Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ή ΤΗΣ ΟΡΑΣΗΣ;

Απόσπασμα από κείμενο του Μάριου Πλωρίτη, δημοσιευμένο στο "Βήμα" στις 17/9/2000


"Αν ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός ήταν πολιτισμός του λόγου (ομιλίας και λογικής), αντίθετα στην αρχαία Αίγυπτο, στα ανατολικά βασίλεια, στο Βυζάντιο, στον δυτικό Μεσαίωνα, κυριαρχούσε ο πολιτισμός της όρασης, ο οπτικός πολιτισμός: «σχολείο» της μέγιστης πλειοψηφίας των ανθρώπων ­ που ήταν αγράμματοι και δεν έπαιζαν κανένα πολιτικό ρόλο ­ ήταν οι επιβλητικοί, εικονοστόλιστοι και αγαλματοστόλιστοι ναοί και άλλα μεγαλόπρεπα οικοδομήματα, που πρόβαλλαν και υμνούσαν την ιστορία και τη θρησκεία του τόπου, ενώ η απολυταρχική εξουσία επιβαλλόταν στους υπηκόους όχι μόνο με τη βία αλλά και με τη χλιδή και τη λάμψη των πομπωδών δημόσιων εμφανίσεών της. Το άνωθεν οργανωμένο θέαμα ήταν το βασικό μέσο πληροφόρησης των «κάτω» και ειρηνικής επιβολής των «άνω»."

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

"ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ Η ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ"

Απόσπασμα από άρθρο του Μανουέλ Αριάγκα στην "Καθημερινή" (19-20 Σεπτεμβρίου 2015) με αφορμή την κατάσταση στη χώρα μας.

"Όπως ωμά το έθεσε ένας Έλληνας φίλος στο Twitter, ίσως αυτό που χρειαζόμαστε είναι «λιγότερη δημοκρατία και περισσότερη ικανότητα».
Χωρίς συζήτηση, διαφωνώ. Οι παθολογίες της σύγχρονης πολιτικής σχετίζονται ελάχιστα με τα ατομικά χαρακτηριστικά των πολιτικών, που εκλέγουμε – ή των πολιτών που τους ψηφίζουν. Το πρόβλημα είναι δομικής φύσεως. Ο κοινοβουλευτισμός δημιουργεί μία τάξη επαγγελματιών πολιτικών, οι οποίοι είναι προορισμένοι να αποτύχουν στην υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος. Ταυτόχρονα, περιορίζει τους πολίτες στον ρόλο των ψηφοφόρων – μια δουλειά στην οποία είναι εύκολο για ευφυείς, καλοπροαίρετους ανθρώπους να κάνουν κακές επιλογές.
Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν πολλοί, η μοναδική διέξοδος από αυτό το έλος είναι να έχουμε περισσότερη δημοκρατία. Για παράδειγμα, ήρθε η στιγμή να αναβιώσουμε τον αρχαιοελληνικό θεσμό των κληρωτών, τοποθετώντας απλούς πολίτες στο κέντρο των πολιτικών συστημάτων μας. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, αναρίθμητες εμπειρίες σε περιοχές από τον Καναδά ως την Αυστραλία, τις ΗΠΑ, την Ιρλανδία, την Ολλανδία και την Ισλανδία έχουν επιβεβαιώσει ότι επιτροπές απλών πολιτών επιλεγμένες με κλήρωση –όπως οι ένορκοι στα ποινικά δικαστήρια πολλών χωρών– είναι απολύτως ικανές να αναλύουν και να αποφασίζουν για τα πιο περίπλοκα πολιτικά ζητήματα. Και το κυριότερο, το κάνουν παραμένοντας απρόσβλητοι τόσο από τις προκαταλήψεις, που διαπνέουν τις αποφάσεις των επαγγελματιών πολιτικών, όσο και από την έλλειψη πληροφόρησης και κριτικής σκέψης, που εμποδίζουν τους ψηφοφόρους να κάνουν τις σωστές επιλογές στην κάλπη.
Αρχικά, τέτοιες προτάσεις προκαλούν έκπληξη. Για ένα υπερβολικά μεγάλο διάστημα διδαχθήκαμε να εξιδανικεύουμε την ηγεσία και τις ατομικές ικανότητες – ενώ στο μεταξύ παραμελούσαμε τα βασικά δομικά στοιχεία που αναπόφευκτα διαμορφώνουν τη συμπεριφορά εκείνων που εκλέγουμε. Η δυσάρεστη αλήθεια είναι ότι απλούστατα δεν διαθέτουμε έναν αξιόπιστο μηχανισμό για την παραγωγή και την ανάδειξη «μεγάλων ηγετών» που θα μας κυβερνούν με σύνεση.
Επομένως, έχει έρθει η στιγμή να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό και είναι ξεκάθαρο ότι, για τους καλύτερους και τους χειρότερους λόγους, η σημερινή Ελλάδα βρίσκεται στην ιδανική θέση για να επιχειρήσει κάτι τέτοιο. Ας αφήσουμε επιτέλους τους παλιούς βασιλιάδες στην άκρη και ας δώσουμε στους απλούς πολίτες πραγματική πολιτική εξουσία. Άλλωστε, ποιος πιστεύει στ’ αλήθεια ότι θα κάνουν χειρότερη δουλειά από όσους εκλέγαμε μέχρι τώρα";
* Ο Πορτογάλος Μανουέλ Αριάγκα είναι λέκτωρ στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. Μόλις κυκλοφόρησε το τελευταίο του βιβλίο στα ελληνικά, «Για την επανεκκίνηση της δημοκρατίας», μτφρ. Ηλίας Παπαζαχαρίας, εκδόσεις Αιώρα.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΘΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ





