Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

Η ΜΑΖΙΚΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΤΩΝ ΚΡΑΝΙΩΤΩΝ ΣΤΗ ΝΙΓΡΙΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ (μέρος β')

Η ομιλία του Γιάννη Μπάκα (μέρος β’)

Συνέχεια από το προηγούμενο

«Για τους Κρανιώτες ωστόσο, ο εντοπισμός της ακριβούς εγκατάστασής τους είναι ακόμη πιο δύσκολος. Κι εδώ ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η αναφορά ότι έκτισαν νέα πατρίδα. Δεν υπάρχει, τουλάχιστον από όσο ξέρουμε έως σήμερα, κάποια συνοικία της Νιγρίτας που το όνομά της να μας παραπέμπει στους Κρανιώτες. Μελετώντας το θέμα με βάση τη δική μου οικογένεια, διαπίστωσα ότι η πλειοψηφία των παραπάνω οικογενειών που ανέφερα, κατοίκησαν στην ακατοίκητη περιοχή πάνω από την τότε Σύρπα και ενδεχομένως προς τα όρια της Νιγρίτας. Στη σκιά του γνωστού μας Πύργου, στο χώρο κατά πάσα πιθανότητα ενός εγκαταλελειμμένου ή δημευμένου, λόγω της ελληνικής επανάστασης αγιορείτικου μετοχίου, για το οποίο υπάρχουν κάποιες αναφορές ως μονή της Νιγρίτας, ενδεχομένως φιλοθεΐτικο, για να το συνδέσω και με την εικόνα της Ελεούσας, στο πλάτωμα ενός υψώματος από το οποίο μπορείς να ατενίσεις τον κάμπο, διάλεξαν οι περισσότεροι να κατοικήσουν και να δημιουργήσουν, σύμφωνα με τον Κωνσταντά, τη νέα τους πατρίδα. Έκτισαν τα σπίτια τους, κοντά ο ένας στον άλλο, δημιουργώντας σχεδόν μια νέα συνοικία η οποία με την πληθυσμιακή ανάπτυξη της περιοχής γρήγορα ενώθηκε με την πολύ κοντινή Σύρπα αλλά και με τη Νιγρίτα στην οποία επίσης εγκαταστάθηκε μέρος των Κρανιωτών.
Η πρόοδος των ανθρώπων αυτών γρήγορα έγινε εμφανής, γεγονός που προκαλούσε και νέες αποδημίες από την Κρανιά προς τη Νιγρίτα και εδώ νομίζω ότι πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν έφτασαν εδώ ούτε ως πρόσφυγες, ούτε ως κυνηγημένοι, παρότι οι φυσικές καταστροφές, όπως η πανούκλα ή οι ερημώσεις που προκαλούσε ο επαναστατικός αναβρασμός της εποχής να στάθηκαν η αφορμή. Ο Κωνσταντάς μιλά για εμπόρους και τεχνίτες και ο Νικόλαος Μάγνης αναφερόμενος στους Λιτοχωρινούς, μιλά για τους ευπορότερους και πλουσιότερους των κατοίκων. Εξάλλου, η ίδια οικονομική και εμπορική ανάπτυξη της Νιγρίτας την ίδια εποχή δεν δικαιολογεί την παρουσία κατατρεγμένων ανθρώπων. Αντιθέτως η περαιτέρω πορεία της πόλης μαρτυρεί μάλλον εγκατάσταση νοικοκυραίων με την οικονομική σημασία του όρου. Πολλοί από τους αποδήμους στη Νιγρίτα Κρανιώτες γρήγορα σταδιοδρόμησαν και εντάχθηκαν στην τοπική κοινωνία αναλαμβάνοντας αξιώματα τόσο στην τοπική δημογεροντία της Σύρπας (όπως είναι γνωστό), πιθανό και της Νιγρίτας, όσο και στις επιτροπές των ναών. Γρήγορα οι άνθρωποι αφομοιώθηκαν μέσα στο περιβάλλον της Νιγρίτας το οποίο κατάφερε να συνδυάσει όλους αυτούς τους διαφορετικούς πληθυσμούς και να αποκτήσει ομοιομορφία με ντόπια μακεδονικά χαρακτηριστικά. Η Νιγρίτα έτσι κατέστη δυναμικό κέντρο του Ελληνισμού στην ευρύτερη περιοχή, αποκαλούμενο από τους Οθωμανούς ως Κιουτσούκ Γιουνάν, μικρή δηλαδή Ελλάδα και περιλάλητος. Επίσης, η μετακίνηση προσφύγων δεν δικαιολογείται και από το γεγονός ότι και η ίδια η Νιγρίτα βίωνε τον επαναστατικό αναβρασμό της εποχής και τις ληστρικές επιδρομές, όπως αυτήν του Σαμπάν Γκέκα που λεηλάτησε τη Νιγρίτα, αλλά κυρίως τη Σύρπα στα 1828. Η σχολή της Νιγρίτας μάλιστα είχε αναστείλει τη λειτουργία της λόγω της επανάστασης και επαναλειτούργησε μόνο το 1928. Αλλά και αργότερα οι Νιγριτινοί συμμετείχαν στην επανάσταση του 1854, όπως και οι Θεσσαλοί, φυλακίστηκαν μάλιστα και οι ιερείς της πόλης. Ακόμη, όπως μαρτυρεί για το Σωχό ο Cοusinery στις αρχές του 19ου αιώνα η περιοχή μας γνώρισε και την πανδημία της πανούκλας .
Η Νιγρίτα δεν θα μπορούσε λοιπόν να αποτελέσει το ασφαλές καταφύγιο για κάποιον που θα ήθελε να αποφύγει τους κατατρεγμούς της εποχής, αλλά σίγουρα θα αποτελούσε ένα ασφαλές πεδίο δράσης για ανθρώπους που επιδίωκαν νέα ανοίγματα στις δραστηριότητές τους. Η Νιγρίτα με τον κάμπο της, την καλλιέργεια του βαμβακιού και τη σηροτροφία της σίγουρα θα αποτελούσε μεγάλη πρόκληση για τους Kρανιώτες βιοτέχνες της βαφής των νημάτων και τους υφαντές - αλατζάδων, μεταξωτών, βαμβακερών και μάλλινων, που μετά τη διάλυση των συνεταιρισμών σε Αμπελάκια και Ραψάνη βρήκαν στη Νιγρίτα σίγουρη διέξοδο στην τέχνη και στο εμπόριό τους μια και βρισκόταν, όπως ειπώθηκε πάνω σε εμπορικό δρόμο.
Με τον ερχομό όλων αυτών των εξειδικευμένων τεχνιτών και των εμπόρων η Νιγρίτα γνώρισε μια τεράστια ανάπτυξη στην υφαντουργία που την κατέστησε ως ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της τέχνης αυτής ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Ο τίτλος που της προσέδωσε εφημερίδα των Αθηνών το 1913, ως η «Περιλάλητος Νιγρίτα» για τους περίφημους αλατζάδες της και τα μεταξωτά της, δικαιολογούν την ακμή που γνώρισε η πόλη μας σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα.
