Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΣΤΙΣ ΚΑΛΟΓΡΙΕΣ (04 12 2009)



«όταν μαγαρίζεις το στρώμα σου,
κάποια νύχτα θα πλαντάξεις απ’ τις μαγαρισιές σου»
Ινδιάνος Σηάτλ, 1855







Μία από τις προεκλογικές εξαγγελίες του σημερινού Πρωθυπουργού ήταν και η προσπάθεια που θα καταβληθεί, ώστε να γίνουμε η «Δανία του Νότου» μέσα στα πλαίσια της «πράσινης ανάπτυξης» και με την πίεση των Οικολόγων. Πώς όμως μπορεί να ευοδωθεί μια τέτοια προσπάθεια, αν δεν αλλάξει πρώτα η νοοτροπία των ιθαγενών; Αυτά τα πράγματα δεν επιβάλλονται άνωθεν με νομοσχέδια και διατάξεις. Αναλογιστείτε τι έγινε και με την απαγόρευση του καπνίσματος. Είδατε κανέναν μαγαζάτορα να συμμορφώνεται; Οι περισσότεροι σηκώνουν τα χέρια μπροστά στον οβολό των θεριακλήδων και – το χειρότερο – εμάς τους υπόλοιπους δεν μας πολυνοιάζει.
Νεοελληνική νοοτροπία λοιπόν. Μια έννοια πάνω στην οποία οι ανθρωπολόγοι του μέλλοντος θα κάνουν τις διατριβές τους τρίβοντας τα μάτια τους. Ιδίως αυτοί που θα προσπαθούν να ταυτίσουν τους Νεοέλληνες με τους αρχαίους προγόνους τους και μάταια θα ψάχνουν κοινά στοιχεία.
Νεοελληνική νοοτροπία. Έννοια θεμελιωμένη βαθιά στο μεδούλι αυτού του λαού, καλλιεργημένη στα τετρακόσια και βάλε χρόνια της τουρκοκρατίας και που ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός μας εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης προσπαθεί να την αποβάλλει. Θέλει πολύ κόπο.
Οδηγοί που ανοίγουν εν κινήσει τα παράθυρα και αδειάζουν στο δρόμο – ή στο παρμπρίζ του άτυχου που ακολουθεί – τα σκουπίδια του. Περαστικοί που δεν θυσιάζουν μερικά βήματα για να βαδίσουν – λες κι είναι χιλιόμετρα μακριά – μέχρι τον κοντινότερο κάδο, αλλά ξεφορτώνονται τα μικροαπορρίμματά τους στο μεγάλο τασάκι – στο δρόμο. Νοικοκυραίοι των μεγαλουπόλεων που, όταν τους πλήττει καμιά απεργία των οδοκαθαριστών, συνεχίζουν το συνηθισμένο κατέβασμα των σκουπιδιών πάνω ή δίπλα στους ήδη ξεχειλισμένους σκουπιδοντενεκέδες. Και το θέαμα (και η μπόχα) έπαψε να μας ενοχλεί.
Η σύγχρονη νοοτροπία μας είναι αλήθεια ότι έχει σφυρηλατηθεί μέσα στο τσιμέντο και την άσφαλτο και έτσι οι εικόνες αυτές περνάνε εύκολα το face control της αισθητικής μας και τις νιώθουμε οικείες μέσα στο αστικό περιβάλλον. Οικείο το πέταγμα του τσιγάρου από το αμάξι, οικείο το πέταγμα του χαρτιού στο πεζοδρόμιο, οικεία τα πάντα. Τι γίνεται όμως, όταν πρόκειται για το φυσικό περιβάλλον; Πόσο αταίριαστα φαντάζουν μέσα στον φθινοπωρινό χρωματοκατακλυσμό της φύσης τα πάσης φύσεως μπουκάλια, τα αλουμινένια κουτάκια, οι σακούλες, ολόκληρος ο καταιγισμός πλαστικού που εμφωλεύει στις ρίζες, στους θάμνους, στις κοίτες, στους τράφους;
Το μάτι δεν μπορεί να συνηθίσει – δεν το δέχεται, απορρίπτει το βδελυγματικό αυτό συνονθύλευμα της ανθρώπινης ανοησίας. Που; Στο χώρο αναψυχής, εκεί που αναζητάς την ηρεμία των αισθήσεων, εκεί που αναπνέεις, που ζεις, που θα τον κληροδοτήσεις στις επόμενες γενιές. Πόσους τέτοιους χώρους έχει η Νιγρίτα; Οι Καλογριές είναι αυτές που έρχονται πρώτα στο νου. Παρατημένος, απεριποίητος, σχεδόν ρημαγμένος ο τόπος που κάποιοι φρόντισαν να τον αναδείξουν πριν χρόνια με τις παρεμβάσεις τους, ώστε να δημιουργήσουν έναν τόπο απόλαυσης της φύσης.