Μεγαλοβδομάδα και φέτος, στον κύκλο του Χρόνου οι απανταχού Χριστιανοί συμπαρίστανται στα πάθη του Θεανθρώπου. Θεός και Άνθρωπος. Πάθη θεϊκά και ανθρώπινα. Ανθρώπινα πάθη.
   Συμμετέχουμε νοερά, τελετουργικά στα Πάθη, έχοντας την βεβαιότητα της Ανάστασης του Μ. Σαββάτου. Από τα Πάθη στην Ανάσταση, λίγες μέρες υπέφερε ο Θεάνθρωπος ως τη Λύτρωση της Ανάστασης. Πόσες μέρες, μήνες ή χρόνια μπορεί να βιώνουν οι άνθρωποι – όχι ξένοι, όχι μακρινοί, δικοί μας άνθρωποι – τα δικά τους ανθρώπινα πάθη προσδοκώντας, δίχως καμιά βεβαιότητα, την δική τους Ανάσταση;
   Μεγάλη Πέμπτη, μπαίνοντας στον Αϊ Γιώργη αργά το βράδυ να προσκυνήσω τον Σταυρωμένο, είδα στα αριστερά στασίδια έναν άλλον σταυρωμένο κι αναστημένο. Έναν άνθρωπο δικό μας. Τον είχα δει και τις προηγούμενες μέρες μετά από πολύν καιρό, όταν βγήκε, χαιρετηθήκαμε εγκάρδια. Βλέποντάς τον όμως ξανά, σε τούτον τον χώρο της Εκκλησιάς, σε τούτον τον χρόνο της Μεγάλης Πέμπτης, κυκλωμένο από οικογένεια και φίλους, ο νους μου δεν μπόρεσε να αποφύγει σκόρπιους τους στίχους του Σικελιανού:

«[…]Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Βήµα σάµπως κύµα απλώθη
το φως ως µε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη µέση
απ’ τά «Χριστός Άνέστη » µιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: «Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!»
Και να, ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάµπασµα, ο Βαγγέλης
που τον λογιάζαν όλοι για χαµένο
στον πόλεµο - και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, µε ποδάρι ξύλινο,
και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κυττάζαν όλοι
µε τα κεριά στο χέρι, τον κυττάζαν
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
τού Στειριού, µια στην όψη, µια στο πόδι,
μα ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έµπαινε πιο µέσα!
Και τότε, - µάρτυράς µου να ‘ναι ό στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος, -
απ’ το στασίδι πού ‘µουνα στηµένος
ξαντίκρυσα τη µάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το µαντίλι, να χιµήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
(έτσι όπως το είδα ο στίχος µου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος),
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιµο: «Μάτια µου, Βαγγέλη!»
Κι ακόµα, - µάρτυράς µου να ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος,-
ξοπίσωθέ της, όσες µαζευτήκαν
από το βράδυ της Μεγάλης Πέφτης, […]»