Δυστυχώς, δεν μας είναι γνωστό αν υπήρξε με κάποιον τρόπο επικοινωνία μεταξύ των Kρανιωτών της Κρανιάς και όσων μετοίκησαν στη Νιγρίτα κατά το υπόλοιπο του 19ου αιώνα. Η όποια επικοινωνία ενδεχομένως να δυσκόλεψε μετά την ένταξη της Κρανιάς στο ελεύθερο ελληνικό βασίλειο, το 1881. Ωστόσο, η ανάμνηση τόσο της αποδημίας από τους Κρανιώτες, όσο και η ανάμνηση της καταγωγής τους από τους Νιγριτινούς δεν έλειψαν. Κατά καιρούς βέβαια κάποια Κρανιώτες μεμονωμένα αποδήμησαν στη Νιγρίτα και στα γύρω χωριά, όπως στο Ζερβοχώρι, αναζητώντας καλύτερη τύχη κοντά σε συγγενείς τους.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διασώζει η δική μου οικογένεια η πρώτη κίνηση για επαφή προήλθε από την Κρανιά. Δεν μας ξεχνούσαν οι συγγενείς μας εκεί πάνω κι ας περνούσαν τα χρόνια κι ας χανόταν σιγά σιγά η συγγένεια. Το 1912-13 με τους βαλκανικούς πολέμους κι αργότερα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Νιγρίτα βρισκόταν στο κέντρο των πολεμικών επιχειρήσεων, Κρανιώτες στρατιώτες του ελληνικού στρατού –η Κρανιά, όπως ειπώθηκε, απελευθερώθηκε το 1881- βρέθηκαν στη Νιγρίτα όπου αναζήτησαν με εντολή των πατεράδων και παππούδων τους τούς συγγενείς τους εδώ. Από τότε αναζωπυρώθηκε η μνήμη και ξαναδημιουργήθηκαν σχέσεις. Τη δεκαετία του ‘20 Nιγριτινοί που βρέθηκαν στη Λάρισα για δουλειά, επισκέφθηκαν την Κρανιά και αναζήτησαν τους συγγενείς τους εκεί και το ίδιο επαναλήφθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ‘50.
Για τη δική μου οικογένεια κομβικό σημείο ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ‘50 ο ερχομός στη Νιγρίτα του Γιάννη Καρανάτσιου, ο οποίος κατά τη στρατιωτική θητεία του βρέθηκε να υπηρετεί με Nιγριτινό συγγενή του. Ο Γιάννης Καρανάτσιος έλαβε κι αυτός εντολή από τους δικούς του να έλθει στη Νιγρίτα, μια και υπηρετούσε κοντά, και να αναζητήσει και να γνωρίσει τους συγγενείς του. Όταν αφηγούνταν για το χωριό ο μπάρμπα Μιχαλός ο Μπάκας, ο μεγαλύτερος τότε επιζών της οικογένειας, έκλαιγε από συγκίνηση και τον ρωτούσε για πρόσωπα και πράγματα του χωριού, για τα σπίτια, τις εκκλησιές και τα χωράφια κι ας μην είχε πάει ποτέ του. Από τότε ο δικός μας κλάδος που αποδήμησε κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα επανασυνδέθηκε και πάλι με τον κλάδο που είχε μείνει ή κατά μια άποψη επέστρεψε στην Κρανιά και παρέμεινε εκεί.
Μικρό παιδί καθόμουνα με μεγάλη ευχαρίστηση κι άκουγα διηγήσεις από το στόμα της γιαγιάς και των δικών μου. Μια από τις διηγήσεις αυτές, που οι δικοί μου με μεγάλο ενθουσιασμό μού διηγούνταν, αναφερόταν σε ένα χωριό πάνω στον Όλυμπο από το οποίο η πατρική μου οικογένεια προερχόταν, την Κρανιά. Αμέτρητες φορές είχα ακούσει για το χωριό αυτό. Για την επίσκεψη της γιαγιάς και του θείου εκεί τη δεκαετία του ‘50. Για τα μουλάρια που τους ανέβασαν από τη Ραψάνη. Την υποδοχή που τους επιφυλάχθηκε… Για το Γιώρα και τον Γιοβάνη, τα δύο αδέλφια που ήρθαν από την Κρανιά μαζί με τις επτά αδελφές τους και ασχολήθηκαν με το βάψιμο νημάτων με το αιματόξυλο, το μπακάμι, γι΄ αυτό και τους αποκάλεσαν μπακάδες. Για το Γιώρα που παντρεύτηκε Κρανιώτισσα, Καραγιάννενα και από τον οποίο προέρχεται το δικό μας ντάλι, ο οικογενειακός μας κλάδος. Για τον Αντώνη που πνίγηκε, για τις αδελφές που άφησαν στη διαδρομή κατά την αποδημία τους στη Νιγρίτα.
Αργότερα ως μαθητής και φοιτητής κατεβαίνοντας ή ανεβαίνοντας από την Αθήνα είχα και πάλι την Κρανιά να ηχεί στα αυτιά. Θυμάμαι τον πατέρα μου να μου τη δείχνει από το παράθυρο του λεωφορείου κι ας μην είχε πάει ακόμη κι ο ίδιος, αλλά κι εκείνος όπως και ο μεγάλος του θείος αδελφός του παππού του, ο μπάρμπα Μιχαλός, είχε τόσες φορές ακούσει και ξανακούσει διηγήσεις και ιστορίες των παλαιοτέρων για το χωριό αυτό. Τότε νόμιζα ότι μόνο η δικιά μου οικογένεια καταγόταν από την Κρανιά και δεν φανταζόμουν ότι αρκετοί συμπατριώτες μου είχαν την ίδια καταγωγή με μένα.
Με το χρόνο αναπτύχθηκαν ολοένα και περισσότερο οι δεσμοί μεταξύ μας που συνεχίζονται από γενιά σε γενιά και κυρίως μετά τις μαζικές αλληλοεπισκέψεις σε Κρανιά και Νιγρίτα τη δεκαετία του ‘80. Γνώρισα τους θείους και τις θείες και τα παιδιά και εγγόνια τους, τον Κώστα, το Νίκο, την Ελένη, την Κατερίνα, το Θωμά, το Μιχάλη, τον Τάσο… Πολλοί με ρωτούν τι συγγένεια έχουμε. Τους απαντώ άπειρη, χωρίς τέλος. Είναι η συγγένεια της αγάπης που έχουμε μεταξύ μας, η οποία δεν γνωρίζει όρια και είναι ίσως πιο κοντινή από κάθε άλλη».


