Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Έλλη Αλεξίου: «Όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν»
Ένα «χριστουγεννιάτικο» διήγημα (24 12 2009)

«Η Αγγελικούλα, μόλις άνοιξε τα μάτια της το πρωί, ξαναθυμήθηκε τη χτεσινή κουβέντα της μαμάς τους, ακριβώς όπως τους τα είχε πει αποβραδίς: «…γιορτές και να μη με ζητήσουν μήτε για πλύσιμο…μήτε για άσπρισμα…άλλο πια δεν έχει. Θα πάω να σταθώ στην οδός Αιόλου, να διακονέψω…».
Πάντα της ξενοδούλευε, γιατί ο άντρας της – πλανόδιος ντενεκετζής που ήταν – τι να βγάλει, και πού να φτάσουν, μα τώρα που είχε απομείνει μονάχη, ακόμα χειρότερα. «θα σταθώ στην οδός Αιόλου…και θα σας πάρω και σας. Τα σκολειά κλειστά είναι. Θα χαζέψετε και τον κόσμο…θα δείτε τα πράματα που θα ‘χουν απλωμένα από δω κι από κει…μπορεί να βρεθεί και κανείς χριστιανός να σας δώσει και καμιά δεκάρα…».
- Πότε, μαμά, θα πάμε στην οδός Αιόλου; ρώτησε η Αγγελικούλα.
- Θα λέμε και τα κάλαντα της εξορίας; ρώτησε κι ο Πέτρος τη μαμά του.
- Να τα λέτε.
Κι ο Πέτρος άρχισε να σιγοτραγουδά από κει που ήταν ξαπλωμένος:
Αρχημηνιά-α κι α-αρχή χρο-νιά,
είν’ ο μπαμπάς, χρόνους εννιά
στη μ-στη μαύρην εξορία…
συ ‘σαι αρχό-συ ‘σαι αρχόντισσα κυρία…
- Θ’ αργήσουμε, μαμά, ακόμα;
Η Αγγελικούλα βιαζότανε να φύγουν.
- Εμ τώρα είναι ακόμα πρωί…καλά καλά δεν έφεξε. Θα πάμε άμα σφίξει ο κόσμος.
- Και πότε θα σφίξει ο κόσμος;
- Άμα βγει ο ήλιος.
- Κι αν δε βγει ο ήλιος, δε θα πάμε; ρώτησε ο Πέτρος.
- Τι να κάνουμε από τέτοιαν ώρα; Να ξεπαγιάσουμε άδικα;
- Τα παιχνίδια όμως, ας είναι και πρωί, δεν είναι στα τζάμια; ξανάπε ο Πέτρος. Αν μαζέψεις, μαμά, πολλά λεφτά, και μας δώσουν κι εμάς από τα κάλαντα, θα μου πάρεις, μαμά, κείνο το σιδερόδρομο που σου ‘λεγα;
Ήταν ένας σιδερόδρομος που έπιανε όλη τη βιτρίνα! Τα παιδιά, στα σκολειά, στα διαλείμματα, όλο για το σιδερόδρομο μιλούσαν. Διηγούνταν πώς κάνει γύρους. Πώς ανάβουν και σβήνουν τα ηλεκτρικά του. Πώς έχουν σειρά τα βαγόνια. Ανεβοκατεβαίνει στα βουνά, χωρίς να γκρεμίζεται. Περνάει κι ένα ποτάμι πάνω από μια γέφυρα και ύστερα!... τρυπώνει σ’ ένα τρυπημένο βουνό…και χάνεται!...μα σε λίγο…να σου τον και ξετρυπώνει από την άλλη μεριά της βιτρίνας, και ξαναρχίζει τα ίδια…
- Αυτά τα παιχνίδια είναι ακριβά! Δεν μπορούμε να τα’ αγοράσουμε μεις…
- Άμα πιάσουμε πολλά λεφτά;
- Όσα και να πιάσουμε…δεν μπορούμε.
- Πότε θα μπορέσουμε;
- Άμα έρθει ο μπαμπάς σου.
- Πότε θα ‘ρθει ο μπαμπάς μου;
- Άμα τον αφήσουν οι κακοί ανθρώποι.
- Θα τον αφήσουν πριν από την Πρωτοχρονιά;
- Ναι…ναι…πριν από την Πρωτοχρονιά.
- Κι άμα έρθει, θα μου πάρει το σιδερόδρομο;
- Ναι…ναι…
- Να του το πεις όμως και συ…
- Ναι…ναι…θα του το πω.

Στην οδό Αιόλου κόντεψαν να χαθούν. Ο Πέτρος έψαχνε να βρει το σιδερόδρομο, κι η Αγγελικούλα είδε μια κούκλα, που στεκόταν πίσω από το τζάμι και κουνούσε το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά, κι ανοιγόκλεινε τα μάτια της, και σταμάτησε, γιατί ήθελε να τη δει καλά.
- Αν δεν έχετε το νου σας, να το ξέρετε, πως θα χαθούμε. Εγώ θα στέκουμαι εδώ σε τούτη τη γωνιά. Μην ξεμακρύνετε…και να ‘στε πιασμένοι χέρι χέρι…
- Άντε να πάμε να βρούμε το σιδερόδρομο, είπε ο Πέτρος στην Αγγελικούλα, και ύστερα ξαναγυρίζομε.
Μπρος από τη βιτρίνα, που ήταν ο σιδερόδρομος, είχαν μαζευτεί ένα σωρό παιδιά. Κι όλα φώναζαν:
- Κοιτάτε! Τώρα θ’ ανέβει, θα το δείτε, σ’ αυτό το ψηλό βουνό.
- Θα περάσει και το ποτάμι…πάνω από τη γέφυρα…
- Κοίτα το μηχανικό πώς κάνει;
- Τώρα θ’ ανάψει το πράσινο φως και θα σβήσει το κόκκινο.
- Θα μου τον αγοράσει ο μπαμπάς μου, είπε το παιδί ενός καθηγητή, τώρα στις γιορτές, που θα τους δώσουν δυο μισθούς…
- Εγώ θα πω στο νονό μου, είπε ένα αδυνατούλικο, χλομό αγοράκι, να μου τον αγοράσει, που είναι σωφέρης.
- Η θεία μου η μικρή, είπε της μαμάς μου, πως θα βάλουν όλοι τους, ο θείος ο Νικόλας, κι ο θείος μου, που ‘χει το περίπτερο, να μου τον αγοράσουν…, είπε ένα άλλο παιδί.
- Εμάς, ξεθαρρεύτηκε ο Πέτρος, θα μας τον αγοράσει ο μπαμπάς μας…
Τα παιδιά στράφηκαν και πρόσεξαν τα δυο φτωχοντυμένα αδέλφια. Ο Πέτρος φορούσε μαύρο σακάκι μπαλωμένο στους αγκώνες και το γιακά, και στο λαιμό μαύρο κασκόλ, και καφέ γάντια, που βγαίναν όξω τα δυο πρώτα δάχτυλα. Η Αγγελικούλα δε φαινόταν τι φορούσε. Ήταν διπλοτυλιγμένη μέσα σ’ ένα μποξά σκούρο, σφιχτοδεμένο κάτω από τα χέρια, μ’ ένα κορδόνι. Τα παπούτσια τους – αρβυλάκια – ήτανε βουτηγμένα στη λάσπη, καθώς είχαν κάμει πεζή όλο το δρόμο, από του Ζωγράφου ως την οδό Αιόλου.
- Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου;, ρώτησε τον Πέτρο το παιδί του καθηγητή.
- Είναι εξορία, μα θα ‘ρθει πριν από την πρωτοχρονιά.
- Ξέρεις πόσο κάνει ο σιδερόδρομος;, του λέει. Για να μου τον αγοράσει ο μπαμπάς μου, θα δώσει το μισό μισθό, απ’ αυτόν που θα τους δώσουν για τις γιορτές.