(Άγγελος Σικελιανός, Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, 1935)

      Άραγε, ποιος μπορεί να ένοιωσε βαθύτερα τα πάθη του Χριστού από τον (κάθε) Βαγγέλη; Ποια ένοιωσε καλύτερα τον πόνο της Παναγίας από την μάνα και την οικογένεια του (κάθε) Βαγγέλη; Κι όλοι εμείς οι υπόλοιποι, σαν τον χορό της αρχαίας τραγωδίας, κοιτάμε, ξανακοιτάμε αδιάκριτα, αλλά πόσο μπορούμε να νοιώσουμε είτε τα θεϊκά, είτε τα ανθρώπινα πάθη; Επιδερμικά μόνο.

Ανθρώπινα πάθη. Το 1935, το 2015. Στο Στείρι, στη Νιγρίτα. Στου Όσιου Λουκά το Μοναστήρι, στου Αϊ Γιώργη το Ναό. Παντού και πάντοτε. Στον πόλεμο. Κάθε είδους, μορφής, τιμήματος, κάθε φταίχτη, κάθε αθώου ή ενόχου.

Στη φυλακή...

Στην απουσία που γίνεται παρουσία. Αυτό σημαίνει «Ανάσταση».

   Από τα Πάθη στην Ανάσταση. Ο Χριστός τον Σταυρό, ο Βαγγέλης το ξύλινο ποδάρι. Χριστός Ανέστη, αλλά και Βαγγέλης, Κώστας, Γιάννης, Γιώργος, Νίκος Ανέστη. 

Και Αλέκος Ανέστη.

 

 

 






Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ*




Προβλέπω ότι θα υπάρξουν κάποιες ερωτήσεις. Πριν αυτό συμβεί, θέλω να ξέρετε ότι ένας άνθρωπος που έχει γράψει δέκα ή χίλια ποιήματα δεν σημαίνει ότι ξέρει να απαντά. Αντίθετα, είναι το άτομο που συνεχώς ρωτάει, απορεί για το αναπάντητο, και αυτή την απορία κυρίως εκφράζει γράφοντας. Παρ' όλο που δεν μου αρέσουν οι γενικεύσεις, γιατί είναι ένας εύκολος τρόπος να ισοπεδώνονται οι αμέτρητες διαφορετικότητες που γεννιούνται από τη λεπτομέρεια, καταλήγω ότι κάθε μορφή τέχνης είναι εν τέλει ένα διαρκές ερώτημα προς έναν αόρατο παντογνώστη, ο οποίος ή δεν απαντά ή απαντά με τον τρόπο του χρησμού ἥξεις ἀφήξεις οὐ... Σ' αυτό το σκοτεινό ατελές του χρησμού, που αλλιώς καλείται και μοίρα μας, έχω δηλώσει την υποταγή μου γράφοντας.


Από πότε νιώσατε την ανάγκη να εκφραστείτε;

Από τότε που η εφηβεία μετέρχεται και αυτόν τον τρόπο, τον πιο αθόρυβο και ακίνδυνο, για να βγει από την κοσμογονική θολούρα που την περιβάλλει. Ήμουν επομένως γυμνασιοκόριτσο.


Επηρεαστήκατε από τα διαβάσματά σας;

Κάθε τι που διαβάζουμε αγαπώντας το, αφήνει ανεξίτηλα τα ίχνη του μέσα μας. Είμαστε προϊόν επιρροών. Το ζητούμενο είναι ο κάθε επίδοξος δημιουργός να μπορέσει να δημιουργήσει γύρω από αυτές τις επιρροές μία αδιαφανή συγκαλυπτική κρούστα, που είναι εν τέλει η προσπάθεια της διαμόρφωσης του λεγόμενου προσωπικού ύφους.


