μειονεξία τους και έμπρακτα αποδεικνύοντας την επαρχιώτική δουλοπρέπεια. Γιατί τι άλλο θα μπορούσε να είναι, όταν κρύβουμε την αλήθεια, τον εαυτό μας, μασκαρεύουμε την πραγματικότητα στα μάτια του υψηλού επισκέπτη, στα μάτια της Εξουσίας; Όπως ακριβώς γίνεται στο στρατό όταν θα επιθεωρήσει (πάντα με προειδοποίηση) ο στρατηγός, όπως ακριβώς έγινε και στην Αθήνα κατά την Ολυμπιάδα του 2004.
Ας προσπαθήσουμε για λίγο να μπούμε στην ψυχολογία του ανθρώπου αυτού, του ψάλτη. Όταν στην πράξη δείχνεις ότι τον θεωρείς απλά μια λύση ανάγκης, ανίκανο να εκπροσωπήσει την ενορία στις επίσημες στιγμές της∙ όταν κατάμουτρα του λες ότι είσαι χαμηλού επιπέδου, το ίδιο και οι υπηρεσίες που προσφέρεις, το ίδιο και η τοπική κοινωνία που υπηρετείς∙ πόσες φορές θα πέρασε άραγε από το μυαλό του όλες εκείνες τις ώρες που άκουγε τις ψαλμωδίες των απέναντι, πόσες φορές άραγε μέσα στη σιωπή του δεν θα σκέφτηκε να τα παρατήσει, να μην ξανασχοληθεί; Δεν είναι πιθανό ο εγωισμός του να χτύπησε κόκκινο και εν θερμώ να θέλησε να αρνηθεί κι αυτός με τη σειρά του αυτούς που τον αρνήθηκαν; Πόσες φορές κι εμείς δε βρεθήκαμε σε κάποια ανάλογη θέση στη δουλειά, στις σχέσεις, στα χόμπι μας; Νομίζω ότι μπορούμε να φανταστούμε την πίκρα που τόσο φανερά διαγραφόταν στο πρόσωπό του τις ώρες του μαρτυρίου.
Δύο αντιήρωες σε μία μέρα, σε έναν τόπο – ιερό. Δυο άνθρωποι αντίθετης ηλικίας, διαφορετικής εθνικότητας, δυο πολίτες β’ κατηγορίας. Αποσυνάγωγοι, με έναν δικό του τρόπο ο καθένας, έστω και δικαιολογημένα, αν το δούμε κι από την άλλη πλευρά. Και οι δυο όμως, αντικείμενα μια συμπεριφοράς άκρως ανθρώπινης, δηλαδή φύσει ενέχουσας ελαττωματικά στίγματα. Και δυστυχώς, δεν έχουμε ποτέ τη διαύγεια να κρίνουμε εκ των προτέρων, να καλλιεργήσουμε μια νοοτροπία, να απαλείψουμε αυτά τα στίγματα. Εις τους αιώνας των αιώνων.
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr
θύματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Ένας τόπος∙ δύο – ας τους πούμε - αντιήρωες∙ δύο ηλικίες, δύο εθνικότητες∙ μία συμπεριφορά απέναντί τους: η ανθρώπινη, συγγνωστή ή ασύγγνωστη.
Τόπος:
Ιερός Ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου Ποταμιάς Θάσου. Στην κυριακάτικη Λειτουργία τυχαίνει να προεξάρχει ο Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου, Προκόπιος. Ο ναός γεμάτος με ντόπιους και τουρίστες. Την ώρα που βγαίνει η Θεία Κοινωνία τα παιδάκια σχηματίζουν ουρά μπροστά στο Ιερό για να κοινωνήσουν.
1ος Αντιήρωας: «Αφίετε τα παιδία ελθείν προς εμέ».
Ανάμεσα στα παιδάκια κάποιο ξεχωρίζει σαν αταίριαστο με τα υπόλοιπα. Φυσιογνωμικά θυμίζει τα παιδιά των ασπρόμαυρων φωτογραφιών παλιότερων δεκαετιών (΄40 - ΄70): κοντοκουρεμένο με την ψιλή, αδύνατο. Εμφανισιακά θυμίζει τα δικά μας παιδικάτα, στις αρχές της δεκαετίας του ΄80: μακό μπλουζάκι, σορτσάκι και καλοκαιρινή παντόφλα. Εμφανώς δηλαδή απροετοίμαστο για Εκκλησία, ίσως και οι γονείς του να μην ήξεραν ότι βρισκόταν εκεί. Προφανώς ξένο, μάλλον αλβανόπουλο. Πριν προσπαθήσει να πάρει τη θέση του στην σειρά, μια κυρία το τραβάει από το μπράτσο και το σταματάει μαλώνοντάς το: «που πας; Είσαι βαφτισμένο; Πώς θα κοινωνήσεις;»
Αναμφισβήτητα, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, αυτό είναι το σωστό. Όμως ο απότομος – σχεδόν προσβλητικός – τρόπος υπενθύμισης του Κανόνα, αποπομπής του μικρού από την συνομήλικη κοινότητα, κάθε άλλο παρά χριστιανικός ήταν. Οπωσδήποτε οι αλλόθρησκοι ή άθεοι μετανάστες είναι μια πραγματικότητα στη χώρα μας. Εδώ οι ίδιοι οι Έλληνες πλέον δεν διστάζουν – οι συνθήκες ελευθερίας είναι ικανές – να παραδεχτούν την αθεΐα τους – δικαίωμά τους. Έχω όμως την εντύπωση ότι ο πολιτισμός αυτού του τόπου είναι το ισχυρότερο χαρτί στη σύγκρουση αυτή που νομοτελειακά επέρχεται όταν λαοί σμίγουν και συζούν. Η αφομοιωτική δύναμη του ελληνισμού είναι ιστορικά τεκμηριωμένη και είναι αυτή που και σήμερα και στο εγγύς μέλλον θα κατορθώσει πάλι να κάνει τη δουλειά της. Το φρούτο βέβαια του πολυπολιτισμού καλά κρατεί εδώ και μια εικοσαετία και καλλιεργείται, σε σημείο που κι αυτή η προσπάθεια αφομοίωσης μπορεί να πέσει πάνω σε τοίχο, λόγω και του υπερβολικά μεγάλου αριθμού των μεταναστών, των συνθηκών διαβίωσης τους, αλλά και της παράνομης εισόδου, διαμονής ή και δραστηριότητας στην Ελλάδα.
Πέρα απ’ αυτά ωστόσο, νομίζω ότι πρέπει να κάνουμε ότι μπορούμε για να φέρουμε τα παιδιά των ξένων σε επαφή με αυτό που λέμε ελληνικό πολιτισμό, να τα κάνουμε όσο γίνεται ελληνόπουλα. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για Σχολεία ή Εκκλησία. Ο μικρός αντιήρωας της Ποταμιάς δείχνει την τάση να ακολουθήσει τις συνήθειες της πλειονότητας. Η πλειονότητα όμως, κάνει ό, τι μπορεί για να τον εντάξει στους κόλπους της; Η συμπεριφορά μας είναι τέτοια ώστε να νιώσει το παιδί ευπρόσδεκτο και να αγαπήσει αυτό που αρχικά – για οποιονδήποτε λόγο – του τράβηξε την προσοχή; Ή μήπως οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί των τύπων σπέρνουν στην ψυχή του το μίσος για μια θρησκεία, για έναν λαό που του έκλεισε την πόρτα, όταν τη χτύπησε; Και τι περιμένουμε να θερίσουμε αργότερα;
Το μικρό μεταναστόπουλο, έχω την εντύπωση ότι τελικά μπήκε στη σειρά και κοινώνησε. Το παρατηρούσα όμως να κάθεται ύστερα στα σκαλιά του Ιερού, σχεδόν στα πόδια του Δεσπότη και να ρουφάει σαν σφουγγάρι την όλη τελετουργία του Μυστηρίου, και μάλιστα να δοκιμάζει να κάνει και τον σταυρό του μιμούμενος τους μεγαλύτερους. Την ίδια στιγμή, κανένα από τα ελληνόπουλα δεν τον έκανε.
