Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

ΑΠΟΔΕΛΤΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ (Μέρος Α’)(06 11 2009)

Ο πιο καλός τρόπος για να προσεγγίσεις την Ιστορία, για να την αγαπήσεις, είναι να μπορείς με βιωματικό τρόπο να γνωρίσεις πράγματα για τον τόπο σου. Ξεκινώντας από τα κοντινά, απ’ αυτά που ανασαίνεις, θεμελιώνεις ένα υπόβαθρο για να χτίσεις πάνω του την όποια ιστορική γνώση. Με τα θαύματα της τεχνολογίας λοιπόν, μας δίνεται η δυνατότητα να ανασκαλίσουμε μερικά δημοσιεύματα του Τύπου του περασμένου αιώνα για την περιοχή της Βισαλτίας και τη Νιγρίτα. Θα αναγνωρίσουμε δικά μας πρόσωπα, γνωστά ονοματεπώνυμα και τοπωνύμια, θα αναπλάσουμε νοερά την πραγματικότητα αυτού του τόπου μιας άλλης εποχής, θα συγκρίνουμε με το σήμερα και – με έναν λόγο – θα «βιώσουμε» μέσα από αυτές τις γραμμές το παρελθόν μας.
Σήμερα, θα αναδιφήσουμε στην εφημερίδα «Μακεδονία», στο φύλλο της 11ης Ιουνίου του 1932. Μια εκδρομή στην πεδιάδα της Νιγρίτας 77 χρόνια πριν. Απολαύστε την.

http://www.nlg.gr/digitalnewspapers/ns/pdfwin.asp?c=124&dc=11&db=6&da=1932

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ: ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ
Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ (30 10 2009)







"Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ' αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.
Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους - ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ' άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να 'ναι.
Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ' όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που 'χαν λευκάνει απ' τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του '97 ή του '12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ' τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα - έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ' αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά,ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.
Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν' απαντούμε απ' τ' άλλο μέρος να' ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου», «οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ‘λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.
Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.»

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

ΕΠΙΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ (23 10 2009)

Οι τελάληδες των τηλεπαραθύρων μάς ανήγγειλαν προ μηνών ότι περνάμε πλέον μια οικονομική κρίση. Μεγάλες ασφαλιστικές εταιρείες και τράπεζες έβαλαν λουκέτο, golden boys and girls κλαψούριζαν μουσκεύοντας με τα δάκρυά τους τις παχυλές αποζημιώσεις τους και διάφορες άλλες επιχειρήσεις βρήκαν την ευκαιρία να απαλλαγούν από «πλεονάζον» προσωπικό φορτώνοντας τις απολύσεις και τις περικοπές στην κρίση.
Άλλοι λένε ότι η κρίση χτύπησε και μας, άλλοι λένε ότι ακόμα δεν έχει έρθει προς τα μέρη μας. Η καθημερινή τριβή με τον κόσμο δείχνει μια ανησυχία, αλλά δεν συμπεραίνει ακόμα κάτι τόσο δραματικό. Όμως, είτε η κρίση είναι εδώ, είτε είναι προ των πυλών, οφείλουμε να αναζητήσουμε ένα αποκούμπι για όσους τα βγάζουν ούτως ή άλλως δύσκολα πέρα, για όσους μετράνε ακόμα και το λεπτό του ευρώ.
