Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Ο ΦΡΑΧΤΗΣ ΤΟΥ ΑΙΣΧΟΥΣ (07 01 2011)

«Ευφημισμός ο : (γραμμ.) σχήμα λόγου στο οποίο αντικαθίσταται μια δυσοίωνη, απαγορευμένη ή γενικά πολύ αρνητικά φορτισμένη λέξη ή φράση, με μια άλλη που έχει εντελώς αντίθετη σημασία, π.χ. «Eιρηνικός Ωκεανός» αντί «τρικυμιώδης», «γλυκάδι» αντί «ξίδι», «Eυμενίδες» αντί «Eρινύες» κτλ» (on line λεξικό Τριανταφυλλίδη).

Εικόνα 1: Frida Kahlo: Στα σύνορα Μεξικού και ΗΠΑ.


Ακόμα δε μπήκαμε στο αίσιον και ευτυχές νέον έτος, ακόμα δε μας φώτισαν τα Φώτα, και μας προέκυψε … φράχτης! Επί σοσιαλιστικής – τρόπος του λέγειν – κυβέρνησης γινόμαστε μάρτυρες μιας ζύμωσης για να ληφθεί μία ίσως από τις πιο ακραίες και αντιφατικές αποφάσεις σ’ αυτήν τη χώρα: ο φράχτης.
Αφού πρώτα ερήμωσαν τις τελευταίες δεκαετίες τα σύνορα από στρατιωτικές μονάδες και οπλίτες στα πλαίσια αναδιάρθρωσης και εξορθολογισμού κι αυτού του ίδιου του στρατού, αφού οι συνοριοφύλακες υπηρετούν στην Αθήνα, τώρα έρχεται ως μεσσίας ο φράχτης!
Φράχτες βάζουμε στους μπαξέδες και τις αυλές μας για να μην τα μαγαρίσουν τα αδέσποτα, να μην κοπρίσουν τα σπαρτά μας, να μην ποδοπατήσουν τα άνθη μας. Έτσι κι εδώ: άνθρωποι αδέσποτοι, της γης οι κολασμένοι, αναζητώντας τον ταμένο παράδεισο που ποτέ δεν θα βρουν, θα σταθούν μπροστά στον φράχτη. Ένας φράχτης θα χωρίζει τους δύο κόσμους και θα οριοθετεί την κόλασή τους από τον παράδεισο που τους υποσχέθηκαν οι πάσης φύσεως δουλέμποροι ότι θα βρουν στη Δύση: ανεργία, ανέχεια, ρατσισμός, περιθωριοποίηση…
Και οι μάστορες της λεξιμαγείας, η τριακοντούτης σοσιαλιστική κυβέρνηση (θυμηθείτε τις απανωτές αλλαγές στους τίτλους των Υπουργείων!) αποφάσισε να ονομάσει το μελλοντικό δημιούργημα «φράχτη», να το ρίξει στη συζήτηση, στα ΜΜΕ, ως «φράχτη». Όχι ως «τείχος» που θα προκαλεί πολλούς συνειρμούς, ούτε ως κάποια άλλη, πιο έντονη λέξη. Φράχτη. Κι αυτό γίνεται φυσικά για να μειωθεί η αλγεινή εντύπωση του αποκλεισμού, να απορροφηθούν οι κραδασμοί μιας πιο τρομακτικής – και πιο κοντά στην αλήθεια – ονοματοθεσίας, να περάσει στον κόσμο η ιδέα αυτή σαν κάτι το μικρό, το αθώο, το οικείο, το «φιλικό»: κάτι που όλοι το έχουμε στην ατομική μας μνήμη και εμπειρία χωρίς να μας ξενίζει, να απωθεί ή να τρομάζει – κάτι σαν το φράχτη του μπαξέ μας.
Και πόσο σίγουρη θα είναι η αποδοτικότητα του συνοριακού φράχτη; Θα τον παλουκώσουμε και θα τον αφήσουμε να ορθώνεται απειλητικός, σαν σκιάχτρο; Μα τότε, τι πιο εύκολο για αυτόν που επιθυμεί να εισέλθει παράνομα από το να τον κόψει ή να τον υπερπηδήσει. Μήπως θα είναι ηλεκτροφόρος, κάνοντας πραγματικότητα τις ονειρώξεις πολλών θαυμαστών των αμερικανικών ταινιών δράσης (και νοσταλγών άλλων καθεστώτων) που ηδονίζονται να βλέπουν «παράπλευρες απώλειες» να ψήνονται πάνω στα σύρματα; Ή μήπως θα πλουτίσουν κάποιοι εργολάβοι και μεσάζοντες με την αγορά υπερσύγχρονων τεχνολογιών παρακολούθησης (κάμερες κ.λπ.) που θα στέλνουν πάραυτα τις ειδικές δυνάμεις να μαζέψουν τους ύποπτους λαθρομετανάστες; Πιστεύω πως η Siemens θα είναι μια καλή πρόταση για τις προμήθειες…

Εικόνα 2: Ο Larry Towell φωτογραφίζει το τείχος - ανάχωμα στη μετανάστευση ανάμεσα σε Μεξικό - ΗΠΑ ως έργο τέχνης, ζωής και θανάτου.


Ας σκεφτούμε πού αλλού στον κόσμο υψώθηκαν τείχη. Στα σύνορα ΗΠΑ – Μεξικού, όπου και έχουν βρει – και βρίσκουν καθημερινά – το θάνατο αμέτρητοι φτωχοδιάβολοι πέφτοντας από τα όπλα του U.S. ARMY. Μέσα στο κράτος του Ισραήλ, όπου οι σιδερόφρακτοι αφέντες τις περιοχής, ο «περιούσιος λαός» θέλουν να απομονώσουν τους παρακατιανούς Παλαιστίνιους υπό τον φόβο των καμικάζι. Και στις δύο αυτές ηχηρές περιπτώσεις τα αποτελέσματα ήταν οικτρά. Οι λατινοαμερικάνοι λαθρομετανάστες δεν παύουν να κυνηγούν το «αμερικάνικο όνειρο» μπροστά στους τάφους των ομοφύλων τους πάνω στον αμερικάνικο «φράχτη», οι δε επιθέσεις αυτοκτονίας των Παλαιστινίων δεν σταμάτησαν, ούτε ο φόβος των Ισραηλινών πολιτών κόπασε.