http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr


▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος Αμαλιάδας. Στη Νιγρίτα πότε;









Χάσαμε Γιάννη. Στενοχωρήθηκε όλη η πόλη, μα πιο πολύ όλοι αυτοί που τον πειράζαμε, οι πιο πολλοί με αγάπη. Κι αυτός το καταλάβαινε και το ζητούσε και το ανταπέδιδε με φοβερές ατάκες – ενίοτε και με κλωτσιές. Τώρα; Ένα μεγάλο κενό. Τέλος εποχής για τη Νιγρίτα. Αιωνία του η μνήμη…

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Η ΜΑΖΙΚΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΤΩΝ ΚΡΑΝΙΩΤΩΝ ΣΤΗ ΝΙΓΡΙΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ

Η ομιλία του Γιάννη Μπάκα (μέρος α’)

Πάει λίγος καιρός, κοντά δυο μήνες, που ο Ναός του Αη Γιώργη και ο Δήμος Νιγρίτας διοργάνωσαν μια ημερίδα με θέμα τη μαζική μετανάστευση των Κρανιωτών στη Νιγρίτα κατά τον 19ο αιώνα σε συνδυασμό και με την επίσκεψη στην πόλη μας εκδρομέων από την Κρανιά Ολύμπου. Οι ομιλητές της ημερίδας ήταν ο λέκτορας του τμήματος ποιμαντικής και κοινωνικής θεολογίας της θεολογικής σχολής του Α.Π.Θ. κ. Ιωάννης Μπάκας και ο τέως διευθυντής του Κολεγίου Αθηνών και διδάκτωρ φιλολογίας κ. Ιωάννης Μπασλής. Με την ευγενική παραχώρηση λοιπόν του ακούραστου περί των τοπικών – και όχι μόνο – θεμάτων, Γιάννη Μπάκα, η στήλη θα παρουσιάσει σε δύο μέρη την ομιλία του, όπως την εκφώνησε στις 31 Οκτωβρίου στο δημοτικό Μέγαρο στα πλαίσια αυτής της ημερίδας. Μπορεί πολλοί από μας να μην έλκουμε την καταγωγή μας από κει, αλλά ευκαιρίας δοθείσης, ας εμπλουτίσουμε τις γνώσεις για τον τόπο και τους συμπολίτες μας:
«Κατά την περίοδο των επαναστατικών ζυμώσεων στη Βαλκανική, στις αρχές του 19ου αιώνα ένας οπλαρχηγός συνεργαζόμενος με το ρώσο ναύαρχο στο Αιγαίο, εμφανίζεται στα μέρη μας. Αποβιβάστηκε στο Σταυρό της Χαλκιδικής και έφτασε ως τον Αχινό, από εκεί πέρασε απέναντι στην περιοχή της Ζίχνης. Στόχος του να διασχίσει με τους 320 συντρόφους του τη Βαλκανική ξεσηκώνοντας τους χριστιανούς. Ο καπετάνιος αυτός δεν ήταν άλλος από το φημισμένο Νικοτσάρα. Υπάρχει μάλιστα και το τραγούδι: Τι έχουν της Ζίχνας τα βουνά και στέκουν μαραμένα ο Νικοτσάρας πολεμά σε Χάνδακα και Πύργο. Το εγχείρημα δεν πέτυχε και ο Νικοτσάρας νικημένος από τον Ισμαήλ Μπέη των Σερρών επιστρέφει και πάλι μέσω της περιοχής μας καταφεύγοντας τελικά στο Άγιον Όρος. Ο καπετάνιος αυτός μετέδωσε πρώτος το επαναστατικό μήνυμα στην περιοχή μας και σε ολόκληρη την Ανατολική Μακεδονία.