2ος αντιήρωας: «Ειρήνη σοι τω αναγιγνώσκοντι».
Την προηγούμενη Κυριακή, στην ίδια Εκκλησία, δίχως Δεσπότη, ψάλτης ήταν ένας γεράκος που η φωνή του (για ψάλτη) δεν σου ικανοποιούσε την ακοή. Ερασιτέχνης προφανώς, προσφέρει ολοχρονίς τις φωνητικές του χορδές σε μια ενορία ενός χωριού, μάλλον του χωριού του, που δεν έχει τη δυνατότητα για κάποιον καλύτερο. Την Κυριακή όμως που ήρθε ο Δεσπότης, εμφανίστηκαν στο δεξί ψαλτήρι δυο – τρεις «επαγγελματίες», καλλίφωνοι, ίσως και σπουδαγμένοι πάνω στη βυζαντινή μουσική – στην ψαλτική. Ο εκφραστικός γεράκος πέρασε απέναντι, στο αριστερό ψαλτήρι και η συμμετοχή του στην Λειτουργία ήταν… μηδενική. Δεν έβγαλε ούτε νότα, ούτε ένα «Αμήν».
Σχεδόν συνοφρυωμένος, παρακολουθούσε όλη την Λειτουργία σαν όλους τους υπόλοιπους. Η παρουσία και τέλεση της Θείας Ευχαριστίας από τον Δεσπότη, μάλλον δε θα μπορούσε να συνοδεύεται από έναν ψάλτη του χωριού, που στερείται ανάλογης μεγαλοπρέπειας και της απαιτούμενης παιδείας – οι μετοχές της Ποταμιάς ανέβηκαν! Καλός είναι για όλες τις άλλες μέρες του χρόνου, καλός είναι για τους χωριάτες, καλός και για τον κουτσό παπά που ιδρώνει κατακαλόκαιρο στις ενορίες του. Όχι όμως και για τον Σεβασμιώτατο. Θέλει τους δικούς του. Εκτός κι αν (κι αυτό είναι το πιθανότερο) οι ίδιοι οι ενορίτες κάλεσαν ανώτερους ψαλτάδες συναισθανόμενοι την μειονεξία τους και έμπρακτα αποδεικνύοντας την επαρχιώτική δουλοπρέπεια. Γιατί τι άλλο θα μπορούσε να είναι, όταν κρύβουμε την αλήθεια, τον εαυτό μας, μασκαρεύουμε την πραγματικότητα στα μάτια του υψηλού επισκέπτη, στα μάτια της Εξουσίας; Όπως ακριβώς γίνεται στο στρατό όταν θα επιθεωρήσει (πάντα με προειδοποίηση) ο στρατηγός, όπως ακριβώς έγινε και στην Αθήνα κατά την Ολυμπιάδα του 2004.
Ας προσπαθήσουμε για λίγο να μπούμε στην ψυχολογία του ανθρώπου αυτού, του ψάλτη. Όταν στην πράξη δείχνεις ότι τον θεωρείς απλά μια λύση ανάγκης, ανίκανο να εκπροσωπήσει την ενορία στις επίσημες στιγμές της∙ όταν κατάμουτρα του λες ότι είσαι χαμηλού επιπέδου, το ίδιο και οι υπηρεσίες που προσφέρεις, το ίδιο και η τοπική κοινωνία που υπηρετείς∙ πόσες φορές θα πέρασε άραγε από το μυαλό του όλες εκείνες τις ώρες που άκουγε τις ψαλμωδίες των απέναντι, πόσες φορές άραγε μέσα στη σιωπή του δεν θα σκέφτηκε να τα παρατήσει, να μην ξανασχοληθεί; Δεν είναι πιθανό ο εγωισμός του να χτύπησε κόκκινο και εν θερμώ να θέλησε να αρνηθεί κι αυτός με τη σειρά του αυτούς που τον αρνήθηκαν; Πόσες φορές κι εμείς δε βρεθήκαμε σε κάποια ανάλογη θέση στη δουλειά, στις σχέσεις, στα χόμπι μας; Νομίζω ότι μπορούμε να φανταστούμε την πίκρα που τόσο φανερά διαγραφόταν στο πρόσωπό του τις ώρες του μαρτυρίου.
Δύο αντιήρωες σε μία μέρα, σε έναν τόπο – ιερό. Δυο άνθρωποι αντίθετης ηλικίας, διαφορετικής εθνικότητας, δυο πολίτες β’ κατηγορίας. Αποσυνάγωγοι, με έναν δικό του τρόπο ο καθένας, έστω και δικαιολογημένα, αν το δούμε κι από την άλλη πλευρά. Και οι δυο όμως, αντικείμενα μια συμπεριφοράς άκρως ανθρώπινης, δηλαδή φύσει ενέχουσας ελαττωματικά στίγματα. Και δυστυχώς, δεν έχουμε ποτέ τη διαύγεια να κρίνουμε εκ των προτέρων, να καλλιεργήσουμε μια νοοτροπία, να απαλείψουμε αυτά τα στίγματα. Εις τους αιώνας των αιώνων.
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr
Ετικέτες
Εκκλησία,
ποταμια θασου,
πρωτομαγια
Κυριακή 7 Αυγούστου 2011
ΣΑΝ ΤΟ ΣΚΥΛΙ ΣΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ (01 07 2011)
Ανθρώπινες συμπεριφορές εξαιρετικής ποιότητας.
Κατά καιρούς έχουμε «παινέψει» από αυτή εδώ τη στήλη το ανυπέρβλητο επίπεδο πολιτισμού που χαρακτηρίζει τον Νιγριτινό: δίχως ανούσιες γενικεύσεις, καθημερινά συναντάμε σ’ αυτόν τον μικρό τόπο που μας έλαχε να ζούμε, συμπεριφορές – αδιάψευστα τεκμήρια του θρυλικού πλέον νιγριτινού ήθους. Μία από αυτές τις συμπεριφορές που στηλιτεύσαμε εδώ, ήταν και οι φόλες. Όμως, κάποιοι αγλαοί συμπολίτες μας υπερέβησαν κι αυτό το ανδραγάθημα ανεβάζοντας πολύ ψηλά τον πήχυ για τον επόμενο, σε σημείο που θα πρέπει να συλλογιστεί πολύ για να διανοηθεί τι χειρότερο μπορεί να είναι αυτό που θα κάνει, για να πάρει την πρώτη θέση σε αυτόν τον άτυπο διαγωνισμό καφρίλας: πολλοί θα γίνατε αυτόπτες μάρτυρες ενός απαγχονισμένου σκυλιού στα κάγκελα της παλιάς Μητρόπολης.
Δεν θέλω να γράψω με φτηνούς συναισθηματισμούς και μελοδραματισμούς του τύπου «το καημένο το σκυλάκι». Δεν είναι τόσο η θανάτωση του σκυλιού, όσο ο οικτρός τρόπος. Πρόκειται για μια άκρως ενδιαφέρουσα από ανθρωπολογικής, ψυχολογικής και πολιτισμικής πλευράς περίπτωση, για να αναλύσουμε τον συγκεκριμένο συμπολίτη μας και την ενέργειά του και ίσως εντοπίσουμε και μια πλευρά του εαυτού μας. Να ξεκαθαρίσω εκ των προτέρων ότι αποκλείω κάθετα την περίπτωση η ενέργεια αυτή να είναι κάποιου είδους μήνυμα προς την Εκκλησία, κάποια ιδεολογική «θέση» ή «δράση» αγωνιούντων για τα θρησκευτικά πράγματα συμπατριωτών μας!