Εικόνα 3: Το τείχος του αίσχους στη Γάζα.


Σε αυτούς θέλουμε να μοιάσουμε; Η συμπεριφορά προς τον αδύναμο είναι στοιχείο δομικό του επιπέδου του πολιτισμού μιας χώρας. Η κρατική ανικανότητα στο ζήτημα του ελέγχου και διευθέτησης της λαθρομετανάστευσης (ή της φύλαξης των συνόρων), η εξώφθαλμη άρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συνδράμει σε αυτό το έργο αφού δεν τη βολεύει, οι άνισοι νόμοι για τις δυνατότητες του κράτους υποδοχής να προωθεί τους μετανάστες σε άλλες χώρες, η εγκληματική αδιαφορία για το δουλεμπόριο, η ισχνή θέληση της Τουρκίας να συνεργαστεί, η γενικότερη εκμετάλλευση του λεγόμενου τρίτου κόσμου από τις δυνάμεις της Δύσης που έκανε τους τόπους αυτών των ανθρώπων κόλαση (ποιος θέλει να αφήσει την πατρίδα του;) – όλα αυτά κάνουν τον φράχτη στον Έβρο να μοιάζει «πρόφαση εν αμαρτίαις».
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τον παραπάνω ορισμό του λεξικού, για μένα ο φράχτης είναι ευφημισμός για να κρύψει πίσω απ’ το αγκαθωτό σύρμα του την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και την πολιτική και κρατική ανεπάρκεια. Και εις ανώτερα…

Υ.Γ.: Και η έννοια «σοσιαλισμός», μάλλον κι αυτή ευφημισμός είναι…

http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr


▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος Κοζάνης, χιονισμένος. Στη Νιγρίτα πότε;

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

"ΤΟ ΦΙΔΙ ΣΤΗ ΦΑΤΝΗ" (24 12 2010)

Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη.
Ζωγραφική: Μιχάλης Μαδένης