Κρίσιμη στιγμή για την δημιουργία της σημερινής κατάστασης ήταν η μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ. Τότε ήταν που χάθηκαν οι ισορροπίες, όταν χωρίς την απαραίτητη κρατική επαγρύπνηση πέρασε στο υποσυνείδητο του Έλληνα ότι το κέρμα του ευρώ ταυτίζεται με το σιδερένιο κατοστάρικο. Κι αυτό γιατί το σύστημα της δραχμής δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στα κέρματα. Το σύστημα του ευρώ όμως, απαιτεί μια τέτοια σημασία, στην οποία δεν ήταν συνηθισμένος ο Έλληνας. Κι έτσι, βρήκαν οι επιτήδειοι την ευκαιρία να προσαρμόσουν τις τιμές τους σε αυτήν την αντιστοιχία, σε αυτήν την αυτόματη και λανθασμένη αντίληψη για την αξία των κερμάτων. Και οι τιμές πήραν την ανηφόρα και το δίευρο σήμερα το έχεις για ψιλά, ενώ τις περίπου 700 δραχμές αντίστοιχα τις υπολόγιζες. Ίσως θα έπρεπε να κυκλοφορήσουν χαρτονομίσματα του ενός και δύο ευρώ. Έτσι η προσαρμογή θα ήταν ευκολότερη και ανώδυνη, όμως οι Ευρωπαίοι εταίροι μας είχαν άλλη άποψη. Και φτάσαμε σήμερα να μιλάμε για συνανθρώπους μας που βρίσκονται – όπως λένε – «κάτω από το όριο της φτώχειας».
Και όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, η μεγάλη βοήθεια για αυτό το κομμάτι του πληθυσμού έρχεται από τις...πολυεθνικές εταιρείες. Πώς γίνεται αυτό; Με τις λεγόμενες «ιδιωτικές ετικέτες» που έχουν λανσάρει εδώ και λίγα χρόνια οι μεγάλες επιχειρήσεις στο χώρο των σούπερ μάρκετ. Είναι προφανές ότι σε ένα τέτοιο κατάστημα θα ξοδέψει το κάθε νοικοκυριό τα περισσότερα χρήματα προσπαθώντας να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Και οι έρευνες δείχνουν ότι ένα όλο και μεγαλύτερο ποσοστό αρχίζει σιγά σιγά να αίρει τις προκαταλήψεις και τις επιφυλάξεις του και να εμπιστεύεται προϊόντα όχι κάποιας γνωστής μάρκας, αλλά με ετικέτα του αντίστοιχου σούπερ μάρκετ που τα πουλάει.
Στην αρχή βέβαια ο κόσμος δεν τολμούσε να κάνει αυτή την επιλογή. Ιδίως ο καχύποπτος Έλληνας δε βασιζόταν να καταναλώσει ένα προϊόν που δεν ήταν επώνυμο, που δεν είχε περάσει μέσα από την «αγιοποιητική» λειτουργία της διαφήμισης, που είχε τόσο μεγάλη διαφορά στην τιμή από αυτά που συνήθιζε να αγοράζει. Και το θεωρούσε για όλα αυτά, κατώτερης ποιότητας. Οπωσδήποτε αυτό δεν είναι λάθος. Η εξευτελιστικά χαμηλή τιμή μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες (καθόλου διαφήμιση, φθηνά εργατικά χέρια στις χώρες παραγωγής, λιγότερα έξοδα στο δίκτυο μεταφοράς κλπ), αλλά δεν μπορείς να αποκλείσεις σε πολλές περιπτώσεις και την υποβάθμιση της ποιότητας. Και μια δοκιμή ήταν αρκετή για να το καταλάβεις.
Η ουσία είναι όμως, ότι ο οικονομικά βασανισμένος είναι πρόθυμος να κάνει και κάποια παραχώρηση στην ποιότητα των αγαθών που καταναλώνει, αν είναι να βάλει στην άκρη ένα αξιοσέβαστο ποσό που θα γλυτώσει από την αντίστοιχη αγορά που θα έκανε σε διάσημα προϊόντα. Δεν τον πειράζει πλέον να δεχτεί ότι τα τρόφιμα, τα ποτά και όλα όσα χρειάζεται ένα σπιτικό είναι λιγότερο εύγευστα ή αποτελεσματικά, αν καταφέρει να εξοικονομήσει 20-30 ευρώ από την εν λόγω αγορά. Και η αλήθεια είναι ότι τα προϊόντα με ιδιωτική ετικέτα έχουν πολλές φορές το 1/4 ή και το 1/5 της τιμής των άλλων προϊόντων. Ο μόνος φόβος ήταν να μην είναι αυτά τα αγαθά επικίνδυνα για την υγεία.