Για να κρεμάσεις ένα ζωντανό, όχι για λόγους επιβίωσης, πρέπει να έχεις οπωσδήποτε έναν χαρακτήρα σκληρό και αμείλικτο. Για να το κρεμάς όμως σε κεντρικό δρόμο, σε δημόσιο κτίριο και σε δημόσια θέα, όπου θα το δουν σίγουρα και μικρά παιδιά, πρέπει να κουβαλάς πολλά κόμπλεξ και μάλλον – όπως θα έλεγαν και οι ψυχολόγοι – ταραγμένα παιδικά χρόνια, τραύματα ψυχικά και απωθημένα. Ποιοι γονείς και πώς μεγάλωσαν έναν τέτοιον άνθρωπο (αν αξίζει αυτόν τον προσδιορισμό). Τι μνήμες και παραστάσεις πρέπει να οικοδόμησαν μια τέτοια ψυχοσύνθεση; Τι πρέπει να τράβηξε, να είδε, ο φουκαράς για να κάνει κάτι τέτοιο; Τι ψυχολογικά ή άλλα προβλήματα μπορεί να αντιμετωπίζει ακόμα και στην όποια ωριμότητά του; Τι μπορεί να του έκανε το σκυλί για να προβεί σε μια τέτοια μαγκιά;
Οπωσδήποτε το ζήτημα με τα αδέσποτα στη Νιγρίτα έχει παραγίνει. Γαϊδούρια ολόκληρα κυκλοφορούν στους δρόμους κοπάδια και αρκετοί έχουν το φόβο να διαβούν ή ακόμη έχουν κυνηγηθεί από αυτά. Δαγκωματιές προς το παρόν δεν έχουν αναφερθεί. Προφανώς ο Δήμος, μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας, θα πρέπει να μεριμνήσει να μεταφερθούν σε κάποιο σχετικό κρατικό χώρο και να στειρωθούν. Αλλά, για να υπάρχουν τόσα αδέσποτα, σημαίνει πολύ απλά ότι ο δεσπότης τους, το αφεντικό τους, τα παράτησε να βόσκουν στην αγορά απαλλασσόμενος από το βάρος τους. Ξύπνησε μια μέρα ο φιλόζωος και δεν τα ήθελε άλλο βρε αδερφέ! Γέννησε η σκύλα του και του ήταν πολλά, τι να τα κάνει; Κι αυτά τα άτιμα επιζούν όπου κι αν τα πετάξεις, πανάθεμά τα!
Φτάνουμε λοιπόν ξανά να σκεφτούμε ότι η ρίζα του κακού (κάθε κακού) είναι ο άνθρωπος και η ποιότητά του. Ακόμα πιο στενά, του Νιγριτινού και του Νεοέλληνα: είδους μοναδικού, σπανίου και αναδέλφου, που ένα από τα χαρακτηριστικά του είναι να φορτώνει τις ευθύνες του στους άλλους. Πετάμε το σκυλί που δεν θέλουμε – γίνεται αδέσποτο – κάνει κάποια ζημιά (αφού δεν υπάρχει αφεντικό να το συγκρατήσει) – το κρεμάμε τιμωρώντας το. Αυτές είναι οι φάσεις της περίπτωσης και με μια απλή ματιά ο καθένας μπορεί να δει ότι η αρχή και το τέλος έχουν για κοινό παράγοντα τον άνθρωπο. Δυο κρετίνοι που με τον τρόπο τους τυραννούν ένα ζώο, είναι πολύ πιθανό, σχεδόν βέβαιο, ότι δεν θα διστάσουν να συμπεριφερθούν με τον ίδιο τρόπο σε όποιον είναι πιο αδύναμος από αυτούς.
Αυτοί οι άνθρωποι, οι τέτοιου φυράματος, είναι μέρος του λαού, είναι λαός, είναι φίλοι μας, συγγενείς μας, γείτονες. Ψηφίζουν. Αποφασίζουν – όσο τους αναλογεί - και αντίστοιχα στιγματίζουν το σύνολο, σαν μια στάλα δηλητήριο που θα πέσει σ’ ένα ποτήρι νερό και θα απλωθεί. Άντε πιες το. Η εικόνα του Νιγριτινού έχει μέσα της και ψήγματα από τέτοιες συμπεριφορές. Ο Νιγριτινός και ο Νεοέλληνας είναι εν μέρει και αυτός ο βάρβαρος, ο κουτοπόνηρος, ο ψυχικά άρρωστος, ο παρανοϊκός.
Και μετά ζητάμε και δημοψηφίσματα και αναπολούμε την άμεση Δημοκρατία. Να έρθει η σειρά να εξαρτάται μια σημαντική απόφαση από τα χέρια και το μυαλό αυτωνών. Καήκαμε. Όσο αριστοκρατικά ίσως κι αν ακούγονται όλα αυτά, πρέπει να έχουμε ξεκαθαρισμένα τα πράγματα όταν κολακεύουμε και εκθειάζουμε εξόφθαλμα λαϊκιστικά τον «λαό». Ποιον λαό;
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr
▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓
Ιδού και ένα τεστ μνήμης. Ποιοι από σας πήγαιναν στη Β’ Γυμνασίου Νιγρίτας το σχολικό έτος 1986-1987 και μάλιστα στο τμήμα Β2; Αναγνωρίστε το λαμπρό πενταμελές που δώρισε τότε στη Βιβλιοθήκη του σχολείου το βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη «Ο φτωχούλης του Θεού» και αποτύπωσε στα πρώτα του φύλλα αυτήν την αφιέρωση.
Ο πρόεδρος πάντως του πενταμελούς έχει και πολύ καλή φωνή. Και μάλιστα την προηγούμενη Παρασκευή διοργανώθηκε μια εκδήλωση με φιλανθρωπικό σκοπό στο club Flow, όπου εκτός από τις μουσικές και φωνητικές ικανότητες των συμμετασχόντων, θαύμασα και κάτι άλλο, ίσως σημαντικότερο. Την αλληλεγγύη. Όχι μόνο προς την οικογένεια του μουσικού προς τιμήν του οποίου έγινε η βραδιά, αλλά και προς έναν ακόμη σημαντικό τραγουδιστή και μουσικό της Νιγρίτας με προβλήματα όρασης, τον Μεγάρχη. Καθώς λοιπόν περίμενε στη γωνία του μπαρ τη σειρά του να τραγουδήσει (εκπληκτικά Καζαντζίδη), τη μία φορά ένας συνάδελφος του τον οδήγησε απ’ το μπράτσο στην τουαλέτα και τον γύρισε, την άλλη φορά άλλος τον οδήγησε στη σκηνή και μετά τα τραγούδια τον γύρισε πάλι στη θέση του. Συγκινητικό και προς τιμήν τους. Ευτυχώς, ζείδωρο αντιστάθμισμα και καίριο απέναντι στις συμπεριφορές του σημερινού σημειώματος.
Όμως και στον βραδινό μας πεζόδρομο το καφέ μπαρ Άναξ παρουσίασε το δικό μας συγκρότημα «Κορώνα ή Γράμματα», όπου πέρα απ’ τους αδερφούς Ούτσιου, εντυπωσίασε η φωνή της Χρύσας Μπαλτήρα. Όσοι δεν την ξέραμε, μείναμε άφωνοι. Από κοντά και η κιθάρα του Ραφαήλ Γεωργιάδη και τα τύμπανα του Ευριπίδη Τσέλκου. Μακάρι ο πεζόδρομος να δώσει κι άλλες ευκαιρίες για μουσικές ή άλλες εκδηλώσεις.