Ποια είναι η θέση της ποίησης στην εποχή μας; Θα γίνει μελλοντικά ποιητικότερος ο κόσμος μας;

Η θέση της ποίησης στην εποχή μας και στην κάθε εποχή, πιστεύω, είναι όποια και η θέση ενός ψιλόβροχου σε μια εκτεταμένη και παρατεινόμενη ξηρασία. Δροσίζεται και κερδίζει μόνον όποιος βρίσκεται κάτω απ' αυτό το τοπικό φαινόμενο.
Τώρα, αν σταματήσουν οι πόλεμοι, οι αδίστακτες αιμοτοχυσίες, η θανατηφόρα πείνα φυλών ολόκληρων, αν στη θέση του φεγγαριού και των ονειροπόλων αστεριών δεν ξεφυτρώσουν πολυκατοικίες, καφετέριες, ντίσκο και μοντέρνα κοιμητήρια, τότε ίσως είναι ποιητικότερος ο αυριανός κόσμος.


Ποιο ποίημα σάς εκφράζει περισσότερο;

Κανένα. Κάθε ποίημα εκφράζει τη στιγμή που γράφτηκε, και μόνο την πτυχή εκείνη που θέλει να εκμυστηρευτεί τη μορφή της, τη διάστασή της στο πρώτο πρόθυμο θέμα να γίνει ο εξομολόγος της. Σε μένα, κατά κανόνα, το θέμα είναι ανύπαρκτο, τρέχουν πίσω του, σαν λαγωνικά, να το ανακαλύψουν δυο-τρεις πλανόδιοι στίχοι, που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να διαθέτουν οξύτατη όσφρηση, κυνηγόσκυλου. Μπορώ ακόμα να πω ότι, αυτοί οι στίχοι-δολώματα είναι κάτι σαν το παρατεταμένο, ανιαρό, και σαν παράφωνο κούρδισμα των οργάνων μιας ορχήστρας, πριν ξεσπάσει η συναυλία.


Τι έχετε να προτείνετε σε κορίτσια που βρίσκονται στην κρίσιμη ηλικία;

Οι προτάσεις που είναι οι πρώτες ξαδέλφες των συμβουλών, ο έμμεσος ήπιος τρόπος τους, επιχειρούν να γίνουν μια αυτοσχέδια γέφυρα, η οποία να ενώσει το αγεφύρωτο, τελικά, χάσμα μεταξύ των δύο γενεών. Από τη γέφυρα αυτή περνούν, προφταίνουν να περάσουν, οι συμβουλές, αλλά ποτέ η απήχησή τους. Απομένει λοιπόν να προτείνω κάτι που ακούγεται παράλογο. Κι επειδή οι νέοι έχουν μεγαλύτερη εξοικείωση με το παράλογο παρά με τη λογική, έχω κάποιες ελπίδες ότι μπορεί να περάσει τη γέφυρα.
Προτείνω λοιπόν, αυτό το μέγιστο, εφ' άπαξ δώρο, που μας κάνει ο χρόνος, τη νεότητα, να μην την ξοδέψουν τώρα ολόκληρη, τώρα που δεν έχουν ακόμα τα αντισώματα κατά των απογοητεύσεων. Να ξοδεύουν τόση νεότητα την ημέρα όση χρειάζεται για να συντηρείται και να θριαμβεύει η αίσθηση πως την διαθέτουν. Να την κατανείμουν έτσι, ώστε κάθε επόμενη φάση της ζωής τους να παίρνει τη μερίδα της, τη δόση νεανικότητας που, με την ενίσχυσή της μέσα στην ωριμότητα, θα δημιουργείται ένας εξαίσιος συνδυασμός φρεσκάδας και σοφίας, συνδυασμός που ξέρει να διαλέγει τις αξίες, προπάντων ξέρει να βαθμολογεί τις απολαύσεις και να τις παρατείνει. Ούτε λίγο ούτε πολύ, καταδικάζω με τούτη την πρόταση την ασυγχώρητη παράλειψη της φύσης —δεν είναι το μόνο λάθος της— να μην εφοδιάσει τις δύσκολες αδιέξοδες ηλικίες με μιαν ανθηρή, αγέραστη αντιμετώπιση. Ας αποκαταστήσουν οι νέοι αυτή την άδικη συμπεριφορά του χρόνου. Κάτι βέβαια που απαιτεί εγκράτεια. Και εγκράτεια σημαίνει στέρηση, που δεν είναι αγαπητή διόλου στην τάση αδηφαγίας που διακρίνει τη νεότητα. Για να επιτευχθεί, προτείνω στους νέους, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθούν, να πίνουν, ένα, το ίδιο πάντα, μεγάλο ηρεμιστικό όνειρο: το γεμάτο όνειρο του μέλλοντος, που είναι όλο δικό τους.
(Κατάλογος αρ. 20, Στιγμή, Νοέμβριος 1996)

* Το απόσπασμα που δημοσιεύεται εδώ γράφτηκε για την εκδήλωση που οργάνωσαν οι μαθήτριες της Α' Λυκείου του Αρσακείου στις 14 Μαΐου 1996 προς τιμήν της Κικής Δημουλά. Από τις ερωτήσεις δημοσιεύονται ορισμένες.