Πλέον όμως, με την πάροδο του χρόνου και τη σταδιακή δοκιμή, απομακρύνθηκε κάθε είδους αμφιβολία. Και στο κάτω κάτω, δεν είναι δυνατό η κάθε εταιρεία σούπερ μάρκετ να διαθέτει δικό της εργοστάσιο που να παράγει π.χ. απορρυπαντικά, άλλο εργοστάσιο που να εμφιαλώνει γάλα, αναψυκτικά, κρασιά, να συσκευάζει όσπρια, καφέ και κάθε ετερόκλητο αγαθό. Άρα, υπάρχει συνεργασία με τις ίδιες τις εταιρείες που παράγουν τα γνωστά, επώνυμα αντίστοιχα προϊόντα και αλλάζουν μόνο τη φίρμα στη συσκευασία και ίσως υποβαθμίζουν ελαφρώς και την ποιότητα. Οπότε, και οι κανόνες ελέγχου της αξιοπιστίας του προϊόντος είναι οι ίδιοι, και ίσως και πιο αυστηροί για αυτά τα προϊόντα, καθώς είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ψάξουν να βρουν ψεγάδι και να τα κατηγορήσουν (ή να αλληλοκατηγορηθούν μέσα στον ανταγωνισμό) λόγω της αύξησης του μεριδίου που έχουν στην αγορά.
Η παγκοσμιοποίηση είναι αυτή που άνοιξε το δρόμο στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο των σούπερ μάρκετ να μπουν στην τοπική κοινωνία κάθε χώρας και να διεκδικήσουν μέσα στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς την επιβίωση και το κέρδος τους. Κι αυτές οι πολυεθνικές είναι οι πρώτες που εφάρμοσαν αυτήν την τακτική με τα δικά τους προϊόντα. Όμως, και οι ελληνικές αντίστοιχες επιχειρήσεις, που είδαν τα δικά τους έσοδα να μειώνονται, προέβησαν αμέσως σε συγχωνεύσεις, σε συνομοσπονδίες και πλάσαραν κι αυτές προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, έτσι ώστε να μην εξαφανιστούν από το προσκήνιο.
Κατά συνέπεια, τα μίνι μάρκετ της γειτονιάς, τα μπακάλικα, είναι αυτά που θίγονται ιδιαίτερα από αυτές τις εξελίξεις, αναγκάζονται όμως να αναπροσαρμόσουν τη λειτουργία τους καλύπτοντας άλλες ανάγκες των ανθρώπων. Έτσι, μπορεί πλέον λίγοι να επιλέγουν το μαγαζάκι της γωνίας για να γεμίσουν το καρότσι τους, αλλά θα στραφούν σε αυτό τις ώρες που η αγορά είναι κλειστή και θα χρειαστούν δυο τρία πράγματα της στιγμής. Για αυτό και αυτά τα μαγαζιά, που είναι ως επί το πλείστον οικογενειακές επιχειρήσεις, πρέπει να μένουν ανοιχτά ως αργά τη νύχτα και να λειτουργούν ακόμα και τις Κυριακές.
Θέλουμε, λοιπόν, να είμαστε όσο γίνεται τοπικιστές. Τα λεφτά μας να πηγαίνουν στις τσέπες των συμπολιτών μας και όχι στους λογαριασμούς μεγιστάνων της πρωτεύουσας ή του εξωτερικού. Θέλουμε η απόδειξη να λέει ΔΟΥ Νιγρίτας και όχι Πειραιώς ή Αθηνών. Δεν θέλουμε όμως από την άλλη να στηρίξουμε και τους συμπολίτες μας που βρίσκουν δεκάδες θέσεις εργασίας στα εν λόγω πολυκαταστήματα; Γιατί κι αυτό είναι όφελος για την τοπική κοινωνία. Και προ πάντων θέλουμε να στηρίξουμε και τη δική μας τσέπη. Και δε μιλάμε για αυτούς που έτσι κι αλλιώς δεν θα τους κάνει καμία διαφορά η εξοικονόμηση 20 ή 30 ευρώ. Μιλάμε για αυτούς που αυτό το ποσό είναι τόσο σημαντικό όσο ήταν και το δεκαχίλιαρο πριν την ισοπεδωτική έλευση του ευρώ.