Κατά καιρούς έχουμε «παινέψει» από αυτή εδώ τη στήλη το ανυπέρβλητο επίπεδο πολιτισμού που χαρακτηρίζει τον Νιγριτινό: δίχως ανούσιες γενικεύσεις, καθημερινά συναντάμε σ’ αυτόν τον μικρό τόπο που μας έλαχε να ζούμε, συμπεριφορές – αδιάψευστα τεκμήρια του θρυλικού πλέον νιγριτινού ήθους. Μία από αυτές τις συμπεριφορές που στηλιτεύσαμε εδώ, ήταν και οι φόλες. Όμως, κάποιοι αγλαοί συμπολίτες μας υπερέβησαν κι αυτό το ανδραγάθημα ανεβάζοντας πολύ ψηλά τον πήχυ για τον επόμενο, σε σημείο που θα πρέπει να συλλογιστεί πολύ για να διανοηθεί τι χειρότερο μπορεί να είναι αυτό που θα κάνει, για να πάρει την πρώτη θέση σε αυτόν τον άτυπο διαγωνισμό καφρίλας: πολλοί θα γίνατε αυτόπτες μάρτυρες ενός απαγχονισμένου σκυλιού στα κάγκελα της παλιάς Μητρόπολης.
Δεν θέλω να γράψω με φτηνούς συναισθηματισμούς και μελοδραματισμούς του τύπου «το καημένο το σκυλάκι». Δεν είναι τόσο η θανάτωση του σκυλιού, όσο ο οικτρός τρόπος. Πρόκειται για μια άκρως ενδιαφέρουσα από ανθρωπολογικής, ψυχολογικής και πολιτισμικής πλευράς περίπτωση, για να αναλύσουμε τον συγκεκριμένο συμπολίτη μας και την ενέργειά του και ίσως εντοπίσουμε και μια πλευρά του εαυτού μας. Να ξεκαθαρίσω εκ των προτέρων ότι αποκλείω κάθετα την περίπτωση η ενέργεια αυτή να είναι κάποιου είδους μήνυμα προς την Εκκλησία, κάποια ιδεολογική «θέση» ή «δράση» αγωνιούντων για τα θρησκευτικά πράγματα συμπατριωτών μας!
Για να κρεμάσεις ένα ζωντανό, όχι για λόγους επιβίωσης, πρέπει να έχεις οπωσδήποτε έναν χαρακτήρα σκληρό και αμείλικτο. Για να το κρεμάς όμως σε κεντρικό δρόμο, σε δημόσιο κτίριο και σε δημόσια θέα, όπου θα το δουν σίγουρα και μικρά παιδιά, πρέπει να κουβαλάς πολλά κόμπλεξ και μάλλον – όπως θα έλεγαν και οι ψυχολόγοι – ταραγμένα παιδικά χρόνια, τραύματα ψυχικά και απωθημένα. Ποιοι γονείς και πώς μεγάλωσαν έναν τέτοιον άνθρωπο (αν αξίζει αυτόν τον προσδιορισμό). Τι μνήμες και παραστάσεις πρέπει να οικοδόμησαν μια τέτοια ψυχοσύνθεση; Τι πρέπει να τράβηξε, να είδε, ο φουκαράς για να κάνει κάτι τέτοιο; Τι ψυχολογικά ή άλλα προβλήματα μπορεί να αντιμετωπίζει ακόμα και στην όποια ωριμότητά του; Τι μπορεί να του έκανε το σκυλί για να προβεί σε μια τέτοια μαγκιά;
Οπωσδήποτε το ζήτημα με τα αδέσποτα στη Νιγρίτα έχει παραγίνει. Γαϊδούρια ολόκληρα κυκλοφορούν στους δρόμους κοπάδια και αρκετοί έχουν το φόβο να διαβούν ή ακόμη έχουν κυνηγηθεί από αυτά. Δαγκωματιές προς το παρόν δεν έχουν αναφερθεί. Προφανώς ο Δήμος, μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας, θα πρέπει να μεριμνήσει να μεταφερθούν σε κάποιο σχετικό κρατικό χώρο και να στειρωθούν. Αλλά, για να υπάρχουν τόσα αδέσποτα, σημαίνει πολύ απλά ότι ο δεσπότης τους, το αφεντικό τους, τα παράτησε να βόσκουν στην αγορά απαλλασσόμενος από το βάρος τους. Ξύπνησε μια μέρα ο φιλόζωος και δεν τα ήθελε άλλο βρε αδερφέ! Γέννησε η σκύλα του και του ήταν πολλά, τι να τα κάνει; Κι αυτά τα άτιμα επιζούν όπου κι αν τα πετάξεις, πανάθεμά τα!
Φτάνουμε λοιπόν ξανά να σκεφτούμε ότι η ρίζα του κακού (κάθε κακού) είναι ο άνθρωπος και η ποιότητά του. Ακόμα πιο στενά, του Νιγριτινού και του Νεοέλληνα: είδους μοναδικού, σπανίου και αναδέλφου, που ένα από τα χαρακτηριστικά του είναι να φορτώνει τις ευθύνες του στους άλλους. Πετάμε το σκυλί που δεν θέλουμε – γίνεται αδέσποτο – κάνει κάποια ζημιά (αφού δεν υπάρχει αφεντικό να το συγκρατήσει) – το κρεμάμε τιμωρώντας το. Αυτές είναι οι φάσεις της περίπτωσης και με μια απλή ματιά ο καθένας μπορεί να δει ότι η αρχή και το τέλος έχουν για κοινό παράγοντα τον άνθρωπο. Δυο κρετίνοι που με τον τρόπο τους τυραννούν ένα ζώο, είναι πολύ πιθανό, σχεδόν βέβαιο, ότι δεν θα διστάσουν να συμπεριφερθούν με τον ίδιο τρόπο σε όποιον είναι πιο αδύναμος από αυτούς.
Αυτοί οι άνθρωποι, οι τέτοιου φυράματος, είναι μέρος του λαού, είναι λαός, είναι φίλοι μας, συγγενείς μας, γείτονες. Ψηφίζουν. Αποφασίζουν – όσο τους αναλογεί - και αντίστοιχα στιγματίζουν το σύνολο, σαν μια στάλα δηλητήριο που θα πέσει σ’ ένα ποτήρι νερό και θα απλωθεί. Άντε πιες το. Η εικόνα του Νιγριτινού έχει μέσα της και ψήγματα από τέτοιες συμπεριφορές. Ο Νιγριτινός και ο Νεοέλληνας είναι εν μέρει και αυτός ο βάρβαρος, ο κουτοπόνηρος, ο ψυχικά άρρωστος, ο παρανοϊκός.
Και μετά ζητάμε και δημοψηφίσματα και αναπολούμε την άμεση Δημοκρατία. Να έρθει η σειρά να εξαρτάται μια σημαντική απόφαση από τα χέρια και το μυαλό αυτωνών. Καήκαμε. Όσο αριστοκρατικά ίσως κι αν ακούγονται όλα αυτά, πρέπει να έχουμε ξεκαθαρισμένα τα πράγματα όταν κολακεύουμε και εκθειάζουμε εξόφθαλμα λαϊκιστικά τον «λαό». Ποιον λαό;
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr
▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓
Ιδού και ένα τεστ μνήμης. Ποιοι από σας πήγαιναν στη Β’ Γυμνασίου Νιγρίτας το σχολικό έτος 1986-1987 και μάλιστα στο τμήμα Β2; Αναγνωρίστε το λαμπρό πενταμελές που δώρισε τότε στη Βιβλιοθήκη του σχολείου το βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη «Ο φτωχούλης του Θεού» και αποτύπωσε στα πρώτα του φύλλα αυτήν την αφιέρωση. Ο πρόεδρος πάντως του πενταμελούς έχει και πολύ καλή φωνή. Και μάλιστα την προηγούμενη Παρασκευή διοργανώθηκε μια εκδήλωση με φιλανθρωπικό σκοπό στο club Flow, όπου εκτός από τις μουσικές και φωνητικές ικανότητες των συμμετασχόντων, θαύμασα και κάτι άλλο, ίσως σημαντικότερο. Την αλληλεγγύη. Όχι μόνο προς την οικογένεια του μουσικού προς τιμήν του οποίου έγινε η βραδιά, αλλά και προς έναν ακόμη σημαντικό τραγουδιστή και μουσικό της Νιγρίτας με προβλήματα όρασης, τον Μεγάρχη. Καθώς λοιπόν περίμενε στη γωνία του μπαρ τη σειρά του να τραγουδήσει (εκπληκτικά Καζαντζίδη), τη μία φορά ένας συνάδελφος του τον οδήγησε απ’ το μπράτσο στην τουαλέτα και τον γύρισε, την άλλη φορά άλλος τον οδήγησε στη σκηνή και μετά τα τραγούδια τον γύρισε πάλι στη θέση του. Συγκινητικό και προς τιμήν τους. Ευτυχώς, ζείδωρο αντιστάθμισμα και καίριο απέναντι στις συμπεριφορές του σημερινού σημειώματος.