Πλαστικούρες, σπασμένα τραπέζια και παγκάκια, στρώματα, παλιόρουχα αναρτημένα στα πουρνάρια, μπετόνια, ακόμα και παλιό σιδερένιο κρεββάτι να κείτεται διπλωμένο στο χώμα. Απομεινάρια από φυσιολατρικά πικ νικ, που οι φυσιολάτρες καταναλωτές τους δεν τα παράτησαν εκεί μπροστά, αλλά τα «τακτοποίησαν» στην πλαγιά, μέσα στα πουρνάρια, σαν τις παστροθοδώρες νοικοκυρές που επιμελώς κρύβουν το προϊόν του σκουπίσματος κάτω από το χαλί.
Αλλά ποιον αφορούν όλα αυτά; Ο ατομικισμός ζει και βασιλεύει. Υπέρτατη αρχή: ένα μέτρο από την αυλή μας, κι ας γίνει ό,τι θέλει. Πλήρης αδιαφορία για κάθε τι το δημόσιο, που δεν ανήκει αποκλειστικά στον εγωτικό εαυτούλη μας, που τυχαίνει να το μοιραζόμαστε με τους συνανθρώπους μας. Αφού δεν είναι δικό μας;
Ζαμανφουτισμός στο έπακρο. Τεμπελιά; Μαγκιά; Επίδειξη υπεροχής, ανωτερότητας του ανθρώπινου είδους μέσα στο ζωικό βασίλειο; Ο άνθρωπος, το μεγαλύτερο και πιο επικίνδυνο θεριό της πλάσης, το μόνο ον που μπόρεσε να φτάσει σε τόσα ύψη, αλλά και να βυθιστεί σε τόση λάσπη.
Εντάξει, εντάξει. Φταίει ο Δήμος που δεν στέλνει τους καθαριστές να ξεβρωμίσουν τις βρωμιές μας. Άλλο ένα στοιχείο ενδεικτικό της απίθανης νεοελληνικής νοοτροπίας: η μετάθεση των ευθυνών. Ποτέ δε φταίμε εμείς, πάντα κάποιος άλλος γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος και φορτώνεται τις αμαρτίες μας. Κι εμείς ανέμελοι και ήσυχοι, δίχως τύψεις, συνεχίζουμε το θεάρεστο έργο μας. Φταίει ο Δήμος. Μα ο Δήμος είμαστε εμείς και δε μας βλέπω για «Δανία του Νότου». Μάλλον για Ιορδανία μάς κόβω...

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (27 11 2009)




Πώς ορίζεται ένας πνευματικός άνθρωπος; Από τον πλούτο των γνώσεών του (όχι απαραίτητα και όχι μόνο γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου), από τις παρεμβάσεις του στα κοινά και στα προβλήματα των συμπολιτών του, από το έργο του και τη σημασία που αυτό έχει για τον τόπο του. Ένας τέτοιος άνθρωπος και επιστήμονας ήταν και ο Μανόλης Ανδρόνικος, στον οποίο αφιερώνεται το σημερινό προσκύνημα. Το όνομά του μπορεί να μη λέει και πολλά στους νεότερους, όμως η παρουσία του άνοιξε ένα μεγάλο παράθυρο στην Ιστορία της Μακεδονίας και έριξε γερό θεμέλιο στην πιστοποίηση της ελληνικότητας της περιοχής.
Ήταν 8 Νοεμβρίου του 1977, πριν 32 χρόνια, όταν ο αρχαιολόγος Μανόλης Ανδρόνικος, έμπαινε για πρώτη φορά μετά από 2.300 χρόνια σε έναν τάφο ασύλητο, σε έναν τάφο που έμελλε να αποτελέσει την σημαντικότερη ανακάλυψη στα νεότερα αρχαιολογικά ελληνικά χρονικά. Στον τάφο του Φιλίππου του Β’, του πατέρα του Μεγαλέξανδρου στη Βεργίνα, την οποία και ταυτίζει με τις Αιγές, την πρωτεύουσα του κράτους των Μακεδόνων.