«Η Ζέφη, δασκάλα στο Σχολείο των Κωφών, τριάντα πέντε ετών, δυο χρόνια χωρισμένη, οδηγεί το Φιατάκι της, ανεβαίνει στις κοντινές, χιονισμένες λοφοπλαγιές έχοντας δίπλα της, στη θέση του συνοδηγού, τον κουβά. Οδηγεί σχετικώς ψύχραιμα – σκέφτεται: πόσες πιθανότητες είχε αυτό να συμβεί;
Ξεκίνησε σήμερα πρωί, παραμονή Χριστουγέννων, μαζί με το παιδί, το αγοράκι της τον Χρήστο, που είναι δυόμισι χρόνων, και φτάσανε στο σούπερ μάρκετ για να ψωνίσουν, να γυρίσουνε και μετά να πάνε να κοινωνήσουν. Πήρε η Ζέφη ένα καρότσι απ’ τη σειρά, κι άρχισε να βάζει μέσα τρόφιμα. Στο τέλος σκέφτηκε να πάρει και ένα μικρό τσουβάλι πατάτες – τις θυμήθηκε βλέποντας τα σακιά στη γωνιά. Μικρά τσουβαλάκια από κίτρινο νάιλον, δικτυωτό. Πήρε ένα σακί, το έβαλε πάνω απ’ όλα τα τρόφιμα μέσα στο καρότσι, και μετά, σήκωσε το παιδί και το απόθεσε πάνω στο τσουβάλι, κάτι που πάντα του άρεσε όταν πηγαίνανε στο σούπερ μάρκετ. Το ’βλεπε σαν βόλτα. Ο μικρός χοροπηδούσε πάνω στο τσουβαλάκι και χαιρόταν – η Ζέφη έκανε μερικές γύρες ακόμα μήπως ξέχασε τίποτε.
Κουβάλησε τα ψώνια στο σπίτι κάπως γρήγορα για να προλάβουνε να πάνε και στην εκκλησία. Το παιδί, με το που ξαναμπήκανε στο αμάξι άρχισε να κλαίει. Με ένα περίεργο κλάμα. Η Ζέφη το καθησύχαζε, νόμιζε ότι ήταν η συνηθισμένη γκρίνια του. Το μάλωνε, το χάιδευε. Εκείνο σώπαινε και μετά άρχιζε πάλι να κλαίει.
Απ’ την στιγμή που μπήκαν στο ναό, το παιδί αποχαλινώθηκε. Το κρατούσε η Ζέφη στην αγκαλιά σφιχτά και δεν μπορούσε να το κάνει ζάφτι. Χτυπιότανε, τσίριζε, ούρλιαζε, έκλαιγε. Κάτι ήθελε να πει και δεν τα κατάφερνε. Ο κόσμος ενοχλούνταν αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα – είχε πλησιάσει η ώρα της μετάληψης. Η σειρά είχε στηθεί κιόλας μπροστά τους και ο παπα–Μακάριος της εκκλησιάς του Αγίου Χαραλάμπους, ιερέας ψηλός, με ευγενική μορφή, σοβαρός, με βαθιά, υπέροχη φωνή, είχε βγει με το Αγιο Δισκοπότηρο και με το κουταλάκι και είχε αρχίζει να μεταλαβαίνει τον κόσμο.
Όσο μίκραινε η σειρά τόσο το παιδί αλλοφρονούσε. Ξέφυγε, μια στιγμή, απ’ τη μάνα του, έπεσε κάτω με δαρμοσπασμούς και μαγουλοσύρθηκε στο δάπεδο του ναού. Αλλά όλοι έκαναν υπομονή – σκέφτονταν πως το παιδί κάτι έχει και το έφερνε η μάνα του να μεταλάβει, μήπως και βοηθηθεί. Δυσανασχετούσαν, γύριζαν το κοίταζαν αλλά δεν μιλούσαν – κάποιος είπε χαμηλόφωνα τη λέξη «δαιμονισμένο».
Ο ιερέας είχε εντοπίσει από νωρίς το παιδί και το παρατηρούσε κάθε τόσο, εντελώς γαλήνιος.
Φτάσανε στα δυο βήματα. Η Ζέφη κράτησε το παιδί πιο γερά, προσεκτικά.
Ο παπάς έτεινε το κουταλάκι με την μεταλαβιά – ο μικρός Χρήστος ήρθε σε παραλήρημα, χτυπιότανε ολόκληρος, τραβιότανε πίσω, δεν ήθελε. Κι όπως ο ιερέας έσκυψε λίγο παραπάνω, χτυπάει, το παιδί, μια, με το χέρι του και με απρόσμενη δύναμη, το Άγιο Δισκοπότηρο, το ρίχνει κάτω και όλη η μετάληψη χύνεται στο πάτωμα της εκκλησίας κι απλώνεται σαν μεγάλη κηλίδα αίμα – όσοι περίμεναν στην σειρά είδαν την εικόνα αυτή κι ένιωσαν σαν να δέχτηκαν μια μαχαιριά στο στήθος.
Η Ζέφη άρχισε να κλαίει. Τραβήχτηκε με το παιδί πιο εκεί και κάθησε σε ένα στασίδι κρατώντας το αγκαλιά.
Ο παπάς, ήρεμος πάντα, γαλήνιος, σήκωσε κι άφησε πίσω του σε ένα τραπεζάκι το Άγιο Δισκοπότηρο και το κουταλάκι και έπεσε στα τέσσερα. Σύρθηκε στο δάπεδο κι άρχισε να γλείφει τη μετάληψη μαζί με τα σκουπίδια και τα χώματα, τη σκόνη και τα υπολείμματα των παπουτσιών του κόσμου. Σχολαστικά, επίμονα, σαν ατάιστο σκυλί. Πόντο πόντο, γουλιά γουλιά, γιατί το δόγμα απαγορεύει να σκουπίσεις το αίμα του Χριστού. Το ήπιε όλο ο ιερέας. Μετά στάθηκε να ξεκουραστεί. Ξάπλωσε μπρούμυτα, εξουθενωμένος. Έμεινε έτσι ακίνητος, για λίγο, μέσα στην βουβή εκκλησία, σαν θα ’λεγες, για να κοιμηθεί, εκεί, στο δάπεδο, επιτόπου.
Όλοι κρατούσανε την αναπνοή τους. Κοιτούσανε σαν χαμένοι.
Ο παπάς ανασηκώθηκε, αργά, σαν να ξύπνησε. Ξεσκόνισε τα ιερά του άμφια, κι έκανε ήρεμα το σταυρό του, μουρμουρίζοντας.
«Η γέννησή σου, Χριστέ ο Θεός...»