Όμως και στον βραδινό μας πεζόδρομο το καφέ μπαρ Άναξ παρουσίασε το δικό μας συγκρότημα «Κορώνα ή Γράμματα», όπου πέρα απ’ τους αδερφούς Ούτσιου, εντυπωσίασε η φωνή της Χρύσας Μπαλτήρα. Όσοι δεν την ξέραμε, μείναμε άφωνοι. Από κοντά και η κιθάρα του Ραφαήλ Γεωργιάδη και τα τύμπανα του Ευριπίδη Τσέλκου. Μακάρι ο πεζόδρομος να δώσει κι άλλες ευκαιρίες για μουσικές ή άλλες εκδηλώσεις.
Ετικέτες
γυμνασιο νιγριτας,
κορωνα η γραμματα,
μεγαρχης,
νεοέλληνες,
νιγριτα,
πρωτομαγια
Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011
ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΛΟΥΚΑ ΣΤΑ ΣΧΙΔΙΑ (15 07 2011)
«Όπου και να πάω η Ελλάδα με πληγώνει».
Γιώργος Σεφέρης
Το θέρος θέλω να με βρίσκει στη Θάσο. Μια ιδιαίτερη σχέση έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια και συνεχώς επιστρέφω. Υπάρχουν πολλοί τόποι στην Ελλάδα που μπορούν να σε μυήσουν σε αυτό που Έλληνες και ξένοι έχουν αποθεώσει: το ελληνικό καλοκαίρι, την ψυχή της Ελλάδας. Ξένοι που βρίσκονται τυχαία για τουρισμό μαγεύονται και εγκαθίστανται μόνιμα, αγοράζουν σπίτια, βαπτίζονται, παντρεύονται. Μια άλλου είδους ξενική εισβολή, όπου για πολλοστή φορά η «κατακτημένη» Ελλάδα επιβάλλεται στον κατακτητή.
Η μαγεία βρίσκεται στην απλότητα. Αυτήν την απλότητα του ελληνικού καλοκαιριού και του πολιτισμού την έχουν υμνήσει οι μέγιστοι ποιητές, από τον Αρχίλοχο ως τον Σολωμό, τον Παλαμά, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Ελύτη. Αλλά, «όπου και να πάω η Ελλάδα με πληγώνει». Υπάρχει και η άλλη πλευρά, η σκοτεινή.
Αυτός ο τόπος πηγαίνει μόνος του. Κάτι αδιόρατο, ανέγγιχτο απ’ τις μαγαρισιές των θνητών διαχειριστών, των τυχερών που μας έλαχε αυτός ο τόπος – κάτι θεϊκό θαρρείς οδηγεί αυτόν τον τόπο μέσα από την αιωνιότητα. Δεν εξηγείται αλλιώς. Η νεοελληνική αθλιότητα θα είχε σακατέψει εντελώς καθετί σε αυτή τη γωνιά της Ευρώπης, αν περνούσε από το χέρι της.
Η Θάσος έχει πολλούς αρχαιολογικούς χώρους, μιας και η ιστορία της χάνεται στις χιλιετίες. Μάλιστα φέτος γιορτάζονται τα 100 χρόνια από την έλευση των αρχαιολόγων της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, προς τιμήν της οποίας έχει ονομαστεί κεντρικός δρόμος της πρωτεύουσας, του Λιμένα. Και εκεί, όπως και στην Αλυκή, είχα πάει τα προηγούμενα χρόνια και είχα περιηγηθεί στα ερείπια των αρχαίων κατοίκων τους. Φέτος αποφάσισα να κινηθώ σε λιγότερο γνωστούς προορισμούς, βασιζόμενος στις καφέ πινακίδες που σε κατευθύνουν.
Κατεβαίνοντας την ανατολική πλευρά του νησιού συναντώ την ταμπέλα: «Άγιος Ιωάννης Λουκάς, αρχαία εγκατάσταση». Πολύ περίεργη λέξη η «εγκατάσταση» για αρχαιολογικό χώρο. Στρίβω πάνω σε απότομη στροφή και μπαίνω σε άθλιο χωματόδρομο, όπου με το ζόρι χωράει ένα αυτοκίνητο. Κι επειδή στο τέρμα της κατηφόρας βρίσκεται και η ομώνυμη παραλία, η κίνηση είναι αρκετή και δύσκολη. Τέλος πάντων, φτάνω στο χώρο της «εγκατάστασης». Τι είναι τούτο; Δυο μάρμαρα και δυο πέτρες πεταμένα και μερικά χωμάτινα τοιχία στο έδαφος. Καμιά σειρά και προπάντων: καμιά ενημέρωση. Τι εγκατάσταση είναι αυτή; Ποιας εποχής; Ποιος ήταν ο Άγιος Ιωάννης Λουκάς; Πουθενά μια πινακίδα που να εξηγεί περιληπτικά την Ιστορία, ένα σχεδιάγραμμα του τόπου. Τίποτα.
Αφού πήρα την πρώτη ψυχρολουσία, βγήκα με το ζόρι στον αυτοκινητόδρομο και συνεχίσανε την παραθαλάσσια πορεία του. Σε λίγα χιλιόμετρα, άλλη καφέ πινακίδα: «Σχίδια, αρχαίος πύργος και αγροικία». Η στροφή, πάλι στο αντίθετο ρεύμα, λίγα μόλις μέτρα μετά την πινακίδα. Κι αν γλιτώσεις από κανέναν που έρχεται από απέναντι, δε γλιτώνεις από τον χωματόδρομο που κατεβαίνεις. Ο προηγούμενος ήταν σαν autobank μπροστά του! Τα νεροφαγώματα είναι τέτοια που μετά βίας κατεβαίνει 4Χ4. Η κούρσα δεινοπαθεί. Ευτυχώς η απόσταση είναι μικρή. Αλλά η απογοήτευση μεγάλη. Μια σκουριασμένη καγκελόπορτα με αλυσίδα και λουκέτο! Λουκέτο, καθημερινή και 12 η ώρα! Μια άθλια περίφραξη και ό, τι αρχαίο θα μπορούσες να δεις απ’ έξω, είναι πνιγμένο στην πρασινάδα. Παίρνω το μονοπάτι δεξιά - ίσως να οδηγούσε σε άλλη είσοδο. Μάταια. Μόνο μιαν αποφορά από την αυτοσχέδια υπαίθρια τουαλέτα των παρακείμενων κατασκηνωτών. Κι από ενημέρωση, τα ίδια, δηλαδή μηδέν. Τίνος ο πύργος και η αγροικία, ποιας εποχής; Σκοτάδι πίσσα. Δεύτερη ψυχρολουσία, πού κουράγιο να συνεχίσω για Θημωνιά; Αγκομαχώντας να βγάλω το αμάξι στον άσφαλτο, αποφάσισα να γυρίσω πίσω. Αρκετά για μια μέρα.