Εικόνα 1 Κρανιά Ολύμπου


Σεβαστοί πατέρες, κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συμπατριώτες, ο καπετάν Νικοτσάρας καταγόταν από την Κρανιά του Ολύμπου και μαθήτευσε στη σχολή της Μονής του Αγίου Διονυσίου στον Όλυμπο. Αυτό μας λέει πολλά. Αποτελεί ίσως την πρώτη, ίσως σημαδιακή, επαφή Κρανιώτη με την περιοχή μας και ένας ακόμη σύνδεσμος μεταξύ μας.
Στις αρχές του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα στις αρχές της δεκαετίας του 1830, τη Νιγρίτα επισκέπτεται ο Γάλλος πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Cousinery ο οποίος αναφέρει: Μίαν ώραν μετά την διάβασιν της γέφυρας εισήλθομεν εις την εύφορον αγροτικήν περιφέρειαν της Νιγρίτης, της οποίας την όψιν καθιστούν χαρίεσσαν η εν αυτή καλλιέργεια του βάμβακος και της αμπέλου… Την επαύριον της αφίξεώς μας, περιεργάσθην την πόλιν και αντελήφθην, ότι δεν κατοικείται ποσώς υπό Τούρκων. Η εν αυτή κίνησις κατεδείκνυεν πληθυσμόν ασχολούμενον εις γεωργικάς εργασίας και επιδιδόμενον δραστηρίως εις έργα βιοτεχνικά. Βαφείς, αργυροχρυσοχόοι, χαλυβδοσιδηρουργοί και άλλοι βιοτέχναι ζωογονούν όλα τα τμήματα της πόλεως. Τέλος η αγορά απεδείκνυεν, ότι η πόλις της Νιγρίτης, ως εκ της θέσεώς της, είχεν αποβή το κέντρον σημαντικωτάτου εμπορίου…
Ο Cousinery περιγράφει μια πραγματικότητα, η Νιγρίτα αποτελούσε σταθμό στο διαμετακομιστικό εμπόριο από τη Θεσσαλονίκη και φυσικά από την Κεντρική και Νότιο Ελλάδα προς τη βόρεια βαλκανική, τις παραδουνάβιες ηγεμονίες και τη Ρωσία, καθώς βρισκόταν πάνω στη μεγάλη εμπορική οδό, όπως τη χαρακτηρίζει ο Έλληνας πρόξενος στα Σέρρας, που από τη Θεσσαλονίκη μέσω Σοχού έφτανε στη Νιγρίτα και συνέχιζε ανατολικά, βόρεια και νότια. Μιλάμε φυσικά για τη σοχνόστρατα, το δρόμο που διέσχιζαν τα εμπορικά καραβάνια και στον οποίο φώλιαζαν, όπως ήταν φυσικό, αρκετοί ληστές, σε σημείο η σοχνιά γέφυρα να αναφέρεται και ως γεφύρι του διαβόλου (seytan coprusu).
Τον παραπάνω δρόμο φαίνεται ότι ακολούθησαν στα τέλη του 18ου και κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα χιλιάδες άνθρωποι με τις οικογένειές τους, καθώς την εποχή αυτή παρατηρείται μια γενικότερη αποδημία πληθυσμών προς τα ανατολικά και τα βόρεια, εξαιτίας των οποίων ενισχύθηκαν πολλά προϋπάρχοντα κέντρα και δημιουργήθηκαν καινούργια.
Σ΄ ότι αφορά τη Νιγρίτα, μια πόλη που αναφέρεται από τα μέσα ακόμη του 15ου αιώνα και μάλιστα στα 1454, ένα χρόνο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Μεχμέτ τον Πορθητή, κατά το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα παρατηρείται μια τεράστια πληθυσμιακή και οικονομική ανάπτυξη, όπως τουλάχιστον μαρτυρεί η επέκταση και η ολική αγιογράφηση του ναού του αγίου Γεωργίου. Πληθυσμοί βλαχόφωνοι και ελληνόφωνοι από τη Μοσχόπολη, τη δυτική Μακεδονία και την Πίνδο, τη Βωβούσα, από την Τρυγόνα Τρικάλων, την Καλαμπάκα, τα Τρίκαλα και την Καρδίτσα, από τη Χαλκιδική και φυσικά από τον Όλυμπο, έρχονται να προστεθούν στους πληθυσμούς που κατέβηκαν από τις πλαγιές του Βερτίσκου, από την Όσσα, τη Μπέροβα, τη Χωρούδα, το Σοχό και το βλαχόφωνο Φλαμούρι που εξισλαμίστηκε. Από την περιοχή του Ολύμπου υπάρχουν αναφορές για πληθυσμούς από το Λιβάδι, τη Σκοτίνα, τη Ραψάνη (ο μακαριστός ιστοριοδίφης της Νιγρίτας Αστέριος Θηλυκός), ενώ η μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα προέρχεται από την Κρανιά και το Λιτόχωρο. Απόδειξη του τελευταίου είναι η μέχρι σήμερα ανάμνηση πολλών Νιγριτινών οικογενειών για την κρανιώτικη καταγωγή τους, αλλά και η ταυτόχρονη τιμή του αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπου μόνο στη Νιγρίτα από ολόκληρη την περιοχή των Σερρών. Σημαντική βοήθεια σε αυτό μας προσφέρει ο Νικόλαος Μάγνης στο έργο του «Περιήγησις ή τοπογραφία της Θεσσαλίας και Θετταλικής Μαγνησίας» το οποίο εξέδωσε στην Αθήνα το 1860 όπου αναφέρει (σ.17) για το Λιτόχωρο …κωμόπολις χριστιανική με περίπου επτακοσίας οικίας, εις τους πρόποδας του Ολύμπου, έχουσα γην πεδινήν ικανωτάτην και ευφορωτάτην…Μ΄όλα ταύτα είναι έρημος κατά το παρόν και αύτη, διότι οι περισσότεροι και πλουσιώτεροι των κατοίκων μετώκησαν εις τας Σέρρας και συγκατώκησαν με τους Κρανιώτας… Το μοναδικό μέρος στην περιοχή των Σερρών όπου συναντώνται η ανάμνηση της κρανιώτικης καταγωγής και η τιμή του Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπου, το μοναστήρι του οποίου είναι κοντά στο Λιτόχωρο, δεν είναι άλλο από τη Νιγρίτα. Έτσι δικαιολογείται και η προσθήκη του Αγίου Διονυσίου ως συμπολιούχου και προστάτου της πόλης μας, όπως συνέβη και με την αγία Παρασκευή, η οποία συντιμάται από τα μέσα του 19ου αιώνα, μαζί με τον άγιο Γεώργιο, στον ίδιο ναό και την τιμή της οποίας επίσης μετέφεραν πληθυσμοί, μάλλον βλαχόφωνοι, από τη Δυτική Μακεδονία και την Πίνδο.
Και έρχομαι στους Κρανιώτες, στο ίδιο προαναφερθέν έργο του ο Νικόλαος Μάγνης χρησιμοποιώντας στοιχεία που είχε δημοσιεύσει το 1838 ο Γρηγόριος Κωνσταντάς αναφέρει: Κρανιά, χώρα χριστιανική με πεντακόσια σπίτια εις θέσιν γοητευτικήν και τερπνήν, της οποίας οι κάτοικοι… ήτον έμποροι και τεχνίται. Τώρα έρημος και αυτή, οι δε πάλαι κάτοικοι μετώκησαν εις την των Σερρών επαρχίαν κτίσαντες εκεί νέαν πατρίδα. Η παραπάνω αναφορά μιλά για μαζική αποδημία Κρανιωτών στην περιοχή μας και την ανοικοδόμηση νέας πατρίδας ομού μετά των Λιτοχωρινών, όπως προαναφέρθηκε. Με βάση τα στοιχεία που μας δίνουν περιηγητές και άλλοι, κατά τον 19ο αιώνα, και τα οποία δημοσίευσε ο κ. Μπασλής, μετακινήθηκε και εγκαταστάθηκε στη Νιγρίτα η πλειοψηφία των κατοίκων της Κρανιάς, σε αριθμό που ξεπερνά ίσως τις 1500 ψυχές, τη στιγμή που το 1885 σε Νιγρίτα και Σύρπα αριθμούνται περί τους 3500 κάτοικοι. Με βάση αυτούς τους υπολογισμούς, οι μισοί σχεδόν κάτοικοι της Νιγρίτας και της Σύρπας προέρχονται από την Κρανιά.
Φανταστείτε καραβάνια ανθρώπων με τα υποζύγιά τους να κατεβαίνουν το βουνό μας, το Βερτίσκο, από το μονοπάτι από το Σοχό και να φτάνουν πάνω από τη Νιγρίτα και εκεί να αγναντεύουν τον κάμπο και τη λίμνη του Αχινού που φάνταζε με θάλασσα. Ίσως να τους θύμισε λίγο το μπαλκόνι που άφησαν στον Όλυμπο. Καραγιαννάδες, Παπαστεργιάδες και Οικονομαίοι, Μπακάδες, Μπατσιάδες, Γραβαλάδες, Σπριντζιάδες, Τσιφουταίοι, Κανδυλαίοι, Ιωανναίοι, Αποστολαίοι- Κελεμπέκηδες, Τζαγκαλαίοι και άλλοι πολλοί.
Που εγκαταστάθηκαν αυτοί; Γιατί ο Κωνσταντάς αναφέρει για τους Κρανιώτες ότι έκτισαν νέα πατρίδα και ταυτόχρονα ο Νικόλαος Μάγνης ότι οι Λιτοχωρινοί κατοίκησαν μαζί με τους Κρανιώτες; Αυτό με έβαλε σε αρκετή σκέψη. Για τους Λιτοχωρινούς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι κατοίκησαν μέσα στη Νιγρίτα μια και η τιμή του αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω απαντάται στην ενορία του Αγίου Γεωργίου Στο ναό του Αγίου Γεωργίου συναντούμε ολόσωμη τοιχογραφία από το 1837 καθώς και φορητή εικόνα του Αγίου Διονυσίου, ο οποίος είναι ιδιαίτερα αγαπητός στους Νιγριτινούς».

Η συνέχεια την επόμενη εβδομάδα

http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr


▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος Ρεθύμνου. Στη Νιγρίτα πότε;

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Ο ΦΡΑΧΤΗΣ ΤΟΥ ΑΙΣΧΟΥΣ (07 01 2011)

«Ευφημισμός ο : (γραμμ.) σχήμα λόγου στο οποίο αντικαθίσταται μια δυσοίωνη, απαγορευμένη ή γενικά πολύ αρνητικά φορτισμένη λέξη ή φράση, με μια άλλη που έχει εντελώς αντίθετη σημασία, π.χ. «Eιρηνικός Ωκεανός» αντί «τρικυμιώδης», «γλυκάδι» αντί «ξίδι», «Eυμενίδες» αντί «Eρινύες» κτλ» (on line λεξικό Τριανταφυλλίδη).

Εικόνα 1: Frida Kahlo: Στα σύνορα Μεξικού και ΗΠΑ.