Έριξε μια πλάγια ματιά στο παιδί που ησύχαζε στην αγκαλιά της μάνας του. Ύστερα έστρεψε κι έφερε απ’ το Ιερό ένα μπουκάλι γεμάτο με καθαρό οινόπνευμα και το έριξε ραντιστά στο δάπεδο, σ’ όλο το μέρος όπου είχε πέσει η μετάληψη. Μετά έβγαλε απ’ τα ράσα του σπίρτα, άναψε ένα κι έβαλε στο οινόπνευμα φωτιά, που τινάχτηκε ψηλά, με ένα μπαφ! μέσα στον ναό, προς τον τρούλο, φωταγωγώντας τον.
Το εκκλησίασμα τραβήχτηκε τρομαγμένο προς τα πίσω, φρικίασε.
Ο ιερέας έκαψε ό,τι απόμεινε απ’ την μετάληψη στο δάπεδο, ενώ δεν άφηνε κανέναν να πατήσει εκεί, πριν σβήσει η φλόγα, πριν καθαριστεί απόλυτα το μέρος, εντελώς.
Με το που έσβησε μόνη της, σιγά σιγά, η φωτιά, ο παπάς πήγε μέσα στο Άγιο Βήμα, να βάλει φρέσκο κρασί και ψίχα στο Δισκοπότηρο, για να συνεχίσει την μετάληψη – εκείνη τη στιγμή η Ζέφη ένιωσε το παιδί να λιποθυμάει στην αγκαλιά της. Έβγαλε μια κραυγή, βγήκε τρέχοντας έξω, μπήκε στο αυτοκίνητο και οδηγώντας με άγχος, κλαίγοντας, τράβηξε προς το Κέντρο Υγείας, που ευτυχώς δεν απείχε πάνω από ένα πεντάλεπτο. Οι γιατροί πήραν το παιδί μέσα γρήγορα, το εξέτασαν – δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Μια νοσοκόμα το γύμνωσε και τότε είδε ένας γιατρός στο αριστερό μπούτι του παιδιού τις δυο μικρές τρύπες και το μεγάλο οίδημα γύρω γύρω.
– Φίδι, είπε. Το δάγκωσε φίδι. Οχιά.
Του έκανε αμέσως ένεση ατροπίνης και το έβαλε στον ορό. Το παιδί ήταν σε κώμα.
– Πρέπει να φύγει αμέσως για το νοσοκομείο, είπε ο γιατρός. Κινδυνεύει, το δηλητήριο έχει προχωρήσει.
Πήραν γρήγορα το αγοράκι με το ασθενοφόρο – η Ζέφη το συνόδευσε. Έκλαιγε, σπάραζε.
Προς το μεσημέρι άρχισε σιγά σιγά το παιδί να συνέρχεται. Αλλά το κράτησαν εκεί, στο νοσοκομείο, προληπτικά.
Η Ζέφη γύρισε σπίτι. Μπήκε στην κουζίνα – τα φωτάκια απ’ το χριστουγεννιάτικο δέντρο παραληρούσαν ρίχνοντας χρωματιστές, διακεκομμένες δέσμες σ’ όλο το σπίτι. Και βλέπει την γάτα τους (που τόσο την αγαπάει ο μικρός) να είναι μπροστά στο τσουβαλάκι με τις πατάτες που ψώνισε το πρωί, με σηκωμένη τρίχα και να το κοιτάζει επίμονα. Η Ζέφη παρατηρεί, τότε, κάτι να κινείται μέσα στο σακί – μετά διακρίνει την μικρή οχιά: να κουλουριάζεται και να κρύβεται καλύτερα. Η γάτα πλησιάζει και με μιαν αστραπιαία κίνηση χτυπάει το φίδι, που πετάγεται στο δάπεδο. Το νυχιάζει ακόμα μερικές φορές, παίζοντας, κι όχι για να το σκοτώσει. Η Ζέφη ανατρίχιασε ολόκληρη. Πάει και παίρνει τη μασιά απ’ το τζάκι για το λιώσει. Αλλά, τελευταία στιγμή, μετανιώνει. Το λυπάται. Παγώνει. Και θυμάται ότι είναι Χριστούγεννα σήμερα. Κι αυτό, ένα πλάσμα Θεού – μάνα το γέννησε. Στέκει αμήχανη. Μετά πάει, φέρνει μια μεγάλη πετσέτα, την πετάει πάνω του – είναι λιποθυμισμένο. Το αρπάζει μαζί με την πετσέτα και το βάζει σ’ έναν κουβά. Από πάνω χώνει σφιχτά, πατικώνει και το βαρύ μπουρνούζι της.
Και τώρα ανεβαίνοντας με το αυτοκίνητο, μακριά απ’ τον οικισμό, στις μισοχιονισμένες λοφοπλαγιές του Χορτιάτη, σταματάει. Διστάζει. Βλέπει γύρω. Χιόνια κι ερημιά. Ψυχή δεν βλογάει πουθενά. Ανοίγει το τζάμι του συνοδηγού, παίρνει τον κουβά και τον αδειάζει απέξω, πετσέτα, μπουρνούζι και φίδι μαζί – ένα ρίγος τρέχει στην πλάτη της. Μετά σκύβει δισταχτικά και βλέπει την οχιά να σέρνεται μαιανδρίζοντας ζαβά, ζαλισμένη ακόμα, και να χώνεται σε ένα θάμνο. Σκέφτεται πως το φίδι θα είχε μπει στο τσουβαλάκι μετά την ενσάκκιση, κι είχε πέσει, κρυμμένο στις πατάτες, σε χειμερία νάρκη. Με το που κάθησε πάνω το παιδί, η οχιά ζεστάθηκε, ξύπνησε, ζορίστηκε και... Βγάζει η Ζέφη το κινητό, να τηλεφωνήσει στον τέως άντρα της – το αναβάλλει.
Στρίβει και τραβάει προς την εκκλησιά, πριν ξαναπάει στο νοσοκομείο. Μπαίνει πάλι στην πόλη. Κόσμος πολύς στους δρόμους, κρατώντας ψώνια, χαρούμενος. Φωταψία παντού. Αστράφτουνε, ανύποπτες, οι βιτρίνες, τρέχουν, αμέριμνα, τα παιδιά φωνάζοντας, γλιστρώντας, πετώντας μεταξύ τους χιονόμπαλες.
Η Ζέφη μπαίνει στο ναό. Προχωρεί, παίρνει κι ανάβει ένα κερί. Νιώθει εντελώς μόνη, αδύναμη, άδεια. Στο έλεος. Βουρκώνει – μετά τα μάτια της αρχίζουνε να τρέχουνε ανεξέλεγκτα. Και τραυλίζοντας ψιθυρίζει, για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια, απ’ την εφηβεία της, αυθόρμητα, ασυναίσθητα, τις ξεχασμένες λέξεις:
«Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει...».