Τι να πρωτοπείς. Να προσπαθήσεις να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα. Θυμάμαι τα δικά μας ερείπια, της Τερπνής. Βίοι παράλληλοι, το κακό είναι γενικό. Μού ‘ρχονται στο νου και κείνα τα υπουργικά εμέσματα περί «δυναμικής της κοινωνίας» και προσπαθώ να μπω στη λογική τους. Πόσοι «λοξοί» θα θελήσουν να επισκεφτούν τα Σχίδια, τον Άγιο Ιωάννη Λουκά, την Τερπνή; Δεν υπάρχουν και πολλοί. Οι περισσότεροι ταυτίζουν τις διακοπές με ταβέρνα, φαΐ και πιοτό, ήλιο και θάλασσα, οι νεότεροι με ξεσάλωμα. Και συνήθως κουβαλάν στα νησιά τις συνήθειες και τις ανέσεις της καθημερινότητάς τους. Ούτε κουβέντα για επαφή και γνωριμία με τον τόπο που επισκέπτονται, ούτε σκέψη για μια στάλα Ιστορίας. Λίγοι θα παρακάμψουν στα χαλάσματα, οι πιο πολλοί ξένοι του Βορρά, μαγνητισμένοι από μια ιδέα, ένα είδωλο Ελλάδας (τον Μύθο) που μαθαίνουν στα σχολεία της πατρίδας τους και περιμένουν να τον βρουν ολοζώντανο. Μάταια.
Ο νεοέλληνας απέχει παρασάγγας από το αρχαίο ιδανικό, τη ρίζα για την οποία τόσο σεμνυνόμαστε και την κραδαίνουμε απειλητικά σε όποιον μας θίξει. Θα κλαίγαμε γοερά αν δημοσιευόταν μια στατιστική για το πόσοι επισκεπτόμαστε τα μόνα ζωντανά απομεινάρια των – κατά τ’ άλλα – ένδοξων προγόνων: τα μνημεία και τη βιβλιογραφία. Κι έτσι μόνο έρχομαι εν μέρει να δικαιολογήσω την αδιαφορία των Αρχών για αυτούς τους χώρους. Δεν εκφράζουν κανέναν, δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Κι επειδή όλα μετριούνται από τις Αρχές λογιστικά, στενά οικονομίστικα, η ερήμωση είναι αυτό που λογικά συνεπάγεται. Αλλά, ούτε μια ενημερωτική πινακίδα; Ούτε ένα κυβικό χαλικιού να στρωθεί ο δρόμος; Και το λουκέτο; Προς τι; Μήπως παραβιάσει κανένας τα ξεπαρατημένα;
Και μας τους λίγους, τους παράξενους, που ψάχνουμε που και που μια αίσθηση της συνέχειας στον τόπο, μια επαφή με την ατμόσφαιρα των αιώνων και των ανθρώπων που πέρασαν, τι μας μένει; Να στραφούμε στα βιβλία για να ψάξουμε αυτό που μπορούμε να το αγγίξουμε στην πραγματικότητα. Να αναζητούμε μέσα σε τέσσερις τοίχους μιας βιβλιοθήκης, μέσα σε χάρτινες σελίδες τον Άγιο Ιωάννη Λουκά και τα Σχίδια (ή τα Σκίδια, όπως τα λένε οι ντόπιοι) και όχι στους αληθινούς αρχαίους τοίχους που η πρόσβαση και η ενημέρωση είναι απαγορευμένο αγαθό.
Και θα συνεχίσουμε να κουνάμε το κεφάλι με νόημα και θα αρχίσουμε πλέον να μπαίνουμε στον πειρασμό της πώλησης και των νησιών, και των μνημείων, και των ονομάτων, και του ίδιου μας του εαυτού, μπας και αναλάβουν άλλοι να τα αναδείξουν και να τα φωτίσουν. Αφού εμείς οι ίδιοι πρώτοι τα ξεπουλήσαμε με την αδιαφορία και την άρνησή μας.
Γιώργος Σεφέρης
Το θέρος θέλω να με βρίσκει στη Θάσο. Μια ιδιαίτερη σχέση έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια και συνεχώς επιστρέφω. Υπάρχουν πολλοί τόποι στην Ελλάδα που μπορούν να σε μυήσουν σε αυτό που Έλληνες και ξένοι έχουν αποθεώσει: το ελληνικό καλοκαίρι, την ψυχή της Ελλάδας. Ξένοι που βρίσκονται τυχαία για τουρισμό μαγεύονται και εγκαθίστανται μόνιμα, αγοράζουν σπίτια, βαπτίζονται, παντρεύονται. Μια άλλου είδους ξενική εισβολή, όπου για πολλοστή φορά η «κατακτημένη» Ελλάδα επιβάλλεται στον κατακτητή.
Η μαγεία βρίσκεται στην απλότητα. Αυτήν την απλότητα του ελληνικού καλοκαιριού και του πολιτισμού την έχουν υμνήσει οι μέγιστοι ποιητές, από τον Αρχίλοχο ως τον Σολωμό, τον Παλαμά, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Ελύτη. Αλλά, «όπου και να πάω η Ελλάδα με πληγώνει». Υπάρχει και η άλλη πλευρά, η σκοτεινή.
Αυτός ο τόπος πηγαίνει μόνος του. Κάτι αδιόρατο, ανέγγιχτο απ’ τις μαγαρισιές των θνητών διαχειριστών, των τυχερών που μας έλαχε αυτός ο τόπος – κάτι θεϊκό θαρρείς οδηγεί αυτόν τον τόπο μέσα από την αιωνιότητα. Δεν εξηγείται αλλιώς. Η νεοελληνική αθλιότητα θα είχε σακατέψει εντελώς καθετί σε αυτή τη γωνιά της Ευρώπης, αν περνούσε από το χέρι της.
Η Θάσος έχει πολλούς αρχαιολογικούς χώρους, μιας και η ιστορία της χάνεται στις χιλιετίες. Μάλιστα φέτος γιορτάζονται τα 100 χρόνια από την έλευση των αρχαιολόγων της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, προς τιμήν της οποίας έχει ονομαστεί κεντρικός δρόμος της πρωτεύουσας, του Λιμένα. Και εκεί, όπως και στην Αλυκή, είχα πάει τα προηγούμενα χρόνια και είχα περιηγηθεί στα ερείπια των αρχαίων κατοίκων τους. Φέτος αποφάσισα να κινηθώ σε λιγότερο γνωστούς προορισμούς, βασιζόμενος στις καφέ πινακίδες που σε κατευθύνουν.
Κατεβαίνοντας την ανατολική πλευρά του νησιού συναντώ την ταμπέλα: «Άγιος Ιωάννης Λουκάς, αρχαία εγκατάσταση». Πολύ περίεργη λέξη η «εγκατάσταση» για αρχαιολογικό χώρο. Στρίβω πάνω σε απότομη στροφή και μπαίνω σε άθλιο χωματόδρομο, όπου με το ζόρι χωράει ένα αυτοκίνητο. Κι επειδή στο τέρμα της κατηφόρας βρίσκεται και η ομώνυμη παραλία, η κίνηση είναι αρκετή και δύσκολη. Τέλος πάντων, φτάνω στο χώρο της «εγκατάστασης». Τι είναι τούτο; Δυο μάρμαρα και δυο πέτρες πεταμένα και μερικά χωμάτινα τοιχία στο έδαφος. Καμιά σειρά και προπάντων: καμιά ενημέρωση. Τι εγκατάσταση είναι αυτή; Ποιας εποχής; Ποιος ήταν ο Άγιος Ιωάννης Λουκάς; Πουθενά μια πινακίδα που να εξηγεί περιληπτικά την Ιστορία, ένα σχεδιάγραμμα του τόπου. Τίποτα.