Ο δρόμος για να φτάσει όμως σε αυτή την ανακάλυψη ήταν μακρύς και με πολλά εμπόδια. Η παρουσία το στη Βεργίνα ξεκινά στα 1938, σαν μαθητευόμενος και ενώ δεν ήταν καλά καλά ούτε 20 χρονών. Από τότε θα εντοπίσει τη Μεγάλη Τούμπα, το λοφίσκο δηλαδή που του «έλεγε» ότι κάτι σημαντικό έχει παραχωμένο. Το πάθος του και το όραμά του θα τον ξαναφέρουν σε αυτό το μέρος το 1951 σαν επιμελητή και το 1963 θα ανακαλύψει κάποιες επιτύμβιες στήλες που θα τον κάνουν να συμπεράνει ότι εκεί μεσουρανούσε κάποτε μια κοινωνία που τιμούσε τους νεκρούς της με πλούσια κτερίσματα.
Και θα φτάσουμε στο φθινόπωρο του 1977, όταν κάτω από την επίχωση της νοτιοδυτικής πλευράς του Τύμβου, αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια ενός υπέργειου οικοδομήματος , του Ηρώου, ενός συλημένου κιβωτιόσχημου τάφου , που συμβατικά ονομάζεται «Τάφος της Περσεφόνης» (από το θέμα των τοιχογραφιών που κοσμούν το εσωτερικό του) και ο ασύλητος Μακεδονικός τάφος που αργότερα αποδόθηκε στον πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Φίλιππο Β'. Την επόμενη χρονιά ένας ακόμα ασύλητος μακεδονικός τάφος, ο «Τάφος του Πρίγκηπα», σφράγισε το εντυπωσιακό μέρος της ανασκαφικής έρευνας στην Μεγάλη Τούμπα.
Ας ακούσουμε τον ίδιο να μιλάει για την είσοδό του στον τάφο και την ανακάλυψη της χρυσής λάρνακας με το δεκαεξάκτινο μακεδονικό αστέρι: «Η πρώτη, άμεση αντίδραση που δοκίμασα ήταν έντονη απογοήτευση. Η πόρτα παρουσιάζει μια τραχιά, χοντροδουλεμένη επιφάνεια. Οι τοίχοι δεν είχαν καμμία διακόσμηση. Ωστόσο η αντίδραση αυτή ξεπεράστηκε σχεδόν αμέσως, όταν το βλέμμα μου στράφηκε προς το δάπεδο του θαλάμου.. ...Ο ανασκαφέας αισθάνθηκε βαθύτατη συγκίνηση και δέος στη θέα ενός πλούσιου ταφικού θαλάμου που είχε μείνει ανέπαφος μέσα στους αιώνες... ...Το βλέμμα συγκεντρώθηκε στο πίσω μέρος του θαλάμου, ακριβώς κάτω από το άνοιγμα. Εδώ ήταν όλα τα αντικείμενα που δόθηκαν στο νεκρό για την μεταθανάτια ζωή του. Δεξιά, το ένα δίπλα στο άλλο μπρούντζινα και σιδερένια σκεύη και όπλα. Τα μπρούτζινα είχαν πάρει ένα ωραίο δυνατό πράσινο χρώμα από την οξείδωση. Τα σιδερένια είχαν μαυρίσει. Αριστερά, δίπλα στον βόρειο τοίχο, έλαμπαν τα ασημένια αγγεία. Στη μέση του πίσω τοίχου, κάθετα κάτω από το άνοιγμά μας, το τετράγωνο κάλυμμα μιας μαρμάρινης σαρκοφάγου. Μπροστά της και δίπλα της, απλωμένα μαυριδερά τα λείψανα σαπισμένων και διαλυμένων ξύλων. Ανάμεσά τους άσπριζαν κάποια μικρά κομμάτια, άστραφταν φύλλα χρυσού σ' όλη την έκταση. Πιο πέρα μαυροκόκκινος διακρινόταν ένας οξειδωμένος θώρακας...