Το διήγημα γράφτηκε από τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη και εικονογραφήθηκε από τον Μιχάλη Μαδένη
για τη χριστουγεννιάτικη έκδοση της «Καθημερινής», 25 12 2009.


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr


▓▓ μικρά ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος Βενιζέλου, Λάρισα. Στη Νιγρίτα, πότε;

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΙΑΣ

Ποιος και γιατί φοβάται ένα ανυπόγραφο κείμενο.

Μαίνεται τον τελευταίο καιρό (και τελειωμό δεν έχει) στον τοπικό τύπο ένα μπαράζ αλληλοσυγκρουόμενων δημοσιευμάτων σχετικά με την κατάσταση της διαδοχής στη δημοτική αρχή. Κείμενα κόντρα στα κείμενα, «σκεπτόμενοι» και μη καταθέτουν την άποψή τους στις αράδες των εφημερίδων. Δεν θα σταθώ στο περιεχόμενο του διαξιφισμού∙ άλλωστε ο καθένας μπορεί να πιστεύει και να υποστηρίζει ό, τι θέλει. Αυτό όμως που σηκώνει συζήτηση είναι το θέμα που τίθεται σχετικά με την ανωνυμία του (εκάστοτε) συντάκτη, άρα εν μέρει αφορά και τη δική μας στήλη.
Θύελλα ξεσηκώνεται κάθε φορά που ένα γραπτό δεν φέρει ονοματεπώνυμο, αλλά ψευδώνυμο. Φρίττουν οι δημοκράτες, διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, οσμίζονται την έκπτωση των θεσμών. Προτάσσουν τα στήθη τους μπροστά στη λυσσασμένη ανωνυμία, κραδαίνοντας το ονοματεπώνυμό τους ως αποδεικτικό ορθότητας του λόγου, «δημοκρατικών» φρονημάτων, έως και μοναδικής ικανής και αναγκαίας συνθήκης του δικαιώματος του… ομιλείν! Κι έτσι, λύνονται ως δια μαγείας όλα τα προβλήματα…
Φυσικά, το πιο σπουδαίο δεν είναι ποιος λέει κάτι, αλλά τι λέει αυτός που μιλάει. Ισχύ έχει η επιχειρηματολογία, το βάθος της σκέψης, η έκφραση και όχι η υπογραφή. Στην ουσία, όσοι επιτίθενται στην ανωνυμία, το κάνουν μόνο για να κερδίζουν εντυπώσεις ή θέλοντας ίσως να προσθέσουν κάποια αυτονόητη δήθεν ιδεολογική στήριξη σε κάθε επιχείρημά τους, έστω κι αν αυτό είναι αβάσιμο, λαθεμένο ή παραπλανητικό. Ας μη νομίζουν ότι κερδίζουν ούτε ένα δράμι αξιοπιστίας, όταν βάλλουν κατά την ανωνυμίας ενός κειμένου.
Στο κάτω κάτω, ο καθένας μπορεί να έχει τους δικούς του λόγους να μένει αφανέρωτος. Άλλος μπορεί να θαυμάζει απεριόριστα ένα ψευδώνυμο, να τον εμπνέει, και να θέλει να υπογράφει με αυτό. Άλλος μπορεί να ντρέπεται. Άλλος από ταπεινότητα, άλλος να εξαναγκάζεται ή να υπάρχει ασυμβίβαστο με κάποια άλλη ιδιότητά του. Άλλος από οποιονδήποτε (μπορεί και σκοτεινό, δεν αποκλείεται) λόγο.
Δεν έχασε κανένας Αλεπουδέλης όμως, από το ψευδώνυμο Ελύτης, ούτε ο Σεφεριάδης που έγινε Σεφέρης, πόσο μάλλον ο … Σορολόπης που έγινε Ιωάννου. Ούτε κανένας παραπονέθηκε επειδή στην Διάπλαση των παίδων υπέγραφε μετά ασπασμών κάποιος Φαίδων και τα παιδάκια της εποχής δεν στερήθηκαν χαράς που δεν διάβαζαν στο τέλος «σας ασπάζομαι, Γρηγόριος Ξενόπουλος». Η εσωτερική δύναμη του κειμένου, η εμβέλεια του λόγου είναι αυτή που θα ξεχωρίσει τον άξιο από τον ανάξιο, όχι το όνομα ή το ψευδώνυμο.
Και δεν είδα κανενός τα δημοκρατικά αισθήματα να θίγονται από σχετικές στήλες σε πανελλαδικής κυκλοφορίας εφημερίδες, που ίσως χαίρονται να τις διαβάζουν και τις θαυμάζουν, έστω κι αν υπογράφουν με ψευδώνυμο, π.χ. ο Διόδωρος στο Βήμα. Η ίδια η εφημερίδα που αποφασίζει να δημοσιεύσει το κείμενο παίρνει το ρίσκο του ελέγχου του περιεχομένου και φυσικά την ευθύνη για τα γραφόμενα, όταν αυτά είναι ανυπόστατα ή θίγουν δίχως αποδείξεις. Ενώ, όταν το κείμενο είναι ενυπόγραφο, την ευθύνη έχει αποκλειστικά ο συντάκτης.
Βέβαια δε ζούμε και σε δύσκολες εποχές φίμωσης του λόγου ή κοινωνικών φρονημάτων και διώξεων, ώστε να αναγκάζονται κάποιοι να κρύβονται πίσω από ψευδώνυμα. Οπότε, δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν. Με την ίδια λογική όμως, της ελεύθερης έκφρασης, δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν ούτε αυτοί που θίγονται από ένα ανώνυμο κείμενο. Αρκεί να είναι καθαροί οι ίδιοι. Και τι έχει να φοβηθεί ένας καθαρός από μια ανώνυμη κριτική; Μήπως ο ανώνυμος συντάκτης εξυπηρετεί άλλα, αντίπαλα συμφέροντα; Μα πόσοι και πόσοι που υπογράφουν τα κείμενα τους δεν κάνουν το ίδιο πράγμα, δίχως η επωνυμία τους να σταθεί φραγμός στην οσφυοκαμψία και τους τεμενάδες. Οι θιγόμενοι έχουν να φοβηθούν την ανωνυμία, μόνο όταν δεν είναι οι ίδιοι καθαροί, ενώ το ανώνυμο κείμενο είναι.
Κλείνοντας, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η επιλογή της ανωνυμίας ή ψευδωνυμίας μπορεί να αποτελεί δικαίωμα στα πλαίσια της ελεύθερης έκφρασης, δεν αποτελεί όμως άλλοθι για τη μη τήρηση της δεοντολογίας. Οποιοσδήποτε γράφει, ασκεί κριτική, δημοσιεύει ειδήσεις, οφείλει να σέβεται τους γραπτούς και άγραφους κανόνες δεοντολογίας, να μην κατηγορεί γενικώς και αορίστως, να επικεντρώνεται με τεκμήρια και επιχειρήματα στο θέμα του, να μη σπιλώνει άνευ αποδείξεων, να μην παραπλανά, να είναι τίμιος και καλοπροαίρετος. Να είναι γενικά «σκεπτόμενος» και όχι σκεπώμενος, δηλαδή υπό την σκέπη κάποιων, υπηρέτης άλλων αφεντάδων πλην του εαυτού του. Διότι άλλως, καταντά αναξιόπιστος…



▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος παραλίας Ασπροβάλτας. Στη Νιγρίτα, πότε;


 Εγκαταστάθηκαν και οι βάσεις για επιπλέον προβολείς στο βοηθητικό γήπεδο της Νιγρίτας και η στήλη χαίρεται που συνέβαλε λιγάκι σε αυτό. Έτσι οι ομάδες μας, αλλά και οι αθλούμενοι θα έχουν καλύτερες συνθήκες προπόνησης και αξίζουν συγχαρητήρια στη διοίκηση του σταδίου και πίεση για γρήγορη ολοκλήρωση του έργου.