Αφού πήρα την πρώτη ψυχρολουσία, βγήκα με το ζόρι στον αυτοκινητόδρομο και συνεχίσανε την παραθαλάσσια πορεία του. Σε λίγα χιλιόμετρα, άλλη καφέ πινακίδα: «Σχίδια, αρχαίος πύργος και αγροικία». Η στροφή, πάλι στο αντίθετο ρεύμα, λίγα μόλις μέτρα μετά την πινακίδα. Κι αν γλιτώσεις από κανέναν που έρχεται από απέναντι, δε γλιτώνεις από τον χωματόδρομο που κατεβαίνεις. Ο προηγούμενος ήταν σαν autobank μπροστά του! Τα νεροφαγώματα είναι τέτοια που μετά βίας κατεβαίνει 4Χ4. Η κούρσα δεινοπαθεί. Ευτυχώς η απόσταση είναι μικρή. Αλλά η απογοήτευση μεγάλη. Μια σκουριασμένη καγκελόπορτα με αλυσίδα και λουκέτο! Λουκέτο, καθημερινή και 12 η ώρα! Μια άθλια περίφραξη και ό, τι αρχαίο θα μπορούσες να δεις απ’ έξω, είναι πνιγμένο στην πρασινάδα. Παίρνω το μονοπάτι δεξιά - ίσως να οδηγούσε σε άλλη είσοδο. Μάταια. Μόνο μιαν αποφορά από την αυτοσχέδια υπαίθρια τουαλέτα των παρακείμενων κατασκηνωτών. Κι από ενημέρωση, τα ίδια, δηλαδή μηδέν. Τίνος ο πύργος και η αγροικία, ποιας εποχής; Σκοτάδι πίσσα. Δεύτερη ψυχρολουσία, πού κουράγιο να συνεχίσω για Θημωνιά; Αγκομαχώντας να βγάλω το αμάξι στον άσφαλτο, αποφάσισα να γυρίσω πίσω. Αρκετά για μια μέρα.
Τι να πρωτοπείς. Να προσπαθήσεις να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα. Θυμάμαι τα δικά μας ερείπια, της Τερπνής. Βίοι παράλληλοι, το κακό είναι γενικό. Μού ‘ρχονται στο νου και κείνα τα υπουργικά εμέσματα περί «δυναμικής της κοινωνίας» και προσπαθώ να μπω στη λογική τους. Πόσοι «λοξοί» θα θελήσουν να επισκεφτούν τα Σχίδια, τον Άγιο Ιωάννη Λουκά, την Τερπνή; Δεν υπάρχουν και πολλοί. Οι περισσότεροι ταυτίζουν τις διακοπές με ταβέρνα, φαΐ και πιοτό, ήλιο και θάλασσα, οι νεότεροι με ξεσάλωμα. Και συνήθως κουβαλάν στα νησιά τις συνήθειες και τις ανέσεις της καθημερινότητάς τους. Ούτε κουβέντα για επαφή και γνωριμία με τον τόπο που επισκέπτονται, ούτε σκέψη για μια στάλα Ιστορίας. Λίγοι θα παρακάμψουν στα χαλάσματα, οι πιο πολλοί ξένοι του Βορρά, μαγνητισμένοι από μια ιδέα, ένα είδωλο Ελλάδας (τον Μύθο) που μαθαίνουν στα σχολεία της πατρίδας τους και περιμένουν να τον βρουν ολοζώντανο. Μάταια.
Ο νεοέλληνας απέχει παρασάγγας από το αρχαίο ιδανικό, τη ρίζα για την οποία τόσο σεμνυνόμαστε και την κραδαίνουμε απειλητικά σε όποιον μας θίξει. Θα κλαίγαμε γοερά αν δημοσιευόταν μια στατιστική για το πόσοι επισκεπτόμαστε τα μόνα ζωντανά απομεινάρια των – κατά τ’ άλλα – ένδοξων προγόνων: τα μνημεία και τη βιβλιογραφία. Κι έτσι μόνο έρχομαι εν μέρει να δικαιολογήσω την αδιαφορία των Αρχών για αυτούς τους χώρους. Δεν εκφράζουν κανέναν, δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Κι επειδή όλα μετριούνται από τις Αρχές λογιστικά, στενά οικονομίστικα, η ερήμωση είναι αυτό που λογικά συνεπάγεται. Αλλά, ούτε μια ενημερωτική πινακίδα; Ούτε ένα κυβικό χαλικιού να στρωθεί ο δρόμος; Και το λουκέτο; Προς τι; Μήπως παραβιάσει κανένας τα ξεπαρατημένα;
Και μας τους λίγους, τους παράξενους, που ψάχνουμε που και που μια αίσθηση της συνέχειας στον τόπο, μια επαφή με την ατμόσφαιρα των αιώνων και των ανθρώπων που πέρασαν, τι μας μένει; Να στραφούμε στα βιβλία για να ψάξουμε αυτό που μπορούμε να το αγγίξουμε στην πραγματικότητα. Να αναζητούμε μέσα σε τέσσερις τοίχους μιας βιβλιοθήκης, μέσα σε χάρτινες σελίδες τον Άγιο Ιωάννη Λουκά και τα Σχίδια (ή τα Σκίδια, όπως τα λένε οι ντόπιοι) και όχι στους αληθινούς αρχαίους τοίχους που η πρόσβαση και η ενημέρωση είναι απαγορευμένο αγαθό.
Και θα συνεχίσουμε να κουνάμε το κεφάλι με νόημα και θα αρχίσουμε πλέον να μπαίνουμε στον πειρασμό της πώλησης και των νησιών, και των μνημείων, και των ονομάτων, και του ίδιου μας του εαυτού, μπας και αναλάβουν άλλοι να τα αναδείξουν και να τα φωτίσουν. Αφού εμείς οι ίδιοι πρώτοι τα ξεπουλήσαμε με την αδιαφορία και την άρνησή μας.
Ετικέτες
αγιος ιωαννης λουκας,
θασος,
πρωτομαγια,
σεφερης,
σχιδια,
τερπνη
Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011
Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ (24 06 2011)
Η μεσημεριανή σιέστα
θύμα του οικονομικού ανταγωνισμού.
Λίγα ιερά και όσια έχουν απομείνει σ’ αυτόν τον τόπο. Ένα από αυτά, που τείνει όμως να χαθεί μέσα στους φρενήρεις ρυθμούς των σύγχρονων απαιτήσεων και των συνθηκών των μεγαλουπόλεων, είναι η μεσημεριανή σιέστα. Χαρακτηριστικό όλων των μεσογειακών, αλλά και όσων λαών λούζονται από καυτό καλοκαιριάτικο ήλιο, σχεδόν ουτοπικό δε, σε χώρες δυτικότροπης ζωής και εργασίας. Εδώ λοιπόν, ιδίως στην περίοδο ραθυμίας του ελληνικού καλοκαιριού, η μεσημεριανή ξεκούραση είναι κεκτημένο και απαραίτητο. Το λένε και οι γιατροί.
Κι εκεί που μόλις έχει αρχίσει να σε ζαλίζει ο ύπνος μέσα στη μεσημεριάτικη ησυχία, εκεί που ήδη έχεις αρχίσει νοερά να μεταβαίνεις σε κάποια ακρογιαλιά, κάτω από κανένα πεύκο και να ακούς τα τζιτζίκια, ή σε κανένα μπαξέ κάτω απ’ τη δροσιά και το θρόισμα των δέντρων, να σου ο βάρβαρος ήχος του κινητού, σαν δραπανοκατσάβιδο στον εγκέφαλο. Κοιτάω το ρολόι, 15:20.
– «Ναι»
- «Καλησπέρα σας», μια γυναικεία φωνή, «είμαστε από την τηλεφωνική εταιρεία Colo-line…»
- «Εντάξει κοπέλα μου, αλλά τέτοια ώρα καλείτε;», δεν την αφήνω να ολοκληρώσει τη φράση της, «Δεν μπορείτε πρωί ή απόγευμα»;
Κάτι πήγε να ψελλίσει δικαιολογούμενη ότι τώρα ήταν η σειρά μου στον κατάλογό της, αλλά το τηλέφωνο έκλεισε απότομα στα μούτρα της. Τις βρισιές που ακολούθησαν δεν τις άκουσε. Άντε τώρα να επανέλθεις στην ημι-ληθαργική κατάσταση προ τηλεφωνήματος. Αδύνατο. Πάει το μεσημέρι, πάνε τα τζιτζίκια, τα κελαρυστά νερά.