Η Αγγελικούλα με τη μαμά και τον Πέτρο πήγαν και την άλλη μέρα στην οδό Αιόλου, και την παράλλη. Ο Πέτρος, κρατώντας την Αγγελικούλα από το χέρι, τραβούσε ίσια για τη βιτρίνα που ήταν ο σιδερόδρομος. Είχε το φόβο μην πάνε καμιά μέρα και βρούνε άδεια τη βιτρίνα. Κ’ ύστερα; Σαν έρθει ο μπαμπάς; Αν είναι πουλημένος ο σιδερόδρομος;
Τα βράδια, άμα χτυπούσε η οξώπορτα της μάντρας, τ’ αδλερφια συνερίζονταν ποιο να προλάβει ν’ ανοίξει πρώτο.
- Πώς θα καταλάβουμε πως είναι ο μπαμπάς μας;
- Από το γέλιο του.
- Εκείνος θα μας γνωρίσει;
- Ναι, ναι...
- Μα αφού δε μας ξέρει;
- Θα σας γνωρίσει από τη φωτογραφία που του στείλαμε.
Μα οι μέρες περνούσαν. Πέρασε και η Πρωτοχρονιά. Κόντευαν τα Φώτα, κι ο μπαμπάς δεν ερχόταν. Ευτυχώς που κι ο σιδερόδρομος δεν είχε φύγει από τη βιτρίνα. Πολλά παιγνιδάκια, που κάνανε συντροφιά στο σιδερόδρομο, χάνονταν μέρα με τη μέρα. Κάτι σερβίτσια του τσαγιού, κάτι επιπλάκια, που στέκαν όρθια από δω κι από κει, μέσα στα κουτιά τους, πουλήθηκαν. Έλειψε κι η αρκούδα, που κοίταζε με τόση προσήλωση τα παιδιά, έφυγε και το αεροπλάνο, που κρεμόταν από ψηλά και, μόλις το κούρντιζαν, έφερνε γύρους. Όμως ο σιδερόδρομος έμενε πάντα στη θέση του. Μόνο πως άμα πέρασε η Πρωτοχρονιά, δεν περπατούσε πια. Είχε σταματήσει ακριβώς πάνω από τη γέφυρα. Και τα φώτα του δεν αναβοσβήνανε. Φαινόταν κι αυτός σα στενοχωρημένος.
- Αν ερχόταν ο μπαμπάς μας από την εξορία, είπε ο Πέτρος, θα μας τον είχε αγοράσει. Κανένας όμως μπαμπάς δεν ήρθε από την εξορία. Δεν τους άφησαν οι κακοί άνθρωποι.
- Εμένα δεν μου τον πήρε ο μπαμπάς, γιατί δεν τους δώσανε τον άλλο μισθό.
- Ο νονός μου, είπε και το αδυνατούλικο αγοράκι, είπε στη μαμά μου πως είναι καλύτερα να μου αγοράσει μια φανέλα, γιατί έχω πλευρίτη. Ξέρεις πώς πονάω, άμα παίρνω ανάσα;
- Η θεία μου η μικρή, κι ο θείος μου ο Νικόλας, κι ο άλλος που ‘χει το περίπτερο, είπε και το άλλο παιδί, μ’ αγόρασαν καλύτερα τούτο το παλτό...γιατί το περσινό μου ήταν λιωμένο, μα και δε με χωρούσε κιόλας.
Κι ο σιδερόδρομος κι αυτός ήταν πολύ στενοχωρημένος. Γιατί αυτός είχε έρθει στον κόσμο, μόνο και μόνο για να δώσει χαρά στα παιδιά, και τώρα αντί χαρά, τους είχε δώσει στενοχώρια.
Για όλους φέτος ήταν πολύ στενόχωρες οι γιορτές.
- Μα του χρόνου, θα δείτε, είπε η μαμά, στα δυο λυπημένα παιδιά της. Όλα θα ‘χουν αλλάξει...θα ‘ χουν φύγει οι κακοί ανθρώποι, κι καλοί μπαμπάδες θα μας έχουν έρθει, θα ‘χουν γεμίσει τα έρημα, τα ορφανεμένα μας τα σπίτια...»