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

Η ΜΑΥΡΗ ΟΨΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΟΛΑΓΝΕΙΑΣ (16 10 2009)


Για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια, φίλοι μου στέλνουν στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μήνυμα - έκκληση για παιδάκι που έχει εξαφανιστεί. Για πολλοστή φορά, η φωτογραφία ενός παιδιού με τα χαρακτηριστικά του και τα στοιχεία του γεμίζει την οθόνη του υπολογιστή, με την παράκληση να προωθηθεί το μήνυμα σε κάθε δυνατό παραλήπτη, μια παράκληση – ικεσία στο θεό της τεχνολογίας, ως έσχατη (ίσως και πρωταρχική) ελπίδα εντοπισμού. Και καλούνται οι παροικούντες το διαδίκτυο να απλώσουν τον ιστό, σε μια συλλογική προσπάθεια οργανωμένης κοινότητας προς βοήθεια του συνανθρώπου.
Αυτή η «πολλοστή» φορά τριβελλίζει το μυαλό και γεννάει ερωτήματα. Ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου, αυτού του κόσμου, αλλά και για το πώς φτάσαμε ως εδώ.
Δεν ξέρω αν είναι εφικτό να γυρίσουμε τη σκέψη μας μερικές δεκαετίες πίσω. Οι πιο παλιοί μπορούν να ανασύρουν ασπρόμαυρες μνήμες από το ’60 και το ’70, ενώ οι νεότεροι από τη δεκαετία του ’80. Μέχρι εκεί. Στα τέλη αυτής της δεκαετίας αρχίζουν να πραγματώνονται αλλαγές στην ελλαδική κοινωνία, αλλαγές που ως τότε φάνταζαν μακρινές και θεωρούσαμε πως ανήκαν μόνο στις προηγμένες κοινωνίες της Δύσης. Και, δόξα τω Θεώ, ο κινηματογράφος και τα ΜΜΕ είχαν φροντίσει να μας δώσουν μια καλή εικόνα των χαρακτηριστικών των εν λόγω κοινωνιών.
Βασικό χαρακτηριστικό οι απρόσωπες σχέσεις. Οι άνθρωποι των μεγαλουπόλεων της Εσπερίας συμβιώνουν στον - πολεοδομικώς και εργασιακώς - περιορισμένο και πιεσμένο χωροχρόνο τους, δίχως να γνωρίζουν ουσιαστικά ο ένας τον άλλον, ο γείτονας το γείτονα, ο διπλανός το διπλανό. Ο ατομικισμός υπερισχύει του συλλογικού τρόπου σκέψης και δράσης, η ιδιοτέλεια σκεπάζει κάθε ηθική αρχή και κάθε κώδικα αξιών που αρμόζει σε αυτό που ορίζουμε ως ανθρώπινη κοινωνία και αυτάρεσκα θέλουμε να λέμε ότι ξεχωρίζει από τις αγέλες ή τα κοπάδια.
Άλλο χαρακτηριστικό, απότοκο του προηγούμενου: συνάνθρωποι παρατημένοι, ξεφτίδια της ζωής, να μοιράζουν τη μέρα τους ανάμεσα στη ζητιανιά και τα συσσίτια των φιλανθρωπικών οργανώσεων και τη νύχτα τους ανάμεσα σε παγκάκια και πεζοδρόμια. Άνθρωποι που μπορεί να είχαν μια φυσιολογική ζωή και κάποια στιγμή τους ξέρασε το σύστημα και βρέθηκαν από το ζενίθ στο ναδίρ. Άνθρωποι – ποντίκια, λεροί, κάτω από γέφυρες, μέσα σε χαρτόκουτα, στο περιθώριο της καθημερινότητας των πολλών, στο κατώφλι της κοσμοπολίτικης ζωής και των αναμμένων φώτων της πόλης.