Το θράσος των εταιρειών τηλεφωνίας δεν έχει προηγούμενο. Μάλλον έχει, αλλά οι τράπεζες πλέον με την κρίση ηρέμησαν. Δεν είναι εποχές για να χαρίζουν δάνεια στον οποιονδήποτε! Έχοντας λοιπόν ένα πλάνο στα πλαίσια των ανταγωνιστικών ρυθμών που αναφέρθηκαν παραπάνω, οι εταιρείες δίχως να φείδονται χρόνου, σηκώνουν τα ακουστικά και καλούν τους σταμπαρισμένους ολημερίς. Αν όμως στην πρωτεύουσα και τη συμπρωτεύουσα οι ρυθμοί για τους περισσότερους είναι στα όρια της τρέλας, δεν συμβαίνει το ίδιο και στην επαρχία. Οι εταιρείες αυτές φαίνεται να μην υπολογίζουν το δικαίωμα της μεσημεριανής ξεκούρασης, της σωματικής και πνευματικής ηρεμίας.
Από την άλλη, τι χρωστάει και η συγκεκριμένη υπάλληλος; Κι εντάξει, από μένα δεν άκουσε τίποτα, παρά το μπιπ του κλεισίματος του κινητού. Από άλλους όμως πιο αψείς, δε λέγεται το τι μπορεί να ακούει καθημερινά, ως αντίδραση, ως αγανάκτηση, όχι μόνο στις ώρες που καλούν, αλλά και στη συχνότητα. Όταν όμως οι προϊστάμενοι και διευθυντάδες δε μεριμνούν να περιορίσουν τις κλήσεις προς πιθανούς πελάτες για δύο ώρες το μεσημέρι, τι να σου κάνει κι ο υπάλληλος που κάνει τη βάρδια του; Πιασμένοι στη μέγγενη του ανταγωνισμού για το ποιος θα συλλέξει περισσότερους συνδρομητές στην εταιρεία του, βομβαρδίζουν ανελέητα τα τηλέφωνα όσων βρίσκονται στην καταραμένη λίστα. Τουλάχιστο να υπάρχει ένα επίδομα ψυχικής οδύνης για τις βωμολοχίες στις οποίες εκτίθενται, απλά και μόνο εκτελώντας τις απάνθρωπες εντολές της εργοδοσίας.
Το θράσος, η έλλειψη σεβασμού στον πολίτη, ακόμα και η έλλειψη επαγγελματισμού αυτών των εταιρειών φαίνεται κι απ’ το εξής: σε καλούνε για να σε πείσουν να συμβληθείς με τη δικιά τους εταιρεία, ακόμα κι αν έχεις ήδη συμβληθεί! Ναι! Δεν έχουν ούτε τον ελάχιστο κοινό νου που απαιτείται, ώστε να συνδέσουν τους υπολογιστές τους για να ξέρει ο κάθε υπάλληλος ποιοι έχουν ήδη εγγραφεί στη δικιά τους εταιρεία από κάποιον συνάδελφό του και να μην τους τα πρήζει κάθε τρεις και λίγο. Σήμερα γράφτηκα στην τάδε εταιρεία, αύριο θα με πάρει άλλος υπεύθυνος της ίδιας εταιρείας για να μου κάνει την ίδια προσφορά! Μη χειρότερα!
Ύστερα με πιάνουν οι τύψεις. Γιατί να μιλήσω άσχημα, γιατί να γίνω τόσο αγενής; Τελικά όμως, εγώ ήμουν αγενής που έκλεισα απότομα το τηλέφωνο, ή εκείνοι που δε σεβάστηκαν το δικαίωμά μου στην ελληνοπρεπή μεσημεριανή ραστώνη; Βέβαια, θα μπορούσα να είχα κλείσει το ρημαδοκινητό μου…
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr
θύμα του οικονομικού ανταγωνισμού.
Κι εκεί που μόλις έχει αρχίσει να σε ζαλίζει ο ύπνος μέσα στη μεσημεριάτικη ησυχία, εκεί που ήδη έχεις αρχίσει νοερά να μεταβαίνεις σε κάποια ακρογιαλιά, κάτω από κανένα πεύκο και να ακούς τα τζιτζίκια, ή σε κανένα μπαξέ κάτω απ’ τη δροσιά και το θρόισμα των δέντρων, να σου ο βάρβαρος ήχος του κινητού, σαν δραπανοκατσάβιδο στον εγκέφαλο. Κοιτάω το ρολόι, 15:20.
– «Ναι»
- «Καλησπέρα σας», μια γυναικεία φωνή, «είμαστε από την τηλεφωνική εταιρεία Colo-line…»
- «Εντάξει κοπέλα μου, αλλά τέτοια ώρα καλείτε;», δεν την αφήνω να ολοκληρώσει τη φράση της, «Δεν μπορείτε πρωί ή απόγευμα»;
Κάτι πήγε να ψελλίσει δικαιολογούμενη ότι τώρα ήταν η σειρά μου στον κατάλογό της, αλλά το τηλέφωνο έκλεισε απότομα στα μούτρα της. Τις βρισιές που ακολούθησαν δεν τις άκουσε. Άντε τώρα να επανέλθεις στην ημι-ληθαργική κατάσταση προ τηλεφωνήματος. Αδύνατο. Πάει το μεσημέρι, πάνε τα τζιτζίκια, τα κελαρυστά νερά.
Από την άλλη, τι χρωστάει και η συγκεκριμένη υπάλληλος; Κι εντάξει, από μένα δεν άκουσε τίποτα, παρά το μπιπ του κλεισίματος του κινητού. Από άλλους όμως πιο αψείς, δε λέγεται το τι μπορεί να ακούει καθημερινά, ως αντίδραση, ως αγανάκτηση, όχι μόνο στις ώρες που καλούν, αλλά και στη συχνότητα. Όταν όμως οι προϊστάμενοι και διευθυντάδες δε μεριμνούν να περιορίσουν τις κλήσεις προς πιθανούς πελάτες για δύο ώρες το μεσημέρι, τι να σου κάνει κι ο υπάλληλος που κάνει τη βάρδια του; Πιασμένοι στη μέγγενη του ανταγωνισμού για το ποιος θα συλλέξει περισσότερους συνδρομητές στην εταιρεία του, βομβαρδίζουν ανελέητα τα τηλέφωνα όσων βρίσκονται στην καταραμένη λίστα. Τουλάχιστο να υπάρχει ένα επίδομα ψυχικής οδύνης για τις βωμολοχίες στις οποίες εκτίθενται, απλά και μόνο εκτελώντας τις απάνθρωπες εντολές της εργοδοσίας.
Το θράσος, η έλλειψη σεβασμού στον πολίτη, ακόμα και η έλλειψη επαγγελματισμού αυτών των εταιρειών φαίνεται κι απ’ το εξής: σε καλούνε για να σε πείσουν να συμβληθείς με τη δικιά τους εταιρεία, ακόμα κι αν έχεις ήδη συμβληθεί! Ναι! Δεν έχουν ούτε τον ελάχιστο κοινό νου που απαιτείται, ώστε να συνδέσουν τους υπολογιστές τους για να ξέρει ο κάθε υπάλληλος ποιοι έχουν ήδη εγγραφεί στη δικιά τους εταιρεία από κάποιον συνάδελφό του και να μην τους τα πρήζει κάθε τρεις και λίγο. Σήμερα γράφτηκα στην τάδε εταιρεία, αύριο θα με πάρει άλλος υπεύθυνος της ίδιας εταιρείας για να μου κάνει την ίδια προσφορά! Μη χειρότερα!
Ύστερα με πιάνουν οι τύψεις. Γιατί να μιλήσω άσχημα, γιατί να γίνω τόσο αγενής; Τελικά όμως, εγώ ήμουν αγενής που έκλεισα απότομα το τηλέφωνο, ή εκείνοι που δε σεβάστηκαν το δικαίωμά μου στην ελληνοπρεπή μεσημεριανή ραστώνη; Βέβαια, θα μπορούσα να είχα κλείσει το ρημαδοκινητό μου…
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)