Έλλη Αλεξίου, Προσοχή συνάνθρωποι, Καστανιώτης

Καλά Χριστούγεννα
ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΚΥΒΕΡΝΟΧΩΡΟ (18 12 2009)

«1 Αλληλογραφία. Το παραδοσιακό «γράμμα» διανύει περίοδο παρακμής. Η επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου είναι ταχύτερη και φυσικά φθηνότερη τόσο για τις επαγγελματικές όσο και για τις προσωπικές μας επαφές, με αποτέλεσμα η αλληλογραφία, οι όμορφες επιστολές, οι προσφωνήσεις, οι αποφωνήσεις, να αρχίζουν να μοιάζουν με ξεχασμένη τέχνη. Από την άλλη, εάν τελικά «λάβεις αυτό το γράμμα», σήμερα, η χαρά θα είναι πολλαπλή!
2 Μνήμη. Δεν φτάνει που σταματήσαμε να θυμόμαστε τα τηλέφωνα ακόμα και των πιο κοντινών μας προσώπων (ας όψεται η «μνήμη» του κινητού), σε λίγο δεν θα χρειάζεται να θυμόμαστε τίποτα πέρα απ’ το όνομά μας. Ένα απλό «γκουγκλάρισμα» (όπως είναι στην καθομιλουμένη η χρήση του google) αρκεί για να ανασυρθεί από την κοινή «μνήμη» του πλανήτη οποιαδήποτε πληροφορία, γεγονός, ημερομηνία. Στην εποχή του Ίντερνετ, δεν έχει πια τόση αξία πόσες πληροφορίες ή γνώσεις έχεις αποθηκεύσει στον «σκληρό» του μυαλού σου, αλλά πώς τις χρησιμοποιείς.
3 Νεκρός χρόνος. Αξίζει κανείς να προσπαθήσει να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που πέρασε μια ώρα χαζεύοντας έξω από το παράθυρο ή ξαναδιαβάζοντας ένα αγαπημένο βιβλίο. Εντάξει, μπορεί να είναι υπερβολή. Ισχύει στο ακέραιο, ωστόσο, για τις ώρες που περνάμε στη δουλειά: η γοητεία τού Ίντερνετ είναι τόση που αρχίζουμε να θυσιάζουμε ακόμα και την ώρα του διαλείμματος για φαγητό!
4 Αστικοί μύθοι. Πάει, έγιναν αέρας, όπως ακριβώς τους αξίζει! Μπορεί μια εποχή η ανταλλαγή τρομακτικών ιστοριών να κρατούσε «ζεστή» την παρέα τις νύχτες, σήμερα όμως... απλώς δεν πείθουν κανέναν (ούτε ακόμα τους χαζούληδες μιας παρέας - όλες έχουν από έναν). Το Ίντερνετ έχει κατηγορηθεί ουκ ολίγες φορές για αναξιοπιστία, αλλά έχει αποδειχθεί πολύ πιο αποτελεσματικό στην απομυθοποίηση των διαφόρων ιστοριών συνωμοσίας, παρά στη διαιώνισή τους.
5 Άλμπουμ φωτογραφιών. Εδώ οι τύψεις πρέπει να βαραίνουν τόσο το Ίντερνετ όσο και την ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Η πικρή αλήθεια, όμως, είναι ότι, πράγματι, από τις χιλιάδες φωτογραφίες που βγάζουμε κάθε χρόνο (μην έχοντας να ανησυχούμε ότι «τελειώνει το φιλμ»), ελάχιστες, εάν όχι καμία, βρίσκουν τον δρόμο για τα γνωστά μας άλμπουμ φωτογραφιών. Ένα καλώδιο αρκεί για να «ανεβάσουμε» τις εικόνες μας στο PC κι από εκεί στο Ίντερνετ και σε κάποια γωνιά του facebook ή του Flickr. Δεν είναι τυχαίο ότι τον Ιούνιο που πέρασε η Kodak ανακοίνωσε την απόσυρση του ιστορικού έγχρωμου φιλμ, με 74 χρόνια κυκλοφορίας, Kodachrome.
6 Διακοπές. Ή σωστότερα το δικαίωμα στην άγνοια στις διακοπές. Θυμάστε εκείνη την εποχή που το άνοιγμα της τηλεόρασης μετά τις διακοπές πυροδοτούσε μια σειρά από εκπλήξεις - γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει, ενώ εμείς λείπαμε στο ερημονήσι, επί τούτου απέχοντες από όλους και όλα; Ε, σήμερα, όλο και κάποιο wi-fi θα «παίζει» τριγύρω, όλο και κάποιο iphone θα κυκλοφορεί στην παρέα, γεγονός που κάνει όλο και πιο δύσκολη την αποχή από την ενημέρωση.
7 Ιδιωτικότητα. Τη «σκότωσε» το Ίντερνετ, βοηθήσαμε όμως κι εμείς. Εάν οι εγκέφαλοι του Big Brother (της εκπομπής ριάλιτι) γνώριζαν πόσες προσωπικές πληροφορίες θα μεταδίδαμε οικειοθελώς προς τον έξω κόσμο μέσω των social media (του facebook κυρίως), θα παραιτούνταν πάραυτα. Σήμερα, ξέρουμε τα πάντα για τους πάντες, από το πώς λένε την ξαδέρφη τους και πού πήγαν διακοπές πρόπερσι, μέχρι πότε πήγαν στα μπουζούκια τελευταία φορά - όλα!