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

"ΤΙ ΜΑΘΗΜΑ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ Η ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ" του SIMON CRITCHLEY*

Ο Βρετανός φιλόσοφος Σάιμον Κρίτσλεϊ, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στις 7 Ιουνίου, στο πλαίσιο του 3ου TEDxKalamata, στο θέατρο της Αρχαίας Μεσσήνης.
"Το θέμα μας είναι τα όρια. Και συγκεντρωθήκαμε εδώ, σ’ αυτό το όριο της Ευρώπης, κοντά στη θάλασσα: την απέραντη, την απεριόριστη.

Υπάρχουν τα όρια της γνώσης - όταν αντιμετωπίζουμε στην απεραντοσύνη του κόσμου και το περιορισμένο μέγεθος του ανθρώπινου νου.

Υπάρχουν τα όρια της ζωής - όλοι θα πεθάνουμε, και ποιος θέλει να πεθάνει; Εγώ, όχι. Λεπτό το λεπτό, μέρα με τη μέρα, αντιμετωπίζουμε τρομακτικά οικολογικά όρια, τα όρια της ανθρώπινης ζωής πάνω στη Γη. Αντιμετωπίζουμε όρια στην κατανόηση, στην έννοια της ανθρώπινης κατανόησης, της συμπόνιας, της ανοχής.

Φαίνεται ότι στην Ευρώπη έχουμε φτάσει στα όρια της ανοχής, γιατί πλέον δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει Ευρώπη. Το 2014 μοιάζει όλο και περισσότερο με το 1914, όταν η Ευρώπη βυθίστηκε σε έναν μακρόχρονο, αιματηρό και άσκοπο πόλεμο, έναν πόλεμο για τα όρια: για τα εθνικά σύνορα, τα χαρακώματα, τις ιδιοκτησίες. Αντιμετωπίζουμε μια νέα παγκόσμια αταξία.

Αυτός είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε την Ελλάδα και που είμαι τόσο χαρούμενος που βρίσκομαι τούτο το απόγευμα στην Ελλάδα. Δεν είναι η Ελλάδα που έχει ανάγκη την Ευρώπη. Είναι η Ευρώπη που έχει ανάγκη τους Ελληνες. Οχι την αρχαία δόξα της Ελλάδας. Οχι τη χολιγουντιανή εκδοχή της αρχαίας Ελλάδας: λευκοί άνδρες με χλαμύδες. Οχι αυτό. Καθόλου. Αυτό είναι ιδεολογία, είναι ιδεολογική σαχλαμάρα. Να μας λείπει.

Οχι, εμένα μου φαίνεται ότι αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι λίγη αρχαιοελληνική σοφία. Οχι κάποια εξιδανικευμένη εικόνα των Ελλήνων, όχι τον Μπραντ Πιτ σαν Αχιλλέα, αλλά τον ρεαλισμό των αρχαίων Ελλήνων, τον σκεπτικισμό τους, τον δροσιστικό και, για μένα, ζωογονητικό πεσιμισμό των αρχαίων Ελλήνων, των τραγικών Ελλήνων, των Ελλήνων που ο Νίτσε με το δίκιο του λάτρευε...

Τα φαντάσματα

Για να αντιμετωπίσουμε τα όρια που έχουμε μπροστά μας, είναι ανάγκη να βρεθούμε εδώ, σ’ αυτόν τον αρχαίο τόπο. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε τους αρχαίους, γι’ αυτό χρειαζόμαστε το θέατρο.