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

ΝΕΚΡΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ; (10 12 2010)

Η κουβέντα για τη γλώσσα είναι μια κουβέντα που διαρκεί όσο περίπου και η ίδια η γλώσσα, δηλαδή αιωνίως. Τα τελευταία όμως χρόνια γίνεται μεγάλη συζήτηση για τη σχέση της νέας ελληνικής με την αρχαία, για το κατά πόσο είναι σωστό να διδάσκονται (όπως διδάσκονται) τα αρχαία ελληνικά στο σχολείο, για το αν η αρχαία ελληνική είναι νεκρή γλώσσα κ.λπ.
Υπάρχουν λοιπόν φωνές που υποστηρίζουν ότι τα αρχαία ελληνικά είναι μια νεκρή γλώσσα, με τη σημασία ότι δεν μιλιέται. Σύμφωνοι, δε μιλάμε καμία από τις αρχαίες διαλέκτους. Όμως, τι είναι τα σημερινά ελληνικά, αν όχι μια συνέχεια, μια παραλλαγή, μια μετεξέλιξη της αρχαίας;

Εικόνα 1 ΣΟΦΟΥ ΠΑΡ' ΑΝΔΡΟΣ ΠΡΟΣΔΕΧΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑΝ

Η γλώσσα, η ζωντανή γλώσσα, εξελίσσεται όπως κάθε ζωντανός οργανισμός. Γεννιέται, παιδιαρίζει, ανδρώνεται∙ απλώνεται, παλινδρομεί, αφομοιώνει ξενικά στοιχεία. Όπως το κάθε άτομο από τη γέννησή του ως τον θάνατό του είναι ο ίδιος άνθρωπος, έτσι και η αρχαία μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι μία περίοδος στη ζωή αυτού που ονομάζουμε ελληνική γλώσσα. Κι όπως φυσικά το κάθε άτομο δεν μοιάζει και πολύ με τον εαυτό του στις διάφορες φάσεις της ζωής του (δεν παύει όμως να είναι ο ίδιος), έτσι και η αρχαία δεν μοιάζει εντελώς με τη γλώσσα τη σημερινή. Δεν παύει όμως να είναι η ίδια, να παραμένει ζωντανή καθώς διαφοροποιείται με τον καιρό. Ζει, όπως το βρέφος ή το παιδί ζει στην ψυχή και το σώμα του ηλικιωμένου.
Ακόμα όμως κι αν δεν κάνουμε την αναλογία της γλώσσας με ένα άτομο που εξελίσσεται, μπορούμε νομίζω να σκιαγραφήσουμε τη σχέση αρχαίας – νέας με τη σχέση γονιού – παιδιού. Το DNA των γονιών κληροδοτείται στο αντίστοιχο των παιδιών κι έτσι το «αίμα» σφυρηλατεί τους οικογενειακούς δεσμούς σε προοπτική γενεών, τόσο ώστε η επιστήμη να μπορεί να εντοπίσει ως ένα σημείο την πατρότητα ελέγχοντας αυτό ακριβώς το DNA. Η κλωνοποίηση, τα βλαστοκύτταρα καταφέρνουν πλέον από ένα κύτταρο, από μια στάλα αίμα να δημιουργήσουν ιστούς, μέλη του σώματος. Το καινούργιο σώμα δεν περιέχει μέσα του την αρχέγονη ουσία, την προγενέστερη δικιά του μορφή; Στην επιστήμη της γλωσσολογίας δεν ισχύει κάτι τέτοιο; Η παλαιότερη μορφή της γλώσσας δεν επιβιώνει μέσα στο σώμα του νεότερου απογόνου της; «…το να λέει ο Έλληνας ποιητής, ακόμα και σήμερα, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη, ο άνεμος, όπως το έλεγαν η Σαπφώ και ο Aρχίλοχος, δεν είναι μικρό πράγμα». (Οδ. Ελύτης).
Θα περιμέναμε να μιλάμε όπως οι αρχαίοι, με την ίδια προφορά, κλίσεις, ορθογραφία, 100% τα ίδια, για να θεωρήσουμε ότι η γλώσσα μένει ζωντανή; Μα τότε είναι που θα ήταν σίγουρα νεκρή, γιατί δεν θα ανανεωνόταν διόλου μέσα σε 2-3 χιλιετίες. Αποκρουστική και στάσιμη, σαν σε τέλμα.
Όμως, αν θέλετε, υπάρχει και μια άλλη εξήγηση. Η αρχαία ελληνική γλώσσα μιλιέται ακόμα και σήμερα αυτούσια! Εντάξει, ίσως όχι η ακριβής αττική διάλεκτος που επικράτησε ως ισχύουσα από τις πηγές, αλλά η ελληνιστική κοινή που έδωσε πολλά από τα εκκλησιαστικά κείμενα. Μιλιέται λοιπόν, ακούγεται, κάθε μέρα ζωντανά στις ακολουθίες της Εκκλησίας. Και μπορεί να μην υπάρχει συνομιλία, διάλογος (αν εξαιρέσουμε κάποιους σύντομους ιερέα – ψάλτη) και μπορεί ακόμα και να μην καταλαβαίνει και πολύς κόσμος ακριβώς τα λεγόμενα. Αυτό σημαίνει ότι η λειτουργία γίνεται σε μια νεκρή γλώσσα;
Μα η Εκκλησία είναι μια ζώσα παράμετρος της ελληνικής κοινωνίας, ένα πολύ σημαντικό μέρος της ταυτότητας του Έλληνα, και αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, όσο κι αν κάποιος αρνείται την Ορθοδοξία: την αλληλεξάρτησή της (σχεδόν ταύτισή της) με τον ελληνισμό δεν μπορεί να την αρνηθεί. Άρα, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων έχει ένα κομμάτι της ζωής του, στο οποίο μιλιέται ζωντανά η γλώσσα των προγόνων του! Και όσες προσπάθειες έγιναν για να γίνεται η θεία λειτουργία στη νέα ελληνική απέτυχαν παταγωδώς προκαλώντας ταυτόχρονα άφθονο γέλιο: πώς θα πει ο ιερέας «άνω σχώμεν τας καρδίας»;
Το τελευταίο σχόλιο αφορά την - μάλλον άστοχη, αν μη ρατσιστική –στάση των νεκρολογούντων την αρχαία ελληνική απέναντι σε όσους υποστηρίζουν το αντίθετο. Με λίγα λόγια, θεωρούν «κτήμα» των ειδικών τη γλώσσα, καθώς ισχυρίζονται ότι η πλειοψηφία αυτών που προσπαθούν να τεκμηριώσουν ζωντανή σχέση νέας – αρχαίας είναι άσχετοι με το αντικείμενο, είναι π.χ. γιατροί, φυσικοί, μαθηματικοί, καλλιτέχνες. Δηλαδή δεν έχει την ικανότητα ένας μη ειδικός να στοιχειοθετήσει με πολύ κόπο μια άποψη για τη γλώσσα; Και αποκλείεται εκ των προτέρων αυτή η άποψη να είναι βάσιμη, μόνο και μόνο επειδή δεν είναι «ειδικός»; Μα και ο Μάικλ Βέντρις που διάβασε τη γραφή γραμμική β’ και την απέδειξε ελληνική ένας ερασιτέχνης ήταν! Και οι ποιητές; Είναι άραγε «ειδικοί»; « Πιστεύω ότι η ελληνική γλώσσα είναι μία. H αρχαία, η νεωτέρα, οι ντοπιολαλιές είναι γλώσσα μία» (Ν. Εγγονόπουλος).
Γενικότερα, μου φαίνεται άσχημο να προσπαθούμε να αποβάλλουμε – σαν μίασμα – ό, τι μας δένει με το παρελθόν, να ντρεπόμαστε επειδή θέλουμε να επιβιώνει προσαρμοσμένο θετικά στο σήμερα. Να ντρεπόμαστε να περηφανευτούμε για το παρελθόν αυτού του τόπου, μήπως και στενοχωρηθούν μερικοί, μήπως φανούμε εθνικιστές. Το αριστοτελικό μέτρο, η μεσότητα, δείχνει το δρόμο της ψύχραιμης, εμπεριστατωμένης στήριξης των πολιτισμικών μας στοιχείων. Ούτε στις υπερβολές, τους φανατισμούς και τους φαντασιόπληκτους αρχαιολάτρες, αλλά ούτε και στους κοντόφθαλμους αρνητές της ελληνικής συνέχειας στο διάβα των αιώνων. «Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα» (Γ. Σεφέρης).

▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος Αγίων Αναργύρων, Ψυρρή, Αθήνα. Στη Νιγρίτα, πότε;

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

«ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΙΓΡΙΤΑ, ΤΗΣ ΒΙΣΑΛΤΙΑΣ», μέρος β’ (03 12 2010)

Η συνέχεια του έργου του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου
από τις εκδόσεις «Στιγμή».




Ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος έκλεισε το πρώτο μέρος της αφήγησής του «για τη Νιγρίτα της Βισαλτίας» λέγοντας ότι μετά το 1958 δεν ξαναπάτησε το πόδι του στα μέρη μας. Το δεύτερο μέρος όμως, ξεκινά μεταφέροντάς μας 38 χρόνια μετά, στα 1997, οπότε και θα μας ξανατιμήσει, εμάς και άλλα μέρη της Βισαλτίας. Ας τον ακολουθήσουμε:
«ΜΟΝΟ ΕΦΕΤΟΣ τον Απρίλη, ήτοι μετά 38 χρόνια, καθώς βρισκόμουν στη Θεσσαλονίκη ένιωσα έντονα την επιθυμία να ξαναδώ εκείνα τα μέρη. Πήρα ένα φίλο μου νευρολόγο (και παληό μαθητή της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής – άρα μας συνέδεαν κοινές μνήμες, και μπορούσαμε να συνεννοηθούμε) και ξεκινήσαμε. Ψιλόβρεχε – και η εθνική οδός Θεσσαλονίκης - Σερρών, με νέα χάραξη τώρα, αλλά και πάλι μια απέραντη παγίδα, εθνική λαιμητόμος χωρίς διαχωριστικές νησίδες, στηθαία, μπάρες κ.λπ. Αναγνώριζα τους χώρους που είχα κινηθεί, και χάρηκα που εντόπισα τις χαραδρώσεις του Τσέρες, όπου το φθινόπωρο του 1958, σε μία άσκηση του συντάγματος, είχα απολαύσει τα ωραιότερα βατόμουρα του βίου μου.
Στην Νιγρίτα φθάσαμε μεσημεράκι. Η βροχή δυνάμωσε -και οι συνθήκες ήταν ιδεώδεις για επανασύνδεση με το μακεδονικό τοπίο. Εισήλθα από το χωριό Τερπνή, και το πρώτο πράγμα που συνάντηση ήταν (φυσικά) το στρατόπεδο. Περίπου έρημο, περίπου αφημένο, πιο φοβερό από άλλοτε.
Η πόλη εξίσου άσχημη. Στο κέντρο της, τώρα, λίγες πολυκατοικίες, τράπεζες, το νεότευκτο και με χαρούμενα χρώματα βαμμένο δημοτικό ξενοδοχείο «Η ΓΕΡΑΚΙΝΑ», η στρατιωτική λέσχη, και στην πιο περίοπτη θέση το ωραίο μνημείο της εθνικής αντίστασης.
Σε δύο σημεία της πόλης, εγκαταλελειμμένα, πανάθλια, μάρτυρες μιας μίζερης και πικρής εποχής τα (μή) λυόμενα οικήματα των αξιωματικών,, από κυματοειδή, σκουριασμένη λαμαρίνα, στοιχειώνουν παράλογα τον χώρο.
Αναζητήσαμε – δια καταλλήλων ερωτήσεων σε καλοθρεμμένους διερχόμενους αστούς- το κορυφαίο μπουγατσατζίδικο: μέχρις ότου βγουν τα καυτά ταψιά, παρατηρούσα την πελατεία. Λίγοι από τα διπλανά χωριά, και οι πιο πολλοί μαθητές. Ηλίου φαεινότερον, ότι αυτό ήταν όλο κι όλο το μεσημεριανό τους. Από τον καθρέφτη έβλεπα ένα ζευγαράκι μαθητών ο νέος, όταν ήρθε ο λογαριασμός, έβαλε το χέρι στην τσέπη και μετρούσε (με τρόπο) τα λεφτά του: θέλησε να πληρώσει και τις μπουγάτσες που έφαγε η κοπέλα, εκείνη κατάλαβε και δεν δέχτηκε.
Για την επιστροφή είχαμε διάφορες επιλογές – να ξαναπάρουμε τον ίδιο δρόμο, ή να πάμε στης Σέρρες, ή να κατέβουμε προς Μαυροθάλασσα και Αμφίπολη και από εκεί να ακολουθήσουμε την εθνική οδό ( και επίσης γνωστή λαιμητόμο) Καβάλας - Θεσσαλονίκης (διερχόμενοι και από το Οφρύνιον, που ύμνησε ο Φ. Δ. Δρακονταειδής), ή να διασχίσουμε τα Κερδύλια, περνώντας και από την περίφημη διάβαση Σκεπαστού, διάβαση η οποία είχε ταλαιπωρήσει κατά καιρούς στρατεύματα και επιτελείς. Προτίμησα αυτήν ακριβώς τη λύση, και για να ξαναδώ τα μέρη, αλλά και γιατί έτσι θα μπορούσαμε να περάσουμε και από τον Σοχό∙ ο φίλος μου ήθελε ασμένως να τον επισκεφθεί, μετά που διάβασε το βιβλίο της Ζυράννας Ζατέλη Και με το φως του λύκου επανέρχονται.