Τρίτο χαρακτηριστικό, εξίσου συνδεόμενο με τις ανθρώπινες σχέσεις, κυρίως τις ενδοοικογενειακές: οι εικόνες παιδιών, μαθητών δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα οποία οπλοφορώντας σκορπίζουν το θάνατο στο σχολικό τους περιβάλλον, στοχοποιώντας στα πρόσωπα καθηγητών και συμμαθητών όλους όσοι αδιαφόρησαν για αυτά, τα πλήγωσαν, τα υποτίμησαν, τα απέρριψαν. Συνακόλουθα, βλέπουμε ληστές, εμπόρους ναρκωτικών και λευκής σαρκός, απαγωγείς και γενικά, κάθε φαινόμενο κοινωνικής παθογένειας.
Αδιάψευστο τεκμήριο για όλα αυτά ο κινηματογράφος της εποχής, μέσα από τις παραγωγές του οποίου πέρασαν και σε μας αυτές οι εικόνες εκσυγχρονισμού και προόδου. Και αν κάτσουμε να το αναλύσουμε ακόμα περισσότερο, θα δούμε κι άλλα θάματα σε πολλούς τομείς: στη νοοτροπία του εύκολου και άκοπου πλουτισμού (βλέπε ριάλιτι τηλεπαιχνίδια), στον τρόπο ζωής και ψυχαγωγίας κλπ.
Όλα αυτά στις δυτικές κοινωνίες μέχρι και τη δεκαετία του ’80. Και αν ρίξουμε μια ματιά στην ελλαδική κοινωνία του σήμερα, τι βλέπουμε; Βλέπουμε την ίδια κατάσταση στις σχέσεις των κατοίκων των μεγαλουπόλεων. Συμβαίνει να μη γνωρίζουν οι άνθρωποι ποιος κάθεται δυο ορόφους κάτω από το διαμέρισμά τους. Να συναντιούνται στο ασανσέρ και να μη χαιρετιούνται. Να μη γνωρίζουν αν είναι ένοικος της πολυκατοικίας ή ξένος. Και ας μη μιλήσουμε για τις διπλανές πολυκατοικίες.
Φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε δεδομένους στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη τους άστεγους! Κλοσάρ στη Θεσσαλονίκη! Άνθρωποι στα παγκάκια, στα πάρκα, τυλιγμένοι στα νάυλον, αφημένοι στη μοίρα τους. Και λίγοι, ως ελάχιστοι αυτοί που ενδιαφέρονται. Φτάσαμε να το θεωρούμε φυσιολογικό και απλά το προσπερνάμε, μην μας αγγίξει η δυστυχία τους. Σηκώνουμε το γιακά, κλεινόμαστε ολοένα στον εαυτό μας, στους λίγους δικούς μας, κλείνουμε τα αυτιά και τα μάτια στη συμφορά του άλλου, να ξορκίσουμε το κακό, να το αποκλείσουμε από το σπίτι μας.