8 Συγκέντρωση. Οι παραγωγικοί εργαζόμενοι θα πρέπει να παίρνουν παράσημο, όχι απλά μπόνους! Με όλες αυτές τις «σειρήνες» στην οθόνη του υπολογιστή τους, ένα μόνο κλικ μακριά, είναι πράγματι να απορεί κανείς πώς συγκεντρώνονται για να εργαστούν. Τι να γίνεται στο facebook; Μήπως έχω κανένα νέο «μέιλ»; Τι να συζητούν τώρα στο twitter; Έγραψε ο αγαπημένος μου μπλόγκερ; Ερωτήσεις που κατακλύζουν το μυαλό ανά πεντάλεπτο.
9 Επανασυνδέσεις. Όσους παλιούς συμμαθητές και παλιές αγάπες βρήκαμε βρήκαμε. Οι πιθανότητες να πέσουμε πάνω σε κάποιον που δεν έχουμε ήδη εντοπίσει στο facebook, είναι μηδαμινές (αν δεν έχει προφίλ εκεί, με τι πρόσωπο κυκλοφορεί;), ενώ η συνάντηση με κάποιον που ήδη έχουμε αλληλοσκουντηθεί online κρύβει σαφώς μικρότερη χαρά από αυτή που θα παίρναμε προ Ίντερνετ.
10 Πασιέντζα. Η κανονική και αυτή στο κομπιούτερ (solitaire). Όπως και ο ναρκαλιευτής και τα υπόλοιπα παιχνίδια του PC, που μας κρατούσαν γλυκιά συντροφιά πριν ανακαλυφθεί η εικονική παιχνιδούπολη του Διαδικτύου. Σήμερα πάντως κανονική πασιέντζα ρίχνουν μόνο οι χαρτορίχτρες, ενώ αυτή του υπολογιστή ευδοκιμεί μόνον στις δημόσιες υπηρεσίες.
11 Ευγενική διαφωνία. Οι περισσότεροι κυκλοφορούμε στο Ίντερνετ ανωνύμως ή, το πολύ, ψευδωνύμως. Η διάχυτη αυτή... «απροσωπία» έχει λειτουργήσει μεν απελευθερωτικά για πολλούς, έχει «ξυπνήσει» όμως τα πιο ταπεινά ένστικτα άλλων, κυρίως σε ό, τι αφορά την ανταλλαγή απόψεων, δηλαδή τον ακρογωνιαίο λίθο του Ίντερνετ. Από τα βίντεο του Youtube μέχρι τα μπλογκ και τα σάιτ εφημερίδων, ξεσηκώνουν θύελλα σχολίων και διαφωνιών, που συχνά ξεφεύγουν από τα όρια της ευπρέπειας. Αυτό που σε μια παρέα θα γινόταν αντικείμενο γόνιμης συζήτησης, στο Διαδίκτυο γίνεται αιτία να ξεσπάσουν... ανένδοτοι πόλεμοι.
12 Ακρόαση ενός δίσκου. Συγκεκριμένα, η ακρόαση ενός άλμπουμ από την αρχή έως το τέλος. Εδώ οι απόψεις διίστανται. Από τη μία, θεωρείται κατάκτηση το γεγονός ότι δεν χρειάζεται πια το κοινό να «υπομένει» 8 μέτρια κομμάτια, προκειμένου να ακούσει τα δύο που αξίζουν. Από την άλλη, όμως, θεωρείται αμφίβολο εάν άλμπουμ-αριστουργήματα, όπως για παράδειγμα το OK Computer των Radiohead, θα έβρισκαν την ανταπόκριση που τους άξιζε στη σημερινή εποχή.
13 Δισκάδικα. Αντίστοιχη τύχη επεφύλασσε το Ίντερνετ και στα πάλαι ποτέ «πιο αγαπημένα μας μέρη στον κόσμο», τα δισκάδικα-CDάδικα της γειτονιάς. Στην εποχή του «δωρεάν» και του τέλους του copyright, οι περισσότεροι θεωρούν απαρχαιωμένη συνήθεια την αγορά ενός δίσκου μουσικής στην τιμή των 20 ευρώ, απλά και μόνο για την έξτρα πλαστική θήκη.
14 Υπόληψη. Πρέπει να μην υπάρχει κάτι πιο εύκολο να «χάσεις» τη σήμερον ημέραν από αυτήν... Τόσο που αξίζουν πολλά μπράβο σε όσους αποφασίζουν να εισέλθουν στην πολιτική, γνωρίζοντας (ελπίζουμε!) πόσο εύκολο είναι να τσαλακωθεί η φήμη τους με το πρώτο στραβοπάτημα. Αυτό που κάποτε μπορούσε να περάσει απαρατήρητο, ένα σαρδάμ, μία ατυχής έκφραση ή κίνηση, θα αναπαράγεται online στον αιώνα τον άπαντα, είτε σε βίντεο (στη χειρότερη περίπτωση) είτε σε μορφή σχολίου. Scripta manent και με bits και bytes.
15 Καλή πίστη. Χάθηκε μαζί με τα άλλα ρομαντικά «έθιμα» του παρελθόντος. Γνωρίζεις έναν γοητευτικό κύριο; Για καλό και για κακό τον «γκουγκλάρεις» (βλ. παραπάνω) για να μάθεις περισσότερα. Τον ψάχνεις και στο facebook για λεπτομέρειες. Στην πιο σοβαρή πλευρά του ζητήματος, το Ίντερνετ μας έκανε επιφυλακτικούς για τα πάντα. Κάθε ιστορία που ακούμε, κάθε φήμη ή πληροφορία που φτάνει στα αυτιά μας, περνά πρώτα από το κόσκινο του Διαδικτύου. Για καλό και για κακό.»