Ξεπερνώντας τις αναπόφευκτες δυσκολίες που μας δημιουργούσαν τα σκορπισμένα στο δάπεδο οργανικά υλικά, κατορθώσαμε να σηκώσουμε το κάλυμμα. Και τότε είδαμε κάτι που ήταν αδύνατο να φανταστώ, γιατί ποτέ ως τότε δεν είχε βρεθεί τέτοιο οστεοδόχο σκεύος: μια ολόχρυση λάρνακα με ένα επιβλητικό αστέρι στο κάλυμμά της. Την βγάλαμε από την σαρκοφάγο, την αποθέσαμε στο δάπεδο και την ανοίξαμε. Τα μάτια όλων άνοιξαν διάπλατα και η αναπνοή μας είχε κοπεί: ολοκάθαρα τα καμένα οστά, τοποθετημένα σ' ένα προσεχτικά σχηματισμένο σωρό, κρατώντας ακόμα το χρώμα από την πορφύρα που κάποτε τα τύλιξε. Και στη γωνιά ένα βαρύτιμο χρυσό στεφάνι πιεσμένο τα κάλυπτε. Κλείσαμε την πολύτιμη λάρνακα, την καλύψαμε προσεχτικά και την αποθέσαμε στην εσωτερική γωνιά του θαλάμου...Επιστρέψαμε στον τάφο. Συσκευάσαμε με άκρα προσοχή την λάρνακα, τη βγάλαμε από τον τάφο, χωρίς κανείς να αντιληφθεί την σημασία του κιβωτίου, και μαζί με τον τεχνίτη Δημήτρη Μαθιό απομακρυνθήκαμε από τον χώρο της ανασκαφής με το αυτοκίνητό μου. Με την ακολουθία του αυτοκινήτου της αρχαιολογικής υπηρεσίας ξεκίνησα για τη Θεσσαλονίκη. Ο Μαθιός κρατούσε στα επιδέξια χέρια του το κιβώτιο. Τρέχαμε αμίλητοι. Είχαμε ειδοποιήσει να μας περιμένουν στο Μουσείο της Θεσσαλονίκης. Όταν φτάσαμε, προχωρήσαμε στην ασφαλισμένη αποθήκη, ανοίξαμε το κιβώτιο και αποκαλύψαμε τον θησαυρό που προσκομίσαμε στα εκστατικά μάτια των συναδέλφων που είχαν φτάσει στο μεταξύ εκεί. Εκείνο το βράδυ στάθηκε αδύνατο να κοιμηθώ. Ήταν η πιο απίστευτη ώρα της ζωής μου...».
Και πώς να μην είναι; Υπάρχει τελειότερη στιγμή για έναν άνθρωπο παρά όταν βρεθεί αγκαλιά με αυτό που κυνηγά τόσα χρόνια, με το επιστημονικό και ατομικό του όνειρο, με την επιβεβαίωση των κόπων του σε πείσμα των καιρών, σε πείσμα των ανύπαρκτων κονδυλίων, σε πείσμα των ανύπαρκτων αρχών της ψωροκώσταινας, σε πείσμα των συναδέλφων που αμφισβήτησαν τα ευρήματα; Και ευτυχώς για μας, εκείνη η ώρα ήταν και μια από τις πιο σημαντικές για τον τόπο, για την Μακεδονία, για την Ελλάδα. Στη Βεργίνα βρέθηκαν εκτός των άλλων και επιτύμβιες στήλες, όπου αναγράφονται 75 ονόματα, όπως Αλκέτας, Άλκιμος, Αντίγονος, Βερενίκη, Δρύκαλος, Εύξεινος, Θεόκριτος, Θεόδωρος, Ηρακλείδης, Κλεαγόρας, Λέανδρος, Λυσανίας, Μένανδρος, Νικόστρατος, Ξενοκράτης, Πευκόλαος, Πρόξενος, Πιερίων, Φίλιστος, Φιλώτας. Μακεδονικά, ελληνικά ονόματα που κλείνουν τα στόματα όλων των σφετεριστών της Ιστορίας μας.