Και πριν λίγο καιρό, έκανε και την εμφάνιση του το πρώτο, υποτυπώδες κρούσμα οπλοφορίας μαθητή. Ο εκδυτικισμός στα πρότυπα του εκσυγχρονισμού σιγά σιγά ολοκληρώνεται. Κι από την άλλη, οι απαγωγές παιδιών αυξάνονται. Οι γονείς δεν τολμάν πλέον να αφήσουν τα παιδιά από τα μάτια τους ούτε καν στη Νιγρίτα, όχι στις πρωτεύουσες. Υπαρκτή ήταν η φήμη πέρσι για μαύρο ύποπτο αυτοκίνητο που γυρνούσε στην περιοχή, για δήθεν πλασιέ εγκυκλοπαιδειών κλπ. Ακόμα και τα πιο απλά πράγματα γίνονται επικίνδυνα, στη σκέψη ότι κάποιος μπορεί να παραμονεύει να αρπάξει το παιδί. Με αποτέλεσμα να αυξάνονται πολύ τα μέτρα προστασίας και να πέφτουμε στην άλλη παγίδα, στον κίνδυνο να γίνουν τα παιδιά αγοραφοβικά, ανίκανα να εμπιστευθούν άνθρωπο, να ανοιχτούν σε φιλίες, στην ομαλή κοινωνικοποίηση.
Η αλήθεια όμως, είναι ότι πλέον ζούμε σε έναν κόσμο αγριεμένο, γεμάτο θυμό και ατομικισμό στα όρια της μισανθρωπίας, γι’ αυτό και επικίνδυνο. Συνεπώς, οι άμεσοι κοινωνικοποιητές (γονείς, σχολείο) παλαντζάρουν επικίνδυνα ανάμεσα στην εξοικείωση του παιδιού με την πραγματική, άθλια εικόνα του πραγματικού κόσμου και την ιδεατή εικόνα ενός κόσμου αξιών, ηθικής και ανθρωπισμού, που είναι απαραίτητη όμως στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού. Πώς να συμβουλεύσεις ένα παιδί να βοηθάει το συνάνθρωπο, όταν ξέρεις ότι ο εκάστοτε συνάνθρωπος μπορεί να είναι ο λύκος στα σκεπάσματα της γιαγιάς;
Ζούμε σε έναν κόσμο θυμωμένο. Σε έναν κόσμο βγαλμένο από τις χολυγουντιανές υπερπαραγωγές προπαγάνδας. Τα πρότυπα της δυτικόφερτης παθογένειας έγιναν πλέον υπαρκτή πραγματικότητα στην Ελλάδα και θα περάσουν με τη σειρά τους μέσα σε μια δεκαετία (αν δεν έχουν ήδη περάσει) και στις χώρες του πρώην σιδηρού παραπετάσματος, που διψάνε κι αυτές με τη σειρά τους για εκσυγχρονισμό και βαδίζουν στα χνάρια μας. Τα βλέπαμε στα σινεμά, στις εφημερίδες και τις ειδήσεις και δεν τα πιστεύαμε. Και τώρα τα λουζόμαστε. Και γουρλώναμε τα μάτια απορημένοι, όταν, φοιτητές, πρωτακούγαμε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 από τα χείλη «προοδευτικών» καθηγητών μας τις λέξεις «πολυπολιτισμός» και «παγκοσμιοποίηση»...

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ (09 10 2009)

Αναμφισβήτητο γεγονός τα τελευταία χρόνια είναι η καταιγιστική πρόοδος στο χώρο της τεχνολογίας. Μπιχλιμπίδια κάθε λογής υπόσχονται να καλυτερέψουν τη ζωή μας, ομορφαίνοντας ή διευκολύνοντας την καθημερινότητα μας. Πέρα από αυτό όμως, η τεχνολογία έχει ανοίξει διάπλατα το δρόμο στην επιστήμη, καθώς της παρέχει απλόχερα τα εργαλεία για να διαλύονται λίγο λίγο τα σκοτάδια της άγνοιας.
Έτσι, φτάσαμε στο σήμερα, όπου η επιστήμη, με τη συνδρομή της τεχνολογίας, έχει διευρύνει τη γνώση σε τέτοιο σημείο, ώστε να δημιουργούνται συνεχώς καινούργια παρακλάδια σε κάθε τομέα, η εξειδίκευση να έχει γίνει αναγκαία, καθώς η ποσότητα της γνώσης (αν μετριέται έτσι) δε μπορεί να χωρέσει στο αντικείμενο μιας μονοδιάστατης επιστήμης.