Εφημερίδα Καθημερινή 17/10/2009

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

ΠΑΙΔΙΚΟΣ ΟΜΟΡΦΟΣ ΚΟΣΜΟΣ (11 12 2009)

Καθώς βαίνουμε ολοταχώς προς τα Χριστούγεννα και τα ΜΜΕ δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους για την προώθηση του καταναλωτικού πανζουρλισμού που υπόσχονται ελέω εορτών (κροκοδείλια τα δάκρυα για την οικονομική στενότητα), δίνεται η ευκαιρία να ξεδιπλωθούν κάποιες σκέψεις για τους μικρότερους αποδέκτες των υλικών αγαθών, που καταναλώνουν χωρίς να πληρώνουν: τα παιδιά, που από νήπια μαθαίνουν να περιμένουν το κάτι παραπάνω αυτές τις μέρες, είτε από γονείς και συγγενείς είτε από τον Άη Βασίλη.
Ευκαιρίας δοθείσης λοιπόν, ρίχνω μια προσεκτική ματιά στα παιχνίδια που προτείνονται αυτόν τον καιρό από τους πάσης φύσεως πομπούς. Πολλά από αυτά αναπαριστούν ήρωες από τα κινούμενα σχέδια που προβάλλουν τα κανάλια. Και οφείλω να ομολογήσω ότι αυτοί οι ήρωες δεν είναι και πολύ συμπαθητικοί: τερατόμορφα όντα με υπερφυσικές δυνατότητες, σκοτεινή προέλευση και ακόμα πιο σκοτεινό σκοπό. Κινούμενα σχέδια με υπερβολή στη χρήση βίας ακόμα και με απίστευτους τρόπους που σε κάνουν να αναρωτιέσαι τι σχέση μπορεί να έχουν με τον παιδικό ψυχισμό.
Και επειδή πιάνω τον εαυτό μου να κάνει πάλι το ίδιο λάθος – την ωραιοποίηση του παρελθόντος και την καταβαράθρωση του παρόντος – προσπαθώ με όση αντικειμενικότητα γίνεται να θυμηθώ αν στα δικά μας τα παιδικά χρόνια υπήρχε κάτι αντίστοιχο. Και σκέφτομαι ότι πάντοτε υπήρχαν αντίστοιχες ιστορίες, είτε σε κόμικς είτε στην τηλεόραση, όχι όμως σε τέτοιες ακραίες δόσεις φρίκης και σε γενικές γραμμές ήταν ένα μικρό μόνο ποσοστό από το σύνολο: Νιλς Χόλγκερσον, Χάιντι, στρουμφάκια, ήρωες του Ντίσνεϋ, Μπαγκς Μπάνυ, Κάντυ Κάντυ και τόσα άλλα «ανθρώπινα» κινούμενα σχέδια ήταν αυτά που πλειοψηφούσαν στην παιδιάστικη καθημερινότητα.
Σήμερα, ευτυχώς, συνεχίζουν κάποια κανάλια να προβάλλουν αυτά τα παιδικά, όμως η παιδική τηλεοπτική ζώνη έχει διανθιστεί και με πολλά άλλα νεοπαγή προγράμματα που έχουν γείρει τη ζυγαριά στη μεριά της απηνούς έλλειψης ποιότητας. Και σερβίρουμε καθημερινά στις παιδικές ψυχές εικόνες και θεματολογία που αντί να τα καλλιεργούν συναισθήματα φιλότητας και μια κάποια αντίληψη για την ζωή όπως θα έπρεπε να τη βλέπουν τα παιδικά μάτια, τα μπουκώνουμε με μεγαδόσεις βίας, υστερίας και τεχνολογικής υπεράνθρωπης δυναμικής. Η ανθρωπιστική πλευρά της ζωής και της σκέψης χάνει και εδώ μία μάχη στον πόλεμο με την αντίστοιχη τεχνοκρατική.
Και να πεις ότι στο τέλος νικάει πάντα ο «καλός», που στα παλιότερα παιδικά, ακόμα κι αν ήταν εξωγήινος (ή τέλος πάντων μη άνθρωπος) είχε μια εμφάνιση τέτοια ώστε να προσιδιάζει στον ανθρώπινο τύπο και να γίνεται συμπαθής, πάει κι έρχεται. Σήμερα ούτε αυτό δε γίνεται. Στην εποχή του politically correct, ακόμα και οι «κακοί» των κινουμένων σχεδίων έχουν δικαίωμα στο όνειρο! Με αποτέλεσμα το παιδί να μπερδεύεται ακόμα περισσότερο, καθώς είναι έμφυτη η αναζήτηση προτύπων και η ανάγκη μίμησης ή ταύτισης με τους ήρωες.
Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι η βιομηχανία του παιδικού ελεύθερου χρόνου πάντοτε είχε έναν προσανατολισμό προς το υπερφυσικό, το διαφορετικό, το μη ρεαλιστικό. Και προφανώς αυτό σχετίζεται και με τον κόσμο των παιδιών και την ψυχολογία τους, καθώς είναι βέβαιο ότι τέτοιου είδους εξακτινώσεις σε άλλους κόσμους τα ενθουσιάζουν και ερεθίζουν τη φαντασία τους. Όσο όμως η τεχνολογία προχωράει και η κοινωνικοποίηση των παιδιών (όπως άλλωστε και η νοητική τους ενηλικίωση) επιταχύνεται, τόσο και τα κινούμενα σχέδια διευρύνουν τους ορίζοντές τους και παράγουν παιδικά που πριν 20-30 χρόνια θα απευθύνοντας σε εφήβους.
Αν όμως στο ένα άκρο της σημερινής παιδικής τηλεοπτικής πραγματικότητας βάλουμε την βίαιη τρομολαγνεία, τότε στο άλλο άκρο είμαστε υποχρεωμένοι να τοποθετήσουμε ορισμένες άλλου τύπου εκπομπές που προβάλλονται από συγκεκριμένο κανάλι και έχουν να κάνουν με παιδικά τραγούδια. Αυτά χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: εν πρώτοις, τις τιτάνιες προσπάθειες να αποδοθούν με όσο γίνεται πιο ηλίθιο τρόπο κάποια παλιά λαϊκά ή ρεμπέτικα τραγούδια και δεύτερον, με σαχλοτράγουδα, συνθέσεις γνωστού νεανικού συγκροτήματος, όπου η θεματολογία ξεκινά από σαγηνευτικές εμπνεύσεις τύπου «ντρούλη-χοντρούλη» και αγγίζει τα δυσθεώρητα για την τέχνη ύψη του «τριχωτού μπαμπουίνου» σε λικνιστικούς ρυθμούς τσιφτετελορόκ. Κοινό σημείο και των δύο κατηγοριών, η έντεχνη προβολή ενός προτύπου μικρομέγαλου παιδιού.
Ας είμαστε προσεκτικοί λοιπόν και προπάντων επιλεκτικοί. Η ποιότητα δεν λείπει από καμία εποχή, είτε με νέες παραγωγές είτε με επαναλήψεις. Ας προσπαθήσουμε να ισορροπήσουμε τα πράγματα – γιατί να αποφύγουμε ολοσχερώς τα αντιαισθητικά και αντιπαιδαγωγικά δε γίνεται – ας δώσουμε, λέω, και μια ευκαιρία για πραγματικό παιδικό παιχνίδι, παιδικό κόμικ, παιδικό κινούμενο σχέδιο, παιδικό, ονειρικό κόσμο. Και ας διαλέγουμε από τον προσφερόμενο πολτό, έτσι ώστε να μη φτάσουμε να νοσταλγήσουμε την εποχή που η τηλεόραση άρχιζε το πρόγραμμά της το απόγευμα, βλέπαμε καμιά ώρα το μοναδικό παιδικό που προβάλλονταν και τέλος. Και τα μεσάνυχτα για το κλείσιμο εθνικός ύμνος και τραγοκούδουνα για ηχητική υπόκρουση. Τότε το μέτρο επιβαλλόταν στανικά. Σήμερα πρέπει να το επιβάλλουμε από μόνοι μας για να μη χαθεί η αθωότητα και η παιδικότητα.