Πώς όμως μπορούμε να κάνουμε αυτές τις σιωπηλές πέτρες να μιλήσουν; Πώς μπορούμε να κάνουμε τους αρχαίους να μας μιλήσουν; Κάποιος κάποτε είπε, σοφά, ότι για να κάνουμε τους αρχαίους να μιλήσουν πρέπει να τους θρέψουμε με το ίδιο το αίμα μας. Είναι σαν τα βαμπίρ. Χρειάζονται το αίμα μας για να ζήσουν. Πρέπει να τους δώσουμε λίγο απ’ το αίμα μας για να κάνουμε τους αρχαίους Ελληνες να μιλήσουν.

Ετσι, απόψε, εδώ και τώρα, θέλω να κάνουμε μια μικρή θυσία αίματος, να καλέσουμε μερικά φαντάσματα. Μην ανησυχείτε όμως: δεν θα πονέσουμε. Αν αφουγκραστούμε προσεκτικά, θα μπορέσουμε ν’ ακούσουμε αυτά που οι αρχαίοι μας λένε σιγανά αλλά επίμονα. Και όταν τους ζωντανέψουμε, θα δούμε πως, όταν μιλούν, δεν μας λένε μόνο για τον εαυτό τους. Οχι. Μας μιλάνε για μας, για το τι σημαίνει να είμαστε εμείς, για τα όρια που αντιμετωπίζουμε σήμερα.

Τι είναι τούτος ο τόπος; Τι είναι τούτος ο μαγικός, αρχαίος τόπος; Είναι ένα θέατρο. Και τι είναι ένα θέατρο; Είναι ένα μέρος όπου ένα ακροατήριο, οι θεατές, οι «θεωροί» -ΕΣΕΙΣ- παρακολουθούν τη δράση να εκτυλίσσεται στη σκηνή. Τι βλέπουν όμως οι θεατές; Βλέπουν πράξη, βλέπουν τη «μίμηση πράξεως», όπως είπε ο Αριστοτέλης.

Εδώ, ακριβώς εδώ, υπήρχε θέατρο, το θαύμα του θεάτρου, μπροστά σε χιλιάδες πολίτες. Υπήρχε κωμωδία, σατιρικά έργα, πάνω απ’ όλα όμως υπήρχε τραγωδία. Και έτσι φτάνω στο ερώτημά μου: Γιατί γινόταν αυτό; Γιατί υπήρξε η τραγωδία;

Η Ανν Κάρσον, η Καναδή ποιήτρια, ρωτάει: «Γιατί υπάρχει η τραγωδία; Επειδή είσαι γεμάτος οργή. Γιατί είσαι γεμάτος οργή; Επειδή είσαι γεμάτος θλίψη». Αυτό είναι απόλυτα σωστό. Η Αντιγόνη είναι οργισμένη επειδή είναι γεμάτη θλίψη για τον αδελφό της, τον Πολυνείκη, που του αρνήθηκε τις ταφικές τιμές ο πολιτικός άρχοντας, ο Κρέων. Η Κλυταιμνήστρα είναι οργισμένη με τον Αγαμέμνονα εξαιτίας της θλίψης της για την κόρη της, την Ιφιγένεια, που εκείνος την έσφαξε σαν αρνί για να εξασφαλίσει ούριους ανέμους στα πανιά των ελληνικών πλοίων που κινούσαν για την Τροία.

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε άλλο ένα ερώτημα στη λίστα της Ανν Κάρσον: Αν η τραγωδία είναι η οργή που ακολουθεί τη θλίψη, γιατί οι ήρωες στην τραγωδία είναι γεμάτοι θλίψη; Είναι θλιμμένοι εξαιτίας του πολέμου και των ανθρώπων που σκοτώθηκαν. Η τραγωδία θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως μια πυροδοτημένη από τη θλίψη οργή που ξεπηδάει από τον πόλεμο. Αν αυτό μπορεί να φαίνεται απόμακρο και αφηρημένο, σκεφτείτε τότε απλώς την πολιτικοποίηση των κηδειών που αποτελεί ένα θλιβερά επαναλαμβανόμενο γεγονός της ζωής τα τελευταία χρόνια, από την αποκαλούμενη Αραβική Ανοιξη έως τις τρέχουσες αιματηρές συγκρούσεις στην Ουκρανία. Διαδηλωτές πυροβολούνται στις κηδείες διαδηλωτών που πυροβολήθηκαν επειδή διαμαρτύρονταν εναντίον του καθεστώτος.