Ακόμα δε μπήκαμε στο αίσιον και ευτυχές νέον έτος, ακόμα δε μας φώτισαν τα Φώτα, και μας προέκυψε … φράχτης! Επί σοσιαλιστικής – τρόπος του λέγειν – κυβέρνησης γινόμαστε μάρτυρες μιας ζύμωσης για να ληφθεί μία ίσως από τις πιο ακραίες και αντιφατικές αποφάσεις σ’ αυτήν τη χώρα: ο φράχτης.
Αφού πρώτα ερήμωσαν τις τελευταίες δεκαετίες τα σύνορα από στρατιωτικές μονάδες και οπλίτες στα πλαίσια αναδιάρθρωσης και εξορθολογισμού κι αυτού του ίδιου του στρατού, αφού οι συνοριοφύλακες υπηρετούν στην Αθήνα, τώρα έρχεται ως μεσσίας ο φράχτης!
Φράχτες βάζουμε στους μπαξέδες και τις αυλές μας για να μην τα μαγαρίσουν τα αδέσποτα, να μην κοπρίσουν τα σπαρτά μας, να μην ποδοπατήσουν τα άνθη μας. Έτσι κι εδώ: άνθρωποι αδέσποτοι, της γης οι κολασμένοι, αναζητώντας τον ταμένο παράδεισο που ποτέ δεν θα βρουν, θα σταθούν μπροστά στον φράχτη. Ένας φράχτης θα χωρίζει τους δύο κόσμους και θα οριοθετεί την κόλασή τους από τον παράδεισο που τους υποσχέθηκαν οι πάσης φύσεως δουλέμποροι ότι θα βρουν στη Δύση: ανεργία, ανέχεια, ρατσισμός, περιθωριοποίηση…
Και οι μάστορες της λεξιμαγείας, η τριακοντούτης σοσιαλιστική κυβέρνηση (θυμηθείτε τις απανωτές αλλαγές στους τίτλους των Υπουργείων!) αποφάσισε να ονομάσει το μελλοντικό δημιούργημα «φράχτη», να το ρίξει στη συζήτηση, στα ΜΜΕ, ως «φράχτη». Όχι ως «τείχος» που θα προκαλεί πολλούς συνειρμούς, ούτε ως κάποια άλλη, πιο έντονη λέξη. Φράχτη. Κι αυτό γίνεται φυσικά για να μειωθεί η αλγεινή εντύπωση του αποκλεισμού, να απορροφηθούν οι κραδασμοί μιας πιο τρομακτικής – και πιο κοντά στην αλήθεια – ονοματοθεσίας, να περάσει στον κόσμο η ιδέα αυτή σαν κάτι το μικρό, το αθώο, το οικείο, το «φιλικό»: κάτι που όλοι το έχουμε στην ατομική μας μνήμη και εμπειρία χωρίς να μας ξενίζει, να απωθεί ή να τρομάζει – κάτι σαν το φράχτη του μπαξέ μας.
Και πόσο σίγουρη θα είναι η αποδοτικότητα του συνοριακού φράχτη; Θα τον παλουκώσουμε και θα τον αφήσουμε να ορθώνεται απειλητικός, σαν σκιάχτρο; Μα τότε, τι πιο εύκολο για αυτόν που επιθυμεί να εισέλθει παράνομα από το να τον κόψει ή να τον υπερπηδήσει. Μήπως θα είναι ηλεκτροφόρος, κάνοντας πραγματικότητα τις ονειρώξεις πολλών θαυμαστών των αμερικανικών ταινιών δράσης (και νοσταλγών άλλων καθεστώτων) που ηδονίζονται να βλέπουν «παράπλευρες απώλειες» να ψήνονται πάνω στα σύρματα; Ή μήπως θα πλουτίσουν κάποιοι εργολάβοι και μεσάζοντες με την αγορά υπερσύγχρονων τεχνολογιών παρακολούθησης (κάμερες κ.λπ.) που θα στέλνουν πάραυτα τις ειδικές δυνάμεις να μαζέψουν τους ύποπτους λαθρομετανάστες; Πιστεύω πως η Siemens θα είναι μια καλή πρόταση για τις προμήθειες…

Εικόνα 2: Ο Larry Towell φωτογραφίζει το τείχος - ανάχωμα στη μετανάστευση ανάμεσα σε Μεξικό - ΗΠΑ ως έργο τέχνης, ζωής και θανάτου.


Ας σκεφτούμε πού αλλού στον κόσμο υψώθηκαν τείχη. Στα σύνορα ΗΠΑ – Μεξικού, όπου και έχουν βρει – και βρίσκουν καθημερινά – το θάνατο αμέτρητοι φτωχοδιάβολοι πέφτοντας από τα όπλα του U.S. ARMY. Μέσα στο κράτος του Ισραήλ, όπου οι σιδερόφρακτοι αφέντες τις περιοχής, ο «περιούσιος λαός» θέλουν να απομονώσουν τους παρακατιανούς Παλαιστίνιους υπό τον φόβο των καμικάζι. Και στις δύο αυτές ηχηρές περιπτώσεις τα αποτελέσματα ήταν οικτρά. Οι λατινοαμερικάνοι λαθρομετανάστες δεν παύουν να κυνηγούν το «αμερικάνικο όνειρο» μπροστά στους τάφους των ομοφύλων τους πάνω στον αμερικάνικο «φράχτη», οι δε επιθέσεις αυτοκτονίας των Παλαιστινίων δεν σταμάτησαν, ούτε ο φόβος των Ισραηλινών πολιτών κόπασε.

Εικόνα 3: Το τείχος του αίσχους στη Γάζα.


Σε αυτούς θέλουμε να μοιάσουμε; Η συμπεριφορά προς τον αδύναμο είναι στοιχείο δομικό του επιπέδου του πολιτισμού μιας χώρας. Η κρατική ανικανότητα στο ζήτημα του ελέγχου και διευθέτησης της λαθρομετανάστευσης (ή της φύλαξης των συνόρων), η εξώφθαλμη άρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συνδράμει σε αυτό το έργο αφού δεν τη βολεύει, οι άνισοι νόμοι για τις δυνατότητες του κράτους υποδοχής να προωθεί τους μετανάστες σε άλλες χώρες, η εγκληματική αδιαφορία για το δουλεμπόριο, η ισχνή θέληση της Τουρκίας να συνεργαστεί, η γενικότερη εκμετάλλευση του λεγόμενου τρίτου κόσμου από τις δυνάμεις της Δύσης που έκανε τους τόπους αυτών των ανθρώπων κόλαση (ποιος θέλει να αφήσει την πατρίδα του;) – όλα αυτά κάνουν τον φράχτη στον Έβρο να μοιάζει «πρόφαση εν αμαρτίαις».
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τον παραπάνω ορισμό του λεξικού, για μένα ο φράχτης είναι ευφημισμός για να κρύψει πίσω απ’ το αγκαθωτό σύρμα του την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και την πολιτική και κρατική ανεπάρκεια. Και εις ανώτερα…

Υ.Γ.: Και η έννοια «σοσιαλισμός», μάλλον κι αυτή ευφημισμός είναι…

http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr


▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος Κοζάνης, χιονισμένος. Στη Νιγρίτα πότε;

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

"ΤΟ ΦΙΔΙ ΣΤΗ ΦΑΤΝΗ" (24 12 2010)

Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη.
Ζωγραφική: Μιχάλης Μαδένης

«Η Ζέφη, δασκάλα στο Σχολείο των Κωφών, τριάντα πέντε ετών, δυο χρόνια χωρισμένη, οδηγεί το Φιατάκι της, ανεβαίνει στις κοντινές, χιονισμένες λοφοπλαγιές έχοντας δίπλα της, στη θέση του συνοδηγού, τον κουβά. Οδηγεί σχετικώς ψύχραιμα – σκέφτεται: πόσες πιθανότητες είχε αυτό να συμβεί;
Ξεκίνησε σήμερα πρωί, παραμονή Χριστουγέννων, μαζί με το παιδί, το αγοράκι της τον Χρήστο, που είναι δυόμισι χρόνων, και φτάσανε στο σούπερ μάρκετ για να ψωνίσουν, να γυρίσουνε και μετά να πάνε να κοινωνήσουν. Πήρε η Ζέφη ένα καρότσι απ’ τη σειρά, κι άρχισε να βάζει μέσα τρόφιμα. Στο τέλος σκέφτηκε να πάρει και ένα μικρό τσουβάλι πατάτες – τις θυμήθηκε βλέποντας τα σακιά στη γωνιά. Μικρά τσουβαλάκια από κίτρινο νάιλον, δικτυωτό. Πήρε ένα σακί, το έβαλε πάνω απ’ όλα τα τρόφιμα μέσα στο καρότσι, και μετά, σήκωσε το παιδί και το απόθεσε πάνω στο τσουβάλι, κάτι που πάντα του άρεσε όταν πηγαίνανε στο σούπερ μάρκετ. Το ’βλεπε σαν βόλτα. Ο μικρός χοροπηδούσε πάνω στο τσουβαλάκι και χαιρόταν – η Ζέφη έκανε μερικές γύρες ακόμα μήπως ξέχασε τίποτε.
Κουβάλησε τα ψώνια στο σπίτι κάπως γρήγορα για να προλάβουνε να πάνε και στην εκκλησία. Το παιδί, με το που ξαναμπήκανε στο αμάξι άρχισε να κλαίει. Με ένα περίεργο κλάμα. Η Ζέφη το καθησύχαζε, νόμιζε ότι ήταν η συνηθισμένη γκρίνια του. Το μάλωνε, το χάιδευε. Εκείνο σώπαινε και μετά άρχιζε πάλι να κλαίει.
Απ’ την στιγμή που μπήκαν στο ναό, το παιδί αποχαλινώθηκε. Το κρατούσε η Ζέφη στην αγκαλιά σφιχτά και δεν μπορούσε να το κάνει ζάφτι. Χτυπιότανε, τσίριζε, ούρλιαζε, έκλαιγε. Κάτι ήθελε να πει και δεν τα κατάφερνε. Ο κόσμος ενοχλούνταν αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα – είχε πλησιάσει η ώρα της μετάληψης. Η σειρά είχε στηθεί κιόλας μπροστά τους και ο παπα–Μακάριος της εκκλησιάς του Αγίου Χαραλάμπους, ιερέας ψηλός, με ευγενική μορφή, σοβαρός, με βαθιά, υπέροχη φωνή, είχε βγει με το Αγιο Δισκοπότηρο και με το κουταλάκι και είχε αρχίζει να μεταλαβαίνει τον κόσμο.
Όσο μίκραινε η σειρά τόσο το παιδί αλλοφρονούσε. Ξέφυγε, μια στιγμή, απ’ τη μάνα του, έπεσε κάτω με δαρμοσπασμούς και μαγουλοσύρθηκε στο δάπεδο του ναού. Αλλά όλοι έκαναν υπομονή – σκέφτονταν πως το παιδί κάτι έχει και το έφερνε η μάνα του να μεταλάβει, μήπως και βοηθηθεί. Δυσανασχετούσαν, γύριζαν το κοίταζαν αλλά δεν μιλούσαν – κάποιος είπε χαμηλόφωνα τη λέξη «δαιμονισμένο».
Ο ιερέας είχε εντοπίσει από νωρίς το παιδί και το παρατηρούσε κάθε τόσο, εντελώς γαλήνιος.
Φτάσανε στα δυο βήματα. Η Ζέφη κράτησε το παιδί πιο γερά, προσεκτικά.
Ο παπάς έτεινε το κουταλάκι με την μεταλαβιά – ο μικρός Χρήστος ήρθε σε παραλήρημα, χτυπιότανε ολόκληρος, τραβιότανε πίσω, δεν ήθελε. Κι όπως ο ιερέας έσκυψε λίγο παραπάνω, χτυπάει, το παιδί, μια, με το χέρι του και με απρόσμενη δύναμη, το Άγιο Δισκοπότηρο, το ρίχνει κάτω και όλη η μετάληψη χύνεται στο πάτωμα της εκκλησίας κι απλώνεται σαν μεγάλη κηλίδα αίμα – όσοι περίμεναν στην σειρά είδαν την εικόνα αυτή κι ένιωσαν σαν να δέχτηκαν μια μαχαιριά στο στήθος.
Η Ζέφη άρχισε να κλαίει. Τραβήχτηκε με το παιδί πιο εκεί και κάθησε σε ένα στασίδι κρατώντας το αγκαλιά.
Ο παπάς, ήρεμος πάντα, γαλήνιος, σήκωσε κι άφησε πίσω του σε ένα τραπεζάκι το Άγιο Δισκοπότηρο και το κουταλάκι και έπεσε στα τέσσερα. Σύρθηκε στο δάπεδο κι άρχισε να γλείφει τη μετάληψη μαζί με τα σκουπίδια και τα χώματα, τη σκόνη και τα υπολείμματα των παπουτσιών του κόσμου. Σχολαστικά, επίμονα, σαν ατάιστο σκυλί. Πόντο πόντο, γουλιά γουλιά, γιατί το δόγμα απαγορεύει να σκουπίσεις το αίμα του Χριστού. Το ήπιε όλο ο ιερέας. Μετά στάθηκε να ξεκουραστεί. Ξάπλωσε μπρούμυτα, εξουθενωμένος. Έμεινε έτσι ακίνητος, για λίγο, μέσα στην βουβή εκκλησία, σαν θα ’λεγες, για να κοιμηθεί, εκεί, στο δάπεδο, επιτόπου.
Όλοι κρατούσανε την αναπνοή τους. Κοιτούσανε σαν χαμένοι.
Ο παπάς ανασηκώθηκε, αργά, σαν να ξύπνησε. Ξεσκόνισε τα ιερά του άμφια, κι έκανε ήρεμα το σταυρό του, μουρμουρίζοντας.
«Η γέννησή σου, Χριστέ ο Θεός...»