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΣΤΙΣ ΚΑΛΟΓΡΙΕΣ (04 12 2009)



«όταν μαγαρίζεις το στρώμα σου,
κάποια νύχτα θα πλαντάξεις απ’ τις μαγαρισιές σου»
Ινδιάνος Σηάτλ, 1855







Μία από τις προεκλογικές εξαγγελίες του σημερινού Πρωθυπουργού ήταν και η προσπάθεια που θα καταβληθεί, ώστε να γίνουμε η «Δανία του Νότου» μέσα στα πλαίσια της «πράσινης ανάπτυξης» και με την πίεση των Οικολόγων. Πώς όμως μπορεί να ευοδωθεί μια τέτοια προσπάθεια, αν δεν αλλάξει πρώτα η νοοτροπία των ιθαγενών; Αυτά τα πράγματα δεν επιβάλλονται άνωθεν με νομοσχέδια και διατάξεις. Αναλογιστείτε τι έγινε και με την απαγόρευση του καπνίσματος. Είδατε κανέναν μαγαζάτορα να συμμορφώνεται; Οι περισσότεροι σηκώνουν τα χέρια μπροστά στον οβολό των θεριακλήδων και – το χειρότερο – εμάς τους υπόλοιπους δεν μας πολυνοιάζει.
Νεοελληνική νοοτροπία λοιπόν. Μια έννοια πάνω στην οποία οι ανθρωπολόγοι του μέλλοντος θα κάνουν τις διατριβές τους τρίβοντας τα μάτια τους. Ιδίως αυτοί που θα προσπαθούν να ταυτίσουν τους Νεοέλληνες με τους αρχαίους προγόνους τους και μάταια θα ψάχνουν κοινά στοιχεία.
Νεοελληνική νοοτροπία. Έννοια θεμελιωμένη βαθιά στο μεδούλι αυτού του λαού, καλλιεργημένη στα τετρακόσια και βάλε χρόνια της τουρκοκρατίας και που ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός μας εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης προσπαθεί να την αποβάλλει. Θέλει πολύ κόπο.
Οδηγοί που ανοίγουν εν κινήσει τα παράθυρα και αδειάζουν στο δρόμο – ή στο παρμπρίζ του άτυχου που ακολουθεί – τα σκουπίδια του. Περαστικοί που δεν θυσιάζουν μερικά βήματα για να βαδίσουν – λες κι είναι χιλιόμετρα μακριά – μέχρι τον κοντινότερο κάδο, αλλά ξεφορτώνονται τα μικροαπορρίμματά τους στο μεγάλο τασάκι – στο δρόμο. Νοικοκυραίοι των μεγαλουπόλεων που, όταν τους πλήττει καμιά απεργία των οδοκαθαριστών, συνεχίζουν το συνηθισμένο κατέβασμα των σκουπιδιών πάνω ή δίπλα στους ήδη ξεχειλισμένους σκουπιδοντενεκέδες. Και το θέαμα (και η μπόχα) έπαψε να μας ενοχλεί.
Η σύγχρονη νοοτροπία μας είναι αλήθεια ότι έχει σφυρηλατηθεί μέσα στο τσιμέντο και την άσφαλτο και έτσι οι εικόνες αυτές περνάνε εύκολα το face control της αισθητικής μας και τις νιώθουμε οικείες μέσα στο αστικό περιβάλλον. Οικείο το πέταγμα του τσιγάρου από το αμάξι, οικείο το πέταγμα του χαρτιού στο πεζοδρόμιο, οικεία τα πάντα. Τι γίνεται όμως, όταν πρόκειται για το φυσικό περιβάλλον; Πόσο αταίριαστα φαντάζουν μέσα στον φθινοπωρινό χρωματοκατακλυσμό της φύσης τα πάσης φύσεως μπουκάλια, τα αλουμινένια κουτάκια, οι σακούλες, ολόκληρος ο καταιγισμός πλαστικού που εμφωλεύει στις ρίζες, στους θάμνους, στις κοίτες, στους τράφους;
Το μάτι δεν μπορεί να συνηθίσει – δεν το δέχεται, απορρίπτει το βδελυγματικό αυτό συνονθύλευμα της ανθρώπινης ανοησίας. Που; Στο χώρο αναψυχής, εκεί που αναζητάς την ηρεμία των αισθήσεων, εκεί που αναπνέεις, που ζεις, που θα τον κληροδοτήσεις στις επόμενες γενιές. Πόσους τέτοιους χώρους έχει η Νιγρίτα; Οι Καλογριές είναι αυτές που έρχονται πρώτα στο νου. Παρατημένος, απεριποίητος, σχεδόν ρημαγμένος ο τόπος που κάποιοι φρόντισαν να τον αναδείξουν πριν χρόνια με τις παρεμβάσεις τους, ώστε να δημιουργήσουν έναν τόπο απόλαυσης της φύσης.
Πλαστικούρες, σπασμένα τραπέζια και παγκάκια, στρώματα, παλιόρουχα αναρτημένα στα πουρνάρια, μπετόνια, ακόμα και παλιό σιδερένιο κρεββάτι να κείτεται διπλωμένο στο χώμα. Απομεινάρια από φυσιολατρικά πικ νικ, που οι φυσιολάτρες καταναλωτές τους δεν τα παράτησαν εκεί μπροστά, αλλά τα «τακτοποίησαν» στην πλαγιά, μέσα στα πουρνάρια, σαν τις παστροθοδώρες νοικοκυρές που επιμελώς κρύβουν το προϊόν του σκουπίσματος κάτω από το χαλί.
Αλλά ποιον αφορούν όλα αυτά; Ο ατομικισμός ζει και βασιλεύει. Υπέρτατη αρχή: ένα μέτρο από την αυλή μας, κι ας γίνει ό,τι θέλει. Πλήρης αδιαφορία για κάθε τι το δημόσιο, που δεν ανήκει αποκλειστικά στον εγωτικό εαυτούλη μας, που τυχαίνει να το μοιραζόμαστε με τους συνανθρώπους μας. Αφού δεν είναι δικό μας;
Ζαμανφουτισμός στο έπακρο. Τεμπελιά; Μαγκιά; Επίδειξη υπεροχής, ανωτερότητας του ανθρώπινου είδους μέσα στο ζωικό βασίλειο; Ο άνθρωπος, το μεγαλύτερο και πιο επικίνδυνο θεριό της πλάσης, το μόνο ον που μπόρεσε να φτάσει σε τόσα ύψη, αλλά και να βυθιστεί σε τόση λάσπη.
Εντάξει, εντάξει. Φταίει ο Δήμος που δεν στέλνει τους καθαριστές να ξεβρωμίσουν τις βρωμιές μας. Άλλο ένα στοιχείο ενδεικτικό της απίθανης νεοελληνικής νοοτροπίας: η μετάθεση των ευθυνών. Ποτέ δε φταίμε εμείς, πάντα κάποιος άλλος γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος και φορτώνεται τις αμαρτίες μας. Κι εμείς ανέμελοι και ήσυχοι, δίχως τύψεις, συνεχίζουμε το θεάρεστο έργο μας. Φταίει ο Δήμος. Μα ο Δήμος είμαστε εμείς και δε μας βλέπω για «Δανία του Νότου». Μάλλον για Ιορδανία μάς κόβω...