Και η μακεδονική γη συνεχίζει να γεννάει ευρήματα σε εκείνον τον τόπο που ευλόγησε ο Ανδρόνικος με τη σκαπάνη του (χρυσό στεφάνι του 2008 που αποδόθηκε στον Ηρακλή, έναν από τους δύο δολοφονηθέντες γιους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και ασημένιο αγγείο του 2009 με οστά μέσω των οποίων ερευνάται η ταυτότητα). Η μαθήτρια (και διάδοχος) του Ανδρόνικου, Χ. Παλιαδέλη δήλωνε στα «Νέα» στις 9 Νοεμβρίου: «Περιμένω τα αποτελέσματα της αξονικής τομογραφίας των οστών από το τελευταίο εύρημα. Αν διαπιστωθεί πως ανήκουν σε γυναίκα, τότε μάλλον είναι μίας από τις συζύγους του Μεγάλου Αλεξάνδρου- μητέρας των δολοφονημένων γιων του».
Προσκύνημα μνήμης στον Μανόλη Ανδρόνικο. Όχι μόνο έναν επιστήμονα με αξεπέραστο έργο, αλλά και έναν πνευματικό άνθρωπο με καίριες και συνεπείς παρεμβάσεις στον τύπο της εποχής και με ζηλευτό δοκιμιακό λόγο. Έναν αρχαιολόγο που γεννήθηκε στην Προύσα το 1919 και έζησε και πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 1992. Σημαδιακό; Μόλις τότε ξεκινούσε και το πιο αδίστακτο μέρος της σκοπιανής προπαγάνδας.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΡΑΤΣΑΣ (20 11 2009)

«H αρχαία ψυχή ζει μέσα μας
αθέλητα κρυμμένη»
Κωστής Παλαμάς

Δείγμα αλάνθαστο ότι ο άνθρωπος μεγαλώνει είναι και η εξισορρόπηση που επέρχεται κάποια στιγμή ανάμεσα στις μορφές των κοινωνικών εκδηλώσεων που καλείται να παρίσταται: οι κηδείες σιγά σιγά αρχίζουν να πλησιάζουν επικίνδυνα τον αριθμό από τους γάμους και τα βαφτίσια μαζί. Από τα παιδικά χρόνια σπάνια θυμάσαι κηδείες, ενώ τα υπόλοιπα χαρμόσυνα μυστήρια αφθονούσαν. Όσο κυλάει ο καιρός συνειδητοποιείς καλύτερα αυτό το πέρασμα, ωριμάζοντας και αξιολογώντας τις χαρές και τις λύπες της ζωής.
Σε τέτοιες κοινωνικές εκδηλώσεις, σε αυτά τα θρησκευτικά μυστήρια που πέρα από το θρησκευτικό περιεχόμενο είναι συρραμμένα στο πετσί του Έλληνα ανεξάρτητα από το πόσο ο καθένας πιστεύει, οι περισσότεροι που παραβρίσκονται καταβάλλουν φιλότιμες προσπάθειες να μετάσχουν στο μυστήριο, να νιώσουν την τελετή, να συμπαρασταθούν. Άλλοι δεν περνάνε το κατώφλι του Ναού, ξεροσταλιάζουν στο προαύλιο φουμάροντας ή συζητώντας μέχρι να έρθει η ώρα να χαιρετήσουν. Και υπάρχουν και μερικοί που σχολιάζουν ασύστολα. Εγώ σε τέτοιες περιπτώσεις κάνω κάτι άλλο: αναζητώ τη ράτσα.
Στις χαρές ή τις λύπες του ανθρώπου συμβαίνει να συγκεντρώνεται το γενεαλογικό δέντρο του. Συγγενείς κοντινοί, που έπαιξαν το δικό τους ρόλο ο καθένας και όλοι μαζί στη διαμόρφωσή σου και συνεχίζουν να βρίσκονται στο πλάι ή έχει μείνει η ανάμνηση από γιορτές και καλοκαίρια του παρελθόντος. Αυτούς τους ξέρεις∙ και η αναζήτηση της ράτσας δεν έχει ουσία. Αυτοί που κινούν περισσότερο το ενδιαφέρον είναι οι κάπως πιο απομακρυσμένοι, που τους γνωρίζεις ελάχιστα ή και καθόλου. Το ίδιο ισχύει και για τους φίλους των μεγαλύτερων σε ηλικία συγγενών, που μπορεί να ανήκουν στην ίδια ράτσα.