Ο δρόμος ήταν έρημος, η βλάστηση μάλλον αδιάφορη, το τοπίο αυχμηρό, άξενο, παρέπεμπε αόριστα σε χρόνους παρωχημένους.
Άρχισα να διηγούμαι το περιστατικό, που συνέβη σε μία άσκηση του 1959: ακλουθούσα με το ασθενοφόρο, στο τέλος της φάλαγγας, όταν ο αγγελιοφόρος με ειδοποίησε να περάσω μπροστά. Υπέθεσα ότι θα συνέβη κάποιο ατύχημα, και έφθασα με σχετική ανησυχία. Βρήκα το επιτελείο στην άκρη του χωματόδρομου να παρατηρεί ένα μεγάλο πουρνάρι, από τα κλαδιά του οποίου κρεμόντουσαν δεκάδες πολύχρωμα κουρέλια. Με ρώτησαν αν ξέρω τι σημαίνουν αυτά.
Ένιωσα αμήχανος – δεν ήξερα, όφειλα όμως να απαντήσω…. Στην απέναντι μεριά του δρόμου είδα κάποιο προσκυνητάρι, και άρχισαν να λέω, αυτοσχεδιάζοντας, κάτι αόριστα και μεγαλόστομα για πανάρχαιες λατρείες, για τοτεμικές επιβιώσεις και άλλες μπούρδες, ώσπου στο τέλος (αυτοκουρδιζόμενος) παρομοίωσα το δέντρο με πρωτόγονο μανουάλι – και άρα (επείπα με ανακούφιση) πρόκειται για ένα λατρευτικό δέντρο, για κάτι που ξορκίζει ή αποτρέπει το κακό κ.ο.κ.
Δεν είχα τελειώσει την παραπάνω διήγησή μου, όταν ξαφνικά, μετά από μια πολύ κλειστή δεξιά στροφή, έμεινα άφωνος: το παλιό πουρνάρι είχε γίνει ένα μεγαλοπρεπές δέντρο, έτοιμο να καταστεί βασιλική δρυς, έχοντας δίπλα του δύο αρκετά μεγάλα, άλλα πουρνάρια. Από τα κλαδιά όλων κρεμόντουσαν αναρίθμητα χρωματιστά κουρελάκια, ράκη παλαιά ρούχα, αλλά και (λόγω ευημερίας, πλέον) ολόκληρα κομμάτια από μάλλινα πουλόβερ, μπλούζες, πουκάμισα, πετσέτες κ.λπ. Απέναντι το μικρό προσκυνητάρι είχε μεταβληθεί σε χαριτωμένο εξωκκλήσι, αφιερωμένο στην Αγία Παρασκευή.
Σταματήσαμε και, προφυλαγμένοι κάτω από ένα τσιμεντένιο στέγαστρο, αρχίσαμε να φωτογραφίζουμε τον χώρο. Σε λίγο, όταν ο φίλος μου βγήκε από το ξωκκλήσι, στο οποίο είχε μπει μετά τις φωτογραφήσεις, εισήλθα εγώ. Στο μισοσκότεινο και παγωμένο εσωτερικό μόλις μπορούσε κανείς να διακρίνει τα εικονίσματα, φωτισμένα από τρία κεράκια, όλως προσφάτως αναμμένα. Σε μία κόχη του τοίχου πήρε τότε το μάτι μου ένα τσαλακωμένο και καταλαδωμένο τετράδιο, όπου οι διερχόμενοι, με μισοσβησμένα ορνιθοσκαλίσματα, συνήθως με μολύβι, σημείωναν τα ονόματα για τα οποία επιθυμούσαν να αναπέμψει ευχή ο ιερέας, σε κάποια παράκληση, ή λειτουργία. Στην τελευταία σελίδα ο γραφικός χαρακτήρας άλλαζε άρδην, γινόταν αιφνιδίως άψογος, ανήκε σε άτομο μορφωμένο, εθισμένο στη τελετουργία της γραφής,
Πλησίασα το τετράδιο στο μανουάλι με τα αναμμένα κεριά και δεν άργησα να αναγνωρίζω τα ονόματα των οικείων του συνταξιδιώτη μου, γραμμένα το ένα κάτω από το άλλο:
Γεώργιος,
Ελένη,
Κατερίνα.»

Δια την αντιγραφήν:
http://proskynhths.blogspot.com/
tezjorge@yahoo.gr


▓▓ μικρα ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΡΙΑ ▓▓


 Πεζόδρομος Παλαιόκαστρου, Φθιώτιδα. Στη Νιγρίτα, πότε;