Σαν χιλιάδες καλώδια, οι ειδικότητες διαχωρίζονται από τη μητέρα επιστήμη, αλλά συνδέονται μεταξύ τους αδιάσπαστα, ώστε να αλληλοσυμπληρώνονται. Νομοτελειακά όμως, το πεδίο έρευνας και δράσης της κάθε ειδικότητας περιορίζεται σταδιακά όλο και περισσότερο, βαθαίνοντας αντίστοιχα και την εξειδικευμένη γνώση. Έτσι, οι επιστήμονες του 21ου αιώνα μάς παρουσιάζουν τακτικά τα πορίσματα των ερευνών και των πειραμάτων τους.
Το θέμα ωστόσο, που δημιουργείται, είναι ότι τα αποτελέσματα των κόπων τους πολλές φορές έρχονται σε αντίφαση με τα αποτελέσματα άλλων συναδέλφων τους, που κατά καιρούς ασχολήθηκαν με το ίδιο αντικείμενο. Και δε μιλάμε εδώ για φιλοσοφικές αναζητήσεις, όπου η αναζήτηση της αλήθειας αφήνεται στη δεκτικότητα του καθενός. Μιλάμε για επιστημονικά τεκμηριωμένα πορίσματα, που πρέπει να βασίζονται στις αρχές του ορθού λόγου και να μπορούν να επαληθεύονται πειραματικά από τον οποιονδήποτε. Και – πολύ περισσότερο – μιλάμε για ζητήματα που αφορούν στην καθημερινότητα του ανθρώπου, στην υγεία του, στις συνήθειές του και εν γένει στην ίδια του τη ζωή.
Διαβάζουμε λοιπόν, στις εφημερίδες ή στα σχετικά περιοδικά ότι ένα ποτήρι μπύρα, λόγου χάρη, είναι βάλσαμο για την καλή νεφρική λειτουργία του οργανισμού, περιέχει την τάδε βιταμίνη και τη δείνα πολύτιμη ουσία και είναι απαραίτητο στο καθημερινό τραπέζι. Σε όσους αρέσει το ένα ποτήρι μπύρα, βρίσκουν και ένα επιστημονικό πάτημα για να βεβαιώσουν τη χρησιμότητα της απόλαυσης. Όσοι πάλι, δεν τους φτάνει μόνο ένα ποτήρι, έντεχνα προσπερνούν τον περιορισμό «μόνο ένα» και κρατάν μόνο τις ευεργετικές του ιδιότητες. Το λεν και οι επιστήμονες!
Και πριν καλά καλά προλάβουμε να κατεβάσουμε το ποτηράκι, να σου δεύτερο περιοδικό αντίστοιχων ενδιαφερόντων να μοστράρει φρέσκια έρευνα που λέει ότι ο ζύθος περιέχει κάποιες συγκεκριμένες ουσίες που προκαλούν σύγχυση στη λειτουργία του ήπατος και επιβαρύνουν τον άνθρωπο με περισσότερα κιλά. Και αυτή η έρευνα εξίσου καλά τεκμηριωμένη από ειδικούς επιστήμονες και με πλήθος στοιχείων, στατιστικών και πειραμάτων δεκαετιών.
Και αναρωτιέται ο εμβρόντητος αναγνώστης: μας δουλεύουν; Τι γίνεται; Ποιον να πιστέψεις; Κι αν έχουν και οι δυο δίκιο, ποια η στάση που πρέπει να κρατήσω; Και το παράδειγμα της μπύρας είναι ενδεικτικό μόνο, ίσως και ήσσονος σημασίας. Το ίδιο όμως συμβαίνει και όταν έχουμε να κάνουμε με σοβαρότερα πράγματα, όπως τα φάρμακα, που αφορούν όλους και δεν είναι παίξε γέλασε.
Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει για τις ευεργετικές ιδιότητες της ασπιρίνης; Πόσο καλό κάνει στην καρδιά και ωφέλιμο είναι να εφοδιάζουμε τον οργανισμό μας σε τακτά χρονικά διαστήματα. Κι από την άλλη, ακούμε ότι αυτά δεν ισχύουν, άλλες έρευνες έδειξαν άλλα αποτελέσματα και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Ή, το ακόμα πιο επίκαιρο εμβόλιο κατά της γρίπης των χοίρων. Το κράτος δεν το επιβάλλει και οι γιατροί είναι διχασμένοι, αν και οι πιο σώφρονες μάλλον αμφιβάλλουν για την αποτελεσματικότητά του. Και έρχεται πάλι ο έρμος ανυποψίαστος Έλληνας στο δίλημμα μπροστά στην απειλή της αρρώστιας και στον κίνδυνο του γιατρικού. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Και ο γκρεμός και το ρέμα να προέρχονται από επιστημονικές θέσεις κύρους.
Κατά πόσο λοιπόν, μπορούμε να θεωρήσουμε υπεύθυνους τους εν λόγω ερευνητές, που μπροστά στον πανικό ή τις αφόρητες πιέσεις των φαρμακοβιομηχανιών ανακατεύουν μαγικά φίλτρα και προσφέρουν φαρμάκι αντί για φάρμακο; Κατά πόσο μπορούμε να εμπιστευόμαστε τα πορίσματα, όταν είμαστε καχύποπτοι ότι είναι κατευθυνόμενα από αυτούς που αποκομίζουν κάθε φορά κέρδος: εταιρείες πολυεθνικές που κατακτούν κάθε τομέα του καταναλωτικού μας κόσμου: ποτά, τρόφιμα, φάρμακα, υλικά πάσης χρήσεως κλπ. Η υγεία, το δικαίωμα του πολίτη στην πληροφόρηση πάνε περίπατο μπροστά στα συμφέροντα και στο ταμάχι κάποιων για ολοένα και περισσότερο πλούτο – έστω και επί πτωμάτων.
Μέσα σε μια τέτοια κατάσταση, χάνουν και την εγκυρότητά τους και οι έρευνες που διεξήγαγαν άνθρωποι καθαροί, χωρίς δόλο, με γνώμονα τον ανθρωπισμό και την αγάπη για την επιστήμη τους. Μπαίνουν και αυτοί στο κλισιοσκόπιο και δεν έχουμε τα εργαλεία να κρίνουμε αν όντως πρέπει ή όχι να τους πιστεύουμε.
Για να μην είμαστε όμως απόλυτοι, θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας και την ίδια τη φύση του ανθρώπου. Μια φύση απρόβλεπτη, σχεδόν ανεξερεύνητη ως τις μύχιες πλευρές της. Ο άνθρωπος, μια πολυσύνθετη ύπαρξη, πολυδιάστατος, από ύλη, πνεύμα και ψυχή είναι το αιώνιο αίνιγμα, το μυστήριο που καθημερινά ξεδιπλώνεται και ποτέ δεν αποκαλύπτεται. Αυτή η απρόσιτη φύση του μπορεί να είναι που περιπλέκει τα πράγματα και οδηγεί τους επιστήμονες (ακόμα και τους αγνούς) σε αντικρουόμενα πορίσματα. Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και κάθε επιστημονική θεωρία μπορεί να έχει διαφορετική πρακτική εφαρμογή σε κάθε άνθρωπο.
Και ωσότου οι επιστήμονες γίνουν Θεοί και μπορέσουν να αποκρυπτογραφήσουν πλήρως τα δύσβατα μονοπάτια της ανθρώπινης ύπαρξης, ας συνεχίσουμε τη ζωή μας δίνοντας βαρύτητα στα λόγια, τα πορίσματα και τα πονήματα που έχουν περάσει πρώτα από την αλάνθαστη δοκιμασία: την κριτική τους από ανθρώπους που εκτιμάμε, σεβόμαστε, εμπιστευόμαστε και γνωρίζουμε ότι η γνώμη τους πηγάζει πρώτιστα από την αγάπη τους για τον άνθρωπο.