Έγραφε ο Γιώργος Ιωάννου: «Κι όμως πόση συγκίνηση έχει να κοιτάζεις ή να συζητάς στα καφενεία και να διαισθάνεσαι τη δική σου ή μια άλλη πανάρχαια ράτσα. Ακούς εκείνες τις φωνές με τη ζεστή προφορά και σού ‘ρχεται ν’ αγκαλιάσεις. Ονόματα από σβησμένους τάχα λαούς και χώρες δειλιάζουν μέσα στο νου∙ μεθώ μονάχα και που τα λέω από μέσα μου, καθώς ολοένα βεβαιώνομαι. Χαίρομαι να κοιτάζω τις αδρές και τίμιες φυσιογνωμίες τους, κι ανατριχιάζω βαθιά, όταν σκέφτομαι πως αυτός που μου μιλά είναι δικός μου άνθρωπος, της φυλής μου. Κάτι σα ζεστό κύμα με σκεπάζει ξαφνικά, θαρρείς και γύρισα επιτέλους στην πατρίδα. Δεν έχει σημασία που δε γνώρισα ποτέ αυτή την πατρίδα ή που δε γεννήθηκα καν εκεί. Το αίμα μου από κει μονάχα τραβάει∙ εκτός κι αν είναι αληθινό πως ο άνθρωπος αποτελείται απ’ αυτά που τρώει και πίνει, οπότε πράγματι είμαι από δω. Και πώς εξηγείται τότε όλη αυτή η λαχτάρα;» (Μες τους προσφυγικούς συνοικισμούς, 1964).
Προσπαθώ να κοιτάξω τα πρόσωπα, να αναγνωρίσω ομοιότητες και κοινά στοιχεία επιβεβαιωτικά της ράτσας. Ιδίως όταν κάποιες οικογένειες της φυλής ρίζωσαν μέσα σε έναν ξένο τόπο και περιστοιχίζονται από πλειονότητες άλλων φυλών. Τότε προσπαθώ να νιώσω το αίμα, να συγκρατήσω την ομορφιά και την ασκήμια, τις λεπτομέρειες που σχηματίζουν το ένα ή το άλλο, να μαντέψω τους δεσμούς. Αυτούς τους δεσμούς που άντεξαν αιώνες και φτάσαμε μέχρι σήμερα να μπορούμε να λέμε Πόντιος ή Μικρασιάτης, Βλάχος ή Σαρακατσάνος, Ηπειρώτης ή Θρακιώτης, χωρίς καμιά εθνικιστική ή ρατσιστική προσέγγιση, κι ας μιλάμε για ράτσα.
Παρατηρώ τις υπερχιλιόχρονες μορφές αποτυπωμένες στα σημερινά πρόσωπα, τις συνήθειες, τη «σκευή» τους και αναπαρίσταται μέσα μου ένας κόσμος σχεδόν σβησμένος. Οι άνθρωποι αυτοί τοποθετούνται νοερά στο ιστορικό τους πλαίσιο, στις παραδοσιακές τους εργασίες, στη φύση της πατρογονικής κοιτίδας, στο δέσιμο της φυλής, όταν ακόμα οι επιμιξίες δεν επιτρέπονταν. Ένας κόσμος, που όπως όλα τα πλάσματα της φαντασίας είναι ιδανικός, ενώ στην πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετικός με τις αγκυλώσεις, τα συμπλέγματα και τις δυσκολίες της εποχής.
Καμιά φορά, παίρνω το θάρρος και ρωτάω. Ανακατεύομαι με τις μνήμες αυτών που φέρνουν το παρελθόν στο παρόν και ψάχνω στοιχεία για τη ράτσα γενικά, αλλά και για την οικογένεια ειδικότερα. Από που ήρθαμε, πώς και πότε, πώς στεριώσαμε, τι φυσιογνωμίες ήταν οι πρόγονοι που δεν πρόλαβα, ζητώ να μάθω, να ζωντανέψω με το νου επεισόδια από τη ζωή τους, τη δράση τους, τις αντιλήψεις τους, τα κουσούρια τους. Κι έτσι, πολλές φορές αντιχτυπάει στα μηλίγγια μου μια πηγαία περηφάνια, αθέλητη και απροσχεδίαστη, μα τόσο δυνατή, σα να είναι η ίδια ένας λόγος ύπαρξης. Άλλοτε πάλι, απομένω με τους συλλογισμούς και τα ερωτήματα.