Έριξε μια πλάγια ματιά στο παιδί που ησύχαζε στην αγκαλιά της μάνας του. Ύστερα έστρεψε κι έφερε απ’ το Ιερό ένα μπουκάλι γεμάτο με καθαρό οινόπνευμα και το έριξε ραντιστά στο δάπεδο, σ’ όλο το μέρος όπου είχε πέσει η μετάληψη. Μετά έβγαλε απ’ τα ράσα του σπίρτα, άναψε ένα κι έβαλε στο οινόπνευμα φωτιά, που τινάχτηκε ψηλά, με ένα μπαφ! μέσα στον ναό, προς τον τρούλο, φωταγωγώντας τον.
Το εκκλησίασμα τραβήχτηκε τρομαγμένο προς τα πίσω, φρικίασε.
Ο ιερέας έκαψε ό,τι απόμεινε απ’ την μετάληψη στο δάπεδο, ενώ δεν άφηνε κανέναν να πατήσει εκεί, πριν σβήσει η φλόγα, πριν καθαριστεί απόλυτα το μέρος, εντελώς.
Με το που έσβησε μόνη της, σιγά σιγά, η φωτιά, ο παπάς πήγε μέσα στο Άγιο Βήμα, να βάλει φρέσκο κρασί και ψίχα στο Δισκοπότηρο, για να συνεχίσει την μετάληψη – εκείνη τη στιγμή η Ζέφη ένιωσε το παιδί να λιποθυμάει στην αγκαλιά της. Έβγαλε μια κραυγή, βγήκε τρέχοντας έξω, μπήκε στο αυτοκίνητο και οδηγώντας με άγχος, κλαίγοντας, τράβηξε προς το Κέντρο Υγείας, που ευτυχώς δεν απείχε πάνω από ένα πεντάλεπτο. Οι γιατροί πήραν το παιδί μέσα γρήγορα, το εξέτασαν – δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Μια νοσοκόμα το γύμνωσε και τότε είδε ένας γιατρός στο αριστερό μπούτι του παιδιού τις δυο μικρές τρύπες και το μεγάλο οίδημα γύρω γύρω.
– Φίδι, είπε. Το δάγκωσε φίδι. Οχιά.
Του έκανε αμέσως ένεση ατροπίνης και το έβαλε στον ορό. Το παιδί ήταν σε κώμα.
– Πρέπει να φύγει αμέσως για το νοσοκομείο, είπε ο γιατρός. Κινδυνεύει, το δηλητήριο έχει προχωρήσει.
Πήραν γρήγορα το αγοράκι με το ασθενοφόρο – η Ζέφη το συνόδευσε. Έκλαιγε, σπάραζε.
Προς το μεσημέρι άρχισε σιγά σιγά το παιδί να συνέρχεται. Αλλά το κράτησαν εκεί, στο νοσοκομείο, προληπτικά.
Η Ζέφη γύρισε σπίτι. Μπήκε στην κουζίνα – τα φωτάκια απ’ το χριστουγεννιάτικο δέντρο παραληρούσαν ρίχνοντας χρωματιστές, διακεκομμένες δέσμες σ’ όλο το σπίτι. Και βλέπει την γάτα τους (που τόσο την αγαπάει ο μικρός) να είναι μπροστά στο τσουβαλάκι με τις πατάτες που ψώνισε το πρωί, με σηκωμένη τρίχα και να το κοιτάζει επίμονα. Η Ζέφη παρατηρεί, τότε, κάτι να κινείται μέσα στο σακί – μετά διακρίνει την μικρή οχιά: να κουλουριάζεται και να κρύβεται καλύτερα. Η γάτα πλησιάζει και με μιαν αστραπιαία κίνηση χτυπάει το φίδι, που πετάγεται στο δάπεδο. Το νυχιάζει ακόμα μερικές φορές, παίζοντας, κι όχι για να το σκοτώσει. Η Ζέφη ανατρίχιασε ολόκληρη. Πάει και παίρνει τη μασιά απ’ το τζάκι για το λιώσει. Αλλά, τελευταία στιγμή, μετανιώνει. Το λυπάται. Παγώνει. Και θυμάται ότι είναι Χριστούγεννα σήμερα. Κι αυτό, ένα πλάσμα Θεού – μάνα το γέννησε. Στέκει αμήχανη. Μετά πάει, φέρνει μια μεγάλη πετσέτα, την πετάει πάνω του – είναι λιποθυμισμένο. Το αρπάζει μαζί με την πετσέτα και το βάζει σ’ έναν κουβά. Από πάνω χώνει σφιχτά, πατικώνει και το βαρύ μπουρνούζι της.
Και τώρα ανεβαίνοντας με το αυτοκίνητο, μακριά απ’ τον οικισμό, στις μισοχιονισμένες λοφοπλαγιές του Χορτιάτη, σταματάει. Διστάζει. Βλέπει γύρω. Χιόνια κι ερημιά. Ψυχή δεν βλογάει πουθενά. Ανοίγει το τζάμι του συνοδηγού, παίρνει τον κουβά και τον αδειάζει απέξω, πετσέτα, μπουρνούζι και φίδι μαζί – ένα ρίγος τρέχει στην πλάτη της. Μετά σκύβει δισταχτικά και βλέπει την οχιά να σέρνεται μαιανδρίζοντας ζαβά, ζαλισμένη ακόμα, και να χώνεται σε ένα θάμνο. Σκέφτεται πως το φίδι θα είχε μπει στο τσουβαλάκι μετά την ενσάκκιση, κι είχε πέσει, κρυμμένο στις πατάτες, σε χειμερία νάρκη. Με το που κάθησε πάνω το παιδί, η οχιά ζεστάθηκε, ξύπνησε, ζορίστηκε και... Βγάζει η Ζέφη το κινητό, να τηλεφωνήσει στον τέως άντρα της – το αναβάλλει.
Στρίβει και τραβάει προς την εκκλησιά, πριν ξαναπάει στο νοσοκομείο. Μπαίνει πάλι στην πόλη. Κόσμος πολύς στους δρόμους, κρατώντας ψώνια, χαρούμενος. Φωταψία παντού. Αστράφτουνε, ανύποπτες, οι βιτρίνες, τρέχουν, αμέριμνα, τα παιδιά φωνάζοντας, γλιστρώντας, πετώντας μεταξύ τους χιονόμπαλες.
Η Ζέφη μπαίνει στο ναό. Προχωρεί, παίρνει κι ανάβει ένα κερί. Νιώθει εντελώς μόνη, αδύναμη, άδεια. Στο έλεος. Βουρκώνει – μετά τα μάτια της αρχίζουνε να τρέχουνε ανεξέλεγκτα. Και τραυλίζοντας ψιθυρίζει, για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, απ’ την εφηβεία της, αυθόρμητα, ασυναίσθητα, τις ξεχασμένες λέξεις:
«Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει...».