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (27 11 2009)




Πώς ορίζεται ένας πνευματικός άνθρωπος; Από τον πλούτο των γνώσεών του (όχι απαραίτητα και όχι μόνο γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου), από τις παρεμβάσεις του στα κοινά και στα προβλήματα των συμπολιτών του, από το έργο του και τη σημασία που αυτό έχει για τον τόπο του. Ένας τέτοιος άνθρωπος και επιστήμονας ήταν και ο Μανόλης Ανδρόνικος, στον οποίο αφιερώνεται το σημερινό προσκύνημα. Το όνομά του μπορεί να μη λέει και πολλά στους νεότερους, όμως η παρουσία του άνοιξε ένα μεγάλο παράθυρο στην Ιστορία της Μακεδονίας και έριξε γερό θεμέλιο στην πιστοποίηση της ελληνικότητας της περιοχής.
Ήταν 8 Νοεμβρίου του 1977, πριν 32 χρόνια, όταν ο αρχαιολόγος Μανόλης Ανδρόνικος, έμπαινε για πρώτη φορά μετά από 2.300 χρόνια σε έναν τάφο ασύλητο, σε έναν τάφο που έμελλε να αποτελέσει την σημαντικότερη ανακάλυψη στα νεότερα αρχαιολογικά ελληνικά χρονικά. Στον τάφο του Φιλίππου του Β’, του πατέρα του Μεγαλέξανδρου στη Βεργίνα, την οποία και ταυτίζει με τις Αιγές, την πρωτεύουσα του κράτους των Μακεδόνων.
Ο δρόμος για να φτάσει όμως σε αυτή την ανακάλυψη ήταν μακρύς και με πολλά εμπόδια. Η παρουσία το στη Βεργίνα ξεκινά στα 1938, σαν μαθητευόμενος και ενώ δεν ήταν καλά καλά ούτε 20 χρονών. Από τότε θα εντοπίσει τη Μεγάλη Τούμπα, το λοφίσκο δηλαδή που του «έλεγε» ότι κάτι σημαντικό έχει παραχωμένο. Το πάθος του και το όραμά του θα τον ξαναφέρουν σε αυτό το μέρος το 1951 σαν επιμελητή και το 1963 θα ανακαλύψει κάποιες επιτύμβιες στήλες που θα τον κάνουν να συμπεράνει ότι εκεί μεσουρανούσε κάποτε μια κοινωνία που τιμούσε τους νεκρούς της με πλούσια κτερίσματα.
Και θα φτάσουμε στο φθινόπωρο του 1977, όταν κάτω από την επίχωση της νοτιοδυτικής πλευράς του Τύμβου, αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια ενός υπέργειου οικοδομήματος , του Ηρώου, ενός συλημένου κιβωτιόσχημου τάφου , που συμβατικά ονομάζεται «Τάφος της Περσεφόνης» (από το θέμα των τοιχογραφιών που κοσμούν το εσωτερικό του) και ο ασύλητος Μακεδονικός τάφος που αργότερα αποδόθηκε στον πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Φίλιππο Β'. Την επόμενη χρονιά ένας ακόμα ασύλητος μακεδονικός τάφος, ο «Τάφος του Πρίγκηπα», σφράγισε το εντυπωσιακό μέρος της ανασκαφικής έρευνας στην Μεγάλη Τούμπα.
Ας ακούσουμε τον ίδιο να μιλάει για την είσοδό του στον τάφο και την ανακάλυψη της χρυσής λάρνακας με το δεκαεξάκτινο μακεδονικό αστέρι: «Η πρώτη, άμεση αντίδραση που δοκίμασα ήταν έντονη απογοήτευση. Η πόρτα παρουσιάζει μια τραχιά, χοντροδουλεμένη επιφάνεια. Οι τοίχοι δεν είχαν καμμία διακόσμηση. Ωστόσο η αντίδραση αυτή ξεπεράστηκε σχεδόν αμέσως, όταν το βλέμμα μου στράφηκε προς το δάπεδο του θαλάμου.. ...Ο ανασκαφέας αισθάνθηκε βαθύτατη συγκίνηση και δέος στη θέα ενός πλούσιου ταφικού θαλάμου που είχε μείνει ανέπαφος μέσα στους αιώνες... ...Το βλέμμα συγκεντρώθηκε στο πίσω μέρος του θαλάμου, ακριβώς κάτω από το άνοιγμα. Εδώ ήταν όλα τα αντικείμενα που δόθηκαν στο νεκρό για την μεταθανάτια ζωή του. Δεξιά, το ένα δίπλα στο άλλο μπρούντζινα και σιδερένια σκεύη και όπλα. Τα μπρούτζινα είχαν πάρει ένα ωραίο δυνατό πράσινο χρώμα από την οξείδωση. Τα σιδερένια είχαν μαυρίσει. Αριστερά, δίπλα στον βόρειο τοίχο, έλαμπαν τα ασημένια αγγεία. Στη μέση του πίσω τοίχου, κάθετα κάτω από το άνοιγμά μας, το τετράγωνο κάλυμμα μιας μαρμάρινης σαρκοφάγου. Μπροστά της και δίπλα της, απλωμένα μαυριδερά τα λείψανα σαπισμένων και διαλυμένων ξύλων. Ανάμεσά τους άσπριζαν κάποια μικρά κομμάτια, άστραφταν φύλλα χρυσού σ' όλη την έκταση. Πιο πέρα μαυροκόκκινος διακρινόταν ένας οξειδωμένος θώρακας...