Κι αυτή η λαχτάρα για τις ρίζες, που ξυπνάει κάθε φορά που συναντώ έναν δικό μου που έχω καιρό να δω, χαμηλώνει όταν αρχίσει η καθημερινότητα με τις υποχρεώσεις της συγκαιρινής ζωής. Και ενώ αναζωπυρώνει με κάθε ευκαιρία και η εσωτερική παρόρμηση με κάνει να υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι θα συνεχίσω αυτή την αναζήτηση, θα επισκεφτώ αυτούς τους ανθρώπους – θεματοφύλακες της συνέχειας και του πολιτισμού της φυλής πριν να είναι αργά, η μία αναβολή ακολουθεί την άλλη. Κι έτσι η ανακάλυψη αυτού του πατρογονικού κόσμου αφήνεται μοιραία στην περιστασιακή ανάγνωση κανενός βιβλίου ή στην επόμενη σύναξη σε κάποια εκκλησιαστική τελετή.
Σήμερα βέβαια, υπάρχουν πολλοί πεπολιτισμένοι καλοθελητές που θα βιαστούν να χαρακτηρίσουν όποιον ασχολείται με την παράδοση ή την ιστορία της ράτσας οπισθοδρομικό. Ο Ιωάννου, ήδη από το 1964, έχει έτοιμη την απάντηση: «Εγώ όμως από τώρα είμαι βαριά παραπονεμένος. Μέσα στους ξένους και στα ξένα πράγματα ζω διαρκώς∙ στα έτοιμα και στα ενοικιασμένα. Συγκατοικώ με ανθρώπους που αδιαφορούν τελείως για μένα, κι εγώ γι’ αυτούς. Ούτε μικροδιαφορές δεν υπάρχουν καν μεταξύ μας. Ο ένας αποφεύγει τον άλλο, όσο μπορεί. Μα κι αν τύχει να σου μιλήσουνε, κρύβουν συνήθως τα πραγματικά τους στοιχεία σα νά’ ναι τίποτε κακοποιοί. Το ιδανικό, η τελευταία λέξη του πολιτισμού, είναι, λέει, να μη ξέρεις ούτε στη φάτσα το γείτονά σου. Πονηρά πράγματα βέβαια∙ προφάσεις πολιτισμού, για να διευκολύνονται οι αταξίες. Γι’ αυτό ζηλεύω αυτούς που βρίσκονται στον τόπο τους, στα χωράφια τους, στους συγγενείς τους, στα πατρογονικά τους. Τουλάχιστο, ας ήμουν σ’ ένα προσφυγικό συνοικισμό με ανθρώπους της ράτσας μου τριγύρω».

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

ΑΠΟΔΕΛΤΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ (Μέρος Α’)(06 11 2009)

Ο πιο καλός τρόπος για να προσεγγίσεις την Ιστορία, για να την αγαπήσεις, είναι να μπορείς με βιωματικό τρόπο να γνωρίσεις πράγματα για τον τόπο σου. Ξεκινώντας από τα κοντινά, απ’ αυτά που ανασαίνεις, θεμελιώνεις ένα υπόβαθρο για να χτίσεις πάνω του την όποια ιστορική γνώση. Με τα θαύματα της τεχνολογίας λοιπόν, μας δίνεται η δυνατότητα να ανασκαλίσουμε μερικά δημοσιεύματα του Τύπου του περασμένου αιώνα για την περιοχή της Βισαλτίας και τη Νιγρίτα. Θα αναγνωρίσουμε δικά μας πρόσωπα, γνωστά ονοματεπώνυμα και τοπωνύμια, θα αναπλάσουμε νοερά την πραγματικότητα αυτού του τόπου μιας άλλης εποχής, θα συγκρίνουμε με το σήμερα και – με έναν λόγο – θα «βιώσουμε» μέσα από αυτές τις γραμμές το παρελθόν μας.
Σήμερα, θα αναδιφήσουμε στην εφημερίδα «Μακεδονία», στο φύλλο της 11ης Ιουνίου του 1932. Μια εκδρομή στην πεδιάδα της Νιγρίτας 77 χρόνια πριν. Απολαύστε την.

http://www.nlg.gr/digitalnewspapers/ns/pdfwin.asp?c=124&dc=11&db=6&da=1932

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ: ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ (30 10 2009)







"Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ' αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.
Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους - ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ' άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να 'ναι.
Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ' όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που 'χαν λευκάνει απ' τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του '97 ή του '12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ' τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα - έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ' αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά,ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.
Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν' απαντούμε απ' τ' άλλο μέρος να' ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου», «οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ‘λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.
Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.»