Το διήγημα γράφτηκε από τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη και εικονογραφήθηκε από τον Μιχάλη Μαδένη
για τη χριστουγεννιάτικη έκδοση της «Καθημερινής», 25 12 2009.


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr


▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος Βενιζέλου, Λάρισα. Στη Νιγρίτα, πότε;

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΙΑΣ

Ποιος και γιατί φοβάται ένα ανυπόγραφο κείμενο.

Μαίνεται τον τελευταίο καιρό (και τελειωμό δεν έχει) στον τοπικό τύπο ένα μπαράζ αλληλοσυγκρουόμενων δημοσιευμάτων σχετικά με την κατάσταση της διαδοχής στη δημοτική αρχή. Κείμενα κόντρα στα κείμενα, «σκεπτόμενοι» και μη καταθέτουν την άποψή τους στις αράδες των εφημερίδων. Δεν θα σταθώ στο περιεχόμενο του διαξιφισμού∙ άλλωστε ο καθένας μπορεί να πιστεύει και να υποστηρίζει ό, τι θέλει. Αυτό όμως που σηκώνει συζήτηση είναι το θέμα που τίθεται σχετικά με την ανωνυμία του (εκάστοτε) συντάκτη, άρα εν μέρει αφορά και τη δική μας στήλη.
Θύελλα ξεσηκώνεται κάθε φορά που ένα γραπτό δεν φέρει ονοματεπώνυμο, αλλά ψευδώνυμο. Φρίττουν οι δημοκράτες, διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, οσμίζονται την έκπτωση των θεσμών. Προτάσσουν τα στήθη τους μπροστά στη λυσσασμένη ανωνυμία, κραδαίνοντας το ονοματεπώνυμό τους ως αποδεικτικό ορθότητας του λόγου, «δημοκρατικών» φρονημάτων, έως και μοναδικής ικανής και αναγκαίας συνθήκης του δικαιώματος του… ομιλείν! Κι έτσι, λύνονται ως δια μαγείας όλα τα προβλήματα…
Φυσικά, το πιο σπουδαίο δεν είναι ποιος λέει κάτι, αλλά τι λέει αυτός που μιλάει. Ισχύ έχει η επιχειρηματολογία, το βάθος της σκέψης, η έκφραση και όχι η υπογραφή. Στην ουσία, όσοι επιτίθενται στην ανωνυμία, το κάνουν μόνο για να κερδίζουν εντυπώσεις ή θέλοντας ίσως να προσθέσουν κάποια αυτονόητη δήθεν ιδεολογική στήριξη σε κάθε επιχείρημά τους, έστω κι αν αυτό είναι αβάσιμο, λαθεμένο ή παραπλανητικό. Ας μη νομίζουν ότι κερδίζουν ούτε ένα δράμι αξιοπιστίας, όταν βάλλουν κατά την ανωνυμίας ενός κειμένου.
Στο κάτω κάτω, ο καθένας μπορεί να έχει τους δικούς του λόγους να μένει αφανέρωτος. Άλλος μπορεί να θαυμάζει απεριόριστα ένα ψευδώνυμο, να τον εμπνέει, και να θέλει να υπογράφει με αυτό. Άλλος μπορεί να ντρέπεται. Άλλος από ταπεινότητα, άλλος να εξαναγκάζεται ή να υπάρχει ασυμβίβαστο με κάποια άλλη ιδιότητά του. Άλλος από οποιονδήποτε (μπορεί και σκοτεινό, δεν αποκλείεται) λόγο.
Δεν έχασε κανένας Αλεπουδέλης όμως, από το ψευδώνυμο Ελύτης, ούτε ο Σεφεριάδης που έγινε Σεφέρης, πόσο μάλλον ο … Σορολόπης που έγινε Ιωάννου. Ούτε κανένας παραπονέθηκε επειδή στην Διάπλαση των παίδων υπέγραφε μετά ασπασμών κάποιος Φαίδων και τα παιδάκια της εποχής δεν στερήθηκαν χαράς που δεν διάβαζαν στο τέλος «σας ασπάζομαι, Γρηγόριος Ξενόπουλος». Η εσωτερική δύναμη του κειμένου, η εμβέλεια του λόγου είναι αυτή που θα ξεχωρίσει τον άξιο από τον ανάξιο, όχι το όνομα ή το ψευδώνυμο.
Και δεν είδα κανενός τα δημοκρατικά αισθήματα να θίγονται από σχετικές στήλες σε πανελλαδικής κυκλοφορίας εφημερίδες, που ίσως χαίρονται να τις διαβάζουν και τις θαυμάζουν, έστω κι αν υπογράφουν με ψευδώνυμο, π.χ. ο Διόδωρος στο Βήμα. Η ίδια η εφημερίδα που αποφασίζει να δημοσιεύσει το κείμενο παίρνει το ρίσκο του ελέγχου του περιεχομένου και φυσικά την ευθύνη για τα γραφόμενα, όταν αυτά είναι ανυπόστατα ή θίγουν δίχως αποδείξεις. Ενώ, όταν το κείμενο είναι ενυπόγραφο, την ευθύνη έχει αποκλειστικά ο συντάκτης.
Βέβαια δε ζούμε και σε δύσκολες εποχές φίμωσης του λόγου ή κοινωνικών φρονημάτων και διώξεων, ώστε να αναγκάζονται κάποιοι να κρύβονται πίσω από ψευδώνυμα. Οπότε, δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν. Με την ίδια λογική όμως, της ελεύθερης έκφρασης, δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν ούτε αυτοί που θίγονται από ένα ανώνυμο κείμενο. Αρκεί να είναι καθαροί οι ίδιοι. Και τι έχει να φοβηθεί ένας καθαρός από μια ανώνυμη κριτική; Μήπως ο ανώνυμος συντάκτης εξυπηρετεί άλλα, αντίπαλα συμφέροντα; Μα πόσοι και πόσοι που υπογράφουν τα κείμενα τους δεν κάνουν το ίδιο πράγμα, δίχως η επωνυμία τους να σταθεί φραγμός στην οσφυοκαμψία και τους τεμενάδες. Οι θιγόμενοι έχουν να φοβηθούν την ανωνυμία, μόνο όταν δεν είναι οι ίδιοι καθαροί, ενώ το ανώνυμο κείμενο είναι.
Κλείνοντας, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η επιλογή της ανωνυμίας ή ψευδωνυμίας μπορεί να αποτελεί δικαίωμα στα πλαίσια της ελεύθερης έκφρασης, δεν αποτελεί όμως άλλοθι για τη μη τήρηση της δεοντολογίας. Οποιοσδήποτε γράφει, ασκεί κριτική, δημοσιεύει ειδήσεις, οφείλει να σέβεται τους γραπτούς και άγραφους κανόνες δεοντολογίας, να μην κατηγορεί γενικώς και αορίστως, να επικεντρώνεται με τεκμήρια και επιχειρήματα στο θέμα του, να μη σπιλώνει άνευ αποδείξεων, να μην παραπλανά, να είναι τίμιος και καλοπροαίρετος. Να είναι γενικά «σκεπτόμενος» και όχι σκεπώμενος, δηλαδή υπό την σκέπη κάποιων, υπηρέτης άλλων αφεντάδων πλην του εαυτού του. Διότι άλλως, καταντά αναξιόπιστος…



▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος παραλίας Ασπροβάλτας. Στη Νιγρίτα, πότε;


 Εγκαταστάθηκαν και οι βάσεις για επιπλέον προβολείς στο βοηθητικό γήπεδο της Νιγρίτας και η στήλη χαίρεται που συνέβαλε λιγάκι σε αυτό. Έτσι οι ομάδες μας, αλλά και οι αθλούμενοι θα έχουν καλύτερες συνθήκες προπόνησης και αξίζουν συγχαρητήρια στη διοίκηση του σταδίου και πίεση για γρήγορη ολοκλήρωση του έργου.