Ξεπερνώντας τις αναπόφευκτες δυσκολίες που μας δημιουργούσαν τα σκορπισμένα στο δάπεδο οργανικά υλικά, κατορθώσαμε να σηκώσουμε το κάλυμμα. Και τότε είδαμε κάτι που ήταν αδύνατο να φανταστώ, γιατί ποτέ ως τότε δεν είχε βρεθεί τέτοιο οστεοδόχο σκεύος: μια ολόχρυση λάρνακα με ένα επιβλητικό αστέρι στο κάλυμμά της. Την βγάλαμε από την σαρκοφάγο, την αποθέσαμε στο δάπεδο και την ανοίξαμε. Τα μάτια όλων άνοιξαν διάπλατα και η αναπνοή μας είχε κοπεί: ολοκάθαρα τα καμένα οστά, τοποθετημένα σ' ένα προσεχτικά σχηματισμένο σωρό, κρατώντας ακόμα το χρώμα από την πορφύρα που κάποτε τα τύλιξε. Και στη γωνιά ένα βαρύτιμο χρυσό στεφάνι πιεσμένο τα κάλυπτε. Κλείσαμε την πολύτιμη λάρνακα, την καλύψαμε προσεχτικά και την αποθέσαμε στην εσωτερική γωνιά του θαλάμου...Επιστρέψαμε στον τάφο. Συσκευάσαμε με άκρα προσοχή την λάρνακα, τη βγάλαμε από τον τάφο, χωρίς κανείς να αντιληφθεί την σημασία του κιβωτίου, και μαζί με τον τεχνίτη Δημήτρη Μαθιό απομακρυνθήκαμε από τον χώρο της ανασκαφής με το αυτοκίνητό μου. Με την ακολουθία του αυτοκινήτου της αρχαιολογικής υπηρεσίας ξεκίνησα για τη Θεσσαλονίκη. Ο Μαθιός κρατούσε στα επιδέξια χέρια του το κιβώτιο. Τρέχαμε αμίλητοι. Είχαμε ειδοποιήσει να μας περιμένουν στο Μουσείο της Θεσσαλονίκης. Όταν φτάσαμε, προχωρήσαμε στην ασφαλισμένη αποθήκη, ανοίξαμε το κιβώτιο και αποκαλύψαμε τον θησαυρό που προσκομίσαμε στα εκστατικά μάτια των συναδέλφων που είχαν φτάσει στο μεταξύ εκεί. Εκείνο το βράδυ στάθηκε αδύνατο να κοιμηθώ. Ήταν η πιο απίστευτη ώρα της ζωής μου...».
Και πώς να μην είναι; Υπάρχει τελειότερη στιγμή για έναν άνθρωπο παρά όταν βρεθεί αγκαλιά με αυτό που κυνηγά τόσα χρόνια, με το επιστημονικό και ατομικό του όνειρο, με την επιβεβαίωση των κόπων του σε πείσμα των καιρών, σε πείσμα των ανύπαρκτων κονδυλίων, σε πείσμα των ανύπαρκτων αρχών της ψωροκώσταινας, σε πείσμα των συναδέλφων που αμφισβήτησαν τα ευρήματα; Και ευτυχώς για μας, εκείνη η ώρα ήταν και μια από τις πιο σημαντικές για τον τόπο, για την Μακεδονία, για την Ελλάδα. Στη Βεργίνα βρέθηκαν εκτός των άλλων και επιτύμβιες στήλες, όπου αναγράφονται 75 ονόματα, όπως Αλκέτας, Άλκιμος, Αντίγονος, Βερενίκη, Δρύκαλος, Εύξεινος, Θεόκριτος, Θεόδωρος, Ηρακλείδης, Κλεαγόρας, Λέανδρος, Λυσανίας, Μένανδρος, Νικόστρατος, Ξενοκράτης, Πευκόλαος, Πρόξενος, Πιερίων, Φίλιστος, Φιλώτας. Μακεδονικά, ελληνικά ονόματα που κλείνουν τα στόματα όλων των σφετεριστών της Ιστορίας μας.
Και η μακεδονική γη συνεχίζει να γεννάει ευρήματα σε εκείνον τον τόπο που ευλόγησε ο Ανδρόνικος με τη σκαπάνη του (χρυσό στεφάνι του 2008 που αποδόθηκε στον Ηρακλή, έναν από τους δύο δολοφονηθέντες γιους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και ασημένιο αγγείο του 2009 με οστά μέσω των οποίων ερευνάται η ταυτότητα). Η μαθήτρια (και διάδοχος) του Ανδρόνικου, Χ. Παλιαδέλη δήλωνε στα «Νέα» στις 9 Νοεμβρίου: «Περιμένω τα αποτελέσματα της αξονικής τομογραφίας των οστών από το τελευταίο εύρημα. Αν διαπιστωθεί πως ανήκουν σε γυναίκα, τότε μάλλον είναι μίας από τις συζύγους του Μεγάλου Αλεξάνδρου- μητέρας των δολοφονημένων γιων του».
Προσκύνημα μνήμης στον Μανόλη Ανδρόνικο. Όχι μόνο έναν επιστήμονα με αξεπέραστο έργο, αλλά και έναν πνευματικό άνθρωπο με καίριες και συνεπείς παρεμβάσεις στον τύπο της εποχής και με ζηλευτό δοκιμιακό λόγο. Έναν αρχαιολόγο που γεννήθηκε στην Προύσα το 1919 και έζησε και πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 1992. Σημαδιακό; Μόλις τότε ξεκινούσε και το πιο αδίστακτο μέρος της σκοπιανής προπαγάνδας.