Ζούμε σε έναν κόσμο που το πλαίσιό του είναι ο πόλεμος. Κάθε πλευρά πιστεύει ακράδαντα στην ορθότητα της θέσης της και στον παραλογισμό ή την «κακία» του αντιπάλου. Η πεποίθηση αυτή νομιμοποιεί τη βία, μια καταστροφική βία που πυροδοτεί τη βία της άλλης πλευράς σε απάντηση.

Πιστεύω ότι μια αντανάκλαση της αρχαίας τραγωδίας, εδώ και τώρα, σε τούτο το θέατρο, θα μπορούσε τουλάχιστον να φωτίσει τα προβλήματά μας και να μας πει κάτι για το παρόν μας και τα όριά του.

Επειδή η ιστορία της ελληνικής τραγωδίας είναι ιστορία πολέμων, από τον πόλεμο με τους Πέρσες τον 5ο αιώνα π.Χ μέχρι τον Πελοποννησιακό Πόλεμο που κράτησε έως το τέλος εκείνου του αιώνα, και από την ανάδυση της αθηναϊκής πολιτικής ηγεμονίας μέχρι τη διάλυσή της και την ταπείνωσή της στα χέρια της Σπάρτης.

Περιγραφή του αντιπάλου

Το παλαιότερο θεατρικό έργο που έχουμε, «Οι Πέρσες», από το 472 π.Χ., αναφέρεται στα επακόλουθα της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας το 480 π.Χ., που ο Αισχύλος φέρνει επί σκηνής οκτώ χρόνια αργότερα. Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς στο θέατρο είναι ότι έχουμε μια περιγραφή του αντιπάλου όχι με εχθρότητα αλλά με συμπόνια. Συμπόνια για τον εχθρό. Στο τέλος του έργου εμφανίζεται ένα φάντασμα. Υπάρχουν πολλά φαντάσματα στο θέατρο. Υπάρχει φάντασμα στους Πέρσες, υπάρχει φάντασμα στον Αμλετ. Το πρόβλημα με τους νεκρούς είναι ότι δεν στέργουν να παραμείνουν νεκροί. Και το φάντασμα του Δαρείου του Μεγάλου εμφανίζεται και λέει στον γιο του, τον Ξέρξη: «Είσαι άχρηστος, έχασες τη μάχη, αλλά το χειρότερο ήταν ότι βεβήλωσες τα ιερά των Ελλήνων, και αυτό δεν έπρεπε να το κάνεις. Αυτό είναι Υβρις». Κι ύστερα λέει στους Ελληνες: «Αν φερθείτε με τον ίδιο τρόπο, αν βεβηλώσετε ό,τι είναι ιερό, θα φτάσετε στην ίδια κατάντια».

Ετσι, αυτό το εκπληκτικό πράγμα, το θέατρο, που όλοι το παίρνουμε σαν δεδομένο, που εσείς όλοι το θεωρείτε δεδομένο γιατί είναι η κληρονομιά σας, αναδεικνύει κάτι εξαιρετικό: αναδεικνύει την κατανόηση του εχθρού. Μια κατανόηση του Ξένου, του «βαρβάρου» που προσεγγίζεται όχι με εχθρότητα, αλλά με πνεύμα ανοχής και κατανόησης και συμπόνιας. Και αυτό, νομίζω, είναι το πρώτο μάθημα που μπορεί η αρχαιότητα να μας προσφέρει σήμερα, στην κρίσιμη και επικίνδυνη κατάσταση που βρισκόμαστε."
* O κ. Simon Critchley διδάσκει φιλοσοφία στο New School της Νέας Υόρκης. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί το «Βιβλίο των νεκρών φιλοσόφων» από τις εκδόσεις Πατάκη.
​​Το κείμενο (δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" της 20/7/2014) αποτελεί συντομευμένη εκδοχή από την ομιλία που έδωσε ο Σάιμον Κρίτσλεϊ στις 7 Ιουνίου, στο πλαίσιο του 3ου TEDxKalamata, στο θέατρο της Αρχαίας Μεσσήνης, το πρώτο TEDx που φιλοξενείται σε αρχαιολογικό χώρο.
Δια την